ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ GERHARD REISCHL
της 5ης Δεκεμβρίου 1973 ( *1 )
Κύριε Πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
Ο κανονισμός του Συμβουλίου 136/66 της 22ας Σεπτεμβρίου 1966 (EE ειδ. έκδ. 03/002, σ. 33 επ.) δημιούργησε κοινή οργάνωση αγοράς στον τομέα των λιπαρών ουσιών. Από την 1η Ιουλίου 1967, εφαρμόζεται επίσης στους κραμβόσπορους και τους γογγυ-λόσπορους καθώς και για το έλαιο που παρασκευάζεται με αυτά τα προϊόντα (Κανονισμός 225/67/ΕΟΚ της 28ης Ιουνίου 1967, EE ειδ. έκδ. 03/002, σ. 116 επ.). Λαμβάνοντας υπόψη το επίπεδο των ενδεικτικών τιμών που ίσχυαν στην Κοινότητα και το χαμηλότερο επίπεδο των τιμών της διεθνούς αγοράς, προβλέπει κυρίως, προς το σκοπό μειώσεως της τιμής κόστους που καταβάλλουν τα ελαιοτριβεία, χορήγηση ενισχύσεως για τους κραμβόσπορους που παράγονται στην Κοινότητα, της οποίας το ποσό ισούται προς τη διαφορά μεταξύ της ενδεικτικής τιμής και της τιμής της διεθνούς αγοράς. Πρέπει, εξάλλου, να προστεθεί ότι λόγω των δυσκολιών που συναντούν τα ελαιοτριβεία (απόσταση που τα χωρίζει από τις κύριες ζώνες παραγωγής), χορηγείται συμπληρωματική ενίσχυση για τους κραμβόσπορους και γογγυλόσπορους που χρησιμοποιούνται από τα ελαιοτριβεία στην Ιταλία. Το μέτρο αυτό θεσπίσθηκε με τον κανονισμό 876/67 του Συμβουλίου ((ABl. 281 της 21ης Νοεμβρίου 1967) το οποίο αρχικά δεν αφορούσε παρά την περίοδο εμπορίας 1967-1968, το δε ποσό της προβλεπόμενης ενισχύσεως ανερχόταν σε 0,675 της λογιστικής μονάδας για 100 χλγ. ελαιούχων σπόρων. Αυτό το ειδικό σύστημα διατηρήθηκε σε ισχύ επιτακτικά κατά τη διάρκεια των επομένων περιόδων εμπορίας. Για την περίοδο εμπορίας 1972-1973, το μέτρο αποτέλεσε το αντικείμενο του κανονισμού 1336/72 του Συμβουλίου ((ABl. L 147 της 29ης Ιουνίου 1972), το δε ύψος της ενισχύσεως που κατά τη διάρκεια των προηγουμένων ετών είχε ανέλθει σε 0,85 της λογιστικής μονάδας μειώθηκε σε 0,8 της λογιστικής μονάδας.
Η επιχείρηση Holtz και Willemsen, που εκμεταλλεύεται ελαιοτριβείο στο Krefeld-Ürdingen (Ρηνανία της Βόρειας Βεστφαλίας) και που παράγει επίσης έλαιο από κραμβόσπορους και γογγυλόσπορους, θεωρεί ότι αυτή η ειδική κανονιστική ρύθμιση εισάγει διακρίσεις κατά την έννοια του άρθρου 7 της Συνθήκης ΕΟΚ. Ισχυρίζεται σχετικώς ότι, δεδομένου ότι η παραγωγή κραμβόσπορων στα περίχωρα δεν επαρκεί, αναγκάζεται και αυτή να προμηθεύεται το εν λόγω προϊόν από αρκετά σημαντικές αποστάσεις (από τη Βόρειο Γαλλία και το Schleswig-Holstein) και συναντά, συνεπώς, τις ίδιες δυσκολίες που συναντούν τα ελαιουργεία της Βόρειας Ιταλίας. Κατά τη γνώμη της, αυτή η διάκριση έχει ως αποτέλεσμα ότι τα ιταλικά ελαιοτριβεία μπορούν να αγοράζουν στην τιμή παρεμβάσεως μεγάλο μέρος της κοινοτικής παραγωγής, ενώ άλλα ελαιοτριβεία είναι υποχρεωμένα να μεταποιούν κραμβόσπορους που πληρώνουν ακριβότερα κατά την εισαγωγή και για το λόγο αυτό, δεν μπορούν πλέον να ανταγωνισθούν τις ιταλικές τιμές των πλακούντων κραμβοσπόρων (ιδίως στη νότια Γερμανία).
Για τους λόγους αυτούς και προκειμένου να μεταβάλει αυτή την κατάσταση, η επιχείρηση Holtz και Willemsen απηύθυνε επιστολή στο Συμβούλιο και στην Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων στις 29 Ιανουαρίου 1973. Καλούσε το Συμβούλιο, σύμφωνα με το άρθρο 175 της Συνθήκης ΕΟΚ, να εκδώσει κανονισμό περί θεσπίσεως συμπληρωματικής ενισχύσεως, της οποίας θα επωφελούντο και άλλα ελαιοτριβεία που κείνται μακριά από τις ζώνες παραγωγής και εισηγείτο, στηριζόμενη σε πρόταση που είχε υποβληθεί από την Επιτροπή το 1972 και απέβλεπε στον καθορισμό των ενισχύσεων ανά περιφέρεια, να χορηγηθεί ενίσχυση 0,6 της λογιστικής μονάδος στα ελαιοτριβεία που βρίσκονταν στην ίδια κατάσταση με εκείνη. Καλούσε την Επιτροπή να υποβάλει στο Συμβούλιο πρόταση κατ' αυτή την έννοια.
Η Επιτροπή απάντησε σ' αυτήν την επιστολή στις 8 Μαρτίου 1973, διαβεβαιώνοντας ότι το ζήτημα θα εξεταζόταν, αλλά δεν υπέβαλε στο Συμβούλιο την αιτηθείσα πρόταση. Αντιθέτως, και για την περίοδο εμπορίας 1973-1974 — αυτό προκύπτει από τον κανονισμό 1357/73 της 15ης Μαΐου 1973 ((ABl. L 141 της 28ης Μαΐου 1973) — δεν προβλέπεται ενίσχυση παρά μόνο για τα ιταλικά ελαιοτριβεία. Το Συμβούλιο, ως προς αυτό, γνωστοποίησε στις 23 Μαρτίου 1973 ότι οι σχετικοί με τις ειδικές ενισχύσεις τις χορηγούμενες στα ιταλικά ελαιοτριβεία κανονισμοί τους οποίους είχε θε-σπίσει, ήταν σύμφωνοι προς τη Συνθήκη.
Κατόπιν αυτού, η επιχείρηση Holtz και Willemsen άσκησε προσφυγή ενώπιον του Δικαστηρίου, η οποία πρωτοκολλήθηκε στις 21 Μαΐου 1973.
Η προσφεύγουσα ζητεί από το Δικαστήριο:
—
Να αναγνωρισθεί ότι το Συμβούλιο, κατά παράβαση της Συνθήκης, παρέλειψε να θεσπίσει κανονισμό σχετικά με συμπληρωματική ενίσχυση για τους κραμβόσπορους και γογγυλόσπορους που μεταποιούνται σε ελαιοτριβεία τα οποία κείνται μακριά από τις ζώνες παραγωγής και που να προβλέπει, μεταξύ άλλων, στην περίπτωση ελαιοτριβείου κείμενου στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, στο Ομόσπονδο κράτος της Ρηνανίας της Βόρειας Βεστφαλίας, την καταβολή συμπληρωματικής ενίσχυσης 0,6 της λογιστικής μονάδος ανά 100 χλγ. κραμβόσπορων ή γογγυλόσπο-ρων.
—
Να αναγνωρισθεί ότι η Επιτροπή, κατά παράβαση της Συνθήκης, παρέλειψε να υποβάλει στο Συμβούλιο πρόταση κατ' αυτή την έννοια.
Κατ' εφαρμογή του άρθρου 91 του κανονισμού διαδικασίας, οι καθών διάδικοι υπέβαλαν ένσταση απαραδέκτου την οποία ζήτησαν να εκδικασθεί πριν το Δικαστήριο εισέλθει στην ουσία.
Η ένσταση αυτή συζητήθηκε στη συνεδρίαση της 21ης Νοεμβρίου 1973. Πρέπει τώρα να εξετάσω αν οι προβληθείσες από τα κοινοτικά θεσμικά όργανα ενστάσεις απαραδέκτου είναι βάσιμες.
1.
Στο μέτρο που η προσφυγή στρέφεται κατά του Συμβουλίου, πρέπει καταρχάς να διευκρινισθεί, εξαιτίας ορισμένων εκφράσεων που χρησιμοποιήθηκαν στην προσφυγή, ότι πρόκειται αποκλειστικά περί προσφυγής κατά παραλείψεως και όχι περί προσφυγής ακυρώσεως της απαντήσεως του Συμβουλίου της 23ης Μαρτίου 1973. Η ίδια η προσφεύγουσα το τόνισε κατά τη διάρκεια της προφορικής διαδικασίας. Από αυτό προκύπτει ότι το παραδεκτό δεν πρέπει να εξετασθεί παρά σε σχέση με το άρθρο 175 της Συνθήκης ΕΟΚ.
Σχετικώς, η προβληθείσα από το Συμβούλιο ένσταση αναφέρεται κυρίως στη διατυπωθείσα από την προσφεύγουσα αιτίαση ότι ένας κοινοτικός κανονισμός δεν συμπληρώθηκε, με άλλα λόγια, ότι δεν θεσπίσθηκε πράξη κανονιστικού χαρακτήρα. Θεωρεί για το λόγο αυτό ότι οι προϋποθέσεις, οι οποίες κατά το άρθρο 175, τρίτη παράγραφος, της Συνθήκης ΕΟΚ πρέπει να συντρέχουν για την άσκηση προσφυγής κατά παραλείψεως δεν συντρέχουν εν προκειμένω πράγματι, η προσφεύγουσα μπορούσε μόνον να ισχυρισθεί ότι το θεσμικό κοινοτικό όργανο παρέλειψε να απευθύνει πράξη εκτός συστάσεως ή γνώμης σε πρόσωπο που προηγουμένως είχε ζητήσει να το πράξει. Αυτό σημαίνει, κατά τη γνώμη του, ότι τα φυσικά ή νομικά πρόσωπα δεν μπορούν να προσβάλουν παρά την παράλειψη λήψεως ατομικού μέτρου.
Ως προς αυτόν τον ισχυρισμό, η σχετική νομολογία του Δικαστηρίου επιτρέπει να συναχθούν ορισμένα στοιχεία εκτιμήσεως.
Κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, είναι βέβαιο ότι το άρθρο 173 της Συνθήκης ΕΟΚ, δηλαδή η σχετική με την προσφυγή ακυρώσεως διάταξη και το άρθρο 175 της ίδιας Συνθήκης, δηλαδή η σχετική με την προ σφυγή κατά παραλείψεως διάταξη, αποτελούν ρυθμίσεις που αναφέρονται στο ίδιο μέσο έννομης προστασίας και, συνεπώς, η πράξη κατά της οποίας τα φυσικά πρόσωπα μπορούν να ασκήσουν προσφυγή ενώπιον του Δικαστηρίου πρέπει να ερμηνεύεται κατά την ίδια έννοια είτε πρόκειται περί προσφυγής περί ακυρώσεως πράξεως που πράγματι έχει θεσπισθεί ή περί προσφυγής ασκηθείσας διότι ένα κοινοτικό θεσμικό όργανο παρέλειψε να θεσπίσει μία πράξη. Παραπέμπω σχετικώς στην απόφαση επί της υποθέσεως 15/70 (Chevalley κατά Επιτροπής, Slg. 1970, σ. 979).
Όσον αφορά το άρθρο 173, δεύτερη παράγραφος, το οποίο προβλέπει ότι κάθε νομικό ή φυσικό πρόσωπο δύναται να ασκήσει προσφυγή κατά των αποφάσεων που απευθύνονται σ' αυτό, καθώς και κατά των αποφάσεων που, αν και εκδίδονται ως κανονισμοί ή αποφάσεις που απευθύνονται σε άλλο πρόσωπο, το αφορούν άμεσα και ατομικά είναι βέβαιο ότι οι καθαυτό κανονισμοί δεν μπορούν να προσβληθούν βάσει αυτού του κειμένου. Σ' αυτό το πλαίσιο, πρέπει να νοούνται ως κανονισμοί κανονιστικές πράξεις, των οποίων οι διατάξεις εφαρμόζονται όχι σε ορισμένους αποδέκτες, που επισημαίνονται ή μπορούν να επισημανθούν, αλλά σε κατηγορίες αντιμετωπιζόμενες γενικά (βλ. συνεκδικασθείσες υποθέσεις 16 και 17/62, Confédération nationale des producteurs de fruits et légumes και λοιποί κατά Συμβουλίου, Slg. 1962, σ. 918) ή ακόμα, κατά τους όρους της απόφασης που εκδόθηκε στην υπόθεση 6/68 (Zuckerfabrik Watenstedt GmbH κατά Συμβουλίου, Slg. 1968, σ. 605), μέτρα συνεπαγόμενα έννομα αποτελέσματα έναντι κατηγοριών προσώπων που αντιμετωπίζονται κατά γενικό και αφηρημένο τρόπο (βλ. κατ' αυτή την έννοια και την απόφαση 30/67 (AG Industria Molitoria Imolese κατά Συμβουλίου, Slg. 1968, σ. 181). Από αυτό έπεται ότι τα φυσικά πρόσωπα, τηρώντας ορισμένους συμπληρωματικούς όρους που δεν ενδιαφέρουν ειδικά την προκειμένη περίπτωση, δεν μπορούν να ασκήσουν προσφυγή παρά μόνο εναντίον των αποφάσεων καν, όταν πρόκειται περί κανονισμών, αποκλειστικά κατά των κανονισμών που δεν έχουν κανονιστικό χαρακτήρα παρά φαινομενικά, διότι η πραγματική τους νομική φύση τους προσδίδει τον χαρακτήρα αποφάσεως. Αυτό σαφώς προκύπτει από την απόφαση 16 και 17/62 (και αυτή ήταν ακριβώς η κατάσταση στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις 41 και 44/70 (International Fruit Company και λοιποί κατά Επιτροπής, Slg. 1971, σ. 422).
Δεδομένου ότι η νομική φύση της αποφάσεως, της οποίας ζητείται η θέσπιση, είναι εκείνη που καθορίζει το παραδεκτό προσφυγής ασκούμενης δυνάμει του άρθρου 175, τρίτη παράγραφος, (μπορώ να παραπέμψω σχετικά στην απόφαση 30/59 De Gezamenlijke Steenkolenmijnen in Limburg κατά Ανωτάτης Αρχής, CLG 1961, σ. 34) προκύπτει από τις προαναφερθείσες σκέψεις, καθώς και από την ίδια την έκφραση «του απευθύνει πράξη» που αναφέρεται στο άρθρο 175, τρίτη παράγραφος, ότι ούτε αυτή η διάταξη επιτρέπει να γίνει τύποις δεκτή προσφυγή ασκούμενη από φυσικό πρόσωπο κατά παραλείψεως θεσπίσεως ενός κανονισμού. Αυτό το σημείο τονίσθηκε ρητώς, όσον αφορά τις «διατάξεις γενικού χαρακτήρα», στην υπόθεση 15/71 (Mackprang κατά Επιτροπής, Slg. 1971, σ. 803)· για τους καθαυτό κανονισμούς το πρόβλημα λύθηκε σαφώς στην υπόθεση 42/71 (Nordgetreide κατά Επιτροπής, Slg. 1972, σ. 110).
Αν εφαρμοσθεί η εν λόγω νομολογία στην προκειμένη περίπτωση, το καθοριστικό πρόβλημα είναι αν αυτό που η προσφεύγουσα επιδιώκει να επιτύχει, δηλαδή η επέκταση στα εγκατεστημένα στη Ρηνανία της Βόρειας Βεστφαλίας ελαιοτριβεία του σχετικού με τις ενισχύσεις κανονισμού συνιστά πράγματι κανονισμό κατά την έννοια της Συνθήκης. Αν θα έπρεπε να καταλήξω εδώ σε συμπέρασμα θα έλεγα ότι αυτό κατά τη γνώμη μου είναι αναμφισβήτητο.
Ασφαλώς, η προσφεύγουσα επισημαίνει ότι το μέτρο που επιθυμεί να ληφθεί δεν αφορά παρά μια μόνο περιοχή, στην οποία είναι εγκατεστημένα, εκτός από την ίδια 6 άλλα ενδιαφερόμενα ελαιοτριβεία και ότι, εξάλλου, είναι αναμφισβήτητο ότι αυτός ο όμιλος μπορούσε να επισημανθεί κατά την εποχή της εκδόσεως του κανονισμού. Εντούτοις, αυτό που είναι καθοριστικό, είναι ότι το αιτούμενο μέτρο έπρεπε να συνίσταται σε κανονιστική ρύθμιση διαρκούς χαρακτήρα, που να ισχύει τουλάχιστον για ένα έτος. Όταν πρόκειται περί μέτρων αυτής της φύσεως δεν είναι δυνατόν να γίνει αναφορά προς καθορισμό της νομικής τους φύσεως, στην ημερομηνία της θεσπίσεώς τους ούτε σε άλλο χρονικό σημείο ούτε να τεθεί το ερώτημα σε ποιον εφαρμόζονται από την πλευρά αυτή. Η απόφαση που εκδόθηκε στην υπόθεση 6/68 τόνισε ρητώς αυτό το σημείο. Πρέπει, αντιθέτως, να αναζητούνται οι κατηγορίες που θα θιγούν από αυτή την κανονιστική ρύθμιση κατά την ολική διάρκεια ισχύος της. Όμως, στην προκειμένη περίπτωση, είναι πρόδηλο ότι ο αριθμός των ενδιαφερομένων επιχειρήσεων μπορεί να μεταβληθεί, ότι δεν μπορούν να εξατομικευθούν και, συνεπώς, δεν μπορούν να καθορισθούν παρά κατά γενικό τρόπο, όπως αναφέρει η σχετική νομολογία. Επιπλέον, και ανεξάρτητα από το γεγονός ότι μια πράξη μπορεί να έχει κανονιστικό χαρακτήρα ακόμα και όταν η εφαρμογή της περιορίζεται σε καθορισμένη ζώνη — αυτό προκύπτει από την απόφαση 30/67 —, δεν μπορεί να μη ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι η συγκεκριμενοποίηση της αρχής που, κατά την προσφεύγουσα, πρέπει να υπερισχύει (κλιμάκωση της συμπληρωματικής ενίσχυσης ανάλογα με την απόσταση των οικείων ελαιοτριβείων από τις ζώνες παραγωγής) απαιτεί η κανονιστική ρύθμιση να επεκταθεί σε άλλες κατηγορίες ή το γεγονός ότι θα συνεπαγόταν, όπως σαφώς εξέθεσαν οι καθών διάδικοι, λόγω της αλληλοεξάρτησης όλων των σχετικών με την οργάνωση της αγοράς διατάξεων, τροποποίηση του συνόλου του συστήματος ενισχύσεων.
Έτσι δεν μπορεί να υπάρξει καμία αμφιβολία περί του κανονιστικού χαρακτήρα του αιτούμενου μέτρου και αυτό συνεπάγεται, κατά την ισχύουσα νομολογία, ότι πράγματι δεν υφίσταται καμιά δυνατότητα να θεωρηθεί παραδεκτή η προσφυγή.
Λαμβάνοντας υπόψη ορισμένες σκέψεις της προσφεύγουσας, πρέπει, ωστόσο, να εξετασθεί επιπλέον εάν δεν υφίσταται, παρόλα αυτά, τρόπος αποφυγής αυτού του συμπεράσματος που δεν ικανοποιεί απόλυτα. Το Δικαστήριο έχει υπόψη του ότι για την προσφεύγουσα έχει σημασία οι αρχές του άρθρου 173, δεύτερη παράγραφος, να μην εφαρμοσθούν στο άρθρο 175, τρίτη παράγραφος, παρά μόνο κατ' αναλογία. Όσον αφορά το άρθρο 173, δεύτερη παράγραφος, μπορεί να προβληθεί ο ισχυρισμός, κατά την προσφεύγουσα, ότι δεν παρίσταται ανάγκη να γίνει δεκτό για τα φυσικά πρόσωπα έννομο συμφέρον για την προσβολή των κανονισμών, δεδομένου ότι οι πράξεις που εκδίδονται σε εκτέλεση των κανονισμών μπορούν να αποτελέσουν το αντικείμενο προσφυγής και η νομιμότητα των κανονισμών μπορεί, επομένως, να αμφισβητηθεί και με αυτόν τον τρόπο. Δεδομένου όμως ότι αυτή η δυνατότητα δεν υφίσταται, προσθέτει η προσφεύγουσα, όταν ένα μέτρο γενικού χαρακτήρα δεν ευνοεί παρά ορισμένες κατηγορίες προσώπων και όταν τα πρόσωπα επί των οποίων το μέτρο δεν ε-φαρμόζεται ζητούν την επέκτασή του, η μόνη υποστηρικτέα άποψη σε σχέση με το άρθρο 175, δηλώνει η προσφεύγουσα, αν υφίσταται επιθυμία να αποφευχθεί κενό στο σύστημα της νομικής προστασίας, είναι οι καθ' αυτό κανονισμοί να μπορούν επίσης να αποτελέσουν αντικείμενο προσφυγής, τουλάχιστον στο μέτρο που η θέσπισή τους αφορά ατομικά και άμεσα τον προσφεύγοντα.
Η εμπεριστατωμένη μελέτη του ζητήματος αποκαλύπτει, ωστόσο, ότι αυτές οι σκέψεις δεν επιτρέπουν να συναχθεί συμπέρασμα ευνοϊκό για την προσφεύγουσα.
Αφενός, μπορεί επίσης να υπάρξουν κανονισμοί που να συνεπάγονται εκτελεστικές πράξεις, έτσι ώστε το άρθρο 173, και αυτό, να αφήνει, στην περίπτωση που αποκλεισθούν οι κανονισμοί από τον πίνακα των πράξεων που μπορούν να αποτελέσουν το αντικείμενο προσφυγής, κενά στο σύστημα της προβλεπόμενης από τη Συνθήκη νομικής προστασίας. Αφετέρου, ακόμα και αν γίνει δεκτή η αρχή που τονίζεται στην απόφαση που εκδόθηκε στην υπόθεση 25/62 (Plaumann κατά Επιτροπής, Slg. 1963, σ. 222), ότι οι διατάξεις της Συνθήκης περί του δικαιώματος προσφυγής δεν μπορούν να ερμηνεύονται στενά, ασφαλώς αυτό δεν σημαίνει ότι πρέπει να αγνοηθεί το σύστημα που προκύπτει σαφώς από τη Συνθήκη. Το Δικαστήριο επέστησε σαφώς την προσοχή επ' αυτού του σημείου στην υπόθεση 6/68. Και, δεδομένου ότι το θεσπισθέν από τη Συνθήκη ΕΟΚ σύστημα αποκλείει χωρίς αμφιβολία το δικαίωμα των ιδιωτών να ασκούν προσφυγή αφορώσα κοινοτικούς κανονισμούς — αυτό προκύπτει από την ε-ξέταση του συστήματος της Συνθήκης και από τη σύγκριση μεταξύ αυτού και του διαφορετικού συστήματος που προβλέπει η Συνθήκη ΕΚΑΧ — προδήλως δεν είναι δυνατό, βάσει γενικών σκέψεων σχετικά με επιθυμητή οριοθέτηση της νομικής προστασίας, ακόμα και αν αξίζουν της προσοχής του lege ferenda, να γίνει τύποις δεκτή στρεφόμενη κατά του Συμβουλίου προσφυγή.
Συνεπώς, το συμπέρασμα παραμένει αρνητικό για την προσφεύγουσα. Δεδομένου μάλιστα ότι αυτό το συμπέρασμα επιβάλλεται, κατά τη γνώμη μου, χωρίς αμφιβολία, θεωρώ περιττό να εξετάσω και τους λοιπούς επικαλούμενους από το Συμβούλιο ισχυρισμούς.
2.
Καθόσον η προσφυγή στρέφεται κατά της Επιτροπής, προσάπτεται στην τελευταία ότι δεν υπέβαλε στο Συμβούλιο πρόταση κανονισμού προς συμπλήρωση του συστήματος των ενισχύσεων, κατά τον τρόπο που η προσφεύγουσα θεωρεί αναγκαίο. Σχετικώς με το αν στο Δικαστήριο μπορεί να υποβληθεί ένα τέτοιο αίτημα διατυπώθηκαν επίσης διάφορες αντιρρήσεις.
Εντούτοις, δεν παρίσταται ανάγκη να τις εξετάσω εδώ λεπτομερώς. Πράγματι, τα όσα ανέπτυξα σχετικά με τη στρεφόμενη κατά του Συμβουλίου προσφυγή ισχύουν και ως προς το παραδεκτό της προσφυγής κατά της Επιτροπής.
Ορθώς, πράγματι, παρατηρήθηκε ότι οι προτάσεις της Επιτροπής αποτελούν φάση της κοινοτικής νομοθετικής διαδικασίας. Επίσης, από αυτό ορθώς συνάγεται ότι η εκτίμηση όσον αφορά μια πρόταση της Επιτροπής και ειδικότερα η δυνατότητα να υποχρεωθεί η Επιτροπή κατ' εφαρμογή του άρθρου 175, τρίτη παράγραφος, της Συνθήκης ΕΟΚ να την υποβάλει, δεν μπορεί να είναι διαφορετική από την εκτίμηση που ισχύει σχετικά με τον κανονισμό του Συμβουλίου που θα έπρεπε να ληφθεί βάσει αυτής της προτάσεως.
Δεν έχω τίποτα να προσθέσω. Από τα πιο πάνω αναμφισβήτητα προκύπτει ότι η στρεφόμενη κατά της Επιτροπής προσφυγή πρέπει επίσης, λαμβανομένης υπόψη της νομικής φύσεως της πράξεως την οποία αυτή είχε κληθεί να ενεργήσει, να θεωρηθεί απαράδεκτη.
3.
Μπορώ, κατά συνέπεια, να συνοψίσω ως εξής την άποψή μου:
Οι προβληθέντες από το Συμβούλιο και την Επιτροπή ισχυρισμοί κατά του παραδεκτού της προσφυγής είναι βάσιμοι. Η προσφυγή πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη και η προσφεύγουσα να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα.
( *1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γερμανική.
Full & Egal Universal Law Academy