ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
GERHARD REISCHL
της 22ας Οκτωβρίου 1974 ( *1 )
Κύριε Πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
Η Mazzier, το γένος Costa, προσφεύγουσα στην διαφορά που κατέληξε στην παραπομπή που εξετάζει τώρα το Δικαστήριο, γεννήθηκε το 1935 και είναι ιταλικής ιθαγένειας. Τον Ιούλιο 1956, εγκατέστησε την κατοικία της στο Βέλγιο όπου παντρεύτηκε με Βέλγο εργαζόμενο υπάλληλο στην ίδια χώρα. Σύμφωνα με τις διαθέσιμες πληροφορίες η Mazzier δεν άσκησε ποτέ μισθωτή δραστηριότητα είτε στην Ιταλία είτε στο Βέλγιο ασχολείται με τα οικιακά εκτός αν κάνω λάθος.
Η Mazzier κίνησε δίκη διότι δεν της χορηγήθηκε το επίδομα μειονεκτούντων που προβλέπει ο βελγικός νόμος της 27ης Ιουνίου 1969 και το οποίο ζήτησε τον Σεπτέμβριο 1971.
Το δικαστήριο είχε ήδη την ευκαιρία να ασχοληθεί με τον προαναφερθέντα νόμο σε άλλες υποθέσεις. Επομένως, δεν παρίσταται ανάγκη περισσοτέρων διευκρινίσεων σχετικά με αυτό το θέμα. Όσον αφορά την υπό κρίση υπόθεση, τα σημαντικά στοιχεία είναι τα ακόλουθα.
Ο νόμος παρέχει δικαίωμα επί επιδόματος μειονεκτούντων στους βέλγους υπηκόους που κατοικούν στο Βέλγιο υπό την προϋπόθεση να είναι τουλάχιστον 14 ετών, να έχουν πληγεί με διαρκή ανικανότητα προς εργασία ίση ή ανώτερη προς το 30 % και τα εισοδήματά τους να μην υπερβαίνουν ορισμένο όριο. Αυτό το επίδομα, μεταξύ των τριών ειδών επιδόματος, μόνο το επίδομα που καλείται σύνηθες θα απασχολήσει την προσοχή μας, χρηματοδοτείται με δημόσιους πόρους και χορηγείται όταν οι δικαιούχοι είναι κάτω των 65 ετών (για τους άνδρες) και κάτω των 60 ετών (για τις γυναίκες). Το ποσό του επιδόματος καθορίζεται ανάλογα με το βαθμό ανικανότητας προς εργασία και ανάλογα με το ύψος των εισοδημάτων. Εντός ορισμένων ορίων, το επίδομα χορηγείται επίσης επιπλέον των παροχών κοινωνικής ασφαλίσεως, αποκλειομένων ωστόσο των παροχών που καταβάλλονται βάσει της ασφαλίσεως κατά των εργατικών ατυχημάτων και των επαγγελματικών ασθενειών.
Παρόλο ότι της αναγνωρίστηκε, με ιατρική βεβαίωση, διαρκής ανικανότητα προς εργασία 75 %, η Mazzier δεν μπορούσε προφανώς να αξιώσει το επίδομα βάσει των μόνων διατάξεων του βελγικού δικαίου. Όμως, οι αρμόδιες υπηρεσίες του Βελγικού Υπουργείου Κοινωνικής Προνοίας, θεώρησαν ότι δεν μπορούσαν να της χορηγήσουν το επίδομα ακόμα και λαμβάνοντας υπόψη την ενδιάμεση ευρωπαϊκή συμφωνία της 11ης Δεκεμβρίου 1953 περί των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως που αφορούν το γήρας, την αναπηρία και τους επιζώντες. Σύμφωνα με το άρθρο 2 αυτής της συμφωνίας, που επιτρέπει την εφαρμογή του βελγικού νόμου στους αλλοδαπούς, πρέπει πράγματι η συνήθης κατοικία να έχει οριστεί στο Βέλγιο πριν από την πρώτη ιατρική βεβαίωση ασθενείας που προκάλεσε την αναπηρία. Εντούτοις, ένας πραγματογνώμονας προσδιόρισε κατά τη διάρκεια της δίκης ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, και οι διαπιστώσεις του προφανώς δεν αμφισβητούνται, ότι η αναπηρία της Mazzier είναι συνέπεια ασθένειας που είχε διαπιστωθεί στην Ιταλία ήδη από το 1938, ήτοι πριν από την εγκατάσταση της κατοικίας της στο Βέλγιο. Η Mazzier θεωρεί, ωστόσο, ότι η αρνητική γνώμη του Βελγικού Υπουργείου Κοινωνικής Προνοίας είναι αβάσιμη. Κατ' αυτήν, η εκτίμηση της κατάστασής της δεν μπορεί με κανένα τρόπο να γίνει βάσει της ιθαγένειάς της διότι σύμφωνα με το άρθρο 7 του κανονισμού 1612/68 της 15ης Οκτωβρίου 1968 περί της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων στο εσωτερικό της Κοινότητος ο εργαζόμενος υπήκοος κράτους μέλους απολαύει στο έδαφος των άλλων κρατών μελών «των ιδίων κοινωνικών και φορολογικών πλεονεκτημάτων με τους ημεδαπούς εργαζομένους». Λαμβάνοντας υπόψη την κοινωνική νομοθεσία που περιέχεται στο κοινοτικό δίκαιο, το tribunal du travail της Λιέγης, το οποίο είχε επιληφθεί της υποθέσεως της Mazzier, με απόφαση της 29ης Μαρτίου 1974, ανέβαλε την έκδοση της οριστικής του απόφασης και ζήτησε από το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογή του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, να αποφανθεί επί των δύο ακολούθων προδικαστικών ερωτημάτων.
«1)
Αποτελεί η σχετική με τα επιδόματα υπέρ των μειονεκτούντων νομοθεσία (νόμος της 27ης Ιουνίου 1969) κοινωνική νομοθεσία που εμπίπτει ή δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής ratione materiae του κανονισμού 3 (άρθρο 2, παράγραφος 3);
2)
Σε περίπτωση αρνητικής απαντήσεως, αποτελεί η νομοθεσία περί μειονεκτούντων κοινωνικό πλεονέκτημα προβλεπόμενο από το άρθρο 7, παράγραφος 2 του κανονισμού 1612/68;»
1.
Παρατηρώ καταρχάς σε σχέση με το πρώτο ερώτημα τα ακόλουθα.
Το ερώτημα, με τη διατύπωσή του, στην ουσία αποβλέπει στο να χαρακτηρίσει το Δικαστήριο το σχετικό με τα επιδόματα υπέρ των μειονεκτούντων βελγικό νόμο. Ασφαλώς, το Δικαστήριο δεν μπορεί να φθάσει μέχρι εκεί και αυτό ήδη συχνά τονίστηκε στο πλαίσιο της διαδικασίας του άρθρου 177, διότι μια τέτοια διαπίστωση θα κατέληγε σε εφαρμογή του δικαίου. Επομένως, δεν μπορεί να πρόκειται παρά περί ερμηνείας του κοινοτικού δικαίου, παρεχόμενης στον εθνικό δικαστή, τονίζοντας τα κριτήρια εκτιμήσεως που πρέπει να γίνουν δεκτά ώστε να αφεθεί στο δικαστή a quo, στον οποίο μόνο ανήκει η εφαρμογή του δικαίου, η μέριμνα να απαντήσει οριστικά στο εγερθέν ζήτημα.
Στο πλαίσιο της έτσι καθορισθείσας ερμηνείας, πρέπει κατ' αρχάς να υπομνησθεί η νομολογία του Δικαστηρίου σχετικά με το βελγικό νόμο περί επιδομάτων υπέρ των μειονεκτούντων.
Απ' αυτή τη νομολογία συγκρατώ αφενός ότι, το γεγονός ότι ο βελγικός νόμος δεν αναφέρεται στον κατάλογο του παραρτήματος Β του κανονισμού 3 δεν συνεπάγεται αναγκαστικά ότι δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού 3. Αυτό σαφώς απέδειξε το Δικαστήριο την υπόθεση 100 — 63 (απόφαση της 15ης Ιουλίου 1964 J. G. van der Veen, χήρα J. Kalsbeek κατά Bestuur van de Sociale Verzeringsbank και 9 άλλες υποθέσεις, Slg. 1964, σ. 1105).
Αφετέρου, η εκδοθείσα στην υπόθεση 187-73 (Callemeyn κατά Βασιλείου του Βελγίου, Slg. 1974, σ. 553) απόφαση είναι σημαντική για την προκειμένη περίπτωση. Αυτή η απόφαση αποδεικνύει ότι οι σχετικοί με τα επιδόματα υπέρ των μειονεκτούντων νόμοι, όπως ο βελγικός νόμος, συνδέονται με την κοινωνική ασφάλιση διότι η κατάσταση ανάγκης των δικαιούχων αποτελεί ουσιώδες κριτήριο εφαρμογής και διότι αυτοί οι νόμοι δεν στηρίζονται σε περιόδους επαγγελματικής δραστηριότητας, υπαγωγής σε ασφαλιστικό σύστημα ή καταβολής εισφορών. Εξάλλου, αυτοί οι νόμοι συνδέονται με τις κοινωνικές ασφαλίσεις στο μέτρο που οι παροχές δεν προϋποθέτουν την εκτίμηση όλων των δεδομένων της προσωπικής περίπτωσης αλλά όπου, αντιθέτως, νομίμως ορισθέν δικαίωμα υφίσταται υπέρ των δικαιούχων. Τέτοιοι νόμοι εξυπηρετούν, πράγματι, κατά την απόφαση, διττό σκοπό: πρέπει να εγγυώνται ελάχιστο εισόδημα σε μειονεκτούντες που τοποθετούνται εντελώς εκτός του συστήματος της κοινωνικής ασφαλίσεως και να διασφαλίζουν συμπληρωματικό επίδομα στους δικαιούχους παροχών κοινωνικής ασφαλίσεως όταν οι τελευταίες είναι ανεπαρκείς. Λαμβάνοντας υπόψη ότι κατά το άρθρο 4, του κανονισμού 1408/71, ο εν λόγω κανονισμός ισχύει για όλες τις νομοθεσίες που προβλέπουν παροχές αναπηρίας και δεδομένου ότι ο όρος «παροχή» κατά την έννοια του άρθρου 1, κ) του κανονισμού 1408/71 νοείται κατά τον ευρύτερο δυνατό τρόπο, το Δικαστήριο έκρινε τελικά, σχετικά με το βελγικό νόμο που αφορά τα επιδόματα υπέρ των μειονεκτούντων, ότι όσον αφορά τους εργαζόμενους ή τους προς αυτούς εξομοιούμενους που λαμβάνουν σε ένα κράτος μέλος σύνταξη αναπηρίας, αυτό το είδος των νόμων εμπίπτει στον τομέα της κοινωνικής ασφαλίσεως (ασφάλιση αναπηρίας) κατά την έννοια των κοινοτικών κανονισμών, παρόλον ότι αυτοί οι κανονισμοί θα μπορούσαν να διαφύγουν αυτόν τον χαρακτηρισμό όσον αφορά άλλους δικαιούχους.
Όμως, αν αυτό συμβαίνει βάσει του κανονισμού 1408/71, ο οποίος αντικατάστησε από την 1η Οκτωβρίου 1972 τον κανονισμό 3, πρέπει επίσης να ισχύει το ίδιο κατά τον κανονισμό 3. Πράγματι, το πεδίο εφαρμογής του τελευταίου, οι ορισμοί που δίδει στην έννοια των «παροχών» στο άρθρο 2, παράγραφος 1, στοιχείο β) και στο άρθρο 1, στοιχείο s) αντιστοιχούν στους ορισμούς που δίδονται στο άρθρο 4, παράγραφος 1, στοιχείο β) και στο άρθρο 1, στοιχείο κ) του κανονισμού 1408/71.
Δεν μπορεί να γίνει διαφορετική εκτίμηση της υποθέσεως ενόψει των επιχειρημάτων που προέβαλε η Βελγική Κυβέρνηση κατά τη διάρκεια της δίκης, όταν επικαλέστηκε τον ορισμό της κοινωνικής ασφαλίσεως και των παροχών αναπηρίας που δίδουν οι συμβάσεις 108 και 128 της διεθνούς οργανώσεως εργασίας και όταν αναφέρεται στο γεγονός ότι, στο πλαίσιο του νόμου περί επιδομάτων, η ανικανότητα προς εργασία που γίνεται δεκτή δεν καθορίζεται σε σχέση με ορισμένο επάγγελμα. Αυτού του είδους οι αντιρρήσεις εγέρθηκαν ήδη κατά τη διάρκεια προηγουμένων δικών χωρίς γι' αυτό το λόγο να πείσουν το Δικαστήριο να δεχθεί, σύμφωνα με την προτεινόμενη από την Βελγική Κυβέρνηση έννοια, ότι οι διατάξεις του νόμου περί επιδομάτων υπέρ των μειονεκτούντων υπάγονται απλώς στον τομέα της μόνης κοινωνικής αρωγής.
Κατά συνέπεια, αν ληφθεί υπόψη η εκδοθείσα κατά την ίδια έννοια απόφαση στην υπόθεση 1-72 (απόφαση της 22ας Ιουνίου 1972, Rita Frilli κατά Βελγικού Δημοσίου, Slg. 1972, σ. 457) που είχε σχέση με το εγγυημένο εισόδημα των ηλικιωμένων, θα πρέπει, επομένως, να γίνει δεκτό ότι το προβαλλόμενο από τη Mazzier δικαίωμα, εφόσον γίνει δεκτή η ιδιότητά της ως εργαζόμενης, πρέπει να εκτιμηθεί βάσει των κοινοτικών κανονισμών και ότι η ίθαγένειά της δεν πρέπει να έχει καμία επίπτωση, αντιθέτως προς τα οριζόμενα από το βελγικό νόμο και την ενδιάμεση ευρωπαϊκή συμφωνία.
2.
Ως προς το δεύτερο ερώτημα, με το οποίο το tribunal du travail της Λιέγης ερωτά αν η σχετική με τα επιδόματα των μειονεκτούντων νομοθεσία περιέχει «κοινωνικά πλεονεκτήματα» κατά την έννοια του ήδη αναφερθέντος κανονισμού 1612/68 περί της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων στο εσωτερικό της Κοινότητος, μπορώ επίσης να αναφερθώ κατά πρώτον στην προηγούμενη νομολογία, δηλαδή στην εκδοθείσα στην υπόθεση 1-72 απόφαση. Η εν λόγω απόφαση δέχεται, πράγματι, ότι η εξέταση μιας εθνικής νομοθεσίας υπό το φως του άρθρου 7 του κανονισμού 1612/68 δεν λαμβάνεται υπόψη παρά «στην περίπτωση που έχει αποδειχθεί ότι δεν πρόκειται περί παροχής κοινωνικής ασφαλίσεως κατά την έννοια του κανονισμού 3». Αντιθέτως προς ότι επιδιώκει να γίνει δεκτό η Ιταλική Κυβέρνηση, ο κανονισμός 3 (ή ο κανονισμός 1408/71) και ο κανονισμός 1612/68 εφαρμόζονται, κατά συνέπεια, εναλλακτικώς.
Αν υποτεθεί εκ νέου ότι η προσφεύγουσα στην κύρια δίκη έχει την ιδιότητα του εργαζομένου και ότι υπ' αυτή την ιδιότητα, κατέχει, δυνάμει του κοινοτικού δικαίου περί κοινωνικής ασφαλίσεως, δικαίωμα προστατευόμενο νομικώς βάσει βελγικού νόμου περί επιδομάτων υπέρ των μειονεκτούντων, πρέπει να αναφερθεί, προκειμένου περί του δευτέρου ερωτήματος και σύμφωνα με τη νομολογία που ήδη επικαλέστηκα, ότι ο κανονισμός 1612/68 δεν μπορεί να ισχύει σε μια τέτοια περίπτωση.
3.
Όπως ορθώς τόνισε η Επιτροπή, μια τέτοια απάντηση δεν μπορεί, ωστόσο, να επιλύσει εξαντλητικά και ικανοποιητικά το προδικαστικό ερώτημα, εφόσον είναι προφανές ότι η προσφεύγουσα στην κύρια δίκη δεν έχει την ιδιότητα του εργαζόμενου κατά την έννοια των διατάξεων περί κοινωνικής ασφαλίσεως των κοινοτικών κανονισμών καί ότι ουδέποτε άσκησε αμειβόμενη δραστηριότητα. Πρέπει, επομένως, να εξεταστεί επιπλέον το ζήτημα αν, για τα μέλη της οικογένειας του εργαζόμενου που διεκδικούν το ευεργέτημα των παροχών που προβλέπει ο βελγικός νόμος περί επιδομάτων υπέρ των μειονεκτούντων, η ιθαγένεια μπορεί να ενέχει σημασία ή αν οι κανονισμοί 3 και 1612/68 αποκλείουν αυτό το ενδεχόμενο, ακόμα και για τα μέλη της οικογένειας.
Αν ληφθεί υπόψη καταρχάς ως προς αυτό το θέμα η σχετική νομολογία του Δικαστηρίου, δεν μπορεί να αγνοηθεί ότι, στο μέτρο που εφαρμόζει τους κοινοτικούς κανονισμούς σε διατάξεις, όπως ο βελγικός νόμος περί επιδομάτων υπέρ των μειονεκτούντων, αυτή η νομολογία στηρίζεται στο αν οι δικαιούχοι είναι εργαζόμενοι, ή πρώην εργαζόμενοι. Ως προς την έννοια «εργαζόμενοι», αυτή ορίζεται στο άρθρο 1, στοιχείο α) του κανονισμού 1408/71. Στην προκειμένη περίπτωση, μόνο το μέρος που αναφέρεται στο στοιχείο ii) λαμβάνεται υπόψη ενόψει του βελγικού νόμου περί επιδομάτων υπέρ των μειονεκτούντων. Σύμφωνα με αυτή τη διάταξη, πρέπει να τεθεί το ερώτημα αν ο δικαιούχος των παροχών «είναι ασφαλισμένος δυνάμει υποχρεωτικής ή προαιρετικής συνεχίσεως της ασφαλίσεως κατά άλλου κινδύνου καθοριζόμενου στο παράρτημα V στο πλαίσιο συστήματος δημιουργηθέντος προς όφελος των μισθωτών». Αυτή η προϋπόθεση προφανώς δεν συντρέχει όταν πρόκειται περί μελών της οικογένειας εργαζόμενου διότι έχουν αποκλειστικά δικαιώματα παράγωγα της ασφαλίσεως των εργαζομένων. Αν, επομένως, μπορεί να θεωρηθεί το βελγικό επίδομα υπέρ των μειονεκτούντων ως εμπίπτον στον τομέα της κοινωνικής ασφάλισης και ως υπαγόμενο στους κοινοτικούς κανονισμούς, μόνο κατά το μέτρο που οι παροχές χορηγούνται στους εργαζόμενους ή στους πρώην εργαζόμενους, δεν μπορεί να προκύψει από τους σχετικούς με την κοινωνική ασφάλιση κανονισμούς καμία υποχρέωση ίσης μεταχειρίσεως υπέρ της προσφεύγουσας υπό την ιδιότητά της ως μέλους της οικογενείας.
Εντούτοις, πρέπει επίσης να εξεταστεί, διότι και αυτό το σημείο αποτέλεσε το αντικείμενο συζητήσεων, αν οι κοινοτικοί κανονισμοί σε θέματα κοινωνικής ασφαλίσεως επιτρέπουν να συναχθούν, υπέρ των μελών της οικογένειας θεωρούμενων ως τέτοιων, δικαιώματα που ενέχουν σχετική σημασία για τη διαφορά στην κύρια δίκη.
Καταρχάς, το άρθρο 4 του κανονισμού 3 είναι σημαντικό σχετικά με αυτό το θέμα. Ορίζει, πράγματι ότι «οι διατάξεις του παρόντος κανονισμού εφαρμόζονται στους μισθωτούς εργαζόμενους ή τους προς αυτούς εξομοιούμενους που υπάγονται ή υπήχθησαν στη νομοθεσία ενός ή περισσοτέρων από τα κράτη μέλη και είναι υπήκοοι ενός από τα κράτη μέλη…καθώς και στα μέλη της οικογένειας τους και στους επιζώντες τους». Η έννοια του «μέλους της οικογένειας» ορίζεται ως εξής στο άρθρο 1, στοιχείο η): «Κάθε πρόσωπο που ορίζεται ή αναγνωρίζεται ως μέλος του νοικοκυριού από τη νομοθεσία του τόπου της κατοικίας τους…». Σχετικώς, συνιστούν «τη νομοθεσία» κατά την έννοια του άρθρου 1, στοιχείο β) οι υφιστάμενοι ή μελλοντικοί κανονισμοί και κανονιστικές πράξεις κάθε κράτους μέλους, που αφορούν τους κλάδους και το σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως που προβλέπονται στις παραγράφους 1 και 2 του άρθρου 2».
Η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και η προσφεύγουσα στην κύρια δίκη διαφωνούν ως προς το πνεύμα των διαφόρων αυτών διατάξεων. Η προσφεύγουσα στην κύρια δίκη θεωρεί ότι αρκεί για ένα πρόσωπο να αναγνωρίζεται ως μέλος της οικογένειας από το σύνολο της νομοθεσίας ενός κράτους μέλους που αφορά την κοινωνική ασφάλιση και πολύ μικρή σημασία έχει το αν αυτό το μέλος της οικογένειας κατέχει δικαιώματα παράγωγα των δικαιωμάτων εργαζομένου. Η Επιτροπή, αντιθέτως, θεωρεί ότι το αποφασιστικό ζήτημα είναι αν υφίστανται παράγωγα δικαιώματα εργαζομένου, αν, επομένως, πρόκειται με άλλα λόγια περί δικαιωμάτων που δεν είναι προσωπικά δικαιώματα ενός μέλους της οικογενείας και αν αυτός ο παράγωγος χαρακτήρας μπορεί να συναχθεί από τον αμφισβητούμενο στην προκειμένη περίπτωση νόμο, που ανήκει στον τομέα της κοινωνικής ασφάλισης.
Τάσσομαι με την άποψη της Επιτροπής. Πράγματι, ασφαλώς δεν είναι λογικό να αρκεστεί κανείς στο γεγονός ότι ένα πρόσωπο υποδεικνύεται ως πρόσωπο της οικογενείας σε μια οποιαδήποτε διάταξη του κοινωνικού δικαίου του κράτους μέλους για το οποίο πρόκειται. Πράγματι, είναι δυνατό τα δικαιώματα των μελών της οικογένειας να ρυθμίζονται κατά πολύ διαφορετικό τρόπο στους διάφορους κλάδους της κοινωνικής ασφαλίσεως και είναι, επομένως, αναμφισβήτητα αναγκαίο να εξετάζεται αν η ιδιότητα του μέλους της οικογενείας αναγνωρίζεται στον ενδιαφερόμενο ακριβώς στον εξεταζόμενο τομέα. Φαίνεται, αφετέρου, ότι ενδείκνυται επίσης να εξεταστεί αν πρόκειται περί παραγώγων δικαιωμάτων εργαζομένου ή περί απλώς προσωπικών δικαιωμάτων. Αυτό, κατά την άπο-ψή μου, υποδεικνύει η διατύπωση του άρθρου 1, στοιχείο η) του κανονισμού 3, κατά το οποίο τα μέλη της οικογένειας πρέπει να αναγνωρίζονται ως τέτοια, δηλαδή να λαμβάνονται υπόψη ως δικαιούχοι δικαιωμάτων μόνο λόγω της ιδιότητάς τους ως μέλους της οικογενείας, δηλαδή σε σχέση με ένα άλλο πρόσωπο. Σχετικώς, τα όσα ανέπτυξε η Επιτροπή σχετικά με τα φαινόμενα που παρατηρήθηκαν κατά την προσχώρηση των νέων κρατών μελών στην Κοινότητα, παρουσιάζουν ενδιαφέρον. Η αρχή που μόλις περιέγραψα υπέστη προδήλως τροποποίηση ώστε να ληφθούν υπόψη τα ιδιαίτερα συστήματα που ισχύουν στα νέα κράτη μέλη. Αλλά η εν λόγω τροποποίηση περιορίστηκε, όπως αποδείχθηκε, στις παροχές που αποτελούν αντικείμενο παραγώγων δικαιωμάτων στα κράτη μέλη καταγωγής. Αυτό είναι σημαντικό όχι μόνο για την ερμηνεία του κανονισμού 1408/71, αλλά επίσης καν για την ερμηνεία του κανονισμού 3 όπου δεν πραγματοποιήθηκε τέτοια τροποποίηση. Τέλος, δεν πρέπει να λησμονείται επίσης ότι η σχετική με περιπτώσεις όπως η προκείμενη νομολογία τόνισε ότι μια τέτοια νομοθεσία εξυπηρετούσε στην πραγματικότητα διττή αποστολή και ότι εμφάνιζε επίσης προφανώς ορισμένα χαρακτηριστικά συμφυή με την κοινωνική αρωγή. Εφόσον, εντούτοις, το Δικαστήριο ακολούθησε σχετικώς ερμηνεία που ορισμένοι αποκαλούν τολμηρή και κατέταξε αυτή τη νομοθεσία στο δίκαιο κοινωνικής ασφαλίσεως στο μέτρο που εφαρμόζεται στους εργαζόμενους, έπεται από αυτό ότι η τελευταία αυτή έννοια αποτελεί το αποφασιστικό σημείο αναγνωρίσεως. Αυτό με οδηγεί και στην προκειμένη περίπτωση στο να θεωρήσω ως σχετική την ιδιότητα του μέλους της οικογενείας μόνο κατά το μέτρο που υφίστανται παράγωγα δικαιώματα εργαζομένων.
Δεδομένου, όμως, ότι ο βελγικός νόμος περί επιδομάτων υπέρ των μειονεκτούντων δεν δημιουργεί προφανώς παρά προσωπικά δικαιώματα για τα οποία η κατοικία είναι το καθοριστικό κριτήριο και οι σχέσεις με εργαζόμενο δεν διαδραματίζουν, κατά συνέπεια, κανένα ρόλο, οδηγούμαι στο συμπέρασμα ότι δεν μπορούν να συναχθούν σ' αυτόν τον τομέα υπέρ των μελών της οικογένειας υπ' αυτή τους την ιδιότητα, δικαιώματα βάσει του κοινοτικού δικαίου της κοινωνικής ασφαλίσεως ούτε, κατά συνέπεια, το δικαίωμα να τύχουν της ίδιας μεταχειρίσεως που απολαύουν οι υπήκοοι του κράτους μέλους για το οποίο πρόκειται.
Αν μπορεί να γίνει αυτή η εκτίμηση των αξιώσεων της προσφεύγουσας, ενόψει των κανονισμών 3 και 1408/71, μπορεί επίσης να τονιστούν τα ακόλουθα σχετικά με τον κανονισμό 1612/68 περί της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων στο εσωτερικό της Κοινότητας.
Ο κανονισμός 1612/68, όπως προκύπτει από τις αιτιολογικές του σκέψεις και από την οικονομία των διατάξεών του, συντάχθηκε για εργαζόμενους κράτους μέλους που απασχολούνται ή που αναζητούν απασχόληση στο έδαφος άλλου κράτους μέλους. Όσον αφορά τα μέλη της οικογένειας και στο μέτρο όπου απασχολούν την προσοχή μας στην προκειμένη περίπτωση, γίνεται λόγος, στο άρθρο 10 του κανονισμού για το σύζυγο του εργαζόμενου υπήκοου κράτους μέλους και απασχολούμενου στο έδαφος άλλου κράτους μέλους. Αυτό και μόνο οδηγεί ήδη στο συμπέρασμα ότι δεν μπορεί να συναχθεί από τον κανονισμό το παραμικρό στοιχείο υπέρ της προσφεύγουσας που δεν έχει η ίδια την ιδιότητα του εργαζόμενου και της οποίας ο σύζυγος δεν συγκεντρώνει ούτε αυτός τις προϋποθέσεις που μόλις ανέφερα.
Σχετικά με την έννοια του κοινωνικού πλεονεκτήματος που περιλαμβάνει το άρθρο 7, προστίθεται αφετέρου, το γεγονός ότι η νομολογία (υπόθεση 76-72 Michel S. κατά Fonds national de reclassement social des handicapés, Slg. 1973, σ. 457) δέχθηκε ήδη ότι μπορούν να θεωρούνται ως κοινωνικά πλεονεκτήματα μόνο τα πλεονεκτήματα που συνδέονται με την απασχόληση και χορηγούνται στους ίδιους τους εργαζόμενους και όχι στα μέλη της οικογένειάς τους. Μπορεί σχετικά να γίνει υπόμνηση του περιεχομένου και της οικονομίας του κανονισμού 1612/68 καθώς και της θέσεως του άρθρου 7 που εντάσσεται στο πρώτο τμήμα και στον τίτλο II του κανονισμού, που φέρει τον τίτλο «άσκηση της απασχολήσεως και ισότης μεταχειρίσεως». Εξάλλου, η πρώτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού βαίνει επίσης προς αυτή την έννοια.
Τέλος, πρέπει ασφαλώς να αναγνωριστεί ότι ο κανονισμός 1612/68 περιέχει επίσης διατάξεις υπέρ των μελών της οικογένειας.
Αλλά, μπορεί μόνο να συναχθεί από αυτές δικαίωμα ελεύθερης εγκαταστάσεως (άρθρο 10) και δικαίωμα απασχολήσεως (άρθρο 11) με αποκλεισμό, ωστόσο, κάθε δικαιώματος με ευρύτερο περιεχόμενο που ορίζεται υπέρ των συζύγων.
Όλα αυτά εξηγούν για ποιο λόγο ο κανονισμός 1612/68 δεν είναι περισσότερο ικανός να στηρίξει υπέρ των συζύγων των εργαζομένων δικαίωμα ίσης μεταχειρίσεως όσον αφορά τη χορήγηση του βελγικού επιδόματος υπέρ των μειονεκτούντων.
4.
Προτείνω, επομένως, να δοθούν στα υποβληθέντα από το tribunal du travail της Λιέγης ερωτήματα οι ακόλουθες απαντήσεις:
α)
Συνιστούν επίσης παροχές κατά την έννοια του άρθρου 2, παράγραφος 1, στοιχείο β) του κανονισμού 3 τα επιδόματα μειονεκτούντων, όπως τα προβλεπόμενα από το βελγικό νόμο περί επιδομάτων υπέρ των μειονεκτούντων, εφόσον καταβάλλονται στους μισθωτούς εργαζόμενους ή τους προς αυτούς εξομοιούμενους κατά την έννοια του άρθρου 3 και οι τελευταίοι διαθέτουν δικαίωμα που τυγχάνει νομικής προστασίας.
β)
Στο μέτρο που παροχές συνιστούν παροχές κοινωνικής ασφαλίσεως κατά την έννοια του κανονισμού 3, δεν μπορεί να έχει εφαρμογή ο κανονισμός 1612/68.
γ)
Οι κανονισμοί 3 και 1612/68 δεν στηρίζουν υπέρ των μελών της οικογενείας εργαζόμενου, απασχολούμενου στο έδαφος κράτους μέλους, κανένα δικαίωμα επί ίσης μεταχειρίσεως σχετικά με νομοθεσία που εξαρτά από την ιθαγένεια το δικαίωμα επί επιδόματος μειονεκτούντων, όταν αυτό το δικαίωμα δεν απορρέει από την ασφάλιση του εργαζόμενου ούτε από την απασχόλησή του, αλλά εξαρτάται από την κατοικία του δικαιούχου.
( *1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γερμανική.
Full & Egal Universal Law Academy