ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
ALBERTO TRABUCCHI
της 31ης Μαρτίου 1976 ( *1 )
Κύριε Πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
1.
Η υπό κρίση υπόθεση αποτελεί ένα είδος συμπληρώματος των άλλων διαδικασιών που ήδη κινήθηκαν επί κοινοτικού και εσωτερικού πεδίου. Πράγματι, παράλληλα προς την αγωγή αποζημιώσεως που έχει εγερθεί ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου κατά της Επιτροπής, η ενάγουσα, ενεργούσα ενώπιον του εθνικού δικαστή, είχε εγείρει κατά της γαλλικής διοικήσεως αγωγή της οποίας το αντικείμενο ήταν ουσιαστικά ταυτόσημο από πολλές απόψεις.
Ενώπιον του γάλλου δικαστή, ζητούσε την απόδοση των εξισωτικών ποσών που θεωρούσε ότι κακώς κατέβαλε βάσει του άρθρου 4, παράγραφος 2, του κανονισμού 974/71 του Συμβουλίου ΕΟΚ όπως τροποποιήθηκε από τον κανονισμό 509/73. Ζητούσε επιπλέον τους σχετικούς τόκους επ' αυτού του ποσού.
Ενεργώντας συγχρόνως ενώπιον του Δικαστηρίου, ζητούσε αρχικώς σ' αυτή τη διαδικασία την καταβολή, λόγω εξωσυμβατικής ευθύνης της Κοινότητας, ποσού αντιστοιχούντος στο προαναφερθέν ποσό, με τους σχετικούς τόκους, και, επιπλέον, την αποκατάσταση της ζημίας της οφειλόμενης στο ότι οι ανταγωνιστές της των άλλων κρατών μελών είχαν λάβει παρανόμως ποσά από το ΕΓΤΠΕ για τις εξαγωγές τους στη Γαλλία.
Βάσει του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, ο δικαστής ζήτησε από το Δικαστήριο την ερμηνεία του άρθρου 4 α, παράγραφος 2 του κανονισμού 974/71, για να καθοριστεί αν το αίτημα αποδόσεως της προσφεύγουσας ήταν βάσιμο (υπόθεση 34/74). Το Δικαστήριο, με την απόφαση της 12ης Νοεμβρίου 1974 (Raccolta 1974, σ. 1226 επ.), ακολουθώντας τις κύριες προτάσεις μου, ερμήνευσε περιοριστικά την έννοια των επιβαρύνσεων κατά την εισαγωγή που προβλέπει το άρθρο 4 α, παράγραφος 2 του κανονισμού του Συμβουλίου 974/71, βαίνοντας πέραν της καθαρά γραμματικής ερμηνείας επί της οποίας στηρίχθηκαν η γαλλική διοίκηση και η Επιτροπή. Είχε, έτσι, επιδιωχθεί αποτέλεσμα σύμφωνο με τους σκοπούς αυτής της κανονιστικής ρύθμισης, ακόμα και στο πλαίσιο καταστάσεως αγοράς βασικά διαφορετικής από εκείνη για την οποία είχε θεσπιστεί αυτός ο κανόνας.
Κατ' εφαρμογή αυτής της προδικαστικής ερμηνείας, το tribunal της Lille καταδίκασε τις γαλλικές τελωνειακές αρχές να αποδώσουν στην προσφεύγουσα όλα τα ποσά που εισπράχθηκαν παρανόμως βάσει εφαρμογής, η οποία εφεξής έπρεπε να θεωρείται ως «εσφαλμένη», του εν λόγω κοινοτικού κανόνα.
Η εν λόγω απόδοση ήδη πραγματοποιήθηκε. Γι' αυτό το λόγο η προσφεύγουσα στην υπό κρίση υπόθεση παραιτήθηκε από το πρώτο της αίτημα.
Αντιστρόφως, ο γάλλος δικαστής απέρριψε το σχετικό με τους τόκους αίτημα με αιτιολογία στηριζόμενη στην εσωτερική κανονιστική ρύθμιση του τελωνειακού τομέα και, επιπλέον, λόγω του ότι τα παρανόμως εισπραχθέντα ποσά είχαν αμέσως καταβληθεί από τα γαλλικά τελωνεία στα ταμεία του ΕΓΤΠΕ. Η ενάγουσα, πεισθείσα για τη δυνατότητα να στραφεί απευθείας κατά της Κοινότητας, στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας, παραιτήθηκε από του να ασκήσει έφεση κατά της εν λόγω αποφάσεως.
Προβάλλει τώρα, επομένως, αυτό το αίτημα κατά της Επιτροπής καθώς και το σχετικό με την αποκατάσταση της ζημίας που θεωρεί ότι υπέστη, επί του πεδίου του ανταγωνισμού, κατόπιν της εσφαλμένης εφαρμογής του κοινοτικού κανόνα.
2.
Θα εξετάσω καταρχάς το αίτημα που αφορά τους τόκους τους σχετικούς με το παρανόμως εισπραχθέν από τις γαλλικές αρχές ποσό.
Κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, οι διαφορές που αφορούν τη σχέση μεταξύ του πολίτη και της εθνικής διοίκησης κατόπιν καταβολής αχρεωστήτως ποσού, το οποίο η εν λόγω διοίκηση ζήτησε με την ευκαιρία της εφαρμογής που της έχει ανατεθεί των κοινοτικών κανόνων, πρέπει, κατά πρώτον, να επιλυθούν επί του εσωτερικού πεδίου, ενώπιον του αρμόδιου εθνικού δικαστή. Κατά την απόφαση του Δικαστηρίου της 27ης παρελθόντος Ιανουαρίου, που εκδόθηκε στην υπόθεση 46/75 (IBC κατά Επιτροπής), που επιβεβαίωσε τη θέση που είχε λάβει προηγουμένως το Δικαστήριο κατά την αυτή έννοια με την απόφαση της 25ης Οκτωβρίου 1972 στην υπόθεση 96/71 (Haegemann κατά Επιτροπής, Raccolta 1972, σ. 1014), ακόμα και στην περίπτωση κατά την οποία η είσπραξη του μη οφειλομένου ποσού έλαβε χώρα βάσει συγκεκριμένου κοινοτικού κειμένου, η αίτηση αποδόσεως πρέπει να απευθύνεται αποκλειστικά στην αρχή που προέβη στην είσπραξη. Βάσει αυτής της νομολογίας, αποκλείεται να μπορεί να ζητηθεί από την κοινοτική αρχή η απόδοση ποσών εισπραχθέντων κατ' εφαρμογή κοινοτικού κανόνα, έστω και παράνομου. Αυτή η αρχή ισχύει, πολύ περισσότερο, όταν η εθνική αρχή εισέπραξε παρανόμως τα ποσά βάσει εσφαλμένης εφαρμογής νόμιμου κοινοτικού κανόνα, όπως συνέβη στην προκειμένη περίπτωση.
Η σαφής διάκριση από το Δικαστήριο μεταξύ των αγωγών που έχουν ως αντικείμενο την καταβολή οφειλόμενου από κράτος μέλος ποσού βάσει του κοινοτικού δικαίου και των αγωγών προς αποκατάσταση των ζημιών που αναφέρει το άρθρο 215 της Συνθήκης ΕΟΚ (απόφαση της 26ης Νοεμβρίου 1975 στην υπόθεση 99/74, Grands Moulins des Antilles) μπορεί να θεωρηθεί ότι επεκτείνεται και στις αγωγές με τις οποίες ζητείται η απόδοση ποσών, παρανόμως εισπραχθέντων από τα κράτη με την ευκαιρία της εφαρμογής των κοινοτικών κανόνων. Το γεγονός ότι η Επιτροπή συντέλεσε στην πλάνη της εθνικής αρχής, παρόλον ότι μπορεί να ενέχει σημασία για τον καθορισμό της ευθύνης της Κοινότητας για ενδεχόμενες μεταγενέστερες ζημίες, δεν μπορεί, επομένως, να ασκήσει καμία επιρροή επί του καθορισμού της αρχής στην οποία πρέπει να απευθυνθεί το αίτημα αποδόσεως του αχρεωστήτως καταβληθέντος ποσού.
Το ζήτημα της καταβολής τόκων για κεφάλαιο καταβληθέν αχρεωστήτως είναι τελείως δευτερεύον σε σχέση με το δικαίωμα επιστροφής του ίδιου του κεφαλαίου.
Ο καθορισμός του οφειλόμενου για τόκους υπερημερίας ποσού εξαρτάται αυστηρά και αναγκαστικά από το ποσό του αχρεωστήτως καταβληθέντος κεφαλαίου και το χρόνο που παρήλθε μεταξύ της καταβολής του μη οφειλομένου ποσού ή τουλάχιστον της οχλήσεως του εισπράξαντος οργανισμού και της αποδόσεως του. Το δικαίωμα επ' αυτών των τόκων δεν εξαρτάται από την απόδειξη ζημίας.
Αυτές οι διευκρινίσεις με οδηγούν στο συμπέρασμα ότι το σχετικό με τους τόκους αίτημα υπόκειται στα κριτήρια που έχει καθιερώσει η νομολογία του Δικαστηρίου όσον αφορά την απόδοση του σχετικού κεφαλαίου. Πρέπει, επομένως, αυτό το αίτημα να προβληθεί κατά την ίδια διαδικασία που εφαρμόζεται για την απόδοση του κεφαλαίου.
Στην περίπτωση, επομένως, που εναπόκειτο στον αρμόδιο εθνικό δικαστή να αποφανθεί επί της ορθής εφαρμογής του κοινοτικού δικαίου από τη γαλλική διοίκηση και, κατά συνέπεια, να αποφανθεί επί του ενδεχομένου δικαιώματος επιστροφής των αχρεωστήτως καταβληθέντων από την προσφεύγουσα ποσών, το ίδιο πρέπει να συμβαίνει όσον αφορά την παρεπόμενη οφειλή των ποσών που ζητήθηκαν ως τόκοι για την παράνομη είσπραξη. Στην περίπτωση κατά την οποία η ενάγουσα περιορίζεται στην επίκληση του δικαιώματός της επί της αποδόσεως του μη οφειλομένου ποσού στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας, το Δικαστήριο, σύμφωνα με την προαναφερθείσα νομολογία, πρέπει να θεωρήσει ως απαράδεκτο το αίτημα αποδόσεως που διατυπώνεται υπό τη μορφή αγωγής αποζημιώσεως κατά της Επιτροπής. Η ίδια λύση επιβάλλεται και όσον αφορά το παρεπόμενο αίτημα των σχετικών τόκων.
Είναι αληθές ότι στην αγωγή της ενώπιον του πρωτόδικου εθνικού δικαστή, η ενάγουσα δεν ικανοποιήθηκε ως προς το αίτημα περί τόκων που διατύπωσε κατά της γαλλικής διοικήσεως. Εντούτοις, παραιτήθηκε, εκουσίως, από την άσκηση εφέσεως κατά της εν λόγω αποφάσεως, παρόλο ότι είχε δηλώσει ότι το θεωρούσε αμφισβητήσιμο υπό διάφορες απόψεις. Για να επεξηγήσει τη συναίνεσή της, η ενάγουσα αποδίδει αποφασιστικό χαρακτήρα στο ότι τα αχρεωστήτως εισπραχθέντα από τη γαλλική διοίκηση ποσά είχαν αμέσως καταβληθεί από τη γαλλική διοίκηση στα ταμεία του ΕΓΤΠΕ. Δεν νομίζω, όμως, ότι αυτό το γεγονός, το οποίο δεν αποτέλεσε εμπόδιο για την απόδοση του κεφαλαίου, θα έπρεπε αναγκαστικά να εμποδίσει την καταβολή των τόκων από τον εισπράξαντα οργανισμό. Στην περίπτωση που, σε τελευταία ανάλυση, όπως αναμφισβήτητα συμβαίνει με το κεφάλαιο, το ΕΓΤΠΕ πρέπει να υποστεί το οικονομικό βάρος. Αυτό είναι ζήτημα που αφορά τις σχέσεις μεταξύ κράτους και Κοινότητας. Αντιστρόφως, δεν μπορεί να διαδραματίσει κανένα ρόλο στο πλαίσιο των σχέσεων που η παράνομη είσπραξη δημιούργησε μεταξύ της ενδιαφερομένης επιχείρησης και της διοίκησής της· κατά συνέπεια, δεν περιλαμβάνεται ούτε στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας.
Εν πάση περιπτώσει, ακόμα και αν θα έπρεπε να γίνει δεκτή, σε περίπτωση όπως η εξεταζόμενη, η επικουρική ευθύνη της Κοινότητας, όπως είχε αποφασίσει η εκδοθείσα στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις 5, 7 και 13 έως 24/66 απόφαση (Ε. Kampffmeyer και λοιποί, Raccolta 1967, σ. 319 επ.), αυτή η ευθύνη δεν θα μπορούσε να ληφθεί υπόψη παρά μόνο αν η ενάγουσα είχε εξαντλήσει όλες τις δυνατότητες που της παρέχει το εσωτερικό δίκαιο για να επιτύχει την ικανοποίηση του αιτήματος της, το οποίο, όπως είδαμε, οφείλει να προβάλλει κατά πρώτο λόγο ενώπιον της αρχής που προέβη στην είσπραξη και σχετικά με το οποίο τίθεται επίσης το ζήτημα των τόκων.
Επομένως, το αίτημα που αποβλέπει στο να υποχρεωθεί η Επιτροπή στην καταβολή των τόκων διατυπώθηκε πρόωρα. Η επακολουθήσασα παραίτηση της ενάγουσας να χρησιμοποιήσει όλα τα στη διάθεσή της μέσα επί του εθνικού πεδίου για να επιτύχει αυτή την καταβολή από την αρχή στην οποία, δυνάμει της νομολογίας του Δικαστηρίου, όφειλε να το ζητήσει κατά πρώτο λόγο, της αφαιρεί στο εξής κάθε δυνατότητα να στραφεί κατά της Κοινότητας.
Το σχετικό με τους τόκους αίτημα πρέπει, επομένως, να απορριφθεί ως απαράδεκτο.
3.
Εξετάζω τώρα το αίτημα της προσφεύγουσας με το οποίο ζητεί να επιτύχει «αποζημίωση αρχής» για τη ζημία που υπέστη στο πεδίο του ανταγωνισμού λόγω του ότι οι έμποροι των άλλων κρατών μελών λάμβαναν μη οφειλόμενα ποσά, ως νομισματικά εξισωτικά ποσά για τις εξαγωγές τους στη Γαλλία.
Αυτό το αίτημα είναι σαφώς διαφορετικό από το αίτημα που αφορά την απόδοση του αχρεωστήτως εισπραχθέντος από την εθνική διοίκηση κεφαλαίου, τόσο όσον αφορά το αντικείμενό του όσο και κατά το ότι συνδέεται με γεγονός διαφορετικό από την εν λόγω είσπραξη: δηλαδή τη μη οφειλόμενη καταβολή εξισωτικών ποσών στους αλλοδαπούς ανταγωνιστές της προσφεύγουσας. Συνιστά πραγματικό αίτημα αποκαταστάσεως ζημίας η οποία, κατά την προσφυγή, προσάπτεται στην Επιτροπή διότι συντέλεσε, κατά αποφασιστικό τρόπο, στην εσφαλμένη εφαρμογή από τις εθνικές διοικήσεις του κοινοτικού δικαίου υπέρ των εξαγωγών προς τη Γαλλία. Οι σκέψεις που καταλήγουν στο απαράδεκτο του αιτήματος καταβολής τόκων, που εξετάστηκε πιο πάνω, δεν έχουν, επομένως, εφαρμογή επ' αυτού.
Πριν εξετάσω αν πληρούνται οι διάφορες αναγκαίες προϋποθέσεις για να καταλήξω στην ευθύνη της Επιτροπής, θεωρώ ότι στην προκειμένη περίπτωση σημαντικό στοιχείο είναι το ότι η συμπεριφορά που προκάλεσε την υποτιθέμενη ζημία δεν ανάγεται σε ειδική σχέση μεταξύ της Επιτροπής και των ατομικών επιχειρήσεων (όπως, για παράδειγμα, θα ήταν η περίπτωση στον τομέα της εφαρμογής της απαγορεύσεως των συμφωνιών ή της δυνατότητας να επιτραπούν), αλλά ως ερμηνεία γενικού κανόνα αποτελεί απλώς προϋπόθεση της εσφαλμένης εφαρμογής από τις εθνικές διοικήσεις για το σύνολο των υποκειμένων δικαίου που υπάγονται στο πεδίο δράσεως τους.
Η παράνομη πράξη της κοινοτικής εκτελεστικής εξουσίας, η οποία κατά την ενάγουσα, συνεπάγεται την ευθύνη της, συνίσταται, κατά συνέπεια, στο ότι κακώς ερμήνευσε κανόνα, ο οποίος έπρεπε να εφαρμοστεί από τις εθνικές διοικήσεις έτσι ώστε οι τελευταίες ωθήθηκαν στο να προβούν σε εσφαλμένη εφαρμογή αυτού του κανόνα. Η ζημία που υπέστη η ενάγουσα απορρέει όχι τόσο από το διαπραχθέν ένα-ντί της σφάλμα όσο από την εφαρμογή του κανόνα στους συναγωνιστές της που είναι εγκατεστημένοι σε άλλα κράτη μέλη. Σαφώς φαίνεται πόσο η υποτιθέμενη ζημία είναι μακριά από τη συμπεριφορά της Επιτροπής. Επιπλέον, δεν πρέπει να παροράται ότι τα πολύ περίπλοκα καθήκοντα που έχουν ανατεθεί στην Επιτροπή στο πλαίσιο των εξουσιών της στον τομέα παρεμβάσεως στην αγορά έχουν αναγκαστικά πολλές επιπτώσεις, άμεσες και έμμεσες, επί των κοινών συμφερόντων ομίλων υποκειμένων δικαίου σε όλη την Κοινότητα.
Όταν πρόκειται περί συμπεριφοράς της εκτελεστικής εξουσίας που δεν εμπίπτει στο πλαίσιο ειδικών σχέσεων με τις ατομικά θεωρούμενες επιχειρήσεις, αλλά που είναι μάλλον ικανή να καθορίσει τη στάση των εθνικών διοικήσεων έναντι συνόλου περιπτώσεων και υποκειμένων δικαίου, θεωρώ ότι η ευθύνη της εκτελεστικής εξουσίας δεν πρέπει να γίνεται δεκτή κατά τρόπο ευρύτερο παρά ότι στην περίπτωση κατά την οποία μπορεί να γίνει δεκτή η ευθύνη για ζημίες που προκύπτουν από τη δράση κοινοτικού νομοθέτη.
Πρέπει να έχουμε υπόψη μας αυτές τις σκέψεις κατά την εξέταση στην οποία θα προβώ των ειδικών προϋποθέσεων της ευθύνης.
Θα εξετάσω καταρχάς αν συντρέχει η υποκειμενική προϋπόθεση της ευθύνης, δηλαδή αν μπορεί να γίνει αντιληπτό στη συμπεριφορά της Επιτροπής σφάλμα συνιστάμενο στο ότι ενήργησε με αμέλεια, χωρίς τις απαιτούμενες προνοητικότητα και διορατικότητα.
Είδαμε ότι η απόφαση που εκδόθηκε στην υπόθεση 34/74, με την οποία ερμηνεύτηκε ορθώς ο κανονισμός του Συμβουλίου 974/71, υπό το φως των νέων συνθηκών που χαρακτηρίζουν την αγορά του εν λόγω προϊόντος, βαίνει πέραν του γράμματος αυτού του κανονισμού. Απαιτήθηκε, με περιοριστική ερμηνεία, ουσιαστική προσαρμογή αυτής της διάταξης προς την εξέλιξη της οικονομικής πραγματικότητας· πράγμα που αναμφισβήτητα απαίτησε προσπάθεια ερμηνείας που λογικά μπορεί να αναμένεται από δικαιοδοτικό όργανο, αλλά που ασφαλώς θα ήταν υπερβολικό — και ίσως μάλιστα επικίνδυνο — να απαιτηθεί από μέρους εκτελεστικών οργάνων επιφορτισμένων με την εφαρμογή του ισχύοντος δικαίου. Ενώπιον κανόνα ο οποίος, κατόπιν ριζικής μεταβολής της οικονομικής καταστάσεως, καταλήγει σε αποτελέσματα που δεν είναι σύμφωνα με τους σκοπούς του συστήματος, η εκτελεστική εξουσία έχει ασφαλώς το καθήκον να πράξει οτιδήποτε εντός των ορίων των εξουσιών της για να τροποποιήσει αυτό το κείμενο. Και αυτό έπραξε η Επιτροπή υποβάλλοντας στο Συμβούλιο, που είχε θεσπίσει αυτόν τον κανόνα, προτάσεις τροποποιήσεως του εν λόγω κανονισμού από τις 25 Φεβρουαρίου 1974.
Αλλά εν τω μεταξύ, η πλάνη της Επιτροπής, συνιστώντας στις κυβερνήσεις ορισμένη εφαρμογή αυτού του κανονισμού, οφείλετο στο ότι είχε προσκολληθεί στο γράμμα του νόμου. Λαμβάνοντας υπόψη τον τρόπο κατά τον οποίο είχε διατυπωθεί ο κανόνας, η πλάνη δεν μπορεί να θεωρηθεί ως προφανής και, κατά συνέπεια, πρέπει να θεωρηθεί συγγνωστή.
Δεδομένου του αναμφισβήτητου περίπλοκου χαρακτήρα της εν λόγω κανονιστικής ρύθμισης, θεωρώ εύλογο να αποκλείσω ότι η πλάνη περί την ερμηνεία του δικαίου, υπό τις συνθήκες που δημιουργήθηκε, μπορεί να γεννήσει ευθύνη. Αυτή μου την άποψη ενισχύει μια από τις αποφάσεις του Δικαστηρίου η οποία, σχετικά με διαφορετικό θέμα ασφαλώς λιγότερο περίπλοκο από αυτό που αποτελεί το αντικείμενο της αμφισβητούμενης κανονιστικής ρύθμισης στην προκειμένη περίπτωση, έκρινε ότι η θέσπιση από την κοινοτική διοίκηση εσφαλμένης ερμηνείας κανονιστικού κειμένου δεν επαρκεί για να συνιστά σφάλμα ικανό να δημιουργήσει την ευθύνη της (απόφαση εκδοθείσα στις υποθέσεις 19, 20, 25 και 30/69, Richez-Parise κατά Επιτροπής, Raccolta 1970, σ. 339).
θεωρώ, επομένως, ότι ελλείπει το πρώτο συστατικό στοιχείο της ευθύνης. Αυτή η διαπίστωση είναι αρκετή για να απορριφθεί, ως αβάσιμη, η εν λόγω αγωγή αποζημιώσεως.
4.
Επιπλέον, επισημαίνω ότι το εν λόγω αίτημα είναι αβάσιμο και όσον αφορά τόσο την απόδειξη της ζημίας όσο και τον αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ της προσαπτόμενης στην εναγόμενη συμπεριφοράς και της ζημίας την οποία η προσφεύγουσα ισχυρίζεται ότι υπέστη.
Για να επιτευχθεί η αποκατάσταση μιας ζημίας δεν αρκεί να αποδειχθεί η πιθανότητα της, αλλά πρέπει να αποδειχθεί ότι πραγματικά υφίσταται.
Χωρίς να παραγνωρίζεται η δυσκολία που μπορεί να συνεπάγεται η απόδειξη του ακριβούς περιεχομένου της ζημίας που προκλήθηκε λόγω άνισης συμπεριφοράς, η οποία μετακυλίεται στο επίπεδο του ανταγωνισμού θεωρώ, ωστόσο, ότι, ακόμα και χωρίς να απαιτείται από την ενάγουσα να αποδείξει το ακριβές ποσό, πρέπει εντούτοις να προσκομίσει αποδεικτικά στοιχεία λιγότερο γενικά από τα προσκομισθέντα. Πράγματι, περιορίστηκε στο να προσκομίσει στατιστικές καταστάσεις σχετικές με την εξέλιξη των εξαγωγών των ανταγωνιστών της στη Γαλλία. Όπως παρατήρησε η Επιτροπή, αυτά τα στατιστικά δεδομένα δεν επαρκούν για να αποδειχθεί ότι η ενάγουσα υπέστη ζημία. Η αύξηση των εξαγωγών ορισμένων ανταγωνιστών στη Γαλλία δεν συνεπάγεται αναγκαστικά συναφή ζημία της ενάγουσας. Σχετικώς, απαιτούνται πιο συγκεκριμένα στοιχεία, όπως για παράδειγμα η απώλεια παραδοσιακών της πελατών, η εκτέλεση συμβάσεων με ζημία κ.λπ.
Εξάλλου, ασφαλώς δεν έχει αποδειχθεί ότι οι διακυμάνσεις στο εμπόριο που επισημαίνονται σ' αυτές τις στατιστικές οφείλονται στα κακώς εισπραχθέντα ή καταβληθέντα εξισωτικά νομισματικά ποσά.
Πράγματι, παρόλον ότι οι δύο πρώτες καταστάσεις που προσκόμισε η προσφεύγουσα εμφανίζουν μια σχετική αύξηση των εισαγωγών αμυλοειδών προϊόντων στη Γαλλία το 1974 σε σχέση με το προηγούμενο έτος, από την άλλη πλευρά οι επίσημες στατιστικές, στις οποίες αναφέρεται η Επιτροπή και περί των οποίων η προσφεύγουσα δεν αμφισβήτησε ότι συμφωνούν προς την πραγματικότητα, αποδεικνύουν ότι, κατά την ίδια περίοδο, οι γαλλικές εξαγωγές προς την Κοινότητα αυξήθηκαν σημαντικά και για ορισμένα προϊόντα (όπως για παράδειγμα το άμυλο αραβοσίτου, η δεξ-τρόζη, η γλυκόζη και η δεξτρίνη), αυξήθηκαν κατά τρόπο πολύ σημαντικότερο από ό, τι οι εισαγωγές στη Γαλλία.
Όσον αφορά, ειδικότερα, την εξέλιξη των εισαγωγών του αμύλου αραβοσίτου στις οποίες αναφέρεται η τρίτη κατάσταση της ενάγουσας, η εναγόμενη επισήμανε ότι η αύξηση των εισαγωγών αυτού του προϊόντος στη Γαλλία άρχισε να εμφανίζεται από το Φεβρουάριο 1973, επομένως, πολύ πριν από την εφαρμογή του συστήματος των εξισωτικών νομισματικών ποσών, και ότι εξάλλου, ακόμα και μετά τη λήξη της εφαρμογής αυτών, οι εν λόγω εισαγωγές διατηρήθηκαν σε επίπεδο πολύ υψηλότερο από εκείνο του 1973.
Λαμβάνοντας υπόψη όλα αυτά τα στοιχεία, δεν φαίνεται δυνατό να καταλήξει κανείς στο συμπέρασμα ότι η αύξηση, η οποία πραγματοποιήθηκε το 1974, των εισαγωγών των αμυλοειδών προϊόντων στη Γαλλία αποτελεί γεγονός επαρκές για να αποδείξει ότι η ενάγουσα υπέστη από αυτό ζημία ούτε, στην περίπτωση υπάρξεως ζημίας, ότι αυτή προκλήθηκε από το μηχανισμό των εξισωτικών νομισματικών ποσών, όπως εφαρμόστηκε κατά την εν λόγω περίοδο.
Είναι πολύ απλός ο ισχυρισμός να ταυτίζεται η προς αποκατάσταση ζημία με τη χορήγηση πλεονεκτημάτων σε ανταγωνιστικές επιχειρήσεις· οι συνέπειες μιας τόσο γενικής απόφασης θα ήσαν και σοβαρές και αδικαιολόγητες.
Εκτός του ότι είναι σχεδόν αδύνατο να καθοριστεί το ύψος της ζημίας που έχει προκληθεί στα διάφορα στοιχεία ανταγωνιστικής σχέσεως, λόγω της χορηγήσεως επιδοτήσεως σε επιχειρήσεις εγκατεστημένες σε άλλες χώρες και που είναι ικανές να δρουν στις ίδιες αγορές, έχει γίνει ασφαλώς υπέρβαση του απαιτούμενου ορίου απευθείας και άμεσης σχέσης.
Κατά το ιταλικό και γαλλικό δίκαιο, ζημία καθαρώς έμμεση δεν παρέχει, καταρχήν, δικαίωμα σε αποκατάσταση, ούτε και στην περίπτωση αθέμιτης συμβατικής πράξης. Πολύ περισσότερο, αποκλείεται η αποκατάσταση επί του εξωσυμβατικού πεδίου, όταν η ζημία δεν μπορεί ενδεχομένως να συσχετιστεί παρά με τρόπο έμμεσο και όχι ευθύ με την επέμβαση των δημοσίων αρχών στην οικονομία.
Από τις προηγούμενες παρατηρήσεις προκύπτει ότι, από τη στιγμή που αποκλείεται η ζημία να ταυτίζεται με τη χορήγηση πλεονεκτήματος σε ανταγωνιστικές επιχειρήσεις, δεν είναι δυνατός ο ισχυρισμός ότι η υποτιθέμενη ζημία αποτελεί αντικειμενικά τη φυσική συνέπεια της συμπεριφοράς που η προσφεύγουσα αποδίδει στην Επιτροπή. Για το λόγο αυτό, η ύπαρξη σχετικού αιτιώδους συνδέσμου πρέπει να αποκλειστεί στην προκειμένη περίπτωση, ακόμα και αν εφαρμοστούν τα γενόμενα δεκτά κριτήρια στη Γερμανία και στη Μεγάλη Βρετανία στον τομέα της εξωσυμβατικής ευθύνης.
Κατά συνέπεια, το αίτημα της ενάγουσας που αποβλέπει στο να επιτύχει αποζημίωση αρχής για τη ζημία την οποία ισχυρίζεται ότι υπέστη επί του ανταγωνιστικού πεδίου κατόπιν της εσφαλμένης ερμηνείας του προαναφερθέντος κανόνα, που υποστήριξε η Επιτροπή, πρέπει και αυτό να απορριφθεί ως αβάσιμο.
Εν συμπεράσματι προτείνω την απόρριψη της αγωγής και την καταδίκη της ενάγουσας στα δικαστικά έξοδα.
( *1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η ιταλική.
Full & Egal Universal Law Academy