ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
HENRI MAYRAS
της 22ας Νοεμβρίου 1973 ( *1 )
Κύριε Πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
Εισαγωγή
Όπως διαπιστώνει το Συμβούλιο στις αιτιολογικές σκέψεις του κανονισμού 14/64, της 5ης Φεβρουαρίου 1964, περί προοδευτικής δημιουργίας κοινής οργανώσεως αγορών στον τομέα του βοδινού κρέατος, οι δυσκολίες για τον εφοδιασμό της Κοινότητας σε κρέας για μεταποίηση «μπορούν να εξαλειφθούν μέσω δασμολογικών ποσοστώσεων για την εισαγωγή κατεψυγμένου κρέατος προελεύσεως τρίτων χωρών».
Η τεχνική των δασμολογικών ποσοστώσεων χρησιμοποιείται συχνά στην κοινή αγορά. Σκοπό έχει να επιτρέψει την εισαγωγή ορισμένης ποσότητας εμπορευμάτων (όγκος της ποσόστωσης) σε συγκεκριμένη περίοδο με μειωμένο δασμό σε σχέση με τον κανονικό (δασμός της ποσόστωσης).
Αυτή η τεχνική εκφράζεται με καθορισμό μιας δασμολογικής γραμμής για ένα χρονικό διάστημα και για περιορισμένη ποσότητα.
Οι κοινοτικές ποσοστώσεις, σε αντιδιαστολή με τις εθνικές ποσοστώσεις, ισχύουν για το σύνολο της Κοινότητας χωρίς περιφερειακούς περιορισμούς· όλοι οι εισαγωγείς πρέπει να μπορούν να ωφεληθούν με τις ίδιες προϋποθέσεις· τέλος, το εισαγόμενο εμπόρευμα υπόκειται σε ενιαίο δασμό.
Οι δασμολογικές ποσοστώσεις μπορούν να καθοριστούν είτε με μονομερή απόφαση των αρμόδιων κοινοτικών οργάνων είτε συμβατικά.
Πρόκειται κυρίως γι' αυτές που έχουν παγιοποιηθεί στο πλαίσιο της γενικής συμφωνίας δασμών και εμπορίου.
Πέραν από τις δασμολογικές ποσοστώσεις, οι επιχειρηματίες διατηρούν τη δυνατότητα να εισάγουν το ίδιο προϊόν, υπό τις κανονικές όμως συνθήκες που προβλέπει το κοινό δασμολόγιο και, ενδεχομένως οι γεωργικοί κανονισμοί.
Όσον αφορά το κατεψυγμένο κρέας, μια πρώτη ετήσια ποσόστωση 22.000 τόνων ανοίχτηκε με τελωνειακό πρωτόκολλο που υπογράφηκε στη Γενεύη το 1962, σε συνέχεια των διαπραγματεύσεων Dillon, στο πλαίσιο του GATT και παγιοποιήθηκε στο ύψος του 20 %.
Δεδομένου ότι ο δασμός του κοινού δασμολογίου για το κατεψυγμένο κρέας είναι ακριβώς 20 %, η παγιοποίηση σ' αυτό το ύψος συνεπάγεται ότι το κρέας που εισάγεται μέσα στα όρια αυτής της ποσόστωσης εξαιρείται από την εισφορά που προβλέπει η κοινή οργάνωση αγοράς.
Ο προορισμός του προϊόντος δεν καθορίζεται, αντίθετα μ' αυτό που ακολουθείται για άλλα εμπορεύματα που προβλέπονται στο κοινό δασμολόγιο.
Το άρθρο 4, παράγραφος 1, του κανονισμού του Συμβουλίου 14/64 μνημονεύει την ύπαρξη αυτής της πρώτης δασμολογικής ποσόστωσης. Επιπροσθέτως προβλέπει ότι «μπορεί να καθοριστεί συμπληρωματική ποσόστωση για τις εισαγωγές κατεψυγμένου κρέατος, προελεύσεως τρίτων χωρών», διευκρινίζοντας όμως, ότι «αυτό το κρέας προορίζεται, υπό τελωνειακό έλεγχο, για τη μεταποίηση».
Πρόκειται για ποσόστωση που καθορίστηκε με μονομερή απόφαση. Έτσι συνυπάρχουν το ειδικό καθεστώς για την εισαγωγή κατεψυγμένου κρέατος με προορισμό τη μεταποίηση, που προβλέπεται από το άρθρο 4 του κανονισμού 14/64 — και επαναλαμβάνεται στο άρθρο 14 του κανονισμού 805/68 περί οριστικής οργανώσεως αγοράς — και το καθαυτό καθεστώς της ετήσιας ποσόστωσης που ανοίγεται στο πλαίσιο του GATT.
Για την κατανομή και τη διαχείριση αυτής της τελευταίας ποσόστωσης θέσπισε το Συμβούλιο, ιδίως για τα έτη 1968 και 1969, κανονιστικές διατάξεις δυνάμει των οποίων, σύμφωνα με το άρθρο 3 του κανονισμού 92/68, «τα μερίδια των ποσοστώσεων διαχειρίζεται κάθε κράτος μέλος σύμφωνα με τις διοικητικές του διατάξεις» και, σύμφωνα με το άρθρο 2 του κανονισμού 110/69: «τα κράτη μέλη καθορίζουν, όσον αφορά τα μερίδια της ποσόστωσής τους, τις προϋποθέσεις για την πρόσβαση στην εν λόγω δασμολογική ποσόστωση και διαχειρίζονται το μερίδιό τους σύμφωνα με τις διοικητικές τους διατάξεις…».
Στην Ιταλία, τη χώρα που ωφελήθηκε, για τα εν λόγω έτη, από το μεγαλύτερο μέρος της ποσόστωσης, ο Υπουργός Εξωτερικού Εμπορίου ρύθμισε, με εγκυκλίους, τον τρόπο εσωτερικής κατανομής του εθνικού μεριδίου και αποφάσισε, κυρίως, ότι οι εισαγωγείς «πρέπει να δηλώσουν ότι αναλαμβάνουν την υποχρέωση να χρησιμοποιήσουν τις ποσότητες του κρέατος που θα τους χορηγηθούν αποκλειστικά για την άμεση κατανάλωση και να υποβληθούν στους ελέγχους που θα οργανωθούν για το σκοπό αυτό».
Κατά τη διάρκεια ελέγχων στην επαρχία του Trento, οι υπηρεσίες της φορολογικής αστυνομίας διαπίστωσαν ότι το κατεψυγμένο κρέας των ποσοστώσεων GATT 1968 και 1969, που ήταν μέρος των ποσοστώσεων που χορηγήθηκαν σε εταιρία εισαγωγών, την επιχείρηση GROSOLI και Σία, της οποίας η έδρα είναι στην Cadoneghe, επαρχία Παδούης, είχε, εν μέρει, μεταποιηθεί από τους αγοραστές της σε καπνιστό και αλατισμένο κρέας ή σε λουκάνικα.
Κατά συνέπεια, ασκήθηκε δίωξη κατά των εταίρων, Giulio και Adriano GROSOLI, ενώπιον του Tribunale penale του Trento για παράβαση, κυρίως, του άρθρου 110 του ιταλικού ποινικού κώδικα και του άρθρου 102 του νόμου περί τελωνείων, λόγω του ότι συνείργησαν στη διάθεση ορισμένης ποσότητας του κατεψυγμένου βοδινού κρέατος σε άλλες χρήσεις εκτός από την άμεση κατανάλωση και δεν κατέβαλαν τις γεωργικές εισφορές που ισχύουν για τις εισαγωγές προελεύσεως τρίτων χωρών.
Το Tribunale penale του Trento ανέστειλε τη διαδικασία και ζητεί από το Δικαστήριο, με το πρώτο προδικαστικό ερώτημα, να κρίνει αν, δυνάμει του συνδυασμού των διατάξεων του άρθρου 3 του κανονισμού 92/68 και του άρθρου 2 του κανονισμού 110/69, τα κράτη μέλη μπορούν να θεσπίζουν, ως προς το μερίδιό τους κατεψυγμένου κρέατος της ποσόστωσης GATT, διατάξεις που αποσκοπούν να ρυθμίσουν τη διάθεση.
Επικουρικά, για την περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο πρώτο αυτό ερώτημα, το ιταλικό δικαστήριο ερωτά το Δικαστήριο αν ένα κράτος μέλος μπορεί να επιβάλει στους εισαγωγείς που δεν θα τηρήσουν τον επιβληθέντα προορισμό χρηματικές κυρώσεις που υπολογίζονται σε σχέση με το ποσό της διαφυγούσας εισφοράς.
Ανάπτυξη
Σύμφωνα με μια απ' τις αρχές που αναγνώρισε η νομολογία του Δικαστηρίου, «στο μέτρο που τα κράτη μέλη εκχώρησαν στην Κοινότητα κανονιστικές αρμοδιότητες σε δασμολογικά θέματα, προκειμένου να εξασφαλιστεί σωστή λειτουργία της κοινής γεωργικής αγοράς, δεν έχουν πλέον εξουσία να θεσπίζουν κανονιστικές διατάξεις σ' αυτό τον τομέα».
Αυτή είναι η διατύπωση που χρησιμοποίησε το Δικαστήριο στην απόφαση της 18ης Φεβρουαρίου 1970 (υπόθεση 40/69, Hauptzollamt Hamburg-Oberelbe κατά Paul G. Bollmann, Rec. 1970, σ. 69).
Αποκλείεται επομένως, εκτός αντιθέτου διατάξεως, η δυνατότητα στα κράτη μέλη, προκειμένου να εξασφαλιστεί η εφαρμογή κοινοτικού κανόνα που ισχύει άμεσα, να λαμβάνουν μέτρα με σκοπό να τροποποιήσουν την έκταση εφαρμογής του ή να επιφέρουν προσθήκες στις διατάξεις αυτού του κανόνα.
Υπ' αυτή την προοπτική, ενώ η εκτέλεση των κοινοτικών διατάξεων εναπόκειται συνήθως στις εθνικές αρχές και, κατ' αρχήν, η εκτέλεση γίνεται «τηρώντας τις διατυπώσεις και τις διαδικασίες του εθνικού δικαίου», πρέπει και η παρέμβαση αυτών των αρχών να περιορίζεται στη λήψη των αναγκαίων μέτρων για την εκτέλεση απλώς των κοινοτικών διατάξεων, όπως έχει κρίνει, σε πολλές περιπτώσεις, το Δικαστήριο.
Επίσης, και η ευχέρεια που η κοινοτική νομοθεσία αναγνωρίζει στα κράτη μέλη δεν τους επιτρέπει να λαμβάνουν μέτρα που παρεκκλίνουν από συγκεκριμένο κοινό κανόνα, ο οποίος είναι ουσιώδης για τη λειτουργία του μηχανισμού οργανώσεως αγοράς (απόφαση της 30ής Νοεμβρίου 1972, υπόθεση 32/72, Wasaknacke, Rec. 1972, σ. 1188).
Εφόσον επομένως, όπως είναι η περίπτωση της συμπληρωματικής ποσόστωσης κατεψυγμένου βοδινού κρέατος, που προβλεπόταν αρχικά από το άρθρο 4 του κανονισμού 14/64 και καθιερώθηκε τελικά με μεταγενέστερη απόφαση του Συμβουλίου, η γραμμή του κοινού δασμολογίου που αφορά την ετήσια κοινοτική ποσόστωση του GATT καθόρισε υποχρεωτική διάθεση για το εισαγόμενο κρέας στο πλαίσιο αυτής της ποσόστωσης, δηλαδή τη μεταποιητική βιομηχανία, δεν χωρεί αμφιβολία ότι κανένα κράτος μέλος δεν μπορούσε να αποφασίσει ότι αυτό το κρέας έπρεπε να διατεθεί στην άμεση κατανάλωση.
Πρέπει όμως να συναχθεί a contrario ότι, ελλείψει ενός τέτοιου ειδικού προσδιορισμού σε κοινοτικό επίπεδο, τα κράτη μέλη είχαν εξουσία θεσπίσεως, όσον αφορά το μερίδιό τους, κανονιστικών διατάξεων για τη διάθεση του εισαγομένου προϊόντος;
Δεν το νομίζω και προτίθεμαι να αποδείξω ότι:
1)
οι απομένουσες στα κράτη μέλη αρμοδιότητες στον δασμολογικό τομέα πρέπει να ερμηνεύονται στενά, και πρέπει, ακόμη, να υπάρχει ρητή παραχώρηση από τα κοινοτικά όργανα στα κράτη μέλη εξουσίας λήψεως τέτοιων μέτρων,
2)
η διαχείριση κοινοτικής ποσοστώσεως πρέπει να γίνεται από τα κράτη μέλη κατά τέτοιο τρόπο, ώστε η αρχή της μη δυσμενούς διακρίσεως μεταξύ εισαγωγέων ή των ενδιαφερομένων να τηρείται τόσο όσον αφορά τους υπηκόους του ίδιου κράτους μέλους, όσο και τους επιχειρηματίες διαφορετικών κρατών μελών,
3)
η εφαρμοστέα ρύθμιση στη δασμολογική ποσόστωση που καθορίζεται στο πλαίσιο του GATT δεν μπορεί να αποσυνδεθεί, ως προς τους στόχους του, από αυτό που απορρέει από την κοινή οργάνωση της αγοράς βοδινού κρέατος.
Ως προς το πρώτο σημείο, η ιταλική κυβέρνηση, θέλει, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 3 του κανονισμού 92/68 και 2 του κανονισμού 110/69, να συναγάγει τη διαπίστωση, που κατ' αυτήν είναι πρόδηλη, ότι η εξουσία να διαχειρίζεται το μερίδιο του, σύμφωνα με τις δικές του διοικητικές διατάξεις και, κυρίως, να προσδιορίζει τις προϋποθέσεις πρόσβασης στην εν λόγω ποσόστωση συνεπάγεται το δικαίωμα, για ένα κράτος μέλος, να ρυθμίζει επίσης τον τελικό προορισμό του προϊόντος.
Χωρίς να εισέρχομαι στη συζήτηση που ανέπτυξε ενώπιον του Δικαστηρίου ο εκπρόσωπος των ομοδίκων Grosoli ως προς την έννοια του «gestio negociorum», αποκλίνω, όπως και η Επιτροπή, προς την άποψη ότι η διαχείριση μεριδίου δασμολογικής ποσοστώσεως συνεπάγεται κατ' ανάγκη και εκ των προτέρων τον προσδιορισμό ορισμένων προϋποθέσεων πρόσβασης.
Πράγματι, είτε το κράτος προσφύγει στη μέθοδο της χρονολογικής σειράς είτε εφαρμόσει σύστημα προκατανομής, χορηγώντας μια ποσόστωση σε κάθε εισαγωγέα, υποχρεούται να θεσπίσει, με σκοπό μόνο τη διαχείριση του μεριδίου της ποσόστωσής του, διοικητικά μέτρα που περιλαμβάνουν τον προσδιορισμό των προϋποθέσεων πρόσβασης. Αυτές οι προϋποθέσεις εξαρτώνται στην πρώτη περίπτωση, από τη στιγμή που το εμπόρευμα παρουσιάζεται στο τελωνείο, και στη δεύτερη περίπτωση, από την απογραφή των εισαγωγέων και τη χορήγηση σε καθένα απ' αυτούς αδειών εισαγωγής.
Ανεξάρτητα όμως, από τη χρησιμοποιούμενη μέθοδο, η διαχείριση της ποσόστωσης δεν απαιτεί — ούτε επιτρέπει άλλωστε — τον καθορισμό από το κράτος ορισμένου αποκλειστικού προορισμού του εισαγομένου εμπορεύματος, ακόμα κι αν το Συμβούλιο, ενόψει κυρίως της μικρής σημασίας του ύψους της ποσόστωσης GATT σε σχέση με τις συνολικές εισαγωγές κρέατος από τα κράτη μέλη, έκρινε αλυσιτελή τον καθορισμό τελικού προορισμού του κατεψυγμένου κρέατος που εισάγεται στο πλαίσιο αυτής της ποσόστωσης.
Επίσης, δεν φαίνεται ότι ο κανονισμός του 1969 μπορεί να ερμηνευτεί υπό ευρύτερη έννοια, ως προς τις εξουσίες των κρατών μελών, από εκείνον του 1968, για το μοναδικό λόγο ότι αναφέρει «τις προϋποθέσεις πρόσβασης στην ποσόστωση». Πράγματι, η μόνη αιτιολογική σκέψη που μπορεί να βρεθεί στο προοίμιο του δεύτερου κανονισμού περιορίζεται στη μνεία ότι «φαίνεται ενδεδειγμένο να αφεθεί σε κάθε κράτος μέλος η επιλογή του συστήματος διαχειρίσεως του δικού του μεριδίου». Φαίνεται, επομένως, ότι η έννοια της διαχείρισης περιλαμβάνει την ευχέρεια προσδιορισμού των προϋποθέσεων πρόσβασης.
Μπορεί τέλος να σημειωθεί ότι, όσον αφορά τη συμπληρωματική δασμολογική ποσόστωση που προβλέπεται από το άρθρο 4 του κανονισμού 14/64, το οποίο ρητά επιφυλάσσει το εισαγόμενο κατεψυγμένο κρέας για τη μεταποιητική βιομηχανία, το Συμβούλιο, στο άρθρο 5 της απόφασης της 13ης Οκτωβρίου 1964 χρησιμοποίησε την ακόλουθη διατύπωση:
«Τις χορηγούμενες ποσότητες διαχειρίζεται κάθε κράτος μέλος σύμφωνα με τις διοικητικές του διατάξεις.»
Οι μεταγενέστεροι κανονισμοί και, κυρίως το άρθρο 3 του κανονισμού 92/68 που αφορά την ποσόστωση GATT, ακολούθησαν διατύπωση ουσιαστικά ταυτόσημη. Η σύγκριση των κειμένων που αφορούν αντίστοιχα τη συμπληρωματική ποσόστωση και αυτή του GATT επιβεβαιώνει, αν υπάρχει ανάγκη, ότι οι εξουσίες διαχειρίσεως που διαθέτουν τα κράτη δεν περιλαμβάνουν την εξουσία καθορισμού συγκεκριμένου προορισμού για το εισαγόμενο προϊόν.
Ως προς το δεύτερο σημείο, ο γενικός κανόνας που απαγορεύει τις διακρίσεις, ο οποίος απορρέει από το σύνολο της Συνθήκης της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας και έχει ρητά διατυπωθεί στο άρθρο 40, παράγραφος 3, δεύτερο εδάφιο, όσον αφορά τη λειτουργία της κοινής γεωργικής αγοράς, συνεπάγεται αναμφίβολα ότι η κατανομή των κοινοτικών ποσοστώσεων μεταξύ των επιχειρηματιών πρέπει να γίνεται, λόγω μάλιστα του περιορισμού των ποσοτήτων που εισάγονται με μειωμένο δασμό, σύμφωνα με ενιαίους κανόνες σε κάθε κράτος μέλος.
Η αποδοχή, επομένως, της απόψεως ότι οι εθνικές αρχές έχουν τη δυνατότητα να επιβάλουν προϋποθέσεις ως προς τον τελικό προορισμό των γεωργικών προϊόντων που εισάγονται με τέτοιο δασμολογικό καθεστώς, περικλείει, εν σπέρματι, τον κίνδυνο παραβιάσεων της ίσης μεταχειρίσεως επειδή θα εξαρτιόταν από κάθε κράτος, σε σχέση με τον προορισμό που αυτό θα επέβαλε, να μην τύχουν μερικοί ενδιαφερόμενοι της ποσοστώσεως, ενώ άλλοι να ωφεληθούν απ' αυτήν. Επίσης, αν ένα κράτος ήταν ελεύθερο να επιβάλει τις ρυθμίσεις που κρίνει προσφορότερες, λόγω της κατάστασης της εθνικής αγοράς ή ακόμη για κοινωνικούς λόγους σαν αυτούς που επικαλέστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου η ιταλική κυβέρνηση, θα προέκυπταν στρεβλώσεις μεταξύ εισαγωγέων και καταναλωτών στις διάφορες χώρες μέλη.
Αυτή η κατάσταση θα ήταν αντίθετη προς τις απαιτήσεις της ενιαίας οργανώσεως αγοράς.
Η ιταλική διοικητική πρακτική που απορρέει από τις υπό κρίση εγκυκλίους, αναλύεται τελικά, όπως απέδειξε ο δικηγόρος των ομοδίκων Grosoli, σε περιορισμό της χορήγησης αδειών εισαγωγής υπέρ ορισμένης κατηγορίας δικαιούχων, ακόμα κι αν αυτή η συνέπεια φαίνεται μόνο εκ των υστέρων. Μια τέτοια πρακτική μπορεί να εξομοιωθεί με μέτρο ισοδυνάμου αποτελέσματος με ποσοτικούς περιορισμούς. Όμως, η εφαρμογή τέτοιων περιορισμών απαγορεύεται, εκτός από αντίθετη διάταξη των κανονισμών ή από παρέκκλιση που χορηγεί το Συμβούλιο, το οποίο αποφασίζει κατόπιν προτάσεως της Επιτροπής, σύμφωνα με τη διαδικασία ψηφίσεως που προβλέπει το άρθρο 43, δεύτερη παράγραφος, της Συνθήκης. Είναι σαφές ότι οι υπό κρίση κανονισμοί δεν έχουν αυτό το αντικείμενο και δεν θεσπίστηκαν σύμφωνα μ' αυτή τη διαδικασία.
Αν η ιταλική κυβέρνηση ήθελε να ευνοήσει την άμεση κατανάλωση κατεψυγμένου κρέατος, νέο φαινόμενο που θα επέφερε, κατ' αυτή, κάποια κοινωνική βελτίωση για τις πιο φτωχές οικογένειες, θα μπορούσε να το κάνει με άλλα μέσα και όχι με τη διοικητική διαχείριση της ποσόστωσης, η οποία εξάλλου θα δημιουργούσε κίνδυνο επιζήμιων επιπτώσεων στους παραγωγούς νωπού, παγωμένου ή κατεψυγμένου κρέατος των άλλων κρατών μελών. Θα μπορούσε, εν ανάγκη, να γίνει δεκτό ότι η πρόσβαση στην ποσόστωση κατεψυγμένου κρέατος, που αρχικά προβλεπόταν κυρίως για τους μεταποιητές, μπορεί να επεκταθεί, για κοινωνικούς λόγους, στην άμεση κατανάλωση, δεν θα μπορούσε όμως, αντίθετα, να γίνει ανεκτό ότι μόνον αυτοί θα ωφελούνταν.
Περαιτέρω, από την αντιπαραβολή της κοινοτικής νομοθεσίας της αγοράς βοδινού κρέατος και του ειδικού καθεστώτος της δασμολογικής ποσοστώσεως του GATT, που ίσχυε κατά το χρόνο των πραγματικών περιστατικών, προκύπτουν επίσης σοβαροί λόγοι υπέρ της ερμηνείας των διατάξεων των κανονισμών 92/68 και 110/69 υπό την έννοια ότι δεν παρέχουν στα κράτη μέλη την εξουσία να υποβάλουν, για την πρόσβαση στην ποσόστωση του εισαγομένου κρέατος, συγκεκριμένο προορισμό, επιβαλλόμενο μονομερώς.
Από τις αιτιολογικές σκέψεις του κανονισμού 14/64 μπορεί πράγματι να συναχθεί ότι, κατά το πνεύμα του Συμβουλίου, η έλλειψη βοδινού κρέατος που προοριζόταν για τη μεταποίηση έπρεπε να καλυφθεί κατά κύριο λόγο — αν όχι αποκλειστικά — από τις εισαγωγές κατεψυγμένου κρέατος στο πλαίσιο των δασμολογικών ποσοστώσεων, τόσο για την ποσόστωση GATT, βέβαια, όσο και για τη συμπληρωματική ποσόστωση.
Είναι πράγματι δεδομένο ότι η συμπληρωματική ποσόστωση προοριζόταν αποκλειστικά για τη μεταποίηση υπό τελωνειακό έλεγχο. Αυτό προκύπτει σαφώς από το γράμμα του άρθρου 4, παράγραφος 1, του κανονισμού 14/64 και της απόφασης του Συμβουλίου που θέσπισε αυτή την ποσόστωση. Ως προς την ποσόστωση του GATT είναι θεμιτό να υποτεθεί ότι μπορούσε να συνεχίσει να εξυπηρετεί επίσης, αν όχι αποκλειστικά, τη βιομηχανική μεταποίηση. Ασφαλώς, επίσης, ο κανονισμός 805/68 που αντικατέστησε, από τις 29 Ιουλίου 1968, τον προσωρινό κανονισμό του 1964 δεν το αναφέρει πλέον ρητά, δεδομένου ότι το κατεψυγμένο κρέας που προορίζεται για τη μεταποίηση υπόκειται εφεξής σε ειδικό καθεστώς εισαγωγής, το οποίο αποτελεί αντικείμενο των διατάξεων των άρθρων 14 και 19 του νέου κανονισμού. Ασφαλώς, επίσης, ο κανονισμός 110/69 αναφέρει πλέον ρητά μόνο το άρθρο 111 της Συνθήκης και δεν κάνει ούτε καν μνεία του κανονισμού 805/68. Περιλαμβάνει πάντα, όμως, μια αιτιολογική σκέψη, σύμφωνα με την οποία, «κατά την κατανομή (των ποσοστώσεων) πρέπει να λαμβάνονται υπόψη, μεταξύ άλλων, οι ανάγκες κάθε κράτους μέλους και τα αποθέματα κατεψυγμένου κρέατος που έχουν δημιουργηθεί σε ορισμένα κράτη μέλη κατόπιν των μέτρων παρεμβάσεως· αυτές οι ανάγκες εκτιμώνται λαμβάνοντας κυρίως υπόψη τις εισαγωγές του εν λόγω κρέατος προελεύσεως τρίτων χωρών κατά τη διάρκεια των προηγουμένων ετών και την προβλεπόμενη εξέλιξη κατά το 1969». Αυτή η σκέψη δεν εξηγείται παρά μόνο με σιωπηρή αναφορά στην κοινή οργάνωση της αγοράς βοδινού κρέατος.
Επομένως, μπορεί μεν να γίνει δεκτό ότι αυτή η ποσόστωση μπορούσε να έχει ως προορισμό, εν μέρει, την άμεση κατανάλωση, δεν αποκλείεται όμως καθόλου ότι μπορούσε να συνεχίσει να προορίζεται επίσης και για τη μεταποίηση. Επειδή το κατεψυγμένο κρέας, που εισάγεται βάσει της ποσόστωσης, υπόκειται σε δασμό μόνο 20 % και διαφεύγει την εισφορά, δεν έπεται ότι πρέπει να μην υπόκειται και στη γενική νομοθεσία της κοινής οργανώσεως αγοράς.
Ακόμα κι αν το Συμβούλιο έκρινε ότι δεν έπρεπε να καταστήσει υποχρεωτικό, για το εισαγόμενο κρέας στο πλαίσιο αυτής της ποσόστωσης, ένα συγκεκριμένο προορισμό, δεν μπορούσε, αντίθετα, να αφήσει ελεύθερα τα κράτη μέλη να επιβάλουν τα ίδια ανάλογη υποχρέωση.
Τέλος, είναι ενδιαφέρον να επισημανθεί στο άρθρο 10 παράγραφος 2, του κανονισμού 14/64 η διάταξη, σύμφωνα με την οποία, «το κρέας που κατεψύγη σ' ένα κράτος μέλος πρέπει να διοχετευθεί κατά τρόπο που να μην προκαλέσει διατάραξη της κοινοτικής αγοράς νωπού κρέατος». Η ανησυχία που διαφαίνεται σ' αυτό το νομοθετικό κείμενο δεν είναι άσχετη με τις προϋποθέσεις χρησιμοποιήσεως του κατεψυγμένου κρέατος που εισάγεται έστω και στο πλαίσιο της ποσόστωσης GATT.
Πράγματι, η αναγνώριση ευχέρειας στα κράτη μέλη να διαθέτουν υποχρεωτικά αυτή την ποσόστωση στην άμεση κατανάλωση θα επιβάρυνε τις τιμές του νωπού κρέατος που παράγεται στην Κοινότητα. Όλοι οι κοινοτικοί κανόνες που διέπουν την αγορά κρέατος αποτελούν σύνολο, του οποίου είναι απαραίτητη η συνοχή για τη σωστή λειτουργία του συστήματος. Δεν μπορεί επομένως, να γίνει δεκτό ότι επιτρέπεται τα κράτη μέλη να λαμβάνουν μέτρα των οποίων ο σκοπός θα ήταν καταφανώς αντίθετος μ' αυτόν που επιδιώκουν οι κοινοτικές αρχές.
Για όλους αυτούς τους λόγους προτείνω στο Δικαστήριο να κρίνει ότι τα κράτη μέλη δεν έχουν εξουσία να εξαρτούν την πρόσβαση στην ποσόστωση των 22.000 τόνων, που ανοίχτηκε στο πλαίσιο της γενικής συμφωνίας δασμών και εμπορίου, από τον προορισμό του κατεψυγμένου κρέατος που εισάγεται για ορισμένη χρήση.
Δεδομένου ότι οι προτάσεις μου τείνουν στο να δοθεί αρνητική απάντηση στο πρώτο ερώτημα που υπέβαλε το tribunale penale του Trento, θεωρώ άσκοπο να εξετάσω το επικουρικό ερώτημα.
( *1 ) Γλώσσα του προποτΰπου: η γαλλική.
Full & Egal Universal Law Academy