ΑΠΌΦΑΣΗ ΤOY ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ
της 26ης Φεβρουαρίου 1975 ( *1 )
Στην υπόθεση 63/74,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση του Tribunale di Bolzano προς το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογή του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, με την οποία ζητείται, στο πλαίσιο της διαδικασίας ασφαλιστικών μέτρων που εκκρεμεί ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου μεταξύ
W. Cadsky SpA
και
Istituto Nazionale per il Commercio Estero,
η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς την ερμηνεία του άρθρου 16 της Συνθήκης ΕΟΚ και του άρθρου 13 του κανονισμού 159/66/ΕΟΚ (GU 27 Οκτωβρίου 1966, σ. 3286),
TO ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ,
συγκείμενο από τους R. Lecourt, πρόεδρο, Mertens de Wilmars και Mackenzie Stuart (εισηγητή), προέδρους τμήματος, Α. Μ. Donner, R. Monaco, P. Pescatore, Η. Kutscher, Μ. Sørensen και O'Keeffe, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: Α. Trabucchi
γραμματέας: Α. Van Houtte
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
(το μέρος που περιέχει τα περιστατικά παραλείπεται)
Σκεπτικό
1
Με διάταξη της 26ης Ιουλίου 1974 που περιήλθε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 27 Αυγούστου 1974, το Tribunale di Bolzano υπέβαλε τρία ερωτήματα ως προς την ερμηνεία της έννοιας των φορολογικών επιβαρύνσεων ισοδυνάμου προς εξαγωγικούς δασμούς αποτελέσματος του άρθρου 16 της Συνθήκης ΕΟΚ.
2
Με το πρώτο ερώτημα ζητείται να διευκρινιστεί αν η επιβολή χρηματικής επιβάρυνσης στις εξαγωγές οπωροκηπευτικών, υπέρ ενός οργανισμού διαφορετικού από το κράτος, εμπίπτει στην απαγόρευση των φορολογικών επιβαρύνσεων ισοδυνάμου αποτελέσματος, όταν τα έσοδα προορίζονται για την κάλυψη των εξόδων ποιοτικού ελέγχου στα σύνορα, για τη χορήγηση πιστοποιητικών ποιότητας και για την επίθεση εθνικού σήματος κατά την εξαγωγή.
3
Σύμφωνα με το άρθρο 9 της Συνθήκης, η Κοινότητα στηρίζεται επί τελωνειακής ενώσεως που συνεπάγεται την απαγόρευση, μεταξύ των κρατών μελών, των εισαγωγικών και εξαγωγικών δασμών και όλων των φορολογικών επιβαρύνσεων ισοδυνάμου αποτελέσματος. Σύμφωνα με το άρθρο 16, τα κράτη μέλη καταργούν μεταξύ τους, το αργότερο στο τέλος του πρώτου σταδίου, τους εξαγωγικούς δασμούς και τις φορολογικές επιβαρύνσεις ισοδυνάμου αποτελέσματος.
4
Θεσπίζοντας την απαγόρευση των δασμών και φορολογικών επιβαρύνσεων, η Συνθήκη δεν διακρίνει μεταξύ των σκοπών για τους οποίους επιβλήθηκαν ούτε του προορισμού των εσόδων που αποφέρουν. Η δικαιολόγηση της απαγόρευσης αυτής βρίσκεται στο εμπόδιο που οι χρηματικές επιβαρύνσεις, ακόμα και αν είναι ελάχιστες, που εφαρμόζονται λόγω της διέλευσης των συνόρων, αποτελούν για την κυκλοφορία των εμπορευμάτων, η οποία επιδεινώνεται από τις συνεπακόλουθες διοικητικές διατυπώσεις.
5
Επομένως, κάθε χρηματική επιβάρυνση που επιβάλλεται μονομερώς, ανεξάρτητα από το χαρακτηρισμό και τη μορφή της, και η οποία πλήττει τα εθνικά εμπορεύματα λόγω της διέλευσης των συνόρων, εφόσον δεν είναι κατά κυριολεξία δασμός, αποτελεί φορολογική επιβάρυνση ισοδυνάμου αποτελέσματος, κατά την έννοια των άρθρων 9, 12, 13 και 16 της Συνθήκης, ακόμα και αν δεν καταβάλλεται υπέρ του κράτους.
6
Αν και δεν αποκλείεται, σε ορισμένες περιπτώσεις, η πραγματική παροχή συγκεκριμένης υπηρεσίας να αποτελεί αντικείμενο ενδεχόμενης αντιπαροχής ανάλογης με την εν λόγω υπηρεσία, η δυνατότητα αυτή περιορίζεται σε μεμονωμένες περιπτώσεις που δεν επιτρέπεται να οδηγούν σε περιγραφή των άρθρων 9 και 16 της Συνθήκης.
7
Ο ποιοτικός έλεγχος που διενεργεί ένα κράτος μέλος, μόνο για τα εξαγόμενα προϊόντα, ο οποίος συνοδεύεται με απαγόρευση εξαγωγής των προϊόντων που δεν ανταποκρίνονται στις προδιαγραφές («Standard») ποιότητας που προβλέπει η εθνική νομοθεσία, δεν μπορεί, αυτός καθαυτός, να αποτελέσει παροχή υπηρεσίας προς τον εξαγωγέα, στην υποτιθέμενη περίπτωση που ένα τέτοιο εμπόδιο στην ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων θα ήταν νόμιμο, ελλείψει κοινοτικού καθεστώτος ποιότητας.
8
Αν η εξασφάλιση της ποιότητας των οπωροκηπευτικών ενός κράτους μέλους μέσω πιστοποιητικών ελέγχου και επιθέσεως του εθνικού σήματος κατά την εξαγωγή μπορεί να προωθήσει τις εξαγωγές της εθνικής παραγωγής, το πλεονέκτημα αυτό αφορά το γενικό συμφέρον όλων των εξαγωγέων ώστε, το ατομικό συμφέρον του καθενός είναι τόσο αβέβαιο που η επιβάρυνση γι' αυτό τον έλεγχο να μην μπορεί να θεωρηθεί ως αντιπαροχή πραγματικής και ατομικής παροχής συγκεκριμένης υπηρεσίας.
9
Στη συνέχεια ερωτάται αν το άρθρο 16 της Συνθήκης απαγορεύει την επιβολή φορολογικών επιβαρύνσεων ισοδυνάμου προς δασμούς αποτελέσματος επί των ενδοκοινοτικών εξαγωγών για όλα τα προϊόντα, συμπεριλαμβανομένων των οπωροκηπευτικών, από την 1η Ιανουαρίου 1962 και, κατά συνέπεια, αν το άρθρο 13 του κανονισμού 159/1966/ΕΟΚ (GU 27 Οκτωβρίου 1966, σ. 3286), το οποίο καθόρισε μεταγενέστερη ημερομηνία, πρέπει να ερμηνευτεί υπό την έννοια ότι αφορά μόνο την κατάργηση των δασμών και φορολογικών επιβαρύνσεων στις εισαγωγές.
10
Το άρθρο 38, παράγραφος 2, της Συνθήκης προβλέπει ότι, εκτός αντιθέτων διατάξεων των άρθρων 39 μέχρι και 46, οι κανόνες που προβλέπονται για την εγκαθίδρυση της κοινής αγοράς εφαρμόζονται στα γεωργικά προϊόντα. Επειδή δε αυτά τα άρθρα δεν προβλέπουν παρέκκλιση από το άρθρο 16, η απαγόρευση των εξαγωγικών δασμών και των φορολογικών επιβαρύνσεων ισοδυνάμου αποτελέσματος έχει άμεσο αποτέλεσμα για όλα τα προϊόντα από την 1η Ιανουαρίου 1962.
11
Το άρθρο 13 του κανονισμού 159/66 (GU 27 Οκτωβρίου 1966, σ. 3286), που καθόρισε την 1η Ιανουαρίου 1967 ως ημερομηνία για την κατάργηση των δασμών και των φορολογικών επιβαρύνσεων ισοδυνάμου αποτελέσματος, αφορά, επομένως, τους δασμούς και τις φορολογικές επιβαρύνσεις στις εισαγωγές που ήταν ακόμα εν ισχύι μεταξύ των κρατών μελών.
12
Επομένως, στο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι αποτελεί φορολογική επιβάρυνση ισοδυνάμου με εξαγωγικούς δασμούς αποτελέσματος, που απαγορεύεται στις εμπορικές ανταλλαγές μεταξύ κρατών μελών από την 1η Ιανουαρίου 1962, δυνάμει του άρθρου 16 της Συνθήκης, η επιβάρυνση που επιβάλλεται λόγω της διέλευσης των συνόρων σε σχέση με τον υποχρεωτικό ποιοτικό έλεγχο των εξαγομένων προϊόντων, βάσει του οποίου εκδίδεται πιστοποιητικό και επιτίθεται το εθνικό σήμα εξαγωγής, ακόμα και αν το προϊόν της επιβάρυνσης αποδίδεται σε διαφορετικό από το κράτος πρόσωπο.
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ,
κρίνοντας επί των ερωτημάτων που του υπέβαλε το Tribunale di Bolzano, με Διάταξη της 26ης Ιουλίου 1974, αποφασίζει:
Αποτελεί φορολογική επιβάρυνση ισοδυνάμου προς εξαγωγικούς δασμούς αποτελέσματος, που απαγορεύεται στις εμπορικές ανταλλαγές μεταξύ κρατών μελών από την 1η Ιανουαρίου 1962, δυνάμει του άρθρου 16 της Συνθήκης, η επιβάρυνση που επιβάλλεται λόγω της διέλευσης των συνόρων σε σχέση με τον υποχρεωτικό ποιοτικό έλεγχο των εξαγομένων προϊόντων, βάσει του οποίου εκδίδεται πιστοποιητικό και επιτίθεται το εθνικό σήμα εξαγωγής, ακόμα και αν το προϊόν της επιβάρυνσης αποδίδεται σε διαφορετικό από το κράτος πρόσωπο.
Lecourt
Mertens de Wilmars
Mackenzie Stuart
Donner
Monaco
Pescatore
Kutscher
Sørensen
O'Keeffe
Δημοσιεύτηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 26 Φεβρουαρίου 1975.
Ο γραμματέας
Α. Van Houtte
Ο πρόεδρος
R. Lecourt
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η ιταλική.
Full & Egal Universal Law Academy