ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ TOY ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
ALBERTO TRABUCCHI
της 18ης Σεπτεμβρίου 1974 ( *1 )
Κύριε Πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
1.
Οι ενωθείσες υποθέσεις 15 και 16/74, στις οποίες υποβλήθηκαν τα προδικαστικά ερωτήματα του HOGE RAAD των Κάτω Χωρών, αφορούν σε ανάλογα, αλλά σχετικά, θέματα, η μεν πρώτη υπόθεση στο δικαίωμα επί του διπλώματος ευρεσιτεχνίας, η δε δεύτερη στο δικαίωμα επί του σήματος.
Τα ερωτήματα του Ολλανδού δικαστή αφορούν τις σχέσεις μεταξύ των δύο αυτών δικαιωμάτων και τους κοινοτικούς κανόνες, τόσο αυτούς που διέπουν την ελεύθερη κυκλοφορία των προϊόντων μεταξύ των κρατών μελών, όσο και τους κανόνες που απαγορεύουν τη συνεπαγόμενη περιορισμούς του ανταγωνισμού συμπεριφορά, σε σχέση με περίπλοκη κατάσταση, την οποία χαρακτηρίζουν τα ακόλουθα στοιχεία:
α)
Μία εταιρία, που κατέχει παράλληλα διπλώματα ευρεσιτεχνίας σε περισσότερα κράτη μέλη, χορήγησε στο καθένα απ' αυτά τα κράτη άδεια κατασκευής ή απλώς πωλήσεως σε θυγατρικές εταιρίες που υπάγονται απόλυτα στον έλεγχό της
β)
το προϊόν, το οποίο πωλείται κανονικά σε ένα κράτος μέλος από τον κατασκευαστή κάτοχο αδείας και τοπικό κύριο του σήματος υπό το οποίο το εν λόγω προϊόν πωλείται, εξάγεται και μεταπωλείται από τρίτους αγοραστές σε άλλο κράτος μέλος όπου η μητρική εταιρία είναι επίσης δικαιούχος του διπλώματος ευρεσιτεχνίας, το οποίο όμως δεν χρησιμοποιεί παρά για την παραγωγή, ενώ μία τοπική εταιρία ελεγχόμενη από αυτήν, κάτοχος του ιδίου σήματος με αυτό που φέρει το προϊόν στη χώρα παραγωγής, είναι επιφορτισμένη με την πώληση του εισαγόμενου προϊόντος
γ)
η νομοθεσία του κράτους εισαγωγής αναγνωρίζει στο δικαιούχο του διπλώματος ευρεσιτεχνίας και στο δικαιούχο του σήματος το δικαίωμα να εναντιώνονται στη διάθεση στο εμπόριο από τρίτους, στο εθνικό έδαφος, του εν λόγω προϊόντος.
Σχετικά με αυτή την κατάσταση ο εθνικός δικαστής ερωτά αν οι σχετικοί με την ελεύθερη κυκλοφορία κανόνες της Συνθήκης ΕΟΚ, λαμβανομένων επίσης υπόψη των επιτρεπομένων από το άρθρο 36 εξαιρέσεων της απαγορεύσεως ποσοτικών περιορισμών ισοδυνάμων μέτρων, και οι κανόνες που απαγορεύουν την αντίθετη προς τον ελεύθερο ανταγωνισμό συμπεριφορά των επιχειρήσεων, επιτρέπουν την άσκηση δικαιωμάτων επί διπλώματος ευρεσιτεχνίας (υπόθεση 15/74) και επί σήματος (υπόθεση 16/74) η οποία θα είχε αποκλειστικά, η τουλάχιστον εν μέρει, ως σκοπό το διαχωρισμό της κοινής αγοράς σε διαμερίσματα, βάσει των εθνικών εδαφών.
θα προβώ στην εξέταση του ερωτήματος, καταρχάς σε σχέση με τους κανόνες που διέπουν την ελεύθερη κυκλοφορία των προϊόντων: η απαγόρευση παραλλήλων εισαγωγών δημιουργεί άραγε μέτρο ισοδύναμο προς ποσοτικό περιορισμό, αντίθετο προς τα άρθρα 30 και επ. της Συνθήκης ΕΟΚ;
2.
Πριν εισέλθω στην ουσία του προβλήματος, πρέπει να εξεταστεί μια προεισαγωγική αντίρρηση, που έχει εγερθεί σχετικά με το δίπλωμα ευρεσιτεχνίας, αλλά η οποία, αν αποδειχτεί βάσιμη, θα πρέπει λογικά να έχει εφαρμογή και επί του σήματος.
Στο υπόμνημά της, η εταιρία STERLING DRUG INC., υποστηρίζει ότι η διάταξη του άρθρου 32, δεύτερη παράγραφος που διατάσσει την κατάργηση των μέτρων ισοδυνάμου αποτελέσματος και των ποσοστώσεων το αργότερο στο τέλος της μεταβατικής περιόδου, δεν συνιστά εφαρμοστέο κανόνα, δεδομένου ότι επιβάλλει στα κράτη μέλη υποχρέωση να προβούν σε ενέργεια αφήνοντάς τους ορισμένο περιθώριο εκτιμήσεως.
Ενώ, όσον αφορά τα μετά τη θέση σε ισχύ της Συνθήκης μέτρα, καμιά αμφιβολία δεν μπορεί να υφίσταται ως προς την απευθείας εφαρμογή της σαφούς και ανεπιφύλακτης απαγορεύσεως του άρθρου 31, για τα προ της θέσεως σε ισχύ της Συνθήκης μέτρα, το άρθρο 33, παράγραφος 7 ορίζει ότι η Επιτροπή καθορίζει τη διαδικασία και το ρυθμό της καταργήσεώς τους μεταξύ των κρατών μελών. Πρέπει να συναχθεί από τα ανωτέρω ότι σχετικά μ' αυτά τα μέτρα η απαγόρευση αρχής του άρθρου 30 απαιτεί, για να καταστεί πραγματική, ειδικές οδηγίες της Επιτροπής και ότι, απαιτώντας τη θέτικη παρέμβαση των κρατών, δεν μπορεί, επομένως, να θεωρείται ότι έχει απευθείας εφαρμογή;
Το τιθέμενο εδώ ερώτημα είναι αν, ακόμα και μετά τη λήξη της μεταβατικής περιόδου, θα πρέπει να γίνεται αναφορά σ' αυτές τις διατάξεις για να διαπιστωθεί κατά ποίο μέτρο η απαγόρευση κατέστη εφαρμοστέα ή αν πρέπει να θεωρείται ότι αυτή η απαγόρευση κατέστη τότε εν πάση περιπτώσει αφεαυτής πλήρως εφαρμοστέα.
Πρέπει να θεωρηθεί ότι δυνάμει του άρθρου 8, παράγραφος 7 «η λήξη της μεταβατικής περιόδου αποτελεί το έσχατο χρονικό σημείο για την έναρξη της ισχύος του συνόλου των προβλεπομένων κανόνων και για τη θέση σε εφαρμογή του συνόλου των μέτρων που συνεπάγεται η σύσταση της κοινής αγοράς».
Είδαμε πρόσφατα, στην απόφαση 2/74 (REYNERS) ποιο περιεχόμενο πρέπει να αποδοθεί σε άλλους κανόνες της Συνθήκης που επιτάσσουν την πραγμάτωση, προ της λήξεως της μεταβατικής περιόδου, άλλων θεμελιωδών σκοπών που συνεπάγονται επίσης την ανάγκη τροποποιήσεως των εθνικών νομοθεσιών και ποια είναι η αξία της γενικής διατάξεως που αναφέρει το άρθρο 8, παράγραφος 7 για την αναγνώριση αμέσου αποτελέσματος σ' αυτούς τους κανόνες.
Επομένως, όταν, όπως συμβαίνει με την περίπτωση της διατάξεως που διατάσσει την κατάργηση όλων των ποσοτικών περιορισμών και των μέτρων ισοδυνάμου αποτελέσματος, ο κοινοτικός κανόνας περιλαμβάνει σιωπηρώς απόλυτη απαγόρευση εφαρμογής από μια προκαθορισμένη ημερομηνία, των νομοθετικών, διοικητικών διατάξεων και όλων των άλλων εθνικών μέτρων που υπάγονται σ' αυτή την έννοια (εκτός των εξαιρέσεων που περιοριστικά επιτρέπει το άρθρο 36), αυτός ο κανόνας αποκτά, από την οριζόμενη από τη Συνθήκη ημερομηνία, άμεσο αποτέλεσμα κατά την έννοια ότι οι ασυμβίβαστοι προς αυτόν εσωτερικοί κανόνες που ισχύουν ακόμα καθίστανται ανεφάρμοστοι τουλάχιστον όσον αφορά τις κοινοτικές σχέσεις. Αυτή η ερμηνεία είναι επίσης σύμφωνη με την αρχή που καθιέρωσε το Δικαστήριο στην υπόθεση 9/70 (GRAD) και στις παρόμοιες υποθέσεις 20/70, 23/70 και 50/70 (RACC. 1970, τεύχος XVI, σ. 825 επ.). Το Δικαστήριο, στις αποφάσεις που εξέδωσε στις προαναφερθείσες υποθέσεις, έκρινε ότι μία απόφαση του Συμβουλίου που επιβάλλει στα κράτη στα οποία απευθύνεται θετική συμπεριφορά, για παράδειγμα την υποχρέωση εισαγωγής ορισμένου κοινού φορολογικού συστήματος προς αποφυγή της σωρεύσεως διαφόρων τύπων φόρων, καθορίζοντας περαιτέρω, με οδηγίες, την προθεσμία εντός της οποίας κάθε υποχρέωση πρέπει να εκπληρωθεί, περιλαμβάνει από αυτή την ημερομηνία την απόλυτη απαγόρευση σωρεύσεως, από τα κράτη, του κοινού φορολογικού συστήματος με ειδικά φορολογικά συστήματα, και, για τους ιδιώτες, το δικαίωμα να επιτύχουν, ενδεχομένως διά της δικαστικής οδού, τον αποκλεισμό αυτής της σωρεύσεως: και αυτό, ακόμα και αν το εν λόγω κράτος δεν προέβη σε καμία ενέργεια για να εκπληρώσει την υποχρέωσή του.
Ανάλογο συμπέρασμα επιβάλλεται, επομένως, και στην υπό εξέταση περίπτωση.
Είναι αληθές ότι αυτή η διάταξη ρητώς αφήνει άθικτες τις προβλεπόμενες από τη Συνθήκη εξαιρέσεις. Αλλά δεν μπορεί να γίνει αντιληπτή μια απ' αυτές τις εξαιρέσεις στην αναφερθείσα διάταξη του άρθρου 33, παράγραφος 7. Η εν λόγω διάταξη απλώς τείνει στο να κλιμακώσει, κατά τη μεταβατική περίοδο, την εφαρμογή της απαγορεύσεως που υπενθυμίζει, παρέχοντας ευρεία ευχέρεια στην Επιτροπή για να καθορίσει τη διαδικασία και το ρυθμό. Αλλωστε, η Επιτροπή είχε την υποχρέωση να πράξει τα δέοντα για να διασφαλίσει την τήρηση της γενικής διατάξεως του άρθρου 8, παράγραφος 7· και, πράγματι, αφού θέσπισε σε διάφορες εποχές οδηγίες για να διευκρινίσει τους όρους καταργήσεως των εν λόγω μέτρων σε ορισμένους τομείς, στη συνέχεια, θέσπισε, στις 27 Δεκεμβρίου 1969, οδηγία γενικού χαρακτήρα, για την ολική κατάργηση όλων των υπολειπομένων μέτρων ισοδυνάμου αποτελέσματος προς ποσοστώσεις. Είναι αληθές ότι η εν λόγω οδηγία που θεσπίστηκε λίγο πριν από τη λήξη της μεταβατικής περιόδου, δεν λαμβάνει ειδικώς υπόψη τους περιορισμούς που συνδέονται με την προστασία του σήματος και του διπλώματος ευρεσιτεχνίας και δεν διευκρινίζει την τελευταία προθεσμία εντός της οποίας έπρεπε να εφαρμοστεί από τα κράτη. Αλλά αυτό δεν έχει καμία σημασία από τη στιγμή που σ' αυτή τη λήξη επέρχεται η πλήρης και αυτόματη αποτελεσματικότητα της απαγόρευσης που απευθείας θεσπίζει η Συνθήκη.
Άλλωστε, αυτή η αρχή φαίνεται να έχει σιωπηρώς γίνει δεκτή και στην πρόσφατη απόφαση που εκδόθηκε στην υπόθεση 8/74 (DASSONVILLE).
3.
Θα εξετάσω τώρα το σχετικό με την ερμηνεία των άρθρων 30 επ. ερώτημα όσον αφορά, καταρχάς, το σήμα, δεδομένου ότι σε σχέση μ' αυτό, η απάντηση που πρέπει να δοθεί δεν εγείρει κανένα σοβαρό πρόβλημα. Μάλιστα, μπορεί να θεωρηθεί ότι έχει ήδη δοθεί από τη νομολογία του Δικαστηρίου.
Μετά την έκδοση των αποφάσεων στις υποθέσεις SIRENA (40/70), HAG (192/73) και, από ορισμένες απόψεις, στην υπόθεση DASSONVILLE που ήδη ανέφερα, δεν χωρεί, πράγματι, αμφιβολία ότι η απαγόρευση, την οποία τρίτος αγοραστής προϊόντων που φέρουν αυτό το σήμα αντιτάσσει στην εισαγωγή και στην πώληση, προκειμένου να προστατεύσει ορισμένο σήμα, είναι ασυμβίβαστη προς τις αρχές της κοινής αγοράς και ειδικότερα προς την αρχή της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων, εφόσον αυτά τα προϊόντα προέρχονται από τον ίδιο και μοναδικό προμηθευτή του κατόχου του σήματος στο κράτος εισαγωγής, ο οποίος είναι κάτοχος του ιδίου σήματος υπό το οποίο τα διέθεσε κανονικά στο εμπόριο στο κράτος του.
Δεν πρόκειται, επομένως, εδώ περί αναλόγων εμπορευμάτων που έχουν παραχθεί από τους διαφόρους κατόχους του σήματος στο αντίστοιχο κράτος, όπως στις εξετασθείσες από τις αποφάσεις SIRENA και HAG περιπτώσεις, αλλά περί του ιδίου εμπορεύματος που έχει παραχθεί από ένα μοναδικό κατασκευαστή.
Προκειμένου περί αυθεντικών προϊόντων, που φέρουν το σήμα που νομίμως χρησιμοποιεί στο κράτος του ο κατασκευαστής που τα διέθεσε στο εμπόριο και που έχουν την ίδια προέλευση με τα πωλούμενα προϊόντα στο κράτος εισαγωγής από τον τοπικό κάτοχο του σήματος, δεν μπορεί να υφίσταται απάτη ως προς την καταγωγή και τα χαρακτηριστικά του προϊόντος, δεν μπορεί να υφίσταται «παραποίηση», δεν υφίσταται αθέμιτος ανταγωνισμός εκ μέρους του παράλληλου εισαγωγέα.
Κατόπιν αυτού, δεν θα ήταν ίσως αναγκαίο να υπομνηστεί και το γεγονός — που εντούτοις χρησιμεύει στο να συμπληρώσει την εικόνα — ότι οι επιχειρήσεις που κατέχουν το σήμα στα κράτη μέλη για τα οποία πρόκειται είναι απλές θυγατρικές της ίδιας μητρικής εταιρίας, η οποία τις ελέγχει πλήρως και η οποία, όπως ήδη ανέφερα, σε καθένα από τα ίδια κράτη, είναι κάτοχος του διπλώματος ευρεσιτεχνίας βάσει του οποίου κατασκευάζεται το εν λόγω προϊόν.
Επομένως, εδώ δεν πρόκειται περί μακρινής κοινής καταγωγής του σήματος και του τρόπου κατασκευής αναλόγων εμπορευμάτων!
Σε μια τέτοια περίπτωση, η εφαρμογή των αρχών που καθιέρωσε η νομολογία αυτού του Δικαστηρίου σχετικά με τα άρθρα 30 και επ. της Συνθήκης οδηγεί αναγκαστικά στον αποκλεισμό της χρησιμοποιήσεως του σήματος προς παρεμπόδιση των παραλλήλων εισαγωγών προφανώς, αυτό το κλείσιμο εθνικής αγοράς στις παράλληλες εισαγωγές αυθεντικού προϊόντος που νομίμως έχει διαθέσει στο εμπόριο σε άλλο κράτος μέλος ο κάτοχος του σήματος δεν επιτρέπεται από το άρθρο 36 της Συνθήκης, δεδομένου ότι χρησιμεύει όχι στην αποφυγή παραποιήσεων, ή τουλάχιστον, συγχύσεων ως προς την καταγωγή και τα χαρακτηριστικά του προϊόντος που τίθεται σε πώληση υπό το εν λόγω σήμα στο κράτος, όχι, επομένως, προς διασφάλιση της τηρήσεως δικαιώματος που αποτελεί το ειδικό αντικείμενο του σήματος, αλλά χρησιμοποιείται για να επιτρέψει καταχρηστική χρήση αυτού του ίδιου σήματος προς τον αποκλειστικό σκοπό της παρεμποδίσεως παραλλήλων εισαγωγών του ιδίου προϊόντος, προς διατήρηση μιας αδικαιολόγητης προνομιακής κατάστασης.
4.
Οι ουσιαστικές διαφορές που υφίστανται μεταξύ των εξεταζομένων δύο δικαιωμάτων κυριότητας, του σήματος και του διπλώματος ευρεσιτεχνίας, μπορούν να δικαιολογήσουν, σε σχέση με τους κανόνες της Συνθήκης που αφορούν την ελεύθερη κυκλοφορία και τον ανταγωνισμό, να επιφυλαχθεί στον κάτοχο του διπλώματος ευρεσιτεχνίας ουσιαστικά ευνοϊκότερη μεταχείριση από αυτήν που γίνεται δεκτή για το σήμα; Το ουσιώδες περιεχόμενο της προστασίας που παρέχεται στον κάτοχο του διπλώματος ευρεσιτεχνίας, συνιστάμενο στην αποκλειστικότητα της παραγωγής και της πρώτης διαθέσεως στο εμπόριο του καλυπτόμενου από το δίπλωμα ευρεσιτεχνίας προϊόντος, που δίδεται στον κάτοχο για ν' ανταμείψει τον εφευρέτη, παρέχοντάς του ανταμοιβή για την καταβληθείσα προσπάθεια, καθώς και για τον οικονομικό κίνδυνο που ανέλαβε, δεν αναγνωρίζεται παρά προσωρινά, ενώ, για το σήμα, ή δεν υφίστανται χρονικά όρια ή εν πάση περιπτώσει το δικαίωμα επί του σήματος μπορεί ευχερώς να ανανεωθεί.
Υπενθυμίζω ότι, στις υποθέσεις που υποβάλλονται στην κρίση του Δικαστηρίου, η πραγματική κατάσταση όσον αφορά την κατοχή του διπλώματος ευρεσιτεχνίας είναι διαφορετική από τη σχετική με το σήμα κατάσταση εφόσον, ενώ στις δύο εξεταζόμενες περιπτώσεις, το σήμα ανήκει σε θυγατρικές εταιρίες (στη χώρα καταγωγής των εμπορευμάτων, στην εταιρία που τα παράγει και στο κράτος εισαγωγής στην εταιρία που είναι επιφορτισμένη με την πώληση), ο κάτοχος του διπλώματος ευρεσιτεχνίας και στις δύο χώρες είναι η ίδια μητρική εταιρία. Πρόκειται περί της τυπικής περιπτώσεως της υπάρξεως παραλλήλων διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας σε διαφορετικά κράτη μέλη, που ήδη έχει εξεταστεί με διαφορετικά αποτελέσματα από τη σχετική με τους κοινοτικούς κανόνες περί ανταγωνισμού και ελεύθερης κυκλοφορίας θεωρία. Οι διαφορές που μπορεί να υφίστανται από ορισμένες απόψεις, όσον αφορά τα δύο δικαιώματα (για παράδειγμα, ως προς τους όρους χορηγήσεως, τη διάρκεια κλπ.), λόγω των υφιστάμενων μεταξύ των εσωτερικών νομοθεσιών διαφορών, δεν μπορούν να δικαιολογήσουν, αν ληφθεί υπόψη η ίδια η ουσία του φαινομένου, τον αποκλεισμό αυτού του παράλληλου χαρακτήρα των διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας, εφόσον έχουν ως αντικείμενο το ίδιο προϊόν ή την ίδια μέθοδο κατασκευής και ανήκουν σ' ένα μοναδικό κάτοχο.
Η μητρική εταιρία, κάτοχος του διπλώματος ευρεσιτεχνίας στα διάφορα κράτη μέλη μπορεί να έχει συμφέρον να εναντιούται στις παράλληλες εισαγωγές, σ' ένα κράτος μέλος, του προϊόντος που παράγεται σ' άλλο κράτος μέλος από μία από τις θυγατρικές της εταιρίας για να επιτρέψει σε άλλη θυγατρική της εταιρία, επιφορτισμένη με την πώληση στο πρώτο κράτος μέλος να έχει το μονοπώλιο εισαγωγής αυτού του προϊόντος. Σ' αυτή την πρόθεση φαίνεται να αναφέρεται στην ουσία ολλανδικό δικαστήριο όταν, στο δεύτερο ερώτημα, θεωρεί την άσκηση του δικαιώματος ότι αποβλέπει κυρίως στο να χωρίσει σε διαμερίσματα τις εθνικές αγορές. Επί του πεδίου της κοινοτικής έννομης τάξης, ένα τέτοιο συμφέρον φαίνεται προδήλως ότι αντιβαίνει προς τις θεμελιώδεις αρχές του συστήματος που αναφέρει ειδικώς το άρθρο 3, α και στ της Συνθήκης ΕΟΚ: την ελεύθερη κυκλοφορία εμπορευμάτων στο εσωτερικό της κοινής αγοράς και την εγκαθίδρυση καθεστώτος που να εξασφαλίζει ανόθευτο ανταγωνισμό.
5.
Εφόσον η απαγόρευση των παραλλήλων εισαγωγών συνδέεται, βάσει του εθνικού δικαίου, με την προστασία που οφείλεται στον κάτοχο του διπλώματος ευρεσιτεχνίας, είναι, επομένως, αντίθετη προς τα άρθρα 30 και 32, δεύτερη παράγραφος, πρέπει τώρα να εξεταστεί αν, στην εξεταζόμενη από το ανώτατο ολλανδικό δικαστήριο περίπτωση, μπορεί να επιτραπεί δυνάμει του άρθρου 36.
Πράξη διαθέσεως που πραγματοποιείται στο επίπεδο του εμπορίου από επιχείρηση που ανήκει κατά 100 % στη μητρική της εταιρία δεν μπορεί να θεωρείται σαν πράξη ξένη προς την τελευταία. Η εταιρία STERLING WINTHROP, θυγατρική της STERLING DRUG INC., πώλησε στη Μεγάλη Βρετανία ορισμένο προϊόν που έχει κατασκευαστεί από αυτή με την άδεια της ίδιας της μητρικής της εταιρίας, κατόχου του διπλώματος ευρεσιτεχνίας, τόσο στη Μεγάλη Βρετανία όσο και στις Κάτω Χώρες. Είναι λογικό να υποτεθεί ότι αυτή η πώληση σ' ένα κράτος μέλος, που αντιστοιχεί σε κανονική εμπορική πρακτική του ίδιου του κατασκευαστή, πραγματοποιήθηκε με τη συναίνεση της STERLING DRUG, εφόσον η μητρική εταιρία καθορίζει κανονικά την εμπορική πολιτική των θυγατρικών εταιριών που υπάγονται στον απόλυτο έλεγχό της. Εξάλλου, κατά τη διάρκεια της προφορικής διαδικασίας, ένας από τους δικηγόρους της εταιρίας STERLING DRUG δήλωσε επί λέξει ότι αυτή η εταιρία, με τις εξεταζόμενες εδώ θυγατρικές της, αγγλική και ολλανδική, αποτελεί μια ενιαία επιχείρηση. Είναι βέβαιο, εν πάση περιπτώσει, ότι, στο επίπεδο της οικονομικής πραγματικότητας, αυτή η πράξη της θυγατρικής δεν στερείται αποτελεσμάτων για τη μητρική εταιρία.
Ένα προϊόν που διατίθεται νομίμως στο εμπόριο, εντός της Κοινότητας, πρέπει να μπορεί να κυκλοφορεί ελεύθερα στην Κοινότητα, εκτός αν αντιτίθεται προς αυτό η ανάγκη προστασίας ιδιωτικού δικαιώματος ή δημοσίου συμφέροντος που έχει αναγνωριστεί ότι υπερέχει από την κοινοτική έννομη τάξη.
Σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου, οι παρεκκλίσεις που ενδεχομένως επιτρέπει το άρθρο 36 για την προστασία των δικαιωμάτων βιομηχανικής ιδιοκτησίας πρέπει να είναι αναγκαίες για την προστασία των δικαιωμάτων που αποτελούν το ειδικό αντικείμενο αυτής της ιδιοκτησίας.
Παρόλον ότι αυτή η έννοια δεν φαίνεται ακόμα με σαφώς καθορισμένο περιεχόμενο ως προς τα διπλώματα ευρεσιτεχνίας, αναμφισβήτητα συνεπάγεται ότι μπορούν να προκύψουν περιορισμοί απευθείας από την κοινοτική έννομη τάξη, ακόμα και όσον αφορά τα προνόμια που οι εθνικές νομοθεσίες αναγνωρίζουν στον κάτοχο του διπλώματος ευρεσιτεχνίας. Κάθε φορά που επέρχεται σύγκρουση μεταξύ ορισμένης μορφής προστασίας που παρέχει το εθνικό δίκαιο στο δικαιούχο του διπλώματος ευρεσιτεχνίας και των απαιτήσεων λειτουργίας του κοινοτικού συστήματος, πρέπει να καθορίζεται, με λελογισμένη εκτίμηση των αντιθέτων συμφερόντων και λαμβάνοντας υπόψη την ανάγκη τηρήσεως στην ουσία θεσμού αποκλειστικά διεπόμενου από το εσωτερικό δίκαιο, αν οι εσωτερικοί κανόνες μπορούν, ωστόσο, να τύχουν της παρεκκλίσεως του άρθρου 36.
Σ' αυτή την προοπτική, θα ερευνήσω τώρα το θέμα για τη συγκεκριμένη σημασία που πρέπει να δοθεί στο αναφερθέν περιοριστικό κριτήριο «ειδικό αντικείμενο», στην εξεταζόμενη ειδική περίπτωση.
Το ουσιώδες στοιχείο του δικαιώματος επί του διπλώματος ευρεσιτεχνίας, είναι η αποκλειστικότητα όσον αφορά τόσο την παραγωγή όσο και την πρώτη διάθεση στο εμπόριο των παραγομένων προϊόντων. Αυτό το νόμιμο μονοπώλιο, που δημιουργείται υπέρ ιδιώτου, συνεπάγεται αναγκαστικά το δικαίωμα να εναντιούται στην πώληση του προϊόντος που αποτελεί το αντικείμενο του διπλώματος ευρεσιτεχνίας είτε έχει κατασκευαστεί από τρίτους είτε έχει διατεθεί στο εμπόριο κατά οποιοδήποτε τρόπο χωρίς τη συναίνεση του κατόχου του διπλώματος ευρεσιτεχνίας. Γι' αυτό το λόγο οι εθνικές νομοθεσίες μπορούν νομίμως να επιτρέπουν στον κάτοχο του δικαιώματος να εναντιούται στην εισαγωγή προϊόντων παραγόμενων ή διατιθέμενων στο εμπόριο χωρίς τη συναίνεσή του, ενώ δεν είναι δυνατό να δικαιολογηθεί η απαγόρευση εισαγωγής σ' ένα κράτος για να προστατευθεί ο μοναδικός κάτοχος παραλλήλων διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας στ' άλλα κράτη μέλη προβάλλοντας τον εδαφικό περιορισμό, στο εσωτερικό της κοινής αγοράς, της αδείας που χορήγησε προς πώληση. Αυτός ο περιορισμός που, στην εξεταζόμενη περίπτωση, έχει σαν μοναδικό σκοπό να επιτρέψει στον κάτοχο του διπλώματος ευρεσιτεχνίας να ελέγχει τις αγορές διαθέσεως του προϊόντος εντός της Κοινότητας δεν μπορεί να θεωρηθεί ως τμήμα του ειδικού αντικειμένου του δικαιώματος επί του διπλώματος ευρεσιτεχνίας και ασφαλώς δεν συμβιβάζεται με τις θεμελιώδεις αρχές του κοινοτικού συστήματος, τις σχετικές με την κυκλοφορία των εμπορευμάτων, μια εταιρία, κάτοχος παραλλήλων διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας εντός της Κοινότητας και η οποία έχει συμμετάσχει, μέσω εταιρίας την οποία ελέγχει πλήρως, στη διάθεση στο εμπόριο ορισμένου προϊόντος σ' ένα κράτος μέλος, να εναντιούται στην εισαγωγή αυτού του προϊόντος από τρίτους αγοραστές σ' άλλο κράτος μέλος για να διασφαλίζει το εμπορικό μονοπώλιο μιας άλλης θυγατρικής εταιρίας.
Η εξεταζόμενη κατάσταση δεν είναι άλλωστε ουσιαστικά διαφορετική από την κατάσταση που αποτέλεσε το αντικείμενο της απόφασης DEUTSCHE GRAMMOPHON GESELLSCHAFT που αφορά, όπως γνωρίζει το Δικαστήριο, δικαίωμα ιδιοκτησίας εξομοιούμενο προς το δικαίωμα του δημιουργού σχετικό με αναπαραγωγές εγγραφών γραμμοφώνου. Πράγματι, παρόλον ότι, στην προκειμένη περίπτωση, το προϊόν κατασκευάστηκε σε κράτος μέλος διαφορετικό από εκείνο όπου προβλήθηκε αντίρρηση στην εισαγωγή του και παρόλον ότι, επιπλέον, διατέθηκε στο εμπόριο από πρόσωπο νομικά διαφορετικό από εκείνο που εναντιούται στην εισαγωγή, μπορεί να σημειωθεί ότι, στην περίπτωση της DEUTSCHE GRAMMOPHON επίσης, η πρώτη πώληση είχε πραγματοποιηθεί σε κράτος μέλος διαφορετικό από εκείνο όπου ο κάτοχος του δικαιώματος, ο οποίος στη συνέχεια έγειρε αντιρρήσεις κατά της εισαγωγής του προϊόντος, είχε την έδρα του και εξάλλου, η διάθεση στο εμπόριο, παρόλον ότι πραγματοποιήθηκε, στην εξεταζομένη περίπτωση, από πρόσωπο νομικά διαφορετικό από τον κάτοχο διπλώματος ευρεσιτεχνίας, δεν μπορεί να θεωρηθεί ως πράξη ξένη προς αυτόν. Η αρχή που καθιερώθηκε για ένα δικαιώμα εξομοιούμενο προς το δικαίωμα του δημιουργού, όπως αυτό που προέβαλε η DEUTSCHE GRAMMOPHON GESELLSCHAFT έχει επίσης εφαρμογή και στο δίπλωμα ευρεσιτεχνίας, εφόσον, όπως παρατήρησε η Επιτροπή, τόσο στη μία όσο και στην άλλη περίπτωση, το ειδικό αντικείμενο των δύο δικαιωμάτων ιδιοκτησίας συνίσταται στο αποκλειστικό δικαίωμα παραγωγής, αναπαραγωγής και διαθέσεως για πρώτη φορά στο εμπόριο προϊόντος του πνεύματος ή ορισμένου βιομηχανικού προϊόντος.
Σε μια περίπτωση, όπως η προκείμενη, καθώς και στην περίπτωση στην οποία το Δικαστήριο αναφέρθηκε στην απόφαση DEUTSCHE GRAMMOPHON, ο σκοπός στον οποίο αποβλέπει η αντίθεση του κατόχου του δικαιώματος για την εισαγωγή στο κράτος του ορισμένου προϊόντος είναι ξένος προς το ειδικό αντικείμενο της προστασίας του δικαιώματος της εν λόγω ιδιοκτητίας: εφόσον, στην περίπτωση της DEUTSCHE GRAMMOPHON, η αντίθεση του κατόχου του δικαιώματος ιδιοκτησίας για την επανεισαγωγή ενός από τα προϊόντα του, που είχε πωληθεί για πρώτη φορά από χυτόν ή με τη συναίνεσή του σε άλλο κρά:ος μέλος, υπερέβαινε το πλαίσιο της επι:ρεπόμενης προστασίας, και στην προκειμένη περίπτωση, δεδομένων των υφισταμένων σχέσεων μεταξύ του πραγματοποιήσαυπος την πρώτη πώληση σ' ένα άλλο κράτος μέλος και του κατόχου του διπλώματος ευ-ρεσιτεχνίας, αφενός, και μεταξύ του τελευ; αίου και της εμπορικής εταιρίας στην ποία χορήγησε την άδεια πωλήσεως στο:ράτος εισαγωγής, αφετέρου, η αντίθεση ου κατόχου του διπλώματος ευρεσιτεχνίας στην ελεύθερη κυκλοφορία του προϊόντος δεν μπορεί να εκτιμηθεί κατά διαφορετικό τρόπο.
6.
Σ' ορισμένα κράτη μέλη, ανεξαρτήτως της εφαρμογής του κοινοτικού δικαίου, είχε αναζητηθεί συμβιβασμός μεταξύ του συμφέροντος του κατόχου του διπλώματος ευρεσιτεχνίας ν' αντλήσει από αυτό το μεγαλύτερο εμπορικό κέρδος και του δημοσίου συμφέροντος σχετικά με την ελευθερία του εμπορίου, μέσω της θεωρίας της «αναλώσεως» του αποκλειστικού δικαιώματος της πρώτης διαθέσεως στο εμπόριο του καλυπτόμενου από το δίπλωμα ευρεσιτεχνίας προϊόντος, κατόπιν της πωλήσεως από τον κάτοχο ή με τη συναίνεσή του, ακόμα και αν έχει πραγματοποιηθεί εκτός του εδάφους για το οποίο το σχετικό δίπλωμα ευρεσιτεχνίας έχει χορηγηθεί. Φαίνεται, όμως, σκόπιμο να διευκρινιστεί ότι, προκειμένου περί εθνικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας, αυτή η θεωρία δεν αφορά άμεσα το κοινοτικό σύστημα. Πράγματι, δεν μπορεί να έχει σημασία παρά στο πεδίο της έννομης τάξης βάσει της οποίας το δικαίωμα επί του διπλώματος ευρεσιτεχνίας έχει εμφανιστεί και που διέπει το περιεχόμενο και την ανάπτυξή του.
Στην προκειμένη περίπτωση, για να αναγνωριστεί το ασυμβίβαστο προς το κοινοτικό δίκαιο της απαγόρευσης εισαγωγής και πωλήσεως, σ' ένα κράτος μέλος, προϊόντων που έχουν ήδη διατεθεί στο εμπόριο σ' άλλο κράτος μέλος, από το μοναδικό κάτοχο του διπλώματος ευρεσιτεχνίας στα δύο κράτη μέλη ή με τη συναίνεσή του (πολύ δε περισσότερο αν πρόκειται περί εταιρίας που ελέγχει), αρκεί να στηριχθεί κανείς στην αντίληψη ότι, σ' αυτή την περίπτωση, ελλείψει ανεξάρτητης παραγωγικής δραστηριότητας στη χώρα εισαγωγής, το αποκλειστικό δικαίωμα διαθέσεως στο εμπόριο δεν θα χρησίμευε για να προστατεύσει το ουσιώδες περιεχόμενο του διπλώματος ευρεσιτεχνίας το οποίο, αφορώντας βιομηχανικό προϊόν, δεν μπορεί να διαχωριστεί από την παραγωγική δραστηριότητα, αλλά θα είχε σαν μοναδικό σκοπό την παρεμπόδιση του εμπορίου μεταξύ των κρατών μελών. Σ' αυτή την περίπτωση, η παρέκκλιση του άρθρου 36 της Συνθήκης δεν έχει, επομένως, εφαρμογή. Όπως είχα ήδη την ευκαιρία να το παρατηρήσω στις προτάσεις μου στην υπόθεση 8/74 (DASSONVILLE) , ελλείπει, πράγματι, σε μια τέτοια περίπτωση αυτό το ουσιώδες συμφέρον, τοποθετούμενο στον ειδικό τομέα του κράτους εισαγωγής, σε συνάρτηση με την προστασία του οποίου αυτός ο κανόνας επιτρέπει παρεκκλίσεις από τη θεμελιώδη αρχή της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων εντός της Κοινότητας.
Τίποτα φυσικά δεν εμποδίζει το νομικό, λαμβάνοντα υπόψη τις συνέπειες που απορρέουν από αυτό για το εσωτερικό δίκαιο και προκειμένου να τοποθετηθεί λογικά το φαινόμενο μέσα στο σύστημα του δικαίου της βιομηχανικής ιδιοκτησίας, να καταφύγει στη θεωρία της αναλώσεως του δικαιώματος. Αλλ' αυτή η θεωρία είναι ξένη προς την εφαρμογή της κοινοτικής απαγόρευσης και της άρνησης της παρέκκλισης που προβλέπει το άρθρο 36 σχετικά με τη βιομηχανική ιδιοκτησία. Αυτή η παρέκκλιση δεν επιτρέπεται παρά μόνο για την προστασία δικαιωμάτων που αποτελούν το ειδικό αντικείμενο του δικαιώματος ιδιοκτησίας. Στην περίπτωση που το δικαίωμα ευρεσιτεχνίας χρησιμοποιείτο για να προστατεύσει τοπικό παραγωγό, ο οποίος είναι νομικά και οικονομικά ανεξάρτητος σε σχέση με τον κατασκευαστή, σ' ένα άλλο κράτος μέλος, του ίδιου του εμπορεύματος που αποτελεί το αντικείμενο του διπλώματος ευρεσιτεχνίας και της εισαγωγής για την οποία πρόκειται, και ξένο από κάθε άποψη προς τη διάθεση στο εμπόριο του ιδίου εμπορεύματος σε άλλο κράτος μέλος, το ζήτημα θα παρουσίαζε αρκετά λεπτές όψεις· όμως, στην προκειμένη περίπτωση, το δίπλωμα ευρεσιτεχνίας χρησιμοποιείται απλώς για να προστατεύσει εμπορικό μονοπώλιο του ομίλου, που αποτελεί οικονομική μονάδα, στην οποία ανήκουν τόσο ο μοναδικός κάτοχος του διπλώματος ευρεσιτεχνίας στα διάφορα κράτη μέλη για τα οποία πρόκειται, όσο και ο κατασκευαστής και ο πρώτος πωλητής του εν λόγω προϊόντος. Σ' αυτή την περίπτωση, ο σκοπός, για του οποίο επιδιώκεται να χρησιμοποιηθεί co δίπλωμα ευρεσιτεχνίας, δεν διαφέρει στην ουσία από το σκοπό που ήδη χαρακτήρισα ως ανεπίτρεπτο για το σήμα.
Γι' αυτό το λόγο οι διαφορές, ακόμα και σημαντικές, που υφίστανται καταρχήν μεταξύ των δύο δικαιωμάτων δεν μπορούν να ενέχουν εδώ σημασία για να δικαιολογήσουν διαφορετική προστασία του διπλώματος ευρεσιτεχνίας από αυτή του σήματος και χρήση αυτού του δικαιώματος που θα κατέληγε στο να κλείσει τις εθνικές εισαγωγές στην ελεύθερη κυκλοφορία προϊόντος που έχει διατεθεί νομίμως στο εμπόριο σε ένα κράτος μέλος.
Αυτή η νομική σκέψη δεν θίγεται ουσιαστικά από το επιχείρημα κατά το οποίο δεν είναι η συμπεριφορά της STERLING DRUG, αλλά η νομοθεσία κράτους μέλους την οποία επικαλείται, που ενδεχομένως είναι ασυμβίβαστη προς τους σχετικούς με την ελεύθερη κυκλοφορία κανόνες. Είναι, εν πάση περιπτώσει, βέβαιο ότι ο εθνικός δικαστής δεν θα μπορέσει να ικανοποιήσει αξίωση αθέμιτη σε σχέση με το κοινοτικό δίκαιο είτε αν αυτή η έλλειψη νομιμότητας θεωρηθεί ως κατάχρηση του ιδιώτη κατά την άσκηση του δικαιώματος που του αναγνωρίζει το εσωτερικό νομικό σύστημα είτε διότι, ενόψει της απαγορεύσεως μέτρων ισοδυνάμου αποτελέσματος προς ποσοστώσεις, είναι δυνατό να αποδοθεί σε αντικειμενικό ασυμβίβαστο του εσωτερικού κανόνα που την επιτρέπει προς το κοινοτικό σύστημα.
Εδώ, αρκεί απλώς να σημειωθεί ότι, στην εξεταζόμενη περίπτωση, το άρθρο 36 της Συνθήκης δεν επιτρέπει στα κράτη μέλη να επιτρέψουν στον κάτοχο διπλώματος ευρεσιτεχνίας να εναντιωθεί επιτυχώς στις παράλληλες εισαγωγές από τρίτους.
7.
Κατά τη διάρκεια της παρούσας διαδικασίας, η εταιρία STERLING DRUG παρατήρησε ότι στην περίπτωση που ο κάτοχος διπλώματος ευρεσιτεχνίας δεν θα μπορούσε πλέον να εμποδίζει την εισαγωγή, σε κράτος μέλος, προϊόντων που έχουν τεθεί σε κυκλοφορία σε άλλο κράτος μέλος βάσει παράλληλου διπλώματος ευρεσιτεχνίας, δεν θ' αναγνωριζόταν η ίδια η ύπαρξη του δικαιώματός του βιομηχανικής ιδιοκτησίας στο κράτος μέλος εισαγωγής· διότι, κατά συνέπεια, η κατάργηση των εθνικών κανόνων που επιτρέπουν στον κάτοχο διπλώματος ευρεσιτεχνίας να εναντιώνεται στις παράλληλες εισαγωγές δεν θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί χωρίς την εναρμόνιση των εθνικών νομοθεσιών σ' αυτό τον τομέα ή τη θέσπιση ομοιόμορφου διπλώματος ευρεσιτεχνίας σ' όλη την Κοινότητα. Αυτό δεν είναι ορθό πράγματι, εν πάση περιπτώσει, ο κάτοχος του διπλώματος ευρεσιτεχνίας διατηρεί το αποκλειστικό δικαίωμα τόσο κατασκευής του εν λόγω προϊόντος στη χώρα που χορήγησε το δίπλωμα ευρεσιτεχνίας όσο και να διαθέτει την παραγωγή του στο εμπόριο για πρώτη φορά.
Ασφαλώς, το περιεχόμενο των δικαιωμάτων ιδιοκτησίας ορίζεται και από το εθνικό δίκαιο που τα δημιουργεί και τα διασφαλίζει. Αλλά το ισχύον στα κράτη μέλη δίκαιο δεν μπορεί να αγνοεί την ύπαρξη του κοινοτικού συστήματος ούτε αυτού που το εν λόγω φαινόμενο συνεπάγεται. Η δημιουργία της κοινής αγοράς προσδίδει νέα διάσταση στα οικονομικά δικαιώματα και σχέσεις και το κοινοτικό σύστημα αποτελεί επίσης νέα νομική μορφή ικανή να ρυθμίσει αυτές τις σχέσεις τουλάχιστον κατά την έννοια του περιορισμού της ελευθερίας των κρατών και των υποκειμένων δικαίου να τις ρυθμίζουν και να τα διαθέτουν.
Η πλήρης καν οργανική εναρμόνιση των εθνικών δικαίων βιομηχανικής και εμπορικής ιδιοκτησίας, πραγματοποιούμενη έχοντας υπόψη τις λειτουργικές απαιτήσεις της κοινής αγοράς, θα ήταν ασφαλώς η ιδεωδέστερη λύση. Ελλείψει, όμως, αυτής δεν πρέπει να εγκαταλειφθούν αυτές οι μορφές εναρμονίσεως έστω και περιορισμένες που απορρέουν ήδη άμεσα από τη Συνθήκη.
Το γεγονός ότι το σχέδιο συμβάσεως περί θεσπίσεως ευρωπαϊκού διπλώματος ευρεσιτεχνίας για την κοινή αγορά προβλέπει μόνο την εφαρμογή της αρχής της διεθνούς αναλώσεως των δικαιωμάτων ευρεσιτεχνίας στο εσωτερικό της Κοινότητας κατά τη λήξη της μεταβατικής περιόδου, δεν έχει καμία επίπτωση επί του πνεύματος και του περιεχομένου του κοινοτικού συστήματος και δεν μπορεί, επομένως, να τροποποιήσει την ερμηνεία των ισχυουσών διατάξεων, των οποίων το περιεχόμενο παραμένει εξάλλου ρητώς άθικτο από το κείμενο του ιδίου σχεδίου. Εξάλλου, στο σημερινό στάδιο, το σχέδιο μπορεί το πολύ να θεωρηθεί ως η έκφραση προθέσεως των συντακτών του και όχι ως έκφραση της κοινής βουλήσεως των κρατών.
Δεν αρνούμαι ότι, ενίοτε, ιδίως όταν το δίπλωμα ευρεσιτεχνίας έχει ως σκοπό μία από τις δυνατές μεθόδους παραγωγής, ορισμένες δυσχέρειες προβληθείσες από το δικηγόρο της STERLING DRUG μπορούν να εμφανιστούν, για παράδειγμα, ως προς την απόδειξη της πραγματικής ταυτότητας των διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας, των καλούμενων παραλλήλων, και της προελεύσεως των προϊόντων. Όμως, για κάθε δυσχέρεια αποδείξεως πραγματικών περιστατικών, υφίσταται πάντοτε μια λύση, λαμβανομένων υπόψη των σχετικών με το βάρος της αποδείξεως κανόνων. Εξάλλου, μπορεί κανείς να είναι βέβαιος ότι οι εθνικοί δικαστές οι οποίοι, όσον αφορά επίσης τα ίδια τα εθνικά διπλώματα ευρεσιτεχνίας, δεν αγνοούν τη χρησιμότητα χρησιμοποιήσεως πραγματογνωμόνων, θα βρουν την ευρύτερη συνεργασία στο διάδικο που ενδιαφέρεται να βεβαιώσει ή ν' αρνηθεί την ταυτότητα των εν λόγω διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας ή, ενδεχομένως, ν' αποδείξει ή ν' αποκλείσει ορισμένη προέλευση του προϊόντος.
Ορισμένες ειδικές καταστάσεις που μπορεί να προκαλέσει η ύπαρξη μη εναρμονισμένων νομοθεσιών (για παράδειγμα, λόγω της μικρότερης διάρκειας του διπλώματος ευρεσιτεχνίας στη χώρα ενός κατόχου διπλώματος ευρεσιτεχνίας σε σχέση με τη διάρκειά του σε άλλα κράτη), δεν εγείρουν, ούτε αυτές, άλυτα προβλήματα. Και, πριν απ' όλα, οι ενδιαφερόμενοι μπορούν να λάβουν υπόψη αυτά τα προβλήματα κατά τον καθορισμό των μελλοντικών τους σχέσεων.
Όπως παρατηρεί η STERLING DRUG, παρεμβαίνουσα, η δυνατότητα επικλήσεως παραλλήλων διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας σε κάθε κράτος της Κοινότητας για το διαχωρισμό σε διαμερίσματα της κοινής αγοράς, στο εσωτερικό της οποίας ορισμένοι τομείς θα ασχολούντο με την παραγωγή και άλλοι με την αποκλειστική εκμετάλλευση καθαρώς εμπορικού χαρακτήρα, με τον αποκλεισμό κάθε δυνατότητας παράλληλων εισαγωγών, ασφαλώς παρουσιάζει μεγάλο ενδιαφέρον για τις επιχειρήσεις: θα διέθεταν έτσι αυξημένες δυνατότητες χειρισμού στον τομέα των τιμών. Αλλά το συμφέρον της κοινής αγοράς είναι εκ διαμέτρου αντίθετο.
Δεν είναι δυνατό, για να τεθεί τέρμα σε κατάσταση ασυμβίβαστη προς τη Συνθήκη, ν' αναμένεται η εναρμόνιση των σχετικών με τα διπλώματα ευρεσιτεχνίας εθνικών νομοθεσιών, απλώς για να αποφευχθεί η δημιουργία για τις επιχειρήσεις δυσκολιών προερχόμενων από την ύπαρξη μη εναρμονισμένων εθνικών νόμων. Ο επιτακτικός χαρακτήρας της απαγορεύσεως του άρθρου 30 και ο περιοριστικός χαρακτήρας των παρεκκλίσεων του άρθρου 36 δεν επιτρέπουν συμβιβασμούς. Αν η εφαρμογή της θεσπισθείσας από τη Συνθήκη απαγόρευσης μπορεί να συνεπάγεται μειονεκτήματα που δεν μπορούν να εξαφανιστούν κατά ικανοποιητικό τρόπο παρά μόνο με την εναρμόνιση των εθνικών νομοθεσιών που προβλέπεται στο άρθρο 100 επ. της Συνθήκης ΕΟΚ, αυτό το γεγονός θα ωθήσει στο να κινηθεί ταχέως η προβλεπόμενη προς το σκοπό αυτό διαδικασία.
8.
Μπορώ τώρα να εξετάσω, συγχρόνως για το σήμα και το δίπλωμα ευρεσιτεχνίας, τα άλλα υποβληθέντα ερωτήματα με ουσιαστικά την ίδια διατύπωση στις δύο υποθέσεις, εξετάζοντάς τα από την πλευρά των κανόνων της Συνθήκης που διέπουν την ελευθερία κυκλοφορίας των εμπορευμάτων εντός της Κοινότητας.
Ο Ολλανδός δικαστής ερωτά αν οι σημαντικές διαφορές των τιμών μεταξύ των χωρών για τις οποίες πρόκειται, που οφείλονται στην παρέμβαση των δημοσίων αρχών του κράτους εξαγωγής προς διατήρηση των τιμών σε χαμηλό επίπεδο, μπορούν να δικαιολογήσουν την απαγόρευση παράλληλων εισαγωγών βάσει των δικαιωμάτων βιομηχανικής και εμπορικής ιδιοκτησίας τα οποία εξετάζονται στην προκειμένη υπόθεση.
Υπενθυμίζω καταρχάς ότι, στην εξετασθείσα στην υπόθεση DEUTSCHE GRAMMOPHON περίπτωση, το γεγονός ότι το επίπεδο των τιμών πωλήσεως του παραγωγού στη Γερμανία απειλείτο από την ελευθέρωση των εισαγωγών των πωλούμενων στη Γαλλία προϊόντων του, όπου πολύ χαμηλότερες τιμές εφαρμόζονταν, τουλάχιστον στο επίπεδο του χονδρικού εμπορίου, ασφαλώς δεν αποτέλεσε εμπόδιο στο άνοιγμα της γερμανικής αγοράς. Η απλή αρνητική επίπτωση επί της τιμής του προϊόντος, την οποία ο κάτοχος του δικαιώματος ιδιοκτησίας, του σχετικού μ' αυτό το προϊόν, μπορούσε να επιτύχει, δεν θίγει την ίδια την ουσία του δικαιώματος. Η ύπαρξη τιμών αισθητά κατώτερων στο κράτος παραγωγής σε σχέση με το κράτος εισαγωγής, ακόμα και αν οφείλεται κυρίως στην παρέμβαση των δημοσίων αρχών, που αποβλέπει στη διατήρηση τιμών χαμηλότερων από αυτές που θα μπορούσαν να υπάρξουν χωρίς αυτή την παρέμβαση, δεν μπορεί σε καμιά περίπτωση να δικαιολογήσει το κλείσιμο των εθνικών αγορών για να επιτρέψει στον οικονομικό όμιλο, επικεφαλής του οποίου βρίσκεται ο κάτοχος του διπλώματος ευρεσιτεχνίας, να αποκαταστήσει την ισορροπία στον προϋπολογισμό του σε βάρος των καταναλωτών άλλων κρατών μελών, στα οποία είναι δυνατό να πραγματοποιηθούν τιμές σημαντικά ανώτερες από αυτές που εφαρμόζονται στο κράτος παραγωγής, διατηρώντας τεχνητά την αποκλειστικότητα των πωλήσεων του παραγόμενου προϊόντος. Στην περίπτωση που η εταιρία STERLING DRUG θα διαπίστωνε ότι δεν ενδείκνυται να συνεχίσει την παραγωγή του προϊόντος που καλύπτεται από το δίπλωμα ευρεσιτεχνίας της στο κράτος, όπου οι τιμές διατηρούνται τεχνητά πολύ χαμηλές, τίποτα δεν την εμποδίζει να μεταφέρει την ίδια δραστηριότητα παραγωγής σε άλλα κράτη της Κοινότητας, όπου θα μπορεί να επιτύχει περισσότερο κερδοφόρες τιμές: αυτό άλλωστε είναι σύμφωνο με τη λογική κοινής αγοράς που στηρίζεται επίσης στην ελευθερία κυκλοφορίας των παραγωγικών μέσων και που, επομένως, έχει ως συνεπακόλουθο την όσο το δυνατόν προσφορότερη επιλογή της τοποθεσίας [ους — (πάντοτε υπό το κράτος των νόμων του ανταγωνισμού και των σκοπών της κοινής αγοράς) — ενώ, από την άλλη πλευρά, Τ τεχνητή διαίρεση του κοινοτικού εδάρους, που παρεμβάλλει εμπόδια στην ελεύθερη κυκλοφορία των προϊόντων, τα οποία νομίμως πωλούνται σ' ένα κράτος μέλος, χντιφάσκει προς την ίδια την ύπαρξη της διαδικασίας συγχωνεύσεως των εθνικών αγορών σ' ενιαία αγορά, την οποία επιθυμεί η Συνθήκη. Η προστασία του διπλώματος ευρεσιτεχνίας, που παρέχεται εντός ης Κοινότητας, δεν μπορεί να διαχωριστεί από την ορθή λειτουργία των νόμων της οικονομίας και, επομένως, από τα αποτελέσματα της ζητήσεως στο έδαφος της κοινής αγοράς.
Τέλος, ανεξάρτητα απ' αυτές τις σκέψεις, δεν είναι σύμφωνο προς τις απαιτήσεις του συστήματος, και ειδικότερα προς τη βεβαιότητα του δικαιώματος, να εξαρτάται ο καθορισμός του πλαισίου της αποκλειστικότητας που χορηγείται στους κατόχους εθνικών σημάτων και διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας, στο επίπεδο της κοινής αγοράς, από τυχαία και μεταβαλλόμενα γεγονότα, όπως οι παρεμβάσεις των εθνικών αρχών στον τομέα των τιμών.
9.
Το ανώτατο δικαστήριο των Κάτω Χωρών ερωτά επιπλέον αν, προκειμένου περί φαρμάκων, μπορεί να δικαιολογηθεί προστασία αυτών των δικαιωμάτων με τον αποκλεισμό των παράλληλων εισαγωγών όταν ο κάτοχος του δικαιώματος ισχυρίζεται ότι, ελλείψει αυτής της προστασίας, δεν είναι σε θέση να ελέγξει τη διανομή του προϊόντος και, επομένως, να λάβει τα αναγκαία μέτρα για την προστασία της δημόσιας υγείας σε περίπτωση ελαττωμάτων παρασκευής.
Παρατηρώ καταρχάς ότι σε καμιά περίπτωση δεν μπορεί να γίνει νόμιμη επίκληση των απαιτήσεων που συνδέονται με την προστασία της δημόσιας υγείας για να δικαιολογηθεί, σε περίπτωση όπως η εξεταζόμενη, η προστασία της αποκλειστικότητας του δικαιούχου του δικαιώματος επί του σήματος κατά των παράλληλων εισαγωγών. Το σήμα δημιουργεί σχέση μεταξύ του πρώτου πωλητή του εμπορεύματος και της πελατείας, σχέση που έχει προεξέχουσα εμπορική αξία. Η προστασία του σήματος έχει ως αντικείμενο τη μόνη προστασία αυτού του συστατικού στοιχείου της εμπορικής φήμης. Η προστασία της δημόσιας υγείας είναι ςενη προς την προστασία που αναγνωρίζει το αστικό δίκαιο στον κάτοχο αυτού του δικαιώματος ιδιοκτησίας.
Η προστασία της δημόσιας υγείας, που αντιστοιχεί σε διαρκή απαίτηση, είναι επίσης ξένη προς την ιδιαίτερη λειτουργία του δικαιώματος ιδιοκτησίας επί του διπλώματος ευρεσιτεχνίας που, άλλωστε, δεν προστατεύεται παρά επί περιορισμένη περίοδο. Ουδόλως αποτελεί ειδικό σκοπό της αναγνωριζόμενης στον κάτοχο του διπλώματος ευρεσιτεχνίας αποκλειστικότητας.
Στην περίπτωση που ορισμένος παράλληλος εισαγωγέας δεν τηρεί τους εσωτερικούς κανόνες που διέπουν την πώληση των φαρμάκων ή υιοθετεί συμπεριφορά ικανή να παρεμβάλει εμπόδια στην προστασία της δημόσιας υγείας ή να τη θέσει σε κίνδυνο, αυτό το γεγονός θα μπορέσει ν' αποτελέσει λόγο για να δικαιολογήσει — βάσει αυτών των κανόνων — την παρέμβαση των αρμόδιων αρχών προς εξάλειψη του κινδύνου. Κατ' αυτή την έννοια ακόμα και κατάλληλα περιοριστικά προς το σκοπό αυτό μέτρα θα μπορέσουν να δικαιολογηθούν. Αλλά αυτό θα συμβεί ανεξάρτητα από την προστασία του ατομικού δικαιώματος, από την αποκλειστικότητα που συνδέεται με το δίπλωμα ευρεσιτεχνίας ή το σήμα, και δεν θα μπορέσει σε καμιά περίπτωση να δικαιολογήσει τη χρήση αυτών των δικαιωμάτων, σε κατάσταση όπως η εξεταζόμεντ στην υπό κρίση υπόθεση, για να εμποδίσει κάθε εισαγωγή από τρίτους.
10.
Πάντοτε σχετικά με τους κανόνες που αφορούν την ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων, ο Ολλανδός δικαστής ερωτά αν το άρθρο 42 της Πράξεως περί Προσχωρήσεως του Ηνωμένου Βασιλείου της Μεγάλης Βρετανίας στις Ευρωπαϊκές Κοινότητες συνεπάγεται ότι, στο μέτρο που πρόκειται περί εμπορευμάτων καταγωγής του Ηνωμένου Βασιλείου, δεν μπορεί να γίνει επίκληση αυτών των κανόνων της Συνθήκης στις Κάτω Χώρες μέχρι της 1ης Ιανουαρίου 1975.
Όταν οι ηθικοί κανόνες που, εξεταζόμενοι καθαυτοί, επιτρέπουν στον κάτοχο του σήματος και του διπλώματος ευρεσιτεχνίας να αντιτίθεται στις εισαγωγές, είναι προγενέστεροι της θέσεως σε ισχύ της Συνθήκης Προσχωρήσεως, δεν θα είναι δυνατό να αποφευχθεί, στις σχέσεις με το νέο κράτος μέλος, το να επιτραπεί η εφαρμογή τους μέχρι της 1ης Ιανουαρίου 1975, εφόσον το μέτρο ισοδυνάμου αποτελέσματος είναι ο ίδιος ο εθνικός νόμος, ο οποίος, στην περίπτωση που συνεχίζει να εφαρμόζεται προσωρινά βάσει ρητής προβλέψεως του κοινοτικού δικαίου, δεν μπορεί να καταστεί στην πράξη αχρησιμοποίητος θεωρώντας χωριστά απλή πράξη εφαρμογής αυτού του κανόνα σαν μέτρο ισοδυνάμου αποτελέσματος, απαγορευόμενο καθότι μεταγενέστερο της Πράξεως Προσχωρήσεως.
Η κατ' αυτή την έννοια άποψη που υποστηρίζει η Επιτροπή είναι, επομένως, απαράδεκτη· θα κατέληγε στο να εμποδίζει τα κράτη από το ν' ασκούν ευχέρεια που ρητώς τους αναγνωρίζεται μεταβατικά από την Πράξη Προσχωρήσεως.
11.
Θα εξετάσω τώρα το ερώτημα που συνοπτικά αναφέρθηκε στην αρχή, το σχετικό με το άρθρο 85 της Συνθήκης. Στην υπόθεση 15/74, το εθνικό δικαστήριο αναφέρεται σε περίπτωση κατά την οποία η χορήγηση των αδειών παραγωγής και πωλήσεως, σ' ένα κράτος μέλος, από τον κάτοχο παραλλήλων διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας, και αδειών πωλήσεως σε άλλο κράτος μέλος, όπου το δίπλωμα ευρεσιτεχνίας δεν χρησιμοποιείται για την παραγωγή, έχει ως σκοπό στο σύνολό της να ρυθμίζει διαφορετικά, για το καθένα από τα εν λόγω κράτη, τους όρους συναλλαγής του προϊόντος που αποτελεί το αντικείμενο του διπλώματος ευρεσιτεχνίας. Ο Ολλανδός δικαστής ερωτά αν αυτές οι συμφωνίες, εξεταζόμενες επίσης υπό το φως της διατυπωθείσας διάτης δικαστικής οδού, αντίρρησης κατά των παραλλήλων εισαγωγών, εμπίπτουν στην απαγόρευση του άρθρου 85 και αυτό ακόμα και όταν έχουν συναφθεί αποκλειστικά μεταξύ επιχειρήσεων που ανήκουν στον ίδιο όμιλο.
Ουσιαστικά ανάλογο ερώτημα, καίτοι με διαφορετική διατύπωση, υποβλήθηκε επίσης στην υπόθεση 16/74, σχετικά με την ύπαρξη ιδίου σήματος σε διάφορα κράτη μέλη, το οποίο χρησιμοποιούν επιχειρήσεις του ίδιου ομίλου για το ίδιο προϊόν και σχετικά με τη χρήση του σχετικού δικαιώματος προς απαγόρευση των παράλληλων εισαγωγών του προϊόντος που φέρει αυτό το σήμα.
Συμβάσεις που έχουν ως αντικείμενο τη χορήγηση της αδείας παραγωγής και πωλήσεως προϊόντος καλυπτόμενου από δίπλωμα ευρεσιτεχνίας δεν είναι καθαυτές αναγκαστικά ασυμβίβαστες προς τους κανόνες περί ανταγωνισμού της Συνθήκης. Εντούτοις, όταν, λαμβανομένης υπόψη της συνολικής συμπεριφοράς των συμβαλλομένων μερών και του οικονομικού και νομικού πλαισίου εντός του οποίου αυτές οι συμφωνίες πρόκειται να εφαρμοστούν, μπορεί να συναχθεί ότι αυτές οι συμβάσεις χρησιμοποιούνται ως βάση πρακτικής που αποσκοπεί στο διαχωρισμό σε διαμερίσματα των εθνικών αγορών, χωρίς αυτό να μπορεί να δικαιολογηθεί από την προστασία των δικαιωμάτων που αποτελούν το ειδικό αντικείμενο του εν λόγω διπλώματος ευρεσιτεχνίας, αυτό το γεγονός μπορεί να επηρεάσει την εκτίμηση της νομιμότητας αυτών των συμβάσεων οι οποίες καθιστούν δυνατές ή, τουλάχιστον, διευκολύνουν παρόμοιες πρακτικές.
Σ' αυτή την προοπτική, συμπεριφορά, όπως η περιγραφόμενη πιο πάνω, του κατόχου του σήματος στο κράτος εισαγωγής μπορεί να έχει σημασία για την εκτίμηση του συνόλου των εννόμων σχέσεων και πράξεων που αφορά αυτή η συμπεριφορά. Αυτή η συνολική συμπεριφορά που συνδέεται με αποκλειστικά δικαιώματα ιδιοκτησίας σκόπιμα κατανεμηθέντα, ακόμα και επί του γεωγραφικού πεδίου, μεταξύ των μελών του ίδιου ομίλου εταιριών, μπορεί ενδεχομένως να θεωρηθεί σαν έκφραση αντίθετης προς τον ελεύθερο ανταγωνισμό συμπεριφοράς που αποβλέπει στον αποκλεισμό του ανταγωνισμού τρίτων στην αγορά ορισμένων κρατών μελών. Οι πράξεις και η συμπεριφορά με τις οποίες αυτό το σχέδιο συγκεκριμενοποιείται εμπίπτουν, επομένως, στη θεσπιζόμενη από το άρθρο 85 απαγόρευση στην περίπτωση, φυσικά, κατά την οποία πληρούνται όλες οι άλλες απαιτούμενες για την εφαρμογή του προϋποθέσεις.
Ερωτάται, περαιτέρω, το Δικαστήριο αν αυτές οι σχετικές με την εφαρμογή του άρθρου 85 σκέψεις ισχύουν επίσης όταν οι προαναφερθείσες συμφωνίες συνάπτονται αποκλειστικά μεταξύ επιχειρήσεων που αποτελούν μέλη του ιδίου ομίλου εταιριών ελεγχόμενων από τη μητρική εταιρία. Ή αν, σ' αυτή την περίπτωση, λαμβανόμενης υπόψη της ελλείψεως αυτονομίας των θυγατρικών εταιριών όσον αφορά τον καθορισμό της συμπεριφοράς τους στην αγορά, πρέπει ν' αποκλειστεί ολοσχερώς η εφαρμογή του άρθρου 85, ενώ σαν μοναδική δυνατότητα ελέγχου της συμπεριφοράς του ομίλου, θεωρούμενου ως ενότητας, ενεργούσας κατά ενιαίο τρόπο στην αγορά, θα παρέμενε το άρθρο 86, το οποίο απαγορεύει την κατάχρηση δεσπόζουσας θέσης.
Η Επιτροπή, δηλώνοντας ότι η απαγόρευση του άρθρου 85 δεν εφαρμόζεται στις συμφωνίες που διέπουν τις σχέσεις μεταξύ των μελών του ομίλου, είχε, από την αρχή, τονίσει το γεγονός ότι δεν μπορεί να υφίσταται ανταγωνισμός μεταξύ αυτών των επιχειρήσεων, ακόμα και ανεξαρτήτως της υπάρξεως συμφωνίας, και βάσει αυτής της σκέψεως αιτιολόγησε τη θεωρία της, που εγκαινίασε με την απόφαση περί μη εφαρμογής της απαγορεύσεως της 18ης Ιουνίου 1969 (CHRISTIANI και NIELSEN, OJ L 165, της 5ης Ιουλίου 1969, σ. 12) κατά την οποία οι συμφωνίες που συνάπτονται μεταξύ επιχειρήσεων ενός ομίλου, υπαγόμενου στον πραγματικό έλεγχο μητρικής εταιρίας, που περιορίζονται στην κατανομή των δραστηριοτήτων στο πλαίσιο της ίδιας οικονομικής οντότητας δεν εμπίπτουν στην απαγόρευση του άρθρου 85, ακριβώς διότι, σ' αυτή την περίπτωση, αυτές οι πράξεις δεν έχουν περιοριστικό του ανταγωνισμού αντικείμενο ή αποτέλεσμα· εφόσον, εξ ορισμού, δεν υφίσταται ανταγωνισμός στο εσωτερικό του ομίλου.
Μ' αυτή την προοπτική, είναι επιτρεπτό ν' αντιμετωπίζεται η εφαρμογή της θεσπιζόμενης από το άρθρο 85 απαγόρευσης όταν οι συμφωνίες μεταξύ των επιχειρήσεων του ομίλου, αντί να περιορίζονται στη ρύθμιση των εσωτερικών σχέσεων, αποσκοπούν στην εισαγωγή περιορισμών για τους τρίτους, παρεμβάλλοντας εμπόδια στις εμπορικές και ανταγωνιστικές τους δυνατότητες.
Μια δυσκολία μπορεί να προκύψει από τη νομολογία του Δικαστηρίου που, σχετικά με τους ομίλους επιχειρήσεων ελεγχόμενους από μια μητρική εταιρία, παρόλον ότι δέχεται το ανεφάρμοστο της απαγορεύσεως του άρθρου 85 στις συναφθείσες μεταξύ αυτών των επιχειρήσεων συμβάσεις, τόνισε μάλλον την έλλειψη οικονομικής αυτονομίας και τον ενιαίο χαρακτήρα του ομίλου που αποτελεί μια οικονομική μονάδα (βλ. απόφαση 22/71, BEGUELIN, RACCOLTA 1971, σ. 959, σκέψη 9· αποφάσεις 48/69 και 52/69, ICI και GEIGY SANDOZ, RACCOLTA 1972, α 666, σκέψεις 132-140 και σ. 839, σκέψεις 43 και 45. Απόφαση εκδοθείσα στις συ-νεκδικασθείσες υποθέσεις 6 και 7/73, ISTITUTO CHEMIOTERAPICO κατά COMMERCIAL SOLVENTS CO., RACCOLTA 1974, σ. 256, σκέψεις 36-41).
Θεωρώ, ωστόσο, ότι η νομολογία του Δικαστηρίου δεν εννοούσε ν' αποκλείσει, κατά γενικό τρόπο, την εφαρμογή του άρθρου 85 στις συμφωνίες και πρακτικές στις οποίες δεν συμμετέσχουν παρά μέλη ενός ομίλου. Στην υπόθεση BEGUELIN, επρόκειτο περί της χορηγήσεως αποκλειστικότητας πωλήσεως από τη μητρική εταιρία σε μία από τις θυγατρικές της εγκατεστημένη σε άλλο κράτος μέλος για τα προϊόντα επιχειρήσεως τρίτου κράτους. Για τους ανταγωνιστές και καταναλωτές της Κοινότητας, το γεγονός ότι η μητρική εταιρία είχε την αποκλειστικότητα πωλήσεως στα δύο κράτη, ή το ότι μία από τις θυγατρικές της τη διαδέχθηκε σ' ένα από αυτά τα κράτη, ήταν αδιάφορο.
Το Δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη το αντικείμενο της συμφωνίας, θεώρησε ότι δεν συνέτρεχε η προϋπόθεση του περιορισμού του ανταγωνισμού.
Στις άλλες αναφερθείσες υποθέσεις, επρόκειτο να καθοριστεί αν μία αντίθετη προς τον ελεύθερο ανταγωνισμό συμπεριφορά θυγατρικής εταιρίας, εγκατεστημένης στην κοινή αγορά, μπορούσε επίσης να αποδοθεί στη μητρική εταιρία που την ήλεγχε, παρόλον ότι η τελευταία ήταν εγκατεστημένη σε τρίτη χώρα. Μ' αυτή την προοπτική, γίνεται αντιληπτή η ειδική λειτουργία της εννοίας της οικονομικής μονάδας που αποτελεί ο όμιλος. Και είναι, επομένως δυνατό να αποκλειστεί ότι αυτή η νομολογία, που προορίζεται να δώσει απάντηση σε πολύ συγκεκριμένες απαιτήσεις, μπορεί να μη συμφωνεί με την εφαρμογή του άρθρου 85 στις συμφωνίες και εναρμονισμένες πρακτικές μεταξύ των μελών του ιδίου ομίλου όταν έχουν ως αντικείμενο ή αποτέλεσμα τον περιορισμό της σχετικής με τον ανταγωνισμό ελευθερίας των τρίτων.
Μ' αυτό τον τρόπο περαίνω την έκθεση των προτάσεων που αναπτύσσω ενώπιον του Δικαστηρίου ενόψει της απαντήσεως στα υποβληθέντα από το HOGE RAAD ερωτήματα.
( *1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η ιταλική
Full & Egal Universal Law Academy