ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
JEAN-PIERRE WARNER
της 11ης Οκτωβρίου 1973 ( *1 )
Κύριε Πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
Οι υπό κρίση υποθέσεις έφθασαν στο Δικαστήριο ύστερα από αιτήσεις του Arbeidsrechtbank της Αμβέρσας για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως θέτουν ζητήματα μεγάλης σπουδαιότητας σχετικά με τα αποτελέσματα της εφαρμογής του κοινού δασμολογίου.
Ένας βελγικός νόμος του Απριλίου του 1960, όπως τροποποιήθηκε τον Ιούλιο του 1962, προέβλεψε (με ασήμαντες εξαιρέσεις) ότι επί όλων των εισαγωγών ακατέργαστων διαμαντιών στο Βέλγιο θα εισπράττεται εισφορά ύψους 1/3 % της αξίας τους υπέρ του «Sociaal Fonds voor de Diamantarbeiders». Όπως υποδηλώνει η επωνυμία του, ο οργανισμός αυτός έχει ως αποστολή να χορηγεί παροχές κοινωνικής ασφαλίσεως στους εργάτες της βελγικής βιομηχανίας κοπής διαμαντιών, είναι δε ενάγων στις υποθέσεις που εκκρεμούν ενώπιον του Arbeidsrechtbank. Με τις αγωγές του επιδιώκει την είσπραξη από τους εναγομένους, που είναι εισαγωγείς ακατέργαστων διαμαντιών στο Βέλγιο, των εισφορών τις οποίες αυτοί του οφείλουν, κατ' εφαρμογή αυτού του νόμου, για το έτος 1968, καθώς και των προσαυξήσεων και των τόκων. Μεταξύ άλλων επιχειρημάτων, οι εναγόμενοι ισχυρίστηκαν ότι η είσπραξη τέτοιων εισφορών και, συνεπώς, και των σχετικών προσαυξήσεων και τόκων είναι αντίθετη προς το κοινοτικό δίκαιο.
Δεν είναι η πρώτη φορά που ανακύπτει το ερώτημα, εάν ο βελγικός αυτός νόμος συμβιβάζεται με το κοινοτικό δίκαιο. Ανέκυψε, θα το θυμάστε, κύριοι, στις υποθέσεις 2 και 3/69, Sociaal Fonds voor de Diamantarbeiders κατά Brachfeld και Chougol (ECR 1969, σ. 211). Στις υποθέσεις αυτές, το Δικαστήριο πράγματι έκρινε ότι το είδος των εισφορών που επέβαλε ο νόμος αποτελούσε επιβάρυνση ισοδυνάμου αποτελέσματος προς δασμούς κατά την έννοια των άρθρων 9 και 12 της Συνθήκης ΕΟΚ. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι απαγορεύεται σ' ένα κράτος μέλος να επιβάλει τέτοιες επιβαρύνσεις στις εισαγωγές προελεύσεως άλλων κρατών μελών. Αλλά το Δικαστήριο έκρινε ότι καμιά διάταξη της Συνθήκης δεν απαγορεύει την επιβολή τέτοιων επιβαρύνσεων επί των εισαγωγών προελεύσεως τρίτων χωρών, εν πάση περιπτώσει κατά την περίοδο πριν από τη θέσπιση του κοινού δασμολογίου. Στις υποθέσεις αυτές δεν χρειάστηκε να ασχοληθεί με το ποια θα ήταν η κατάσταση ως προς τις εισαγωγές προελεύσεως τρίτων χωρών μετά τη θέσπιση του κοινού δασμολογίου, επειδή εκεί οι επίδικες εισφορές αφορούσαν την περίοδο από 1 Ιανουαρίου 1960 μέχρι 30 Σεπτεμβρίου 1963. Το Δικαστήριο δεν επέλυσε αυτό το ζήτημα, λέγοντας μόνο ότι η μονομερής θέσπιση ή διατήρηση τέτοιων επιβαρύνσεων από ένα κράτος μέλος θα μπορούσε να εμποδίσει την πραγματοποίηση των στόχων που επιδιώκει η ομοιόμορφη εφαρμογή του κοινού δασμολογίου από όλα τα κράτη μέλη στις σχέσεις με τις τρίτες χώρες, ιδίως όταν η αρχή της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων που διακινούνται ελεύθερα σ' ένα κράτος μέλος δεν θα επαρκούσε, για να αντισταθμίσει τα αποτελέσματα αυτών των εθνικών μέτρων. Σε τέτοιες περιπτώσεις θα μπορούσε να τεθεί το ζήτημα, εάν η Συνθήκη περιόρισε σιωπηρά την ελευθερία των κρατών μελών στον τομέα αυτό. Η επιφύλαξη δεν θα μπορούσε να έχει διατυπωθεί προσεκτικότερα.
Σε συμμόρφωση προς την απόφαση του Δικαστηρίου στις υποθέσεις 2 και 3/69 ο ενάγων στην κύρια δίκη παραιτήθηκε από τα αιτήματά του ως προς τις εισφορές επί των εισαγωγών από άλλα κράτη μέλη που πραγματοποίησαν οι εναγόμενοι (και που αποτελούσαν ένα σχετικά μικρό τμήμα των συνολικών τους εισαγωγών) και το Arbeidsrechtbank έκρινε ότι καμιά διάταξη του κοινοτικού δικαίου δεν απαγόρευε την είσπραξη εισφορών επί των εισαγωγών τους προελεύσεως τρίτων χωρών για την περίοδο μέχρι την 1η Ιουλίου 1968, πραγματική ημερομηνία θεσπίσεως του κοινού δασμολογίου με τον κανονισμό ΕΟΚ 950/68 του Συμβουλίου. Τα ερωτήματα που υποβλήθηκαν από το Arbeidsrechtbank στο Δικαστήριο αφορούν επομένως μόνο τις εισαγωγές προελεύσεως τρίτων χωρών κατά τη διάρκεια της περιόδου μετά την 1η Ιουλίου 1968. Με άλλα λόγια, κύριοι, καλείσθε τώρα να αποφασίσετε επί ζητημάτων που το Δικαστήριο δεν επέλυσε στις υποθέσεις 2 και 3/69.
Κύριοι, η επιχειρηματολογία των εναγομένων στηρίζεται σε δύο κυρίως ισχυρισμούς. Ο πρώτος είναι ότι η επιβολή ή η διατήρηση από κάθε κράτος μέλος επιβαρύνσεων ισοδυνάμου αποτελέσματος προς δασμούς επί των εισαγωγών προελεύσεως τρίτων χωρών είναι ουσιαστικώς ασυμβίβαστη προς τη θέσπιση κοινού δασμολογίου για όλα τα κράτη μέλη, η οποία ήταν ένας από τους στόχους της Συνθήκης. Ο δεύτερος είναι ότι, αφού έχει έτσι το πράγμα, το άρθρο 5 της Συνθήκης επέβαλε σε κάθε κράτος μέλος την υποχρέωση να μη θεσπίζει ή διατηρεί τέτοιες επιβαρύνσεις μετά την εισαγωγή του κοινού δασμολογίου.
Είναι περιττό, κύριοι, να απαριθμήσω τα πολύ γοητευτικά και πειστικά επιχειρήματα που προβλήθηκαν από τους εναγομένους προς υποστήριξη των ισχυρισμών τους. Ομολογώ ότι με λύπη μου κατέληξα στο συμπέρασμα ότι έπρεπε να απορριφθούν.
Το θέμα αφορά κατά βάση την ερμηνεία της Συνθήκης.
Το κοινό δασμολόγιο αναφέρεται για πρώτη φορά στο άρθρο 3 της Συνθήκης, που όσον αφορά τη «δράση» της Κοινότητας απαριθμεί τις ενέργειες, τις οποίες οφείλει να αναλάβει η Κοινότητα, προκειμένου να επιτύχει στους στόχους που θέτει το άρθρο 2. Μεταξύ αυτών των ενεργειών οι δύο πρώτες είναι οι εξής:
«α)
η κατάργηση, μεταξύ των κρατών μελών, των δασμών και των ποσοτικών περιορισμών κατά την εισαγωγή και την εξαγωγή εμπορευμάτων, καθώς και όλων των άλλων μέτρων ισοδυνάμου αποτελέσματος,
β)
η θέσπιση κοινού δασμολογίου και κοινής εμπορικής πολιτικής έναντι των τρίτων χωρών».
Αναφέρονται επίσης μεταξύ άλλων:
«δ)
η θέσπιση κοινής πολιτικής στον τομέα της γεωργίας
ε)
η θέσπιση κοινής πολιτικής στον τομέα των μεταφορών
στ)
η εγκαθίδρυση καθεστώτος που να εξασφαλίζει ανόθευτο ανταγωνισμό εντός της κοινής αγοράς».
Αντιλαμβάνεται κανείς αμέσως, ότι ενώ η κατάργηση των μέτρων ισοδυνάμου αποτελέσματος προς δασμούς ή προς ποσοτικούς περιορισμούς αναφέρεται ρητά στην παράγραφο α, σε σχέση με το εμπόριο μεταξύ κρατών μελών, καμιά τέτοια αναφορά δεν γίνεται στην παράγραφο β ως προς το εμπόριο με τις τρίτες χώρες. Έτσι ανακύπτει το ερώτημα, εάν οι συντάκτες της Συνθήκης θεώρησαν ότι η κατάργηση από τα κατ' ιδίαν κράτη μέλη των επιβαρύνσεων ισοδυνάμου αποτελέσματος προς δασμούς στο εμπόριο με τις τρίτες χώρες αποτελούσε αναπόσπαστο τμήμα της θεσπίσεως κοινού δασμολογίου ή εάν θεώρησαν αυτή την κατάργηση ως στοιχείο της κοινής πολιτικής σε άλλους τομείς, ιδίως της κοινής εμπορικής και γεωργικής πολιτικής. Για να απαντήσει κανείς σ' αυτό το ερώτημα, πρέπει να λάβει υπόψη του τις διατάξεις της Συνθήκης που ακολουθούν, όπως επιτάσσει το ίδιο το άρθρο 3.
Από τις διατάξεις αυτές μας ενδιαφέρουν αμεσότερα εκείνες που αφορούν την τελωνειακή ένωση, η οποία εξαγγέλλεται στο άρθρο 9, παράγραφος 1. Δεν νομίζω ότι το ίδιο το άρθρο 9, παράγραφος 1, μπορεί να διαφωτίσει σχετικά. Κατά τη διάταξη αυτή «Η Κοινότητα βασίζεται επί τελωνειακής ενώσεως που εκτείνεται στο σύνολο των εμπορευματικών συναλλαγών και περιλαμβάνει την απαγόρευση των εισαγωγικών και εξαγωγικών δασμών και όλων των φορολογικών επιβαρύνσεων ισοδυνάμου αποτελέσματος μεταξύ των κρατών μελών, καθώς και την υιοθέτηση κοινού δασμολογίου στις σχέσεις τους με τις τρίτες χώρες.»
Αυτό δείχνει ότι κατά το πνεύμα των συντακτών της Συνθήκης υπήρχε στενή σχέση μεταξύ της καταργήσεως των δασμών και των επιβαρύνσεων ισοδυνάμου αποτελέσματος μεταξύ κρατών μελών αφενός και θεσπίσεως κοινού δασμολογίου αφετέρου, σχέση στην οποία δεν μετέχουν οι άλλες ενέργειες που αναφέρονται στο άρθρο 3, παράγραφοι α και β, δηλαδή η κατάργηση των ποσοτικών περιορισμών και των μέτρων ισοδυνάμου αποτελέσματος μεταξύ των κρατών μελών και η θέσπιση κοινής εμπορικής πολιτικής προς τις τρίτες χώρες. Δεν αναφέρει τίποτε περισσότερο.
Ούτε το άρθρο 10, στο οποίο οι διάδικοι αναφέρθηκαν επίσης προβάλλοντας τα επιχειρήματα τους, νομίζω ότι οδηγεί σε διαφορετικό συμπέρασμα. Αφορά σαφώς την πληρωμή επιβαρύνσεων ισοδυνάμου αποτελέσματος προς δασμούς επί προϊόντων που εισάγονται στα κράτη μέλη από τρίτες χώρες. Αλλά μπορεί να πρόκειται για επιβαρύνσεις, τις οποίες ένα κράτος μέλος εισέπραττε κατ' ιδίαν πριν από τη θέσπιση του κοινού δασμολογίου ή για επιβαρύνσεις που επέβαλε η ίδια η Κοινότητα. Είναι πρόδηλο ότι το άρθρο 10 δεν παραχωρεί στα κράτη μέλη το προνόμιο να επιβάλλουν το καθένα χωριστά τέτοιες επιβαρύνσεις επ' άπειρον. Ο ίδιος συλλογισμός μπορεί να εφαρμοστεί και στο άρθρο 112, παράγραφος 2, που περιλαμβάνει παρόμοιο υπαινιγμό.
Αυτό που με έπεισε, με λύπη μου, όπως είπα, για το ότι τα επιχειρήματα των εναγομένων έπρεπε να απορριφθούν είναι η ανάγνωση των άρθρων της Συνθήκης που βρίσκοντασι στο κεφάλαιο «η τελωνειακή ένωση». Αυτά τα άρθρα κατανέμονται σε δύο τμήματα. Το τμήμα 1, το οποίο περιλαμβάνει τα άρθρα 12 έως 17, φέρει τον τίτλο «Η κατάργηση των δασμών μεταξύ των Κρατών μελών.» Το τμήμα 2 φέρει τον τίτλο «Η θέσπιση του κοινού δασμολογίου.» Η αντίθεση μεταξύ των διατάξεων των δύο τμημάτων είναι εντυπωσιακή.
Το άρθρο 12, το πρώτο άρθρο του τμήματος 1 ορίζει ότι:
«Τα κράτη μέλη δεν επιβάλλουν μεταξύ τους νέους εισαγωγικούς και εξαγωγικούς δασμούς ή φορολογικές επιβαρύνσεις ισοδυνάμου αποτελέσματος ούτε προβαίνουν σε αύξηση εκείνων που εφαρμόζουν στις μεταξύ τους εμπορικές σχέσεις.»
Πρόκειται για απόηχο του άρθρου 3, στην πραγματικότητα και του άρθρου 9, αφού στα πλαίσια του εμπορίου μεταξύ κρατών μελών οι επιβαρύνσεις ισοδυνάμου αποτελέσματος αναφέρονται ρητά, απνευστί με τους δασμούς.
Το άρθρο 13 ορίζει τα εξής:
«1)
Τα κράτη μέλη καταργούν προοδευτικώς κατά τη διάρκεια της μεταβατικής περιόδου τους ισχύοντες μεταξύ τους εισαγωγικούς δασμούς σύμφωνα με τους όρους που προβλέπονται στα άρθρα 14 και 15.
2)
Τα κράτη μέλη καταργούν προοδευτικώς κατά τη διάρκεια της μεταβατικής περιόδου τις φορολογικές επιβαρύνσεις ισοδυνάμου αποτελέσματος προς εισαγωγικούς δασμούς που ισχύουν μεταξύ τους. Η Επιτροπή ορίζει με οδηγίες το ρυθμό της καταργήσεως αυτής, καθο-δηγουμένη από τους κανόνες που προβλέπονται στο άρθρο 14 παράγραφοι 2 και 3, καθώς και από τις οδηγίες που εκδίδει το Συμβούλιο κατ' εφαρμογή του άρθρου 14 παράγραφος 2.»
Επομένως οι διαδικασίες που προβλέπονται για την προοδευτική κατάργηση των δασμών μεταξύ των κρατών μελών και των επιβαρύνσεων ισοδυνάμου αποτελέσματος μεταξύ τους έπρεπε να είναι διαφορετικές. Είναι αναπόφευκτο το συμπέρασμα, στο οποίο άλλωστε κατέληξε το Δικαστήριο στις υποθέσεις 2 και 3/69, ότι στο κοινοτικό δίκαιο υπάρχει πράγματι διαφορά μεταξύ δασμών και επιβαρύνσεων ισοδυνάμου αποτελέσματος. Το Δικαστήριο έκρινε στις υποθέσεις 2 και 3/69 ότι η έννοια «επιβαρύνσεις ισοδυνάμου αποτελέσματος» περιλάμβανε κάθε χρηματική επιβάρυνση που, χωρίς να είναι δασμός κατά κυριολεξία, επιβάλλεται στα εμπορεύματα λόγω του ότι διασχίζουν τα σύνορα. Συνεπώς δεν επιτρέπεται να υποστηρίζεται ότι οι αναφορές της Συνθήκης σε δασμούς πρέπει να ερμηνεύονται διασταλτικά και να θεωρείται ότι οι αναφορές σε επιβαρύνσεις ισοδυνάμου αποτελέσματος έγιναν μόνο για λόγους πρόνοιας (ex cautela).
Το άρθρο 14 είναι αρκετά μακροσκελές που προβλέπει λεπτομερώς το ρυθμό των διαδοχικών μειώσεων των δασμών μεταξύ των κρατών μελών και τον τρόπο υπολογισμού καθεμιάς απ' αυτές. Όπως θα περίμενε κανείς από την ανάγνωση του άρθρου 13, δεν αναφέρει πουθενά τις επιβαρύνσεις ισοδυνάμου αποτελέσματος. Είναι σαφές ότι εφαρμόζεται σ' αυτές μόνο κατά παραπομπή, στο μέτρο που προβλέπεται από το άρθρο 13, παράγραφος 2.
Το άρθρο 15 δεν παρουσιάζει σοβαρές δυσκολίες. Αφορά επίσης μόνο τους δασμούς και δεν αναφέρει τις επιβαρύνσεις ισοδυνάμου αποτελέσματος.
Το άρθρο 16 ορίζει ότι:
«Τα κράτη μέλη καταργούν μεταξύ τους, το αργότερο στο τέλος του πρώτου σταδίου, τους εξαγωγικούς δασμούς και τις φορολογικές επιβαρύνσεις ισοδυνάμου αποτελέσματος.»
Το άρθρο 17 είναι σημαντικό, επειδή τονίζει τη στενή έννοια, την οποία οι συντάκτες της Συνθήκης απέδωσαν στον όρο «δασμοί». Αρχίζει ως εξής:
«1)
Οι διατάξεις των άρθρων 9 μέχρι 15 παράγραφος 1 εφαρμόζονται και επί των δασμών ταμιευτικού χαρακτήρα. Ωστόσο, οι δασμοί αυτοί δε λαμβάνονται υπόψη για τον υπολογισμό ούτε της συνολικής δασμολογικής επιβαρύνσεως ούτε της μειώσεως του συνόλου των δασμών που αναφέρονται στο άρθρο 14 παράγραφοι 3 και 4.»
Στη συνέχεια το άρθρο 17 περιέχει λεπτομερείς διατάξεις για τους δασμούς ταμιευτικού χαρακτήρα.
Τα συμπεράσματα που πρέπει, κατά τη γνώμη μου, να συναχθούν από την ανάλυση των άρθρων που περιέχονται στο πρώτο τμήμα είναι τα ακόλουθα: οι συντάκτες της Συνθήκης έκαναν ενσυνείδητη διάκριση μεταξύ δασμών αφενός και επιβαρύνσεων ισοδυνάμου αποτελέσματος αφετέρου.
Όπου θέλησαν να αναφερθούν και στα δύο, το έπραξαν ρητά. Όπου αναφέρθηκαν μόνο σε δασμούς, το έπραξαν ηθελημένα.
Με βάση αυτές τις σκέψεις πρέπει, κατά τη γνώμη μου, να προσεγγίσει κανείς το τμήμα 2 που ασχολείται με τη θέσπιση του κοινού δασμολογίου.
Κύριοι, δεν είναι ανάγκη να κάνω κατάχρηση του χρόνου σας με λεπτομερή ανάλυση των άρθρων του τμήματος 2. Αρκεί να πω ότι περιέχουν διατάξεις περί της προοδευτικής εισαγωγής του κοινού δασμολογίου, καθώς και χρονοδιάγραμμα και διατάξεις σχετικές με το ύψος των διαδοχικών μεταβολών των δασμολογικών συντελεστών, τις οποίες πρέπει να πραγματοποιήσουν τα κράτη μέλη. Αυτές οι διατάξεις είναι εξίσου λεπτομερείς με τις διατάξεις που περιέχονται στο τμήμα 1 περί της προοδευτικής καταργήσεως των δασμών μεταξύ των κρατών μελών. Το σημαντικό είναι ότι το τμήμα 2 δεν περιλαμβάνει καμία αναφορά περί επιβαρύνσεων ισοδυνάμου αποτελέσματος. Οι μόνες αναφορές που γίνονται σ' αυτό το τμήμα αφορούν αποκλειστικά τους δασμούς. Απ' αυτό πρέπει, κατά τη γνώμη μου, να συμπεράνει κανείς ότι οι συντάκτες της Συνθήκης δεν θέλησαν να αποτελέσει η κατάργηση ή η εναρμόνιση των επιβαρύνσεων ισοδυνάμου αποτελέσματος που επιβάλλονται από τα κράτη μέλη στο εμπόριο με τις τρίτες χώρες αναπόσπαστο μέρος της θεσπίσεως του κοινού δασμολογίου. Αν ήταν αυτή η πρόθεσή τους, θα το είχαν προβλέψει ρητά.
Δεν είναι ανάγκη να ερευνηθεί γιατί οι συντάκτες της Συνθήκης πήραν αυτή τη θέση, μολονότι είναι ενδιαφέρον να σημειωθεί η παρατήρηση της Επιτροπής, κατά την οποία η μονομερής κατάργηση από όλα τα κράτη μέλη όλων των επιβαρύνσεων ισοδυνάμου αποτελέσματος προς δασμούς στο εμπόριο με τις τρίτες χώρες είχε εξασθενίσει και θα εξασθένιζε τη θέση της Κοινότητας στις διαπραγματεύσεις για τους δασμούς και το εμπόριο με αυτές τις χώρες. Είναι επίσης ενδιαφέρον να παρατηρηθεί (αν και πρόκειται για απλή παρατήρηση, αφού ούτε η γνώμη του Συμβουλίου ούτε της Επιτροπής μπορούν να δεσμεύσουν το Δικαστήριο) ότι η ερμηνεία της Συνθήκης που σας καλώ, κύριοι, να υιοθετήσετε, είναι σύμφωνη με εκείνη, βάσει της οποίας ενήργησαν το Συμβούλιο και η Επιτροπή. Στις παρατηρήσεις της η Επιτροπή υπενθυμίζει με μερικές λεπτομέρειες τι πράγματι συνέβη με τις επιβαρύνσεις ισοδυνάμου αποτελέσματος προς δασμούς στο εμπόριο με τις τρίτες χώρες. Νομίζω ότι μπορώ να πω, για να προβώ σε περίληψη, ότι, όσον αφορά τα γεωργικά προϊόντα, καταργήθηκαν όλες οι επιβαρύνσεις από τη νομοθεσία που εφήρμοσε την κοινή γεωργική πολιτική και ότι, όσον αφορά τα άλλα προϊόντα, καταργήθηκαν σε πολυάριθμες περιπτώσεις με συμφωνίες που διαπραγματεύθηκε η Κοινότητα με τρίτες χώρες στα πλαίσια της κοινής εμπορικής πολιτικής.
Κύριοι, οι εναγόμενοι αναφέρονται, για να στηρίξουν την επιχειρηματολογία τους, στις αποφάσεις του Δικαστηρίου επί των υποθέσεων Hauptzollamt Hamburg-Oberelbe κατά Bollmann (ECR 1970, σ. 69) και Hauptzollamt Bremen-Freihafen κατά Krohn (ECR 1970, σ. 451). Αλλά, κατά τη γνώμη μου, επρόκειτο για διαφορετικές υποθέσεις. Αφορούσαν το ζήτημα, αν ένα κράτος μέλος μπορούσε να συγκεκριμενοποιήσει με τη δική του νομοθεσία την ερμηνεία και τα αποτελέσματα των κοινοτικών κανονισμών.
Στην παρούσα υπόθεση, αντίθετα, αν ερμηνεύω ορθά τη Συνθήκη, ο εν λόγω βελγικός νόμος τοποθετείται εντελώς εκτός του τομέα του κοινού δασμολογίου.
Είναι βέβαια αλήθεια, ότι, σε ορισμένες καταστάσεις, η είσπραξη από τα κράτη μέλη επιβαρύνσεων ισοδυνάμου αποτελέσματος προς δασμούς μπορεί να προκαλέσει στρεβλώσεις στο εμπόριο ή παρέμβαση στους όρους του ανταγωνισμού, έτσι ώστε να εμποδίσει την επίτευξη των στόχων της Συνθήκης. Αλλά ελλείψει θετικής υποχρεώσεως που να επιβάλλει στα κράτη μέλη, με ρητή διάταξη της Συνθήκης ή σιωπηρά, να καταργήσουν όλες τις επιβαρύνσεις αυτού του είδους, νομίζω ότι μία ενέργεια για την αντιμετώπιση τέτοιων καταστάσεων μπορεί να αναληφθεί μόνο με πρωτοβουλία της Επιτροπής. Κάθε άλλη άποψη θα σήμαινε ότι αποδίδεται στους συνάκτες της Συνθήκης η πρόθεση να παράσχουν στα δικαστήρια των κρατών μελών αρμοδιότητα που πολλά απ' αυτά δεν είναι σε θέση να ασκήσουν, επειδή θα περιλάμβανε την επίλυση διαφορών οικονομικού κυρίως χαρακτήρα που αφορούν την. Κοινότητα στο σύνολό της και μάλιστα με αναφορά σε πολύ αόριστα κριτήρια. Θα παρατηρήσω ότι το συμπέρασμα στο οποίο καταλήγω, παρόλον ότι η οδός που ακολουθήθηκε είναι ελαφρώς διαφορετική, όσον αφορά τις επιβαρύνσεις ισοδυνάμου αποτελέσματος προς δασμούς, είναι το ίδιο με αυτό που συνήγαγε το Δικαστήριο στις υποθέσεις 51 έως 54/71 International fruit Company κατά Produktschap Groenten en Fruit (ECR. 1971, σ. 1117) σχετικά με τους ποσοτικούς περιορισμούς και τα μέτρα ισοδυνάμου αποτελέσματος.
Θα μπορούσε βέβαια, όπως υποδεικνύει η Επιτροπή, να έχει απαγορευθεί από τη συνδυασμένη εφαρμογή των άρθρων 5 και 113 στα κράτη μέλη να επιβάλουν οποιαδήποτε νέα επιβάρυνση ισοδυνάμου αποτελέσματος προς δασμούς μετά την 31η Δεκεμβρίου 1969. Αλλά δεν χρειάζεται να επιλυθεί αυτό το ζήτημα στο πλαίσιο των υπό κρίση διαφορών.
Δεν είναι επίσης αναγκαίο, κύριοι, να αποφανθείτε ως προς το εάν η είσπραξη των εισφορών που επιβάλλονται από τον ειδικό βελγικό νόμο, για τον οποίο πρόκειται στις υπό κρίση υποθέσεις, προκάλεσε πράγματι στρεβλώσεις στο εμπόριο ή τον ανταγωνισμό. Κάνω αυτή την παρατήρηση, επειδή ο ενάγων στην κύρια δίκη παρουσίασε ορισμένες στατιστικές, για να υποστηρίξει ότι κάτι τέτοιο δεν συνέβη, ενώ οι εναγόμενοι προσφέρθηκαν να αποδείξουν το αντίθετο. Αν η αποψή μου είναι νομικά ορθή, αυτό το πραγματικό ζήτημα δεν χρειάζεται να εξετασθεί ούτε από το Δικαστήριο ούτε από το Arbeidsrechtbank. Αλλά ακόμη και αν σφάλλω, το ζήτημα δε χρειάζεται να τεθεί στο Δικαστήριο στο πλαίσιο των υπό κρίση υποθέσεων.
Προκειμένου για τα ερωτήματα που πράγματι έθεσε το Arbeidsrechtbank στο Δικαστήριο, αντιλαμβάνεται κανείς ότι είναι 8, ότι σε ορισμένο βαθμό αλληλοκαλύπτονται και από ορισμένες απόψεις αφορούν έναν τομέα πολύ ευρύτερο από εκείνο που χρειάζεται πράγματι να ερευνηθεί για την επίλυση των υπό κρίση διαφορών. Δεν είναι αναγκαίο, παραδείγματος χάρη, όπως μόλις παρατήρησα, για να αποφανθεί κανείς επί των υπό κρίση υποθέσεων, να ερευνήσει εάν επιβλήθηκαν περιορισμοί στην ελευθερία που έχουν τα κράτη μέλη να επιβάλουν νέες επιβαρύνσεις ισοδυνάμου αποτελέσματος προς δασμούς και εάν ναι, τι είδους και από πότε. Οι εισφορές τις οποίες αφορούν οι υπό κρίση υποθέσεις μπορούσαν να εισπραχθούν έγκυρα από το 1962 και ήδη η απόφαση του Δικαστηρίου στις υποθέσεις 2 και 3/69 κατέστησε σαφές ότι, όταν επιβλήθηκαν για πρώτη φορά, ήταν νόμιμες, στο μέτρο που επιβάλλονται στο εμπόριο με τις τρίτες χώρες.
Προτείνω λοιπόν να μη δοθούν ξεχωριστές απαντήσεις στα ερωτήματα που παραπέμφθηκαν στο Δικαστήριο από το Arbeidsrechtbank αλλά να δοθεί η εξής απάντηση:
1)
Ούτε η Συνθήκη ΕΟΚ ούτε ο κανονισμός ΕΟΚ 950/68 του Συμβουλίου περί του κοινού δασμολογίου επιβάλλουν στα κράτη μέλη την υποχρέωση να καταργήσουν κάθε επιβάρυνση ισοδυνάμου αποτελέσματος προς δασμούς επί της εισαγωγής εμπορευμάτων από τις τρίτες χώρες.
2)
Μόνο μία ενέργεια, στην οποία θα προέβαινε ένα αρμόδιο κοινοτικό όργανο, κατ' εφαρμογή της Συνθήκης, θα μπορούσε να γεννήσει την υποχρέωση ενός κράτους μέλους να καταργήσει μία επιβάρυνση αυτού του είδους.
( *1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η αγγλική.
Full & Egal Universal Law Academy