ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
ALBERTO TRABUCCHI
της 5ης Δεκεμβρίου 1974 ( *1 )
Κύριε Πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
1.
Το ζήτημα του αιτιώδους συνδέσμου κατά γενικό τρόπο και της έννομης σχέσεως αιτίου και αιτιατού στον τομέα των ζημιών ειδικότερα και, κατά συνέπεια, της σχέσεως μεταξύ του πταίσματος και της αποζημιώσεως, υπήρξε πάντοτε πηγή μεγάλων δυσχερειών για τους συγγραφείς και τη νομολογία τόσο για τον καθορισμό των εφαρμοστέων κριτηρίων αορίστως όσο και για το συγκεκριμένο καθορισμό.
Στη σχέση αιτίου και αιτιατού, προς καθορισμό των ζημιών που προκλήθηκαν κατά άμεσο τρόπο, πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η δυνατή ύπαρξη διαφόρων συντρεχόντων αιτίων — που δεν μπορούν να διαχωριστούν κατά τον καθορισμό της βουλήσεως — η συμβολή του θύματος και, ειδικότερα, η επίπτωση της αρνητικής συμπεριφοράς του θύματος που απέφυγε να εμποδίσει πρόκληση μελλοντικών ζημιών. Όλα αυτά είναι στοιχεία που ο νομικός πρέπει να λαμβάνει υπόψη κατά την επίλυση ζητήματος, το οποίο εντάσσεται στο πλαίσιο του αιτιώδους συνδέσμου, και που αποδεικνύεται ακόμα δυσχερέστερη όταν πρόκειται περί εμπορικής διαφοράς, όπου κατ' ανάγκη κερδοσκοπικά στοιχεία εισάγουν κριτήρια προσδοκίας και απογοητεύσεως τα οποία είναι δύσκολο να εκτιμηθούν ποσοτικά. Θα έλεγα, επομένως, και εγώ μαζί με τον ποιητή «felix qui potuit rerum cognoscere causas».
Θεωρώ, ωστόσο, ότι έχω το καθήκον, σ' αυτές τις προτάσεις που αναπτύσσω για δεύτερη φορά στην ίδια υπόθεση, να προβώ σε σύνθεση των περιπλόκων ζητημάτων που εγείρει η υπό κρίση υπόθεση, υπενθυμίζοντας τις βάσεις της αγωγής αποζημιώσεως, των οποίων η επίλυση θα είναι σύμφωνη με τις γενικές αρχές που είναι κοινές στα δίκαια των κρατών μελών.
Άλλωστε, το θέμα θα μπορούσε μάλιστα να περιοριστεί σε ουσιώδες σχήμα και μάλιστα, θα μπορούσα να πω, απλουστευμένο. Αν το Δικαστήριο έκρινε, όπως αφήνει να υποτεθεί η απόφασή του περί επαναλήψεως της συζητήσεως, αποκλειστικώς λόγω του αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του Συμβουλίου και της ζημίας, ότι το Συμβούλιο, παρέχοντας ουχί πλήρεις πληροφορίες, προκάλεσε την εξωσυμβατική του ευθύνη, η ζημία την οποία υπέστη η ενάγουσα θα μπορούσε να συνίσταται στο ότι συνεβλήθη, θεωρώντας θεμιτά ως κεκτημένο το δικαίωμα να εισπράξει το προβλεπόμενο εξισωτικό ποσό στο σύνολό του φαίνεται, εκ πρώτης όψεως, ότι η αποζημίωση θα έπρεπε να μπορεί να λάβει τη μορφή ειδικής αποκαταστάσεως, δηλαδή χορηγήσεως στην ενάγουσα του συνόλου του εν λόγω εξισωτικού ποσού, επί του οποίου μπορούσε θεμιτά να υπολογίζει. Αυτό που θα μπορούσε να συμβεί στη συνέχεια, διακόπτοντας ενδεχομένως τον αιτιώδη σύνδεσμο, λόγω της μεταγενέστερης γνώσεως του πραγματικού περιεχομένου του συστήματος, που εισήγαγε το άρθρο 55 της Πράξεως Προσχωρήσεως, θα μπορέσει να αποτελέσει στοιχείο ικανό να περιορίσει την αποκατάσταση στις προηγούμενες αναλήψεις υποχρεώσεως, στο μέτρο που η ενάγουσα είχε τη δυνατότητα να αποφύγει τη ζημία που συνδέεται με την εκτέλεση ή την καταγγελία των εν λόγω συμβάσεων.
2.
Πρέπει, ωστόσο, να εξετάσω αν αυτή η απλή σκιαγραφία ανταποκρίνεται σε βαθύτερη εκτίμηση της καταστάσεως την οποία αντιμετωπίζομε. Το σύστημα είναι σαφές. Σύμφωνα με την Πράξη Προσχωρήσεως, το εξισωτικό ποσό δεν οφείλεται παρά εντός ορισμένων ορίων που καθορίζονται με την πρόβλεψη συμβάντος που στην πραγματικότητα επέρχεται: της πτώσεως της εισφοράς σε επίπεδο κατώτερο από το προβλεπόμενο για το εν λόγω εξισωτικό ποσό. Η έννομη υποχρέωση του Συμβουλίου συνίστατο, επομένως, αποκλειστικώς στην υποχρέωση που προβλεπόταν σε περίπτωση επελεύσεως του εν λόγω συμβάντος. Εκτός της Πράξεως Προσχωρήσεως, παρατηρώ, ωστόσο, ότι μεσολαβεί η δοθείσα από το Συμβούλιο, με την απόφαση της 20ής Ιουλίου 1972, προειδοποίηση που γνωστοποιούσε ποιο θα ήταν το περιεχόμενο του κανονισμού εφαρμογής.
Ποια είναι άραγε η φύση αυτής της δηλώσεως του Συμβουλίου; Διευκρινίζει νομική διάταξη και έχει ως κύριο σκοπό να παράσχει πληροφορίες a priori περί αγνώστου στοιχείου, δηλαδή περί της επιπτώσεως του εξισωτικού ποσού. Η νομική βάση του αναγγελθέντος μέτρου υπήρχε ήδη στην Πράξη Προσχωρήσεως· προσετέθη σ' αυτή μια διευκρίνιση. Δεδομένου ότι εκ του νόμου υφίστατο υποχρέωση εξισώσεως των διαφορών μεταξύ των ισχυουσών στα νέα κράτη μέλη τιμών και των κοινοτικών τιμών, εναπόκειτο στο Συμβούλιο να παράσχει απλώς επιβεβαίωση, πράξη η οποία φυσικά, δεδομένης της πηγής και του καθαρώς αναγνωριστικού χαρακτήρα της, δεν μπορούσε να μην υπάγεται στην «condicio juris», την εκφραζόμενη στο άρθρο 55, παράγραφος 6, που είναι καλώς γνωστή.
Δεδομένης της φύσεως της εν λόγω πράξεως, δεν ήταν δυνατό παρά να περιοριστεί η αξίωση της ενάγουσας εντός των ορίων του νόμου. Η ενάγουσα προέβαλε, ωστόσο, ένα άλλο ισχυρισμό, ερειδόμενο επί διαφορετικής, όπως είδαμε, βάσεως: επί πταίσματος εκ μέρους του Συμβουλίου, διότι το τελευταίο προέβη σ' αυτή την ενημερωτική δήλωση κατά τρόπο ανεπαρκώς σαφή και πλήρη. Το πταίσμα δεν συνίστατο, επομένως, σε μη εκπλήρωση της δοθείσας υποσχέσεως, η οποία, κατά την προβαλλόμενη ερμηνεία, δεν μπορούσε νομίμως να δοθεί ή να εκπληρωθεί, αλλά στο γεγονός ότι παρέσχε εσφαλμένες διαβεβαιώσεις.
Η παράνομη πράξη, πρώτο συστατικό στοιχείο του πταίσματος, συνίσταται στο γεγονός ότι πρόδωσε τη δικαιολογημένη εμπιστοσύνη των επιχειρηματιών η υπαιτιότητα συνίσταται στη δήλωση του Ιουλίου 1972 που έγινε χωρίς την απαιτούμενη επιμέλεια η ζημία, για τους επιχειρηματίες, συνίσταται στο ότι αυτοί συνήψαν συμβάσεις πωλήσεως στο Ηνωμένο Βασίλειο, πιστεύοντας ότι θα εισέπρατταν το προβλεπόμενο συνολικό ποσό, εφόσον οι διαφορές μεταξύ των τιμών που το ποσό αυτό είχε ως προορισμό να εξισώσει (και αυτή είναι η μόνη νόμιμη δικαιολογία του συστήματος των εξισωτικών ποσών) εν τω μεταξύ μειώθηκαν κατά πολύ.
Διαβεβαιώση συνιστώσα πταίσμα, αφενός, κακώς δοθείσα εμπιστοσύνη, αφετέρου. Έστω και από την πρώτη αυτή άποψη, υφίσταται ήδη σύνδεσμος που πρέπει να εκτιμηθεί υπό το φως των κριτηρίων που συνήθως εφαρμόζονται στον τομέα της ευθύνης.
Ανευρίσκω, επομένως, προκαταρκτικά, και υπό ακριβέστερη μορφή, ένα από τα θέμα-τα που ήδη ανέπτυξα στις πρώτες μου προτάσεις.
Υφίσταται πταίσμα εκ μέρους αυτού που παρέχει μια πληροφορία, αν δεν σέβεται την εμπιστοσύνη . που μπορούν να του δώσουν οι επιχειρηματίες, οι οποίοι δρουν στην αγορά με τη συνήθη σύνεση. Αυτή η πληροφορία που — θα υποθέσω ότι δόθηκε πλήρης — συνιστά πταίσμα όταν ήταν ικανή να προκαλέσει, αντικειμενικώς, σημαντική πλάνη περί της καταστάσεως. Στην περίπτωση που θα υφίστατο υποχρέωση ενημερώσεως, οι τρίτοι θα μπορούσαν απλώς να στηριχθούν στη δοθείσα πληροφορία, ακόμα και αν η τελευταία δεν ήταν πλήρης. Ελλείψει, όμως, μιας τέτοιας υποχρεώσεως, αν μόνο η σκοπιμότητα είχε διαφανεί, θα έπρεπε να ληφθεί επίσης υπόψη και η κατάσταση του αποδέκτη της εν λόγω πληροφορίας: ειδικότερα, σ' αυτόν εναπόκειται να λάβει υπόψη την πληροφορία, υπό το φως του συστήματος του οποίου αναγγέλλει την εφαρμογή.
Ο θεμελιώδης κανόνας οποιασδήποτε έννομης τάξεως, κατά την οποία «nemo censetur ignorare leges», δεν ισχύει εξάλλου, λόγω του ότι η εσφαλμένη πληροφορία συνιστά, ως πταίσμα, τη βάση ειδικού ισχυρισμού. Απομένει, ωστόσο, προς επίλυση το πρόβλημα αν, και σε ποιο βαθμό, αυτή η στάση του Συμβουλίου ήταν ικανή να προκαλέσει πλάνη.
Δεν θα υπάρξει ευθύνη, εφόσον θα ελλείπει το ουσιώδες στοιχείο της παρανομίας, αν η δήλωση δεν ήταν ικανή να δημιουργήσει εσφαλμένη πεποίθηση στους επιχειρηματίες στους οποίους απευθυνόταν, δηλαδή να τους δώσει μια διαβεβαίωση· κατά τον ίδιο τρόπο, δεν θα γεννηθεί ευθύνη αν μπορεί να υποτεθεί ότι οι αποδέκτες της δηλώσεως έπρεπε να είχαν γνώση της πραγματικής καταστάσεως ή τουλάχιστον να τρέφουν αμφιβολίες περί αυτής. Είναι κοινώς αποδεκτό ότι υφίσταται ευθύνη όταν ο αποδέκτης μιας δηλώσεως έδωσε πίστη, χωρίς να υπάρχει σφάλμα εκ μέρους του, σ' αυτό που μόλις πληροφορήθηκε· είναι επίσης κοινώς αποδεκτό ότι αυτή η ευθύνη εξαφανίζεται αφ' ης ο αποδέκτης έχει οποιαδήποτε υποψία περί της υπάρξεως διαφορετικής πραγματικότητας.
Ιδού, επομένως, πώς το γενεσιουργό γεγονός της ευθύνης (εσφαλμένη ή ατελής πληροφορία) συνδέεται με την κατάσταση του προσώπου που τελεί σε πλάνη. Παρ' όλον ότι η ευθύνη αποκλείεται στην περίπτωση κατά την οποία το εν λόγω πρόσωπο έπρεπε να γνωρίζει την πραγματικότητα ή όταν την πληροφορήθηκε κατά οποιοδήποτε τρόπο, μπορεί επίσης να υφίσταται νόμιμο τεκμήριο, κατά το οποίο το υποκείμενο δικαίου είχε γνώση, ή τη δυνατότητα να γνωρίζει (υποχρέωση να γνωρίζει τα πρόσφατα νομοθετικά κείμενα), όταν πρόκειται περί συνετού επιχειρηματία -έτσι ώστε επιτρέπεται να υποτεθεί ότι το θύμα δεν διόρθωσε ή συμπλήρωσε την πληροφορία λόγω της αμελείας του και μόνο αυτής. Σύμφωνα με τις σύγχρονες αντιλήψεις περί εξωσυβατικής ευθύνης στα δίκαια των κρατών μελών, πρέπει, επομένως, να υποτεθεί ότι η στάση του θύματος ενώπιον εσφαλμένης πληροφορίας δεν παρουσίασε χαρακτηριστικά αμελείας, διότι μόνο σε συνάρτηση μ' αυτή την παράμετρο, δηλαδή με την έλλειψη πταίσματος κατά την ευρεία έννοια, κατά τη στιγμή που ελήφθη η διαβεβαίωση, μπορεί να εκτιμηθεί το πταίσμα που συνιστά ακριβώς η παροχή στερουμένων βάσεως διαβεβαιώσεων.
3.
Προφανώς, δεν θα επιλυθεί το τιθέμενο ενώπιον του Δικαστηρίου πρόβλημα με την απλή εξέταση της διατυπώσεως της πολύ γνωστής αποφάσεως του Συμβουλίου, της 20ής Ιουλίου 1972, ή από τις σχετικές αιτιολογικές της σκέψεις. Είναι αληθές ότι η άμεση ανάληψη υποχρεώσεως πληρωμής δεν αναφερόταν στην απόφαση, ήταν, όμως, λογικά, υπονοούμενη με την παραπομπή στο σύστημα. Όπως είπα, αυτή η απόφαση είχε ως σκοπό κυρίως να εξεύρει τη λύση σε άγνωστο στοιχείο, δηλαδή να επισημάνει την επίπτωση του εξισωτικού ποσού που θα έπρεπε να καταβληθεί σε περίπτωση κανονικής λειτουργίας της αγοράς, οπότε υφίστατο μεγάλη διαφορά μεταξύ των ισχυουσών στη διεθνή αγορά τιμών, των ισχυουσών τιμών στο Ηνωμένο Βασίλειο και των πολύ υψηλότερων τιμών της Κοινοτικής αγοράς. Εξάλλου, αυτή η μέριμνα του Συμβουλίου σιωπηρώς προέκυπτε από την έκφραση «το εφαρμοστέο μέχρι της 31ης Ιουλίου 1973 εξισωτικό ποσό ανέρχεται σε …». Όμως, αν υπήρχε η παραπομπή στο σύστημα της Πράξεως Προσχωρήσεως ο συνετός επιχειρηματίας θα έπρεπε να θεωρήσει ότι, σιωπηρώς, υπήρχε επίσης παραπομπή στη «ratio» του όλου συστήματος, που στηρίζεται στη διατάραξη της ισορροπίας των αγορών. Στις πρώτες μου προτάσεις, υπέμνησα επίσης το γεγονός ότι η Compagnie Continentale France είχε λόγο να αμφιβάλλει για την ερμηνεία της, περί υποτιθέμενης σταθερότητας του εξισωτικού ποσού, δεδομένης της εξαιρετικά μακράς χρονικής περιόδου κατά την οποία θα ίσχυε αυτός ο γενικός «προκαθορισμός».
Το Δικαστήριο θα εκτιμήσει αν πρέπει να λάβει υπόψη αυτά τα στοιχεία και έτερα στοιχεία που ρίπτουν αβέβαιο φως επί της υποστηριζόμενης από την ενάγουσα απόψεως, ως προς την ύπαρξη πταίσματος λόγω της ελλείψεως πληρότητας της ανακοινώσεως και ως προς τη δυνατότητα η ανακοίνωση να προκαλέσει πλάνη σε ειδικό τομέα, σύμφωνα με τα συνήθη κριτήρια συνέσεως και επιμελείας.
Πρώτον, πρέπει, επομένως, να επιλυθεί το βασικό ζήτημα της υπάρξεως πταίσματος. Για να υπάρξει ευθύνη του Συμβουλίου πρέπει να θεωρηθεί η στάση του ως ικανή να προκαλέσει πλάνη σε μέσο επιχειρηματία, δρώντα με την απαιτούμενη σύνεση και επιμέλεια, σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου (απόφαση στην υπόθεση 36/63, Acieries du Temple, Racc. 1963, σ. 590). Αν, όμως, θεμελιωθεί η ευθύνη επί της προστασίας δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, προκληθείσας από πράξη ενημερωτικού χαρακτήρα εκδοθείσα αυθορμήτως από το Συμβούλιο, χωρίς να έχει προς τούτο υποχρέωση, είναι, επίσης, απαραίτητο να μην υφίσταται κανένας λόγος που να επιτρέπει να θεωρηθεί ότι, στην πραγματικότητα, ο εν λόγω επιχειρηματίας ήταν σε θέση να γνωρίζει ή έπρεπε να γνωρίζει την πραγματικότητα, η οποία έβαινε πέραν της μερικής ενημερώσεως. Σχετικώς, το γεγονός, που ασφαλώς δεν διέλαθε της προσοχής της ενάγουσας, ότι ακριβώς κατά την εποχή της συνάψεως των συμβάσεων πωλήσεως στο Ηνωμένο Βασίλειο, η εξέλιξη της αγοράς των σιτηρών είχε οδηγήσει τις κοινοτικές αρχές στο να αναστείλουν πλήρως τις επιστροφές λόγω εξαγωγής αυτών των προϊόντων προς τρίτες χώρες, συμπεριλαμβανομένου του Ηνωμένου Βασιλείου, μπορούσε επίσης να ενέχει ορισμένη σημασία. Παρ' όλον ότι είναι αληθές ότι τα εξισωτικά ποσά, οφειλόμενα βάσει της Πράξεως Προσχωρήσεως, διακρίνονται σαφώς, από νομική άποψη, από τους περιορισμούς που επιβάλλονται στις εξαγωγές, είναι επίσης αληθές ότι, κατά τα οριζόμενα ακριβώς από το άρθρο 55 της Πράξεως Προσχωρήσεως, έχουν ως σκοπό (ανάλογο προς το σκοπό των εισφορών) να εξισώνουν τις διαφορές στα επίπεδα των τιμών στις διάφορες αγορές.
4.
Όταν, εν πάση περιπτώσει, θεωρηθεί ότι η εσφαλμένη ή ανεπαρκής πληροφορία, ικανή να προκαλέσει πλάνη σε επιχείρηση με την πείρα της ενάγουσας, κατά την εποχή που αυτή συνήψε τις συμβάσεις, συνδεόμενη με τη ζημία που προβάλλεται, συνιστά πταίσμα, θα πρέπει να αναζητηθεί ο αιτιώδης σύνδεσμος στα διάφορα στοιχεία, και δεν μπορεί να λεχθεί ότι πρέπει να γίνει δεκτή η απλοϊκή λύση που συνίσταται στο να συμπέσει η ζημία που προβάλλεται με τη μη εκπλήρωση της υποσχέσεως που θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι συνδέεται με την παρασχεθείσα πληροφορία.
Αμεση ζημία είναι αυτή που προέρχεται από πταίσμα του υπεύθυνου υποκειμένου δικαίου και που είναι ανεξάρτητη από την παρέμβαση άλλων αιτιών, θετικών ή αρνητικών. Όπως ήδη ανέφερα, υπ' αυτό το πρίσμα, η στάση ή η συμπεριφορά του θύματος ενέχει σημασία από διπλή άποψη:
1)
όσον αφορά την ίδια την ύπαρξη του πταίσματος, η οποία δεν λαμβάνεται υπόψη παρά στο μέτρο που η πεπλανημένη πεποίθηση μπορούσε να δημιουργηθεί σε πρόσωπα που τηρούν συνήθως γενική υποχρέωση συγκεντρώσεως πληροφοριών
2)
από την άποψη της αμελείας που επέδειξε και το θύμα της ατυχούς πληροφορήσεως, κατά το ότι δεν εμπόδισε τη δημιουργία μελλοντικών ζημιών. Όσον αφορά το πρώτο από τα εν λόγω δύο σημεία, είπα ήδη ότι πρόκειται περί της υπάρξεως ή της μη υπάρξεως πταίσματος και όχι περί του βαθμού της ευθύνης. Όσον αφορά το δεύτερο σημείο, αντιθέτως, η ενδεχομένη αμέλεια του θύματος επενεργεί ως συντρέχουσα αιτία και μπορεί επίσης να ληφθεί υπόψη ως στοιχείο ικανό να διακόψει τον αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ της διαπιστωθείσης υπαίτιας συμπεριφοράς και της ζημίας. Αν η ίδια η ενάγουσα είχε αμφιβολίες ως προς το σταθερό ύψος του αναγγελθέντος εξισωτικού ποσού, πράγμα που φαίνεται προφανές, τουλάχιστον από την ημερομηνία της επιστολής που απηύθυνε στο ONIC, στις 12 Οκτωβρίου 1972, δηλαδή λίγες μέρες μετά τη σύναψη των συμβάσεων πωλήσεως στο Ηνωμένο Βασίλειο, αν, επομένως, η ενάγουσα είχε αντιμετωπίσει η ίδια το ενδεχόμενο που φοβούνταν της εφαρμογής του αναφερόμενου στο άρθρο 55, παράγραφος 6, ορίου, λόγω της ασυνήθους αυξήσεως της τιμής του σίτου στη διεθνή αγορά, αυτή της η γνώση έχει ως συνέπεια ότι, τουλάχιστον από αυτή τη στιγμή, η πεποίθηση που είχε ενδεχομένως στην αρχή δεν μπορούσε να υφίσταται ως προς τις μεταγενέστερες πράξεις. Σ' αυτό το νέο οικονομικό πλαίσιο, οι πράξεις της ενάγουσας θα είχαν, αντικειμενικώς, κερδοσκοπικό χαρακτήρα, από τη στιγμή που η ενδιαφερομένη θα χρησιμοποιούσε σχετικώς το δικαίωμα προκαθορισμού που θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί για τις εξαγωγές που ανέλαβε την υποχρέωση να πραγματοποιήσει στο Ηνωμένο Βασίλειο. Ο αιτιώδης σύνδεσμος θα είχε διακοπεί, και στην περίπτωση που η υπό κρίση υπόθεση θα έπρεπε να συνεχισθεί για την εκτίμηση της ζημίας, ο δικαστής θα είχε τότε το καθήκον να διαπιστώσει ότι η ζημία μπορούσε να είναι επίπτωση επιλογών, γενομένων στο εξής εν επιγνώσει της καταστάσεως, από την εξαγωγική επιχείρηση, εκτιμώντας αν η τελευταία προτίμησε να χρησιμοποιήσει, για άλλους σκοπούς και όχι προς εκπλήρωση προγενεστέρων υποχρεώσεων, τα πιστοποιητικά εξαγωγής τα οποία ήδη της παρείχαν το δικαίωμα να εισπράξει κοινοτική συνεισφορά ακόμα μεγαλύτερη από το εξισωτικό ποσό. Πράγματι, η αιτία της ζημίας θα μπορούσε να μην οφείλεται πλέον σε παράνομη πράξη, διότι δεν θα προέκυπτε πλέον από την προσβολή της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, η οποία στο εξής θα είχε εξαφανιστεί, από τη στιμή που έλαβε χώρα το γεγονός (νέα σύμβαση και χρησιμοποίηση προς το σκοπό αυτό πιστοποιητικών προκαθορισμού) από το οποίο θα προέκυπτε η αδυναμία της ενάγουσας να αποφύγει τη ζημία. Τουλάχιστον, θα έπρεπε να ελεγχθεί η επικαλούμενη προς το σκοπό αυτό δικαιολογία, αφορώσα υποτιθέμενες δυσχέρειες αποθεματοποιήσεως του εμπορεύματος στο Ηνωμένο Βασίλειο.
Επίσης, είναι βέβαιο ότι δεν μπορεί να γίνει δεκτό, αντιθέτως, αυτό που ζητεί η ενάγουσα, δηλαδή να ληφθεί υπόψη ότι είχε εκφράσει την ελπίδα ότι θα εφαρμόζονταν τα προβλεπόμενα στην αναφερθείσα διάταξη προστατευτικά μέτρα πράγματι, η εφαρμογή αυτή είχε αφεθεί στη διακριτική εκτίμηση του Συμβουλίου και, εν πάση περιπτώσει, θα ήταν αδύνατον να χωρήσει αυτή η εφαρμογή πριν από την έναρξη ισχύος της Πράξεως Προσχωρήσεως -η αρχή που καθιερώνεται στο παραδοσιακό αξίωμα «wo du deinen Glauben gelassen hast, da mußt du ihn suchen» αποκτά όλη της την αξία στην προκειμένη περίπτωση.
5.
Αφού επιλυθεί το ουσιώδες στοιχείο της επιπτώσεως της στάσεως του θύματος επί της ίδιας της υπάρξεως του πταίσματος και επί της προκλήσεως της ζημίας που προέρχεται από αυτό, το Δικαστήριο θα πρέπει, επίσης, να ασχοληθεί με το κεντρικό θέμα του αιτιώδους συνδέσμου για να εκτιμήσει το βάσιμο της αξιώσεως της ενάγουσας, η οποία θεωρεί, στην ουσία, ότι το ύψος της ζημίας ισοδυναμεί με το ποσό που δεν καταβλήθηκε υπό τη μορφή εξισωτικών ποσών, σύμφωνα με αυτό που συνεπαγόταν η απόφαση της 20ής Ιουλίου. Θα επρόκειτο, στην ουσία, όπως είπα, περί ειδικής αποκαταστάσεως της ζημίας. Δεν πρέπει, ωστόσο, να λησμονείται ότι, για να συναχθούν οι συνέπειες ενός πταίσματος (εξωσυμβατικού), πρέπει η συλλογιστική να στηρίζεται στον αιτιώδη σύνδεσμο και όχι στην υπόσχεση. Αν, αληθώς, έπρεπε να θεωρηθεί ότι η ευθύνη γεννάται λόγω της μη εκπληρώσεως δοθείσας υποχρέωσης, το ζήτημα θα κατέληγε στην ερμηνεία αυτής της υποσχέσεως, για να καθοριστεί αν δόθηκε ανεπιφύλακτα ή αν, αντιθέτως, υπαγόταν στην «condicio juris» του άρθρου 55, παράγραφος 6. Στο θέμα της αποκαταστάσεως της ζημίας, το πρόβλημα είναι διαφορετικό. Και δεν θεωρώ, επομένως, ότι το πρόβλημα μπορεί να εξεταστεί κατά τον προτεινόμενο από την ενάγουσα τρόπο, η οποία ερμηνεύει την απόφαση του Συμβουλίου ως υπόσχεση ορισμένου εξισωτικού ποσού, τονίζουσα το σύστημα που το Συμβούλιο θεωρείται ότι επέλεξε εκ των προτέρων και που ως τοιούτο δεν υπόκειται σε οποιαδήποτε εφαρμογή του άρθρου 55, παράγραφος 6. Η προς αποκατάσταση ζημία εκτιμάται στο πλαίσιο όλων των περιστάσεων που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη, για τον καθορισμό της επιπτώσεως που είχε επί των προβαλλομένων ζημιών το γεγονός ότι ελήφθη υπόψη η ανακριβής ή ατελής δήλωση του Συμβουλίου.
Απομένει, ωστόσο, προς επίλυση το σημαντικότερο ίσως σημείο, για να διαπιστωθεί αν οι προβαλλόμενες ζημίες μπορούν να θεωρηθούν ως οι άμεσες συνέπειες του πταίσματος, οι οποίες μόνο αυτές πρέπει να αποκατασταθούν. Η επίλυση του προβλήματος προϋποθέτει δυσχερή έρευνα, αφορώσα την επίπτωση που είχαν, στην πραγματικότητα, οι δοθείσες με την απόφαση της 20ής Ιουλίου 1972 πληροφορίες επί της συνάψεως των συμβάσεων μεταξύ της ενάγουσας και των βρετανών αγοραστών. Πρέπει, επομένως, να γίνει η δυσχερής εκτίμηση του ποιο θα ήταν το αντικείμενο των συμβατικών σχέσεων, όχι μόνο στην περίπτωση που απλώς δεν θα είχε προβλεφθεί εξισωτικό ποσό, αλλά και στην περίπτωση κατά την οποία η προβλέπουσα το εξισωτικό ποσό διάταξη θα περιελάμβανε ρητώς την επιφύλαξη της παραγράφου 6 του άρθρου 55. Το μόνο που μπορώ να είπω είναι ότι, είτε οι εν λόγω συμβάσεις θα είχαν συναφθεί υπό τους συναφθέντες όρους είτε ότι δεν θα είχαν συναφθεί, διότι πρέπει να παρατηρηθεί ότι η συνομολογούμενη σ' αυτές τις συμφωνίες τιμή αντιστοιχεί προς την τιμή που επιτυγχάνεται σύμφωνα με γενικές οικονομικές αρχές και όχι σύμφωνα με την εκτίμηση του κινδύνου σε ατομικές περιπτώσεις. Είναι αδύνατο να καθοριστεί ποιο από τα δύο αυτά ενδεχόμενα θα συνέβαινε διότι πρόκειται περί αγνώστου στοιχείου.
Είναι, αληθώς, δύσκολο να λεχθεί με βεβαιότητα ότι η Continentale France δεν συνήψε τις συμβάσεις της παρά μόνο διότι έδωσε εμπιστοσύνη στο σταθερό ύψος του εξισωτικού ποσού, χωρίς να λάβει υπόψη την επίπτωση που θα μπορούσαν να έχουν μεταβολές της διεθνούς αγοράς· μπορεί μάλιστα να υποτεθεί ότι, αν δεν επλανήθη στις προβλέψεις της ως προς την εξέλιξη της αγοράς, δηλαδή αν είχε προβλέψει την αναστάτωση που επήλθε στην αγορά, οι συμβάσεις δεν θα είχαν συναφθεί σε καμιά περίπτωση, διότι, παρά την ύπαρξη του εξισωτικού ποσού, η αύξηση των τιμών των προϊόντων εντός της Κοινότητας θα μπορούσε επίσης να έχει ως συνέπεια την εξαφάνιση του συμφέροντος που είχε ο προμηθευτής για να συμβληθεί. Είναι αληθές ότι η ζημία προκύπτει από την αντικανονική εξέλιξη, υπομνησθείσα επανειλημμένως, της διεθνούς αγοράς, η οποία, μεταξύ άλλων, προκάλεσε την εφαρμογή του άρθρου 55, παράγραφος 6. Διαπράχθησαν, επομένως, εξ υποθέσεως, δύο σφάλματα εκ μέρους της επιχειρήσεως που συνήψε αυτές τις συμβάσεις με το Ηνωμένο Βασίλειο το Σεπτέμβριο 1972: σφάλμα λόγω του ότι δεν προέβλεψε την αναστάτωση στη διεθνή αγορά ως προς τις τιμές· σφάλμα ως προς το σταθερό ύψος του εξισωτικού ποσού. Ακόμα και αν κριθεί ότι είναι δυνατό να θεωρηθεί το δεύτερο αυτό σφάλμα ως καθοριστικό και ότι, επομένως, είχε αναμφισβήτητη επίδραση επί του γεγονότος που προκάλεσε τη ζημία, πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι αυτός ο καθορισμός της αιτίας έχει πάντοτε υποθετικό χαρακτήρα, δεδομένου ότι είναι αδύνατο, όπως ανέφερα στην αρχή των προτάσεων, να καθοριστούν οι διάφορες συγκεκριμένες αιτίες. Για τον ίδιο επίσης λόγο δεν θεωρώ ότι πρέπει να προτείνω στο Δικαστήριο, ακόμα και αν το Δικαστήριο δεχθεί την ευθύνη του Συμβουλίου, ότι η εκτίμηση της ζημίας συμπίπτει με την ειδική αποκατάσταση που θα συνίστατο στη χορήγηση ποσού ίσου προς το προβλεπόμενο κατά γενικό τρόπο εξισωτικό ποσό, χωρίς να ληφθούν υπόψη οι πραγματικές δυνατότητες που προσφέρει το άρθρο 55, παράγραφος 6, της Πράξεως Προσχωρήσεως στον τομέα της χορηγήσεως των εξισωτικών ποσών. Πράγματι, εφόσον, όπως παρατήρησα, σ' αυτό το εξωσυμβατικό πλαίσιο, η ευθύνη προκύπτει, όχι από την παραβίαση υποσχέσεως, αλλά από το ότι δόθηκε εσφαλμένη διαβεβαίωση, η προς αποκατάσταση ζημία δεν συμπίπτει κατ' ανάγκη με το τμήμα του εξισωτικού ποσού που αναγγέλθηκε αλλά δεν εισπράχθηκε.
Η ζημία συμπίπτει με την οικονομική απώλεια λόγω της συνάψεως συμβάσεων βάσει πεποιθήσεως προκληθείσας από παράνομη πράξη. Όμως, δεδομένου ότι δεν μπορεί να αποδειχθεί με ακρίβεια ποιες είναι οι συμβάσεις και ποιες οι συμβατικές ρήτρες, επί των οποίων η δοθείσα από το Συμβούλιο, με την προαναφερθείσα δήλωση, πληροφορία είχε καθοριστική επίπτωση, και δεδομένου ότι δεν είναι, επομένως, δυνατό να καθορισθεί ο αιτιώδης σύνδεσμος ώστε να διαπιστωθεί ποια είναι η οικονομική απώλεια λόγω των συναφθεισών συμβάσεων βάσει αυτής της πεποιθήσεως, δεν μου απομένει παρά να εφαρμόσω κριτήριο επιεικείας, σύμφωνα με την ακολουθούμενη γενικά από τα κράτη μέλη πρακτική στις περιπτώσεις κατά τις οποίες είναι αδύνατο να καθοριστεί το ακριβές ποσό της ζημίας που πράγματι προκάλεσε ο δράστης της παράνομης πράξεως. Πρέπει επίσης να υπομνήσω ότι οι «πιθανότητες» στον τομέα των συμβάσεων δεν εκτιμώνται στο ανώτατο όριο και, επομένως, ο δικαστής πρέπει να λάβει υπόψη, όχι μόνο το πταίσμα, το οφειλόμενο στην ατελή πληροφορία, αλλά και την πλάνη ως προς τις οικονομικές προβλέψεις και, επομένως, τον κίνδυνο που κατ' ανάγκη είναι συμφυής με κάθε σύμβαση, ακόμα και όταν δεν πρόκειται περί κατ' εξοχή κερδοσκοπικών συμβάσεων.
Για να συνοψίσω: αν, παρά τις πρόσθετες παρατηρήσεις που ανέπτυξα, το Δικαστήριο θεωρεί ότι δεν πρέπει να ακολουθήσει την προηγούμενη πρότασή μου, που συνίστατο στο να θεωρηθεί ότι δεν προσκομίστηκε η απόδειξη του πταίσματος του Συμβουλίου, και, εξάλλου, δεν κρίνει επί πλέον ότι πρέπει να θεωρήσει ότι η συμπεριφορά της ενάγουσας επιχειρήσεως συνιστά τουλάχιστον αιτία που συνετέλεσε στην πρόκληση της ζημίας που αυτή υπέστη, πρέπει να υπολογιστεί με πνεύμα επιεικείας η αποκατάσταση της ζημίας, που πρέπει να εκτιμηθεί ως η άμεση συνέπεια της συμπεριφοράς του Συμβουλίου, λαμβανομένων υπόψη όλων των περιστάσεων, μεταξύ των οποίων, εννοείται, της διαφοράς μεταξύ του εισπραχθέντος εξισωτικού ποσού και του ποσού που αα έπρεπε να είναι το εξισωτικό ποσό αν το ύψος του ήταν σταθερό. Τα ανωτέρω αναφέρονται, εν πάση περιπτώσει, μόνο στις συμβάσεις που συνήφθησαν πριν από το χρονικό σημείο που η ενάγουσα απέδειξε ότι είχε γνώση της υπάρξεως νομίμου ορίου, και σε σχέση με την εκτέλεση των οποίων η ενάγουσα δεν μπορούσε να χρησιμοποιήσει πιστοποιητικά εξαγωγής που είχε στην κατοχή της και που θα της επέτρεπαν να εισπράξει, ως επιστροφή για τις πραγματοποιηθείσες από αυτήν στο Ηνωμένο Βασίλειο, πριν από τις 31 Ιανουαρίου 1973, εξαγωγές, συνεισφορά που δεν θα ήταν κατώτερη από το εξισωτικό ποσό που θα μπορούσε να ελπίσει εξ υπαρχής ότι θα εισέπραττε.
( *1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η ιταλική.
Full & Egal Universal Law Academy