ΑΠΌΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ
της 4ης Φεβρουαρίου 1975 ( *1 )
Στην υπόθεση 169/73,
Compagnie Continentale France, Παρίσι, εκπροσωπούμενη από το P. de Font Reaulx, δικηγόρο Παρισιού, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο το δικηγόρο Margue, 20, rue Philippe-II,
ενάγουσα,
κατά
Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενου από τον καθηγητή D. Vignes, σύμβουλο στη νομική υπηρεσία του Συμβουλίου, επικουρούμενο από τον καθηγητή G. Boulois, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον J. Ν. van den Houten, διευθυντή της νομικής υπηρεσίας της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων, 2, place de Metz,
Εναγομένου,
Που έχει ως αντικείμενο αγωγή αποζημιώσεως βάσει του άρθρου 215, δεύτερο εδάφιο της συνθήκης εοκ,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ,
συγκείμενο από τους R. Lecourt, πρόεδρο, J. Mertens de Wilmars και Α. J. Mackenzie Stuart, προέδρους τμήματος, Α. Μ. Donner, R. Monaco, P. Pescatore και Μ. Sørensen (εισηγητή), δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: Α. Trabucchi
γραμματέας: Α. Van Houtte
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
(το μέρος που περιέχει τα περιστατικά παραλείπεται)
Σκεπτικό
1
Με την αγωγή, που ασκήθηκε στις 28 Σεπτεμβρίου 1973, ζητείται να υποχρεωθεί η Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα να καταβάλει το ποσό των 5728660,17 γαλλικών φράγκων προς αποκατάσταση της ζημίας που η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι υπέστη από την εφαρμογή του συστήματος των εξισωτικών ποσών που θεσπίστηκε με το άρθρο 55 της Πράξεως η οποία έχει προσαρτηθεί στη Συνθήκη της 22ας Ιανουαρίου 1972, περί Προσχωρήσεως στις Κοινότητες των νέων κρατών μελών.
2
Η παράγραφος 1 α του εν λόγω άρθρου προβλέπει, για το εμπόριο σε ορισμένους τομείς γεωργικών προϊόντων, ότι το κράτος εισαγωγής εισπράττει και το κράτος εξαγωγής χορηγεί αυτά τα ποσά για να εξισώσει τις διαφορές στα επίπεδα τιμών που θα μπορούσαν να υπάρχουν μέχρι την 1η Ιανουαρίου 1978 μεταξύ των νέων κρατών μελών και της Κοινότητας στην αρχική της σύνθεση.
3
Η παράγραφος 6 ορίζει, ωστόσο, ότι το εξισωτικό ποσό που εισπράττεται ή χορηγείται από ένα κράτος μέλος δεν δύναται να είναι ανώτερο του συνολικού ποσού που εισπράττεται από το κράτος μέλος αυτό, κατά την εισαγωγή προελεύσεως τρίτων χωρών, προβλέποντας συγχρόνως, στο δεύτερο εδάφιο, την ευχέρεια για το Συμβούλιο, προτάσει της Επιτροπής, να παρεκκλίνει από τον κανόνα αυτόν, ιδίως για να αποφευχθούν εκτροπές του εμπορίου και στρεβλώσεις του ανταγωνισμού.
4
Με απόφαση της 20ής Ιουλίου 1972, το Συμβούλιο, λαμβάνοντας υπόψη ότι η κοινοτική κανονιστική ρύθμιση στον τομέα της γεωργίας θα εφαρμοζόταν στα νέα κράτη μέλη από την 1η Φεβρουαρίου 1973 και ότι τα προβλεπόμενα για την προσαρμογή αυτών των κρατών στους κοινοτικού? κανόνες μεταβατικά μέτρα είχαν ανάγκη εκτελεστικών μέτρων, συμφώνησε επί σχεδίου κανονισμού που θα εκδιδόταν ρητώς, αμέσως μετά την έναρξη ισχύος της Συνθήκης Προσχωρήσεως, και του οποίου το κείμενο αναφερόταν σε παράρτημα της αποφάσεως.
5
Η τέταρτη αιτιολογική σκέψη της αποφάσεως απεκάλυπτε ότι ήταν απαραίτητο οι επιχειρηματίες να έχουν γνώση, από εκείνη τη στιγμή, του περιεχομένου των ληφθησομένων εκτελεστικών διατάξεων, ώστε η μετάβαση από τα εθνικά συστήματα των νέων κρατών μελών στο κοινοτικό σύστημα να πραγματοποιηθεί υπό τις καλύτερες δυνατές συνθήκες.
6
Για το εμπόριο με το Ηνωμένο Βασίλειο, το σχέδιο προέβλεπε, μέχρι τις 31 Ιουλίου 1973, εξισωτικό ποσό 42,33 λογιστικών μονάδων ανά τόνο για την κριθή, ποσό που είχε επίσης εφαρμογή στο μετουσιωμένο μαλακό σίτο.
7
Το σχέδιο δεν περιείχε καμιά διάταξη, αντιμετωπίζουσα ρητώς την προβλεπόμενη στο άρθρο 55, παράγραφος 6, της Πράξεως Προσχωρήσεως, υπόθεση.
8
Η απόφαση με το κείμενο του σχεδίου, σε παράρτημα, δημοσιεύτηκε στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων της 10ης Αυγούστου 1972, C, υπό τον τίτλο «ανακοινώσεις».
9
Ο κανονισμός 229/73 του Συμβουλίου της 31ης Ιανουαρίου 1973, περί καθορισμού των γενικών κανόνων του συστήματος των εξισωτικών ποσών στον τομέα των σιτηρών, καθορίζοντας αυτά τα ποσά, όπως προβλεπόταν στο προσηρτημένο στην απόφαση της 20ής Ιουλίου 1972 σχέδιο, όρισε, συγχρόνως, ρητώς ότι σύμφωνα με το άρθρο 55, παράγραφος 6 της Πράξεως Προσχωρήσεως, όταν η εισφορά θα ήταν κατώτερη του εξισωτικού ποσού, η Επιτροπή θα καθόριζε το εφαρμοστέο ποσό βάσει κλίμακας προσαρτημένης στον κανονισμό.
10
Βάσει αυτών των διατάξεων και κατόπιν της αυξήσεως των τιμών στη διεθνή αγορά από το θέρος 1972, τα εξισωτικά ποσά που εφαρμόστηκαν στην πραγματικότητα από την 1η Φεβρουαρίου 1973 ήταν κατώτερα από τα ποσά που προέβλεπε το προσηρτημένο στην απόφαση της 20ής Ιουλίου 1972 σχέδιο κανονισμού.
11
Εν όψει της αποφάσεως της 20ής Ιουλίου 1972, η ενάγουσα εταιρία συνήψε, κατά το Σεπτέμβριο 1972, συμβάσεις εξαγωγής, προς το Ηνωμένο Βασίλειο, κριθής και μετουσιωμένου σίτου των οποίων η παράδοση έπρεπε να λάβει χώρα κατά τους μήνες Φεβρουάριο μέχρι Ιούνιο 1973.
12
Δεδομένου ότι η εταιρία δεν μπορούσε να εισπράξει τα εξισωτικά ποσά που είχε προεξοφλήσει, αναγκάστηκε να εκτελέσει ορισμένες από αυτές τις συμβάσεις με ζημία, ενώ ορισμένες άλλες συμβάσεις είτε καταγγέλθηκαν είτε αναθεωρήθηκαν κατόπιν συμφωνίας του αγοραστή, πράγμα που και αυτό προκάλεσε απώλειες για την εταιρία.
13
Η εταιρία προβαίνει, κατ' αρχάς, σε γενική κριτική του συστήματος που θέσπισε το άρθρο 55 της Πράξεως Προσχωρήσεως.
14
Αυτή η κριτική αναφέρεται ιδίως στην αντίφαση μεταξύ, αφενός, των παραγράφων 1 και 2 που προβλέπουν εξισωτικά ποσά σταθερού ύψους και, αφετέρου, της παραγράφου 6 που εισάγει στοιχείο διακυμάνσεως, και, επομένως, αβεβαιότητας, καθόσον προβλέπει ότι τα εξισωτικά ποσά κυμαίνονται ανάλογα με τις εισφορές που εισπράττονται κατά την εισαγωγή από τρίτες χώρες, χωρίς να είναι δυνατό να εξαφανιστεί αυτή η αβεβαιότητα με προκαθορισμό των εξισωτικών ποσών, όπως συμβαίνει με το σύστημα προκαθορισμού των επιστροφών, το οποίο εφαρμόζεται σε περίπτωση εξαγωγής προς τρίτες χώρες.
15
Εξάλλου, το σύστημα των κυμαινομένων εξισωτικών ποσών, κατ' εφαρμογή της παραγράφου 6, έχει ως πρακτικό αποτέλεσμα, στο πλαίσιο διεθνούς αγοράς που διακρίνεται από τάση προς αύξηση τιμών, να ευνοεί, στα νέα κράτη μέλη, τις εισαγωγές σιτηρών προελεύσεως τρίτων χωρών σε σχέση με τις εισαγωγές προελεύσεως των αρχικών κρατών μελών, πράγμα που αντιφάσκει με την αρχή της κοινοτικής προτιμήσεως που εμπνέει την κοινή οργάνωση των γεωργικών αγορών.
16
Δεδομένου, ωστόσο, ότι τα ενδεχόμενα αποτελέσματα στα οποία γίνεται αναφορά, προκύπτουν, όχι από τη συμπεριφορά του Συμβουλίου, αλλά από την ίδια την Πράξη Προσχωρήσεως, η οποία αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα της συναφθείσας μεταξύ των κρατών μελών, αρχικών και νέων, συνθήκης, δεν μπορούν να γεννήσουν εξωσυμβατική ευθύνη της Κοινότητας.
17
Η εταιρία προσάπτει στο Συμβούλιο ότι την προέτρεψε, με την απόφαση της 20ής Ιουλίου 1972, να συνάψει συμβάσεις στο πλαίσιο κοινοτικού συστήματος συνεπαγόμενου εξισωτικά ποσά σταθερού ύψους, και ότι, στη συνέχεια, με τον κανονισμό 229/73, εγκατέλειψε αυτό το σύστημα υπέρ συστήματος κυμαινομένων εξισωτικών ποσών.
18
Πρέπει σχετικώς να παρατηρηθεί ότι η διακύμανση των εξισωτικών ποσών προκύπτει από τις διατάξεις του άρθρου 55, παράγραφος 6, πρώτο εδάφιο, της Πράξεως Προσχωρήσεως, κατά το οποίο τα εν λόγω ποσά δεν μπορούν να είναι ανώτερα του συνολικού ποσού που εισπράττεται κατά την εισαγωγή προελεύσεως τρίτων χωρών.
19
Αυτή η διάταξη επιβαλλόταν αυτοδικαίως έτσι ώστε δεν είναι δυνατό, λόγω του ότι η απόφαση και το προσηρτημένο σ' αυτήν σχέδιο κανονισμού δεν την ανέφεραν, να αποδοθεί στο Συμβούλιο η πρόθεση να μην την εκτελέσει.
20
Παρά ταύτα, το Συμβούλιο, εφόσον εξέδιδε την προαναφερθείσα απόφαση για να πληροφορήσει και καθοδηγήσει τους επιχειρηματίες, όφειλε να υπομνήσει την ύπαρξη της εν λόγω διατάξεως και να διατυπώσει επιφυλάξεις ως προς την ενδεχόμενη εφαρμογή της.
21
Η παράλειψη να περιληφθούν αυτές οι επιφυλάξεις στην απόφαση, παρ' όλον ότι εξηγούνται από την κατάσταση της διεθνούς αγοράς κατά την εποχή που η επακολουθήσασα αύξηση των τιμών δεν μπορούσε ακόμα να προβλεφθεί, ήταν ικανή να παραβιάσει την ενημερωτική αποστολή που το Συμβούλιο είχε αναλάβει και να γεννήσει την ευθύνη του.
22
Πρέπει, ωστόσο, να εξεταστεί αν υφίσταται αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της συμπεριφοράς του Συμβουλίου και της προβαλλομένης ζημίας.
23
Πρέπει, έτσι, να αναζητηθεί, όχι μόνο αν η εν λόγω συμπεριφορά προκάλεσε, στην πραγματικότητα, την εσφαλμένη πεποίθηση της εταιρίας ότι το ύψος εξισωτικών ποσών θα παρέμενε σταθερό παρά το άρθρο 55, παράγραφος 6, αλλά ακόμα και αν μπορούσε και έπρεπε να προκαλέσει μια τέτοια πλάνη σε συνετό υποκείμενο δικαίου.
24
Πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι οι εν λόγω συμβάσεις συνήφθησαν στις 22, 25 και 26 Σεπτεμβρίου 1972.
25
Κατόπιν της εξελίξεως των τιμών στη διεθνή αγορά, άρχισε η πτώση των εισφορών κατά την εισαγωγή προελεύσεως τρίτων χωρών, στις αρχές Αυγούστου 1972, για να φθάσουν, στο τέλος αυτού του μηνός, σε ποσό το οποίο, όσον αφορά την κριθή, ήταν κατώτερο του προβλεπόμενου για το εμπόριο με το Ηνωμένο Βασίλειο εξισωτικού ποσού.
26
Πράγματι, ο κανονισμός 1847/72 της Επιτροπής, της 28ης Αυγούστου 1972 (JO L 195, της 29ης Αυγούστου 1972, σ. 1) είχε ορίσει την εισφορά σε 40,74 λογιστικές μονάδες ανά τόνο, ενώ το προβλεπόμενο με το προσηρτημένο στην απόφαση της 20ής Ιουλίου σχέδιο κανονισμού εξισωτικό ποσό ανερχόταν σε 42,33 λογιστικές μονάδες ανά τόνο.
27
Η εξέλιξη των τιμών είχε, εξάλλου, οδηγήσει την Επιτροπή στην κατάργηση, από τις 16 Σεπτεμβρίου, των επιστροφών που είχαν εφαρμογή στην εξαγωγή σιτηρών προς τρίτες χώρες, συμπεριλαμβανομένου κατά την εποχή εκείνη του Ηνωμένου Βασιλείου (κανονισμός 1984/72 της Επιτροπής, της 15ης Σεπτεμβρίου 1972, JO L 213 της 16ης Σεπτεμβρίου 1972, σ. 12).
28
Η εταιρία, ως συνετός εξαγωγέας, πλήρως ενημερωμένος επί των συνθηκών της αγοράς, δεν αγνοούσε και, εν πάση περιπτώσει, δεν μπορούσε να αγνοεί ότι αυτή ήταν η κατάσταση, κατά το χρονικό σημείο της συνάψεως των συμβάσεων, και τις συνέπειες που θα προέκυπταν από αυτές για τα εξισωτικά ποσά.
29
Η μεταγενέστερη αλληλογραφία με το Office national interprofessionnel des céréales δεν αφήνει, άλλωστε, καμιά αμφιβολία επ' αυτού.
30
Σχετικώς, μπορεί ιδίως να τονιστεί η επιστολή της, της 12ης Οκτωβρίου 1972, στην οποία εκφράζεται ως εξής: «… κατόπιν εξελίξεως τόσον μη δυνάμενης να προβλεφθεί όσο και εξαιρετικής … υπάρχει κίνδυνος οι κοινοτικές εισφορές να είναι κατώτερες των εξισωτικών ποσών. Τα τελευταία θα μπορούσαν να αναθεωρηθούν ώστε να μην υπερβαίνουν την ισχύουσα εισφορά αυτό προκύπτει από τα άρθρα 55 και 56 της Συνθήκης Προσχωρήσεως.»
31
Αυτή η επιστολή επιβεβαιώνει ότι η ενάγουσα ήταν, στην πραγματικότητα, σε θέση να εκτιμήσει την επίπτωση που μπορούσε να έχει η μεταβολή των συνθηκών της αγοράς επί της εφαρμογής των αναφερθέντων άρθρων.
32
Συνεπώς, η προβαλλομένη ζημία δεν προκλήθηκε από τη συμπεριφορά του Συμβουλίου.
33
Η προσφυγή πρέπει, επομένως, να απορριφθεί.
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΉΡΙΟ
αποφασίζει:
Απορρίπτει την προσφυγή.
Lecourt
Mertens de Wilmars
Mackenzie Stuart
Donner
Monaco
Pescatore
Sørensen
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 4 Φεβρουαρίου 1975.
Ο γραμματέας
Α. Van Houtte
Ο Πρόεδρος
R. Lecourt
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η γαλλική..
Full & Egal Universal Law Academy