ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ
της 13ης Δεκεμβρίου 1973 ( *1 )
Στις συνεκδικαζόμενες υποθέσεις 37/73 και 38/73,
που έχουν ως αντικείμενο αιτήσεις του Arbeidsrechtbank της Αμβέρσας προς το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογή του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, με τις οποίες το εν λόγω δικαστήριο, στο πλαίσιο των διαφορών που εκκρεμούν ενώπιον του μεταξύ
Sociaal Fonds voor de Diamantarbeiders, με έδρα την Αμβέρσα,
και
NV Indiamex, με έδρα την Αμβέρσα (υπόθεση 37/73),
και
ενώσεως προσώπων De Belder, με έδρα την Αμβέρσα και των μελών της Joris W. L. De Belder και Robert De Belder (υπόθεση 38/73),
ζητεί την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς την ερμηνεία των διατάξεων της Συνθήκης ΕΟΚ και του κανονισμού 950/68 του Συμβουλίου (ΡΒ 1968, L 172) που θεσπίζει το κοινό δασμολόγιο από την 1η Ιουλίου 1968, όσον αφορά την εφαρμογή από τα κράτη μέλη, μετά την ημερομηνία αυτή, επιβαρύνσεων ισοδυνάμου αποτελέσματος προς δασμούς επί των εισαγωγών απευθείας προελεύσεως τρίτων χωρών,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ,
συγκείμενο από τους R. Lecourt, πρόεδρο, Μ. Sørensen, πρόεδρο τμήματος, R. Monaco (εισηγητή), J. Mertens de Wilmars, Η. Kutscher, C. O'Dalaigh και A. J. Mackenzie Stuart, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: J. P. Warner
γραμματέας: Α. Van Houtte
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
(το μέρος που περιέχει τα περιστατικά παραλείπεται)
Σκεπτικό
1
Με αποφάσεις της 23ης Φεβρουαρίου 1973, οι οποίες περιήλθαν στο Δικαστήριο στις 7 Μαρτίου 1973, το Arbeidsrechtbank της Αμβέρσας υπέβαλε, δυνάμει του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, διάφορα ερωτήματα, ως προς την ερμηνεία ορισμένων διατάξεων της Συνθήκης και του Κανονισμού 950/68 του Συμβουλίου, της 28ης Ιουνίου 1968 (ΡΒ 1968, L 172) περί της θεσπίσεως του κοινού δασμολογίου.
2
Από τη δικογραφία προκύπτει ότι αυτά τα ερωτήματα ανέκυψαν στα πλαίσια διαφοράς που αφορά την είσπραξη μιας επιβαρύνσεως επί της εισαγωγής ακατέργαστων διαμαντιών απευθείας προελεύσεως τρίτων χωρών, προοριζόμενης για την πλήρωση σκοπών κοινωνικού χαρακτήρα.
3
Με τα υποβαλλόμενα ερωτήματα ζητείται να καθοριστεί αν και σε ποια έκταση μπορούν τα κράτη μέλη να επιβάλουν ή να διατηρούν, μετά την 1ην Ιουλίου 1968, επιβαρύνσεις ισοδυνάμου αποτελέσματος προς δασμούς, οι οποίες εισπράττονται κατά την εισαγωγή προϊόντων απευθείας προελεύσεως τρίτων χωρών και υπό ποιες προϋποθέσεις είναι ενδεχομένως υποχρεωμένα να τις καταργήσουν.
4
Η επιβολή τέτοιων επιβαρύνσεων υπάγεται, στην υπό κρίση υπόθεση, στο καθεστώς εμπορευματικών συναλλαγών με τις τρίτες χώρες που θεσπίστηκε από το άρθρο 3, β, της Συνθήκης και ιδίως στις αρχές που διέπουν την τελωνειακή ένωση, όπως αυτές που διατυπώνονται στο άρθρο 9.
5
Η τελωνειακή ένωση, η οποία αποτελεί ένα από τα θεμέλια της Κοινότητας, περιλαμβάνει, αφενός, την κατάργηση των δασμών μεταξύ κρατών μελών, καθώς και όλων των επιβαρύνσεων ισοδυνάμου αποτελέσματος.
6
Αυτή η κατάργηση αποβλέπει στην προώθηση της ελεύθερης κυκλοφορίας των προϊόντων μέσα στην Κοινότητα.
7
Πρέπει συνεπώς να είναι πλήρης, έτσι ώστε να περιλαμβάνει την κατάργηση κάθε χρηματικού, διοικητικού ή άλλου εμποδίου, προκειμένου να επιτευχθεί η ενότητα της αγοράς μεταξύ των Κρατών μελών.
8
Η τελωνειακή ένωση περιλαμβάνει, αφετέρου, τη θέσπιση ενιαίου δασμολογίου για το σύνολο της Κοινότητας, όπως προβλέπεται στα άρθρα 18 έως 29 της Συνθήκης.
9
Αυτό το κοινό δασμολόγιο αποβλέπει στην επίτευξη της εξίσωσης των δασμών που επιβάλλονται στα σύνορα της Κοινότητας επί προϊόντων που εισάγονται από τις τρίτες χώρες, προκειμένου να αποφευχθεί κάθε εκτροπή του εμπορίου στις σχέσεις με τις χώρες αυτές και κάθε στρέβλωση της ελεύθερης εσωτερικής κυκλοφορίας ή των συνθηκών ανταγωνισμού.
10
Μολονότι, σε αντίθεση προς το πρώτο τμήμα του κεφαλαίου της Συνθήκης που αναφέρεται στην τελωνειακή ένωση (άρθρα 12 έως 17), το δεύτερο τμήμα του ιδίου κεφαλαίου (άρθρα 18 έως 29) δεν αναφέρει τις «φορολογικές επιβαρύνσεις ισοδυνάμου αποτελέσματος», αυτή η παράλειψη δεν σημαίνει ότι τέτοιες επιβαρύνσεις μπορούν να διατηρηθούν και, κατά μείζονα λόγο, να επιβληθούν.
11
Κατά την επίλυση του ζητήματος της επιβολής τέτοιων επιβαρύνσεων στο εμπόριο με τις τρίτες χώρες πρέπει να ληφθούν υπόψη τόσο οι υποχρεώσεις που προκύπτουν από τη θέσπιση του κοινού δασμολογίου, όσο και αυτές που απορρέουν από την κοινή εμπορική πολιτική κατά την έννοια των άρθρων 110 έως 116 της Συνθήκης, από την οποία, σύμφωνα με το προαναφερθέν άρθρο 3 β, εξαρτάται το καθεστώς του εμπορίου με τις τρίτες χώρες.
12
Το κοινό δασμολόγιο θεσπίστηκε για την Κοινότητα υπό την αρχική της σύνθεση με τον κανονισμό 950/65 του Συμβουλίου, ο οποίος τέθηκε σε ισχύ την 1η Ιουλίου 1968.
13
Μολονότι αυτός ο κανονισμός δεν προβλέπει ρητά την κατάργηση ή την εξίσωση επιβαρύνσεων άλλων από τους κατά κυριολεξία δασμούς, από το σκοπό του εντούτοις προκύπτει ότι απαγορεύει στα κράτη μέλη να τροποποιούν, με την επιβολή επιβαρύνσεων που προστίθενται σε τέτοιους δασμούς, το επίπεδο προστασίας που καθορίζεται από το κοινό δασμολόγιο.
14
Ακόμη και αν δεν έχουν προστατευτικό χαρακτήρα, η ύπαρξη τέτοιων επιβαρύνσεων μπορεί να είναι ασυμβίβαστη προς τις ανάγκες μιας κοινής εμπορικής πολιτικής.
15
Σύμφωνα με το άρθρο 113, παράγραφος 1 της Συνθήκης, η κοινή εμπορική πολιτική στηρίζεται σε ενιαίες αρχές, ιδίως όσον αφορά τις μεταβολές των δασμολογικών συντελεστών, τη σύναψη δασμολογικών και εμπορικών συμφωνιών, την ενοποίηση των μέτρων ελευθερώσεως, την πολιτική εξαγωγών, καθώς και τα μέτρα προς προστασία του εμπορίου.
16
Ο καθορισμός αυτών των γενικών αρχών περιλαμβάνει, όπως και το ίδιο το κοινό δασμολόγιο, την κατάργηση των εθνικών, φορολογικών και εμπορικών ανισοτήτων που πλήττουν το εμπόριο με τις τρίτες χώρες.
17
Στην Επιτροπή ή το Συμβούλιο απόκειται, κατά περίπτωση, να εκτιμήσουν αυτές τις υποχρεώσεις, όσον αφορά τόσο τη θέσπιση του κοινού δασμολογίου, όσο και την υιοθέτηση της εμπορικής πολιτικής.
18
Επομένως, μετά την εισαγωγή του κοινού δασμολογίου, απαγορεύεται σε όλα τα Κράτη μέλη να επιβάλλουν μονομερώς νέες επιβαρύνσεις ή να ανυψώνουν το επίπεδο όσων ήδη ισχύουν.
19
Ως προς τις υφιστάμενες επιβαρύνσεις, για να διαπιστωθεί ότι δεν συμβιβάζονται με τη Συνθήκη και την υποχρέωση κατάργησής τους, είναι αναγκαία η προηγούμενη εκτίμησή τους από τις κοινοτικές αρχές.
20
Από τις προηγούμενες σκέψεις προκύπτει ότι μόνο βάσει διατάξεων που θεσπίζει η Κοινότητα μπορούν τέτοιες επιβαρύνσεις να θεωρηθούν ασυμβίβαστες προς το κοινοτικό δίκαιο.
21
Συνεπώς, η απαγόρευση τέτοιων επιβαρύνσεων προκύπτει ιδίως από διατάξεις που δεν ενδιαφέρουν την υπό κρίση διαφορά και έχουν θεσπιστεί στα πλαίσια της κοινής γεωργικής πολιτικής, των εμπορικών συμφωνιών που έχει συνάψει η Κοινότητα και των καθεστώτων συνδέσεως που υφίστανται μεταξύ της Κοινότητας και ορισμένων κρατών.
22
Η απάντηση που, κατά συνέπεια, προσήκει στα ερωτήματα που υποβλήθηκαν είναι ότι τα κράτη μέλη δεν μπορούν να επιβάλλουν μονομερώς μετά την εισαγωγή του κοινού δασμολογίου νέες επιβαρύνσεις επί των εισαγωγών απευθείας προελεύσεως τρίτων χωρών ή να ανυψώνουν το επίπεδο των υφισταμένων επιβαρύνσεων κατά το χρονικό αυτό σημείο.
23
Όσον αφορά τις ήδη υφιστάμενες επιβαρύνσεις, η θέσπιση της κοινής εμπορικής πολιτικής πρέπει να επιφέρει την κατάργηση όλων των φορολογικών και εμπορικών εθνικών ανισοτήτων που διέπουν το εμπόριο με τις τρίτες χώρες.
24
Αφού η θέσπιση της εμπορικής αυτής πολιτικής υπάγεται στην αποκλειστική αρμοδιότητα της Κοινότητας, η εξίσωση των λοιπών επιβαρύνσεων εκτός από τους κατά κυριολεξία δασμούς σε όλα τα κράτη μέλη ή η κατάργησή τους προϋποθέτει επέμβαση της Κοινότητας.
25
Κατά συνέπεια, η μείωση ή η κατάργηση των επιβαρύνσεων που υφίστανται επί εισαγωγών απευθείας προελεύσεως τρίτων χωρών υπάγεται στην αρμοδιότητα των οργάνων της Κοινότητας.
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ,
λαμβάνοντας υπόψη τη δικογραφία,
αφού άκουσε την εισήγηση του εισηγητή δικαστή, τις προφορικές παρατηρήσεις της εταιρείας Indiamex, της ενώσεως προσώπων De Belder και των μελών της Joris W. L. De Belder του Sociaal Fonds voor de Diamantarbeiders και της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, και τις προτάσεις του γενικού εισαγγελέα,
λαμβάνοντας υπόψη τη Συνθήκη περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητος και ιδίως τα άρθρα 3, 9 έως 29, 110 έως 116, 177 έως 238, τον κανονισμό 950/68 του Συμβουλίου της 28ης Ιουνίου 1968 περί θεσπίσεως του κοινού δασμολογίου (ΡΒ 1968, L 172), το πρωτόκολλο περί οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητος και ιδίως το άρθρο 20 και τον κανονισμό διαδικασίας του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων,
κρίνοντας επί των ερωτημάτων που του υπέβαλε το Arbeidsrechtbank της Αμβέρσας σύμφωνα με τις αποφάσεις που εξέδωσε αυτό το δικαστήριο στις 23 Φεβρουαρίου 1973, αποφασίζει:
1.
Τα κράτη μέλη δεν μπορούν, μετά την εισαγωγή του κοινού δασμολογίου να επιβάλλουν μονομερώς νέες επιβαρύνσεις επί των εισαγωγών απευθείας προελεύσεως τρίτων χωρών ή να ανυψώνουν το επίπεδο των υφισταμένων επιβαρύνσεων κατά το χρονικό αυτό σημείο.
2.
Η μείωση ή η κατάργηση των υφισταμένων επιβαρύνσεων επί των εισαγωγών απευθείας προελεύσεως τρίτων χωρών υπάγεται στην αρμοδιότητα των οργάνων της Κοινότητος.
Lecourt
Sørensen
Monaco
Mertens de Wilmars
Kutscher
O'Dalaigh
Mackenzie Stuart
Δημοσιεύτηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 13 Δεκεμβρίου 1973.
Ο γραμματέας
Α. Van Houtte
Ο Πρόεδρος
R. Lecourt
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η ολλανδική.
Full & Egal Universal Law Academy