ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
ALBERTO TRABUCCHI
της 28ης Νοεμβρίου 1973 ( *1 )
Κύριε Πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
Τα ζώα κάποτε διακρίνονταν, προκειμένου να καθοριστεί αν επιτρεπόταν η κτήση της κυριότητας τους, σε άγρια, «ferae», και σε κατοικίδια, τα οποία, και αν ακόμη αφήνονταν ελεύθερα, «abire et redire solent» και συνεπώς ανήκαν στην κυριότητα εκείνου που τα είχε υπό τον έλεγχό του.
Χρησιμοποιώντας τη διάκριση αυτή σύμφωνα με το σκοπό χάριν του οποίου επινοήθηκε, η σοφία των παλαιοτέρων την εφάρμοσε σε συγκεκριμένες περιπτώσεις, έτσι ώστε στο πλαίσιο της ίδιας κατηγορίας κατοικίδιων ζώων, όπως π.χ. ορνίθων και χηνών, «quorum non est fera natura», γινόταν διάκριση ανάμεσα σ' εκείνα που διαβιούσαν στους χώρους των κατοικιών στο πλαίσιο της οικογενειακής εκμεταλλεύσεως και σ' εκείνα που «in naturalem libertatem se receperint» και μπορούσαν έτσι να θηρεύονται. Οι διακρίσεις αυτές που δίνουν την εντύπωση ότι ανήκουν σε ένα ρομαντικό παρελθόν που έχει ξεπεραστεί, κυρίως λόγω της οικονομικής εξελίξεως, μπορούν ακόμη και σήμερα να χρησιμεύσουν ως σημείο εκκινήσεως ή σημείο αναφοράς, αφού η σκέψη του νομικού πρέπει να οξύνεται με τη βοήθεια των κλασικών παραδειγμάτων, αλλά και να παραμένει ανοικτή στη ζωή, και μπορούν να εφαρμοστούν σε τόσο λίγο ρομαντικά θέματα όπως αυτά που έχουν σχέση με τις δασμολογικές κλάσεις που θεσπίστηκαν από την «Ονοματολογία των Βρυξελλών» και το Κοινό Δασμολόγιο για τη διάκριση των θηραμάτων από τα άλλα ζώα που προσφέρουν κρέας κατάλληλο για κατανάλωση.
Με αφορμή μία διαφορά που έχει σχέση με τη δασμολογική κατάταξη του κρέατος τα-ράνδου Γροιλανδίας, το Finanzgericht του Αμβούργου ερωτά πώς πρέπει να νοηθεί ο όρος «θηράματα» στη διάκριση 02.04-Β του Κοινού Δασμολογίου του έτους 1970.
Βασιζόμενος στην κυριολεξία του όρου «θηράματα», φρονώ ότι στην εν λόγω κατηγορία υπάγονται τα ζώα που, ερευνώμε-να όχι ατομικά, αλλά ως είδος διαβιούν υπό κανονικές συνθήκες σε άγρια κατάσταση στην περιοχή όπου θηρεύτηκαν, δηλαδή εκείνα «quorum et ipsorum feram esse maturam nemo negat» και τα οποία, ως εκ τούτου κανονικά δεν περιέρχονται στην κατοχή του ανθρώπου παρά μόνο με τη θήρα. Οι ιδιότητες αυτές πρέπει να προσδιορίζονται με βάση «id quod plerumque accidit» για το οικείο είδος ζώου στον τόπο προέλευσής του, δηλαδή για την κατηγορία στην οποία ανήκει το ζώο. Επομένως η διάκριση μεταξύ των θηραμάτων και των άλλων ζώων πρέπει κατά κύριο λόγο να γίνεται με οντολογικά κριτήρια που να βασίζονται στις συνήθεις ιδιότητες του οικείου είδους στο φυσικό του περιβάλλον.
Η αναφορά στις φυσικές ιδιότητες, που αποτελούσε σημείο εκκινήσεως για το ρωμαϊκό δίκαιο, εξακολουθεί να έχει αποφασιστική σημασία για κάθε αντικειμενική κατάταξη των ζώων σε κατηγορίες προκειμένου να επιβληθεί δασμός στο κρέας τους.
Είναι από τη φύση τους άγρια ή κατοικίδια;
Αυτό είναι το πρώτο κριτήριο για τη διάκριση των θηραμάτων από τα άλλα ζώα που προσφέρουν κρέας για κατανάλωση. Σε μια τέτοια κατάταξη που βασικά γίνεται σε κατηγορίες, ως φυσική κατάσταση πρέπει να νοείται αυτή που χαρακτηρίζει την οικεία κατηγορία: επομένως με τον όρο «θηράματα» νοείται το είδος των ζώων που, στη φυσική τους κατάσταση, διαβιούν σε άγρια κατάσταση και συνήθως θηρεύονται από τον άνθρωπο. Ενώ, όμως, κατά τη. ρωμαϊκή αντίληψη, κατά τον χαρακτηρισμό ενός ζώου μενονωμένα μπορούν να ανακύψουν περιπτώσεις εξαιρέσεως διαφόρων ζώων που κατ' αρχήν θεωρείται ότι μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο δικαιωμάτων, στην προκειμένη περίπτωση, όπου πρόκειται για την κατάταξη κατηγοριών ζώων που πρέπει να χαρακτηριστούν κατά ενιαίο τρόπο, χωρίς να υπάρχει δυνατότητα ατομικών εξαιρέσεων, μπορεί να γίνει διάκριση μεταξύ των ειδών που περιέχονται στο γένος και καθένα από τα είδη αυτά μπορεί να αναχθεί σε ιδιαίτερη δασμολογική κλάση. Έτσι, στο χώρο των τελωνειακών διατάξεων που αποσκοπούν στην κατάταξη των αγαθών σε κατηγορίες, μπορούμε κι εμείς, προκειμένου να κατατάξουμε τα διάφορα είδη ζώων σε. , κατηγορίες, να ξεκινήσουμε από το γένός'και να το διακρίνομε σε διάφορα είδη. Μεταβαίνοντας έτσι από το γένος (rangifer tarandus) στα διάφορα είδη (rangifer tarandus tarandus, rangifer tarandus caribou, rangifer tarandus arcticus) θα μπορέσουμε να εντοπίσουμε το κριτήριο διακρίσεως ανάμεσα στις διάφορες δασμολογικές κλάσεις. Η διάκριση ενός είδους από άλλα που ανήκουν στο αυτό κοινό γένος μπορεί να οφείλεται στο ότι το πρώτο περιλαμβάνει ζώα εκ φύσεως κατοικίδια, ενώ τα άλλα περιλαμβάνουν ζώα που έχουν παραμείνει σε άγρια κατάσταση. Και η διάκριση αυτή ισχύει ακόμη και όταν τα χαρακτηριστικά του «γένους» στο οποίο υπάγονται όλα αυτά τα είδη είναι τόσο συγγενή ώστε είναι δύσκολο να διακρίνει κανείς στην πράξη, στην κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, σε ποιο από τα δύο αυτά είδη ανήκουν τα κρέατα που εισήχθησαν και που προέρχονται από ζώο που ανήκει στο εν λόγω γένος.
Το συμπέρασμα αυτό δεν κλονίζεται από το επιχείρημα που βασίζεται στις κοινοτικές επεξηγηματικές σημειώσεις περί των δασμολογικών κλάσεων, σύμφωνα με τις οποίες «οι τάρανδοι θεωρούνται κατοικί-δια ζώα». Είναι ενδεχόμενο η φράση αυτή να αφορά μόνο τους ταράνδρυς κατά κυριολεξία (rangifer tarandus tarandus), που, όπως εκτέθηκε πιο πάνω, είναι οι τάρανδοι της Βόρειας Ευρώπης; Με την έννοια αυτή, η παραπάνω φράση βρίσκεται ρε πλήρη αρμονία με την ερμηνεία του δασμολογίου που θεωρώ ορθή. Αν, αντίθετα, η ίδια φράση εκληφθεί ως αφορώσα ολόκληρη την κατηγορία του «rangifer tarandus», χωρίς διάκριση μεταξύ κατοικίδιων και αγρίων ζώων αυτού τους είδους, δεν θα μπορούσε να γίνει δεκτή διότι θα αντέκειτο στο γράμμα του κοινοτικού κειμένου.
Ως γνωστόν, οι επεξηγηματικές σημειώσεις είναι έργο τεχνικών υπηρεσιών και αποσκοπούν στη διευκόλυνση του έργου των τελωνειακών αρχών. Ο αμιγής σκοπός τους είναι η επεξήγηση του οικείου νομικού κανόνα και, ενώ σε αυστηρά τεχνικό επίπεδο μπορούν να αποτελέσουν πολύτιμο βοήθημα, σε καμία περίπτωση δεν επιτρέπεται να δεσμεύουν τον ερμηνευτή του νομικού κανόνα.
Το Finanzgericht του Αμβούργου ερωτά αν η κατάταξη ζώων στην κατηγορία των θηραμάτων μπορεί ή όχι να εξαρτάται από τις εθνικές διατάξεις των χωρών προελεύσεως που θεωρούν τη θήρα των ζώων αυτών θεμιτή. Κατά τη δασμολογική έννοια, ο όρος θήραμα συνδέεται με την αφηρημένη δυνατότητα της θήρας μιας κατηγορίας ζώων. Πράγματι, το κυνήγι μας ενδιαφέρει μόνο ως κριτήριο που αναφέρεται σε μία δυνατότητα που υφίσταται ως προς τα ζώα που διαβιούν στη φυσική τους κατάσταση και αντιμετωπίζονται ως τυπική περίπτωση «res nullius» καθόσον διαβιούν ελεύθερα. Όμως, στο πλαίσιο της τελωνειακής νομοθεσίας, το αν ένα συγκεκριμένο είδος ζώου πρέπει να χαρακτηρισθεί ή όχι ως θήραμα δεν είναι λογικό να εξαρτάται από το αν επιτρέπεται να θηρεύεται, αφού η απάντηση στο ερώτημα αυτό ενδέχεται να ποικίλλει ανάλογα με την περιοχή και το περιβάλλον που κι αυτά είναι δυνατό να ποικίλλουν επίσης ανάλογα με την εποχή, ενώ το βασικό πρόβλημα που τίθεται με το πρώτο ερώτημα αφορά αποκλειστικά την κατάταξη ενός ζώου επί τη βάσει των οντολογικών χαρακτηριστικών του που έχουν σχέση με τον τρόπο ζωής του, ανεξάρτητα από τις διαφορές που παρουσιάζουν οι διάφορες νομοθεσίες που διέπουν τη θήρα.
Το ότι, κατά την οικεία εθνική νομοθεσία, απαγορεύεται η θήρα ενός συγκεκριμένου είδους ζώου, δεν αρκεί για να αποκλείσει το χαρακτηρισμό, για τους σκοπούς της κοινοτικής δασμολογικής νομοθεσίας, των ζώων του είδους αυτού ως θηραμάτων, και αντίστροφα το ότι η θήρα ορισμϊένων ζώων επιτρέπεται δεν αρκεί για την απόδειξη του αντιθέτου.
Έτσι, κάποιο ζώο που ανήκει σε ορισμένο είδος και διαβιώνει συνήθως ως κατοικίδιο, όπως π.χ. οι όρνιθες, δεν μεταβάλλεται σε θήραμα για τη δασμολογική νομοθεσία μόνο επειδή ζει σε ελεύθερη κατάσταση και συνεπώς είναι «res nullius» και ως εκ τούτου μπορεί να θηρευτεί. Δεν είναι σωστό (και έχω ήδη επιμείνει στο σημείο αυτό) να λαμβάνεται υπόψη για τους σκοπούς της δασμολογικής κατάταξης ένα ζώο ξεχωριστά, αλλά το γένος στο οποίο υπάγεται και στο συγκεκριμένο περιβάλλον στο οποίο ζεί.
Αλλά, ενώ ο Βιργίλιος για να μιλήσει στον Ύπατο ένιωθε την ανάγκη να ανεβάσει τον τόνο της ομιλίας του επί αγροτικών θεμάτων («paulo majora canamus»), εμείς αντίθετα είμαστε υποχρεωμένοι να τον χαμηλώσουμε ακόμη περισσότερο ώστε να κατέλθουμε από τα Βουκολικά στις απαιτήσεις των δασμολογικών θεμάτων. Ευθύς αμέσως ανακύπτει ένα άμεσο και πολύ πρακτικό πρόβλημα, το οποίο αναμφίβολα αποτέλεσε το γενεσιουργό λόγο της παρούσας διαφοράς. Συνίσταται στο ερώτημα, πώς ένας τελωνειακός υπάλληλος είναι δυνατόν να διακρίνει αν το κρέας διαφόρων ζώων που μεταφέρεται σε άλλη χώρα προέρχεται από άγριο ζώο, όπως είναι κανονικά ο τάρανδος της Γροιλανδίας (πράγμα που αναγνωρίζεται και από την Επιτροπή) ή αντίθετα από κατοικίδιο τά-ρανδο. Αυτό είναι το ένα και μοναδικό πρόβλημα. Πρόκειται όμως για πρακτική δυσκολία προκειμένου να προσδιοριστεί όχι ο δασμολογικός ορισμός του θηράματος, αλλά η ταυτότητα του κρέατος. Σε μια προσπάθεια να επιλύσει το πρόβλημα η Επιτροπή προτείνει στην ουσία να περιοριστεί η έννοια του όρου «θηράματα» της διάκρισης 02.04-Β του κοινού δασμολογίου του έτους 1970 σε τρόπο ώστε να αποκλείεται από την κατηγορία αυτή ένα ζώο στην περίπτωση που εισάγεται όχι ως ολόκληρο σφάγιο αλλά με τη μορφή, παραδείγματος χάρη, «goulasch» και είναι δύσκολο να διακριθεί το κρέας του από το κρέας άλλων ζώων που υπάγεται στη δασμολογική κλάση 02.04-C-III και υπόκειται σε υψηλότερο δασμό.
Η άποψη αυτή της Επιτροπής θα οδηγούσε στην πράξη σε άρνηση της ιδιότητας του θηράματος σε όλα τα ζώα, ακόμη και στα πιο άγρια, σε κάθε περίπτωση που θα παρουσίαζε δυσχέρειες η διάκριση του κρέατός τους από το κρέας άλλων ζώων παρεμφερούς είδους που προέρχονται από περιοχές όπου δεν διαβιούν σε ελεύθερη κατάσταση, επειδή ο άνθρωπος τα έχει εξημερώσει από καιρό.
Αυτός ο τρόπος θέσεως και επιλύσεως του ζητήματος ισοδυναμεί με σύγχυση του προβλήματος ερμηνείας του νομικού κανόνα, που είναι κατά βάση πρόβλημα λογικό, με ένα πρόβλημα εφαρμογής το οποίο, ομολογουμένως, δεν είναι λιγότερο σημαντικό και το οποίο αφορά την απόδειξη της ταυτότητας και της ιδιότητας του εξεταζομένου προϊόντος. Ως προς την απόδειξη, οι τελωνειακές αρχές μπορούν σε περίπτωση αμφιβολίας να ζητήσουν την επίδειξη αποδεικτικών εγγράφων και την παροχή σχετικών πληροφοριών, στηριζόμενες σε κριτήρια τόσο αυστηρά όσο χρειάζονται. Και είναι αναμφίβολα ευκταίο εν όψει των παραπάνω να θεσπιστούν κοινοί γενικής ισχύος κανόνες και κριτήρια, ενιαία για όλα τα κράτη της Κοινότητας, ώστε να αποφευχθεί η κατά διαφόρους τρόπους εφαρμογή του κοινού δασμολογίου από τις τελωνειακές αρχές των διαφόρων κρατών. Τα αρμόδια κοινοτικά όργανα μπορούν να λάβουν τα κατάλληλα μέτρα προς αυτή την κατεύθυνση. Αλλά οπωσδήποτε το Δικαστήριο δεν είναι αρμόδιο, όταν καλείται να ερμηνεύσει τις γενικές αρχές του Κοινού Δασμολογίου, να θεραπεύσει τις τυχόν δυσχέρειες ως προς την απόδειξη, με τη διεύρυνση ή τον περιορισμό, νοηματικά αδικαιολόγητα, της εννοίας ορισμένων δασμολογικών κλάσεων, ανάλογα με το πόσο μεγάλες δυσκολίες παρουσιάζει η διαπίστωση της ταυτότητας των διαφόρων προϊόντων. Αυτός δεν θα ήταν ο καλύτερος τρόπος για να πληρωθούν ενδεχόμενα κενά σε έναν τομέα όπου απαιτείται ενιαία κανονιστική ρύθμιση που να εμπνέεται από σαφή κριτήρια κατατάξεως, στηριζόμενα στη σύγχρονη δασμολογική τεχνική.
Για τους λόγους αυτούς, κύριοι δικαστές, προτείνω να δοθεί απάντηση προς το «Finanzgericht» του Αμβούργου σύμφωνη με αυτά που εξέθεσα.
( *1 ) Γλώσσά ταυ προκοτύπου: η ιταλική.
Full & Egal Universal Law Academy