ΑΠΌΦΑΣΗ TOY ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ
της 18ης Ιουνίου 1975 ( *1 )
Στην υπόθεση 94/74,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση του pretore του Abbiategrasso προς το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογή του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, με την οποία ζητείται, στο πλαίσιο της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του παραπέμποντος δικαστηρίου μεταξύ
Industria Comma Articoli Vari (IGAV), ανώνυμης εταιρίας με έδρα το Abbiategrasso (επαρχία Μιλάνου),
και
Ente Nazionale per la Cellulosa e per la Carta (ENCC), με έδρα τη Ρώμη,
η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς την ερμηνεία του άρθρου 13, παράγραφος 2, και των άρθρων 85 και 86 της Συνθήκης ΕΟΚ σε σχέση με ένα τέλος που επιβάλλεται βάσει της ιταλικής νομοθεσίας επί διαφόρων τύπων χαρτιού και χαρτονιού καθώς και επί της χαρτόμαζας,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ,
συγκείμενο από τους R. Lecourt, πρόεδρο, J. Mertens de Wilmars και Α. J. Mackenzie Stuart, προέδρους τμήματος, Α. Μ. Donner, R. Monaco, P. Pescatore (εισηγητή δικαστή), Η. Kutscher, Μ. Sørensen και Α. O'Keeffe, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: Α. Trabucchi,
γραμματέας: Α. Van Houtte
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
(το μέρος που περιέχει τα περιστατικά παραλείπεται)
Σκεπτικό
1
Με Διάταξη της 14ης Νοεμβρίου 1974, που περιήλθε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 16 Δεκεμβρίου 1974, ο pretore του Abbiategrasso υπέβαλε στο Δικαστήριο, κατ' εφαρμογή του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, ορισμένα ερωτήματα ως προς την ερμηνεία του άρθρου 13, παράγραφος 2, και των άρθρων 85 και 86 της Συνθήκης.
2
Τα εν λόγω ερωτήματα ανέκυψαν στο πλαίσιο προσφυγής που υπέβαλε η προσφεύγουσα στην κύρια δίκη κατά του Ente nazionale per la cellulosa e per la carta (Εθνικού Οργανισμού Κυτταρίνης και Χαρτιού στο εξής ENCC) σχετικά με τις εισφορές που εισπράττει ο τελευταίος αυτός επί του χαρτιού και διαφόρων συναφών προϊόντων, προελεύσεως άλλων κρατών μελών, που διατίθενται στο εμπόριο στην Ιταλία, βάσει του νόμου 868 της 13ης Ιουνίου 1940 [Gazzetta ufficiale (ιταλική Εφημερίδα της Κυβερνήσεως) της 22ας Ιουλίου 1940, αριθμός φύλλου 170] και του νόμου 168 της 28ης Μαρτίου 1956 (Gazzetta ufficiale της 3ης Απριλίου 1956, αριθμός φύλλου 79).
3
Προκειμένου το εθνικό δικαστήριο να εκτιμήσει αν ο φορολογικός μηχανισμός που έχει θεσπισθεί με τους προαναφερθέντες νόμους συμβιβάζεται με τη Συνθήκη, ζήτησε από το Δικαστήριο να διευκρινίσει την έννοια των «φορολογικών επιβαρύνσεων ισοδυνάμου αποτελέσματος προς δασμούς», η οποία έχει οριστεί με την απόφαση της 19ης Ιουνίου 1973 (υπόθεση 77/72, Capolongo, Racc. 1973, σελίδα 611), να αποσαφηνίσει αν το άρθρο 13, παράγραφος 2, το οποίο καταργεί τις εν λόγω επιβαρύνσεις, έχει απευθείας εφαρμογή και να καθορίσει την ημερομηνία από την οποία μπορεί ενδεχομένως να αξιωθεί αυτή η απευθείας εφαρμογή, τέλος δε να οριοθετήσει, από ορισμένες απόψεις, το πεδίο εφαρμογής των διατάξεων περί ανταγωνισμού που περιέχονται στα άρθρα 85 και 86.
4
Στο σημείο αυτό είναι σκόπιμο να υπομνηστεί ότι με ανακοίνωση που δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων στις 26 Σεπτεμβρίου 1972 (GU C 98, σελ. 1) η Επιτροπή κίνησε την κατά το άρθρο 93, παράγραφος 2 της Συνθήκης διαδικασία σχετικά με το ιταλικό σύστημα ενισχύσεων, τη διαχείριση του οποίου ασκεί ο ENCC και το οποίο χρηματοδοτείται από το τέλος που εισπράττεται επί ορισμένων τύπων χαρτιού και χαρτονιού καθώς και επί της χαρτόμαζας.
5
Η Επιτροπή, κατόπιν της έρευνας που διεξήγαγε, αξίωσε την τροποποίηση του συστήματος ενισχύσεων. Η Ιταλική Δημοκρατία αποδέχτηκε τις τροποποιήσεις, όπως προκύπτει από έγγραφο που απηύθυνε η Επιτροπή προς την Ιταλική Κυβέρνηση στις 20 Νοεμβρίου 1974.
6
Η Επιτροπή διαπιστώνει με το προαναφερθέν έγγραφο ότι «κατόπιν των τροποποιήσεων που επέφεραν οι ιταλικές αρχές στο υπό κρίση καθεστώς, το καθεστώς αυτό συμβιβάζεται πλέον με τις διατάξεις της Συνθήκης περί ενισχύσεων».
7
Υπενθυμίζεται ότι η διαφορά που εκκρεμεί ενώπιον του pretore του Abbiategrasso αφορά το χρονικό διάστημα πριν από την τροποποίηση του επίδικου καθεστώτος.
Επί της εννοίας των φορολογικών επιβαρύνσεων ισοδυνάμου αποτελέσματος προς δασμούς
8
Με το πρώτο ερώτημα ζητείται η ερμηνεία της έννοιας «φορολογικές επιβαρύνσεις ισοδυνάμου αποτελέσματος προς δασμούς» (άρθρο 13, παράγραφος 2 της Συνθήκης) σε σχέση με ένα τέλος, όπως η εισπραττόμενη από τον ENCC εισφορά κατά τη διάθεση στο εμπόριο του χαρτιού, του χαρτονιού και της χαρτόμαζας εισαγωγής, εν όψει τόσο του τρόπου εισπράξεως της εισφοράς αυτής όσο και του προορισμού του προϊόντος της.
9
Προκειμένου να ερμηνευθεί η προαναφερθείσα έννοια, ενδείκνυται να αναφερθεί ότι η επίδικη εισφορά εμφανίζει τα ακόλουθα τρία χαρακτηριστικά:
—
επιβάλλεται από αυτόνομο οργανισμό δημοσίου δικαίου, ο οποίος δεν έχει εμπορικό χαρακτήρα
—
πλήττει αδιακρίτως τόσο τα εγχώρια όσο και τα εισαγόμενα προϊόντα·
—
το προϊόν της διατίθεται για τη χρηματοδότηση αναπτυξιακών και ερευνητικών πρωτοβουλιών στον τομέα της παραγωγής χαρτιού και χαρτόμαζας, ενώ οι περισσότερες ενισχύσεις αφορούν το χαρτί εφημερίδων, το οποίο απαλλάσσεται από την εισφορά αυτή.
10
Από την απόφαση της 19ης Ιουνίου 1973, στην οποία αναφέρεται το εθνικό δικαστήριο, προκύπτει ότι η απαγόρευση που προβλέπεται στο άρθρο 13, παράγραφος 2 αφορά κάθε επιβάρυνση που επιβάλλεται επ' ευκαιρία ή λόγω της εισαγωγής και η οποία, πλήττοντας ειδικώς το εισαγόμενο εμπόρευμα χωρίς να πλήττει το ομοειδές εγχώριο εμπόρευμα, μεταβάλλει την τιμή του κόστους του και κατά συνέπεια έχει επί της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων το ίδιο περιοριστικό αποτέλεσμα όπως ο δασμός.
11
Το γεγονός ότι η εισφορά εισπράττεται από αυτόνομο οργανισμό δημοσίου δικαίου και όχι από το ίδιο το Δημόσιο, χρησιμοποιείται δε από τον προαναφερθέντα οργανισμό για τους σκοπούς που προβλέπει ο νόμος, δεν έχει σημασία προκειμένου να καθορισθεί αν η επίμαχη φορολογική επιβάρυνση συνιστά επιβάρυνση ισοδυνάμου αποτελέσματος προς δασμό: η αναφερόμενη στο άρθρο 13, παράγραφος 2 απαγόρευση εξαρτάται αποκλειστικώς από τα αποτελέσματα των επιβαρύνσεων αυτών και όχι από τους τρόπους εισπράξεώς τους.
12
Αντιθέτως, το γεγονός ότι η επιβάρυνση πλήττει αδιακρίτως τόσο τα εγχώρια προϊόντα όσο και τα προϊόντα καταγωγής άλλων χωρών μελών θέτει το ερώτημα αν το υπό κρίση τέλος εμπίπτει στην απαγόρευση του άρθρου 13, παράγραφος 2, ή στην απαγόρευση των διακρίσεων που διακηρύσσεται σε σχέση με τους εσωτερικούς φόρους στο άρθρο 95 της Συνθήκης.
13
Ο ίδιος φόρος δεν μπορεί, στο πλαίσιο του συστήματος της Συνθήκης, να ανήκει παράλληλα και στις δύο προαναφερθείσες κατηγορίες, δεδομένου ότι, ενώ οι αναφερόμενες στο άρθρο 13, παράγραφος 2 επιβαρύνσεις πρέπει άνευ ετέρου να καταργηθούν, οι εσωτερικοί φόροι πρέπει αντιθέτως κατά το άρθρο 95 να εφαρμόζονται κατά τρόπο που να αποκλείει οποιαδήποτε μορφή διακρίσεως, άμεσης ή έμμεσης, μεταξύ των εγχωρίων προϊόντων και των προϊόντων καταγωγής άλλων κρατών μελών.
14
Οι χρηματικές επιβαρύνσεις που εντάσσονται σε ένα γενικό σύστημα εσωτερικών τελών που πλήττουν βάσει των ίδιων κριτηρίων τόσο τα εγχώρια προϊόντα όσο και τα εισαγόμενα δεν συνιστούν επιβαρύνσεις ισοδυνάμου αποτελέσματος.
15
Εντούτοις, δεν ισχύει το ίδιο ως προς τις εισφορές που επιβάλλονται μόνο επί ορισμένων προϊόντων και οι οποίες διατίθενται αποκλειστικώς για τη χρηματοδότηση δραστηριοτήτων από τις οποίες επωφελούνται ειδικώς τα φορολογούμενα εγχώρια προϊόντα, με αποτέλεσμα να αντισταθμίζεται κατ' αυτό τον τρόπο, εν όλω ή εν μέρει, η φορολογική επιβάρυνση των τελευταίων αυτών.
16
Πράγματι, μόνο κατ' επίφαση συνιστά σύστημα εσωτερικής φορολογίας ένας τέτοιος φορολογικός μηχανισμός· στην πραγματικότητα, ο μηχανισμός αυτός μπορεί, λόγω του προστατευτικού του χαρακτήρα, να θεωρηθεί ως φορολογική επιβάρυνση ισοδυνάμου αποτελέσματος προς δασμούς, απαγορευόμενη από το άρθρο 13, παράγραφος 2.
17
Ωστόσο, ο ανωτέρω χαρακτηρισμός προϋποθέτει ότι είναι απολύτως· εξακριβωμένη η ύπαρξη σχέσεως μεταξύ της επιβολής μιας φορολογικής επιβαρύνσεως που πλήττει αδιακρίτως όλα τα οικεία προϊόντα, εγχώρια και εισαγόμενα, αφενός και της διαθέσεως του προϊόντος της αποκλειστικώς υπέρ των εγχωρίων προϊόντων αφετέρου.
18
Κατά συνέπεια στο πρώτο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι η εισφορά που εντάσσεται σε ένα γενικό σύστημα εσωτερικών τελών που πλήττουν βάσει των ίδιων κριτηρίων τόσο τα εγχώρια όσο και τα εισαγόμενα προϊόντα συνιστά εντούτοις επιβάρυνση ισοδυνάμου αποτελέσματος προς εισαγωγικό δασμό, όταν διατίθεται αποκλειστικά για τη χρηματοδότηση δραστηριοτήτων από τις οποίες ωφελείται ειδικώς το φορολογούμενο εγχώριο προϊόν.
19
Με το δεύτερο ερώτημα ερωτάται αν το άρθρο 13, παράγραφος 2 έχει απευθείας εφαρμογή και αν γεννά υπέρ των ιδιωτών το δικαίωμα να μην πλήττονται από φόρους απαγορευόμενους από τη διάταξη αυτή. Επιπλέον, ερωτάται αν το δικαίωμα αυτό, στην περίπτωση κατά την οποία όντως υφίσταται, γεννήθηκε κατά τη λήξη της μεταβατικής περιόδου, δηλαδή στις 31 Δεκεμβρίου 1969, ή κατά την ημερομηνία κατά την οποία καταργήθηκαν οι ενδοκοινοτικοί δασμοί, δηλαδή την 1η Ιουλίου 1968.
20
Τα εν λόγω ερωτήματα προϋποθέτουν ότι η υπό κρίση εισφορά αποτελεί φορολογική επιβάρυνση ισοδυνάμου αποτελέσματος.
21
Δεδομένου ότι το εθνικό δικαστήριο είναι αρμόδιο να κρίνει στην προκειμένη περίπτωση αν, βάσει των ανωτέρω αναφερθέντων νομικών κριτηρίων, η επίδικη επιβάρυνση συνιστά φορολογική επιβάρυνση ισοδυνάμου αποτελέσματος προς δασμό ή εσωτερικό φόρο κατά το άρθρο 95, είναι σκόπιμο, προκειμένου να καλυφθούν όλες οι πιθανές περιπτώσεις, να δοθεί απάντηση και στα ερωτήματα αυτά.
22
Όπως δέχτηκε το Δικαστήριο με την απόφαση της 19ης Ιουνίου 1973, στην οποία αναφέρεται το παραπέμπον δικαστήριο, το άρθρο 13, παράγραφος 2, μπορεί, από την ίδια τη φύση του, να παράγει απευθείας αποτελέσματα στις έννομες σχέσεις μεταξύ των κρατών μελών και των πολιτών τους.
23
Με την επιφύλαξη τυχόν ειδικών διατάξεων, το αποτέλεσμα αυτό υφίσταται από τη λήξη της μεταβατικής περιόδου, δηλαδή από την 1η Ιανουαρίου 1970.
24
Πράγματι, η απόφαση του Συμβουλίου, της 26ης Ιουλίου 1966, περί καταργήσεως των δασμών παραλλήλως προς την καθιέρωση του κοινού τελωνειακού δασμολογίου από την 1η Ιουλίου 1968 (GU, σελ. 2971), στηρίζεται στην ιδέα της επιλεκτικής επισπεύσεως ορισμένων ενεργειών που έπρεπε να περατωθούν όλες πριν από το τέλος της μεταβατικής περιόδου.
25
Υπ' αυτές τις προϋποθέσεις, η προαναφερθείσα απόφαση εφαρμόζεται μόνο επί των μέτρων στα οποία αναφέρεται ρητώς, δηλαδή επί των κατά κυριολεξία δασμών και επί των ποσοτικών περιορισμών.
26
Επομένως στο δεύτερο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 13, παράγραφος 2, δεν παρήγε άμεσα αποτελέσματα πριν από την 1η Ιανουαρίου 1970.
27
Επιπλέον, η προσφεύγουσα στην κύρια δίκη διατύπωσε πολλές αιτιάσεις ως προς το καθεστώς που ισχύει στην Ιταλία για την εισαγωγή χαρτιού, χαρτονιού και χαρτόμαζας.
28
Η προσφεύγουσα θεωρεί ότι το εφαρμοζόμενο βάσει της σχετικής ιταλικής νομοθεσίας φορολογικό σύστημα δημιουργεί δυσμενή διάκριση για τα προϊόντα προελεύσεως άλλων κρατών μελών, ενώ η παρέμβαση του ENCC περιορίζει το εμπόριο σε τέτοιο βαθμό ώστε στην πραγματικότητα καταργεί κάθε δυνατότητα αναπτύξεως του ενδοκοινοτικού εμπορίου στην ιταλική αγορά. Η προσφεύγουσα προβάλλει ειδικότερα το επιχείρημα ότι οι τροποποιήσεις που εισήχθησαν στην ιταλική νομοθεσία κατόπιν της εμμονής της Επιτροπής αποδεικνύουν ότι, τουλάχιστον πριν γίνουν οι προσαρμογές που ζήτησαν οι κοινοτικές αρχές, το εν λόγω σύστημα ήταν ασυμβίβαστο προς τις διατάξεις της Συνθήκης περί κρατικών ενισχύσεων. Επομένως και η εισφορά που διατίθεται για τη χρηματοδότηση της λειτουργίας του συστήματος αυτού πρέπει να θεωρηθεί ως επιβάρυνση απαγορευόμενη από τη Συνθήκη.
29
Το γεγονός ότι ένα τέλος που εισπράττεται από κράτος μέλος χρησιμοποιείται για τη χρηματοδότηση ενός συστήματος ενισχύσεων που έχει κριθεί ασυμβίβαστο προς τη Συνθήκη δεν προσδίδει στο εν λόγω τέλος το χαρακτήρα επιβαρύνσεως ισοδυνάμου αποτελέσματος προς δασμό.
30
Εξάλλου, όσο σοβαρές και αν είναι οι αμφιβολίες ως προς το αν το επίδικο καθεστώς και η παρέμβαση του ENCC στο ενδοκοινοτικό εμπόριο συμβιβάζονται με τη Συνθήκη, και ειδικότερα με την απαγόρευση των μέτρων ισοδύναμου αποτελέσματος προς ποσοτικούς περιορισμούς, πρέπει να γίνει δεκτό ότι το εθνικό δικαστήριο δεν ζήτησε από το Δικαστήριο να αποφανθεί ως προς αυτές τις πλευρές του ζητήματος.
31
Παρά τις αόριστες αναφορές του παραπέμποντος δικαστηρίου στην αρχή της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων, στο στόχο της συγχωνεύσεως των διαφόρων εθνικών αγορών σε ενιαία αγορά καθώς και στη μέσω της Συνθήκης κατάργηση κάθε μορφής διακρίσεως, η Διάταξη παραπομπής δεν θέτει επί των ζητημάτων αυτών επαρκώς σαφή ερωτήματα που να παρέχουν στο Δικαστήριο τη δυνατότητα να αποφανθεί επί των ενστάσεων που προέβαλε η προσφεύγουσα στην κύρια δίκη. Επομένως οι εν λόγω ενστάσεις δεν μπορούν να εξεταστούν στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας.
Επί του καθεστώτος ανταγωνισμού
32
Με το τρίτο ερώτημα ερωτάται κατ' ουσία αν η κατανομή των επιβαρύνσεων και των πλεονεκτημάτων μεταξύ των εισαγωγέων χαρτιού, χαρτονιού και χαρτόμαζας αφενός, και των εγχωρίων παραγωγών ή καταναλωτών των προϊόντων αυτών αφετέρου, καθώς και η παρέμβαση του ENCC στο πλαίσιο της κατανομής αυτής, συνιστούν παράβαση των διατάξεων περί ανταγωνισμού των άρθρων 85 και 86 της Συνθήκης.
33
Πλην των διατάξεων περί ανταγωνισμού μεταξύ επιχειρήσεων, στις οποίες ανήκουν τα άρθρα 85 και 86 που αναφέρει το παραπέμπον δικαστήριο, η Συνθήκη περιέχει διάφορες διατάξεις που αφορούν τις στρεβλώσεις του ανταγωνισμού οι οποίες μπορούν να προκληθούν από την παρέμβαση των κρατών.
34
Σ' αυτήν ακριβώς τη δεύτερη κατηγορία διατάξεων ανήκουν το άρθρο 90, καθόσον προβλέπει ένα ειδικό καθεστώς υπέρ των επιχειρήσεων που είναι επιφορτισμένες με τη διαχείριση υπηρεσιών γενικού οικονομικού συμφέροντος ή που έχουν χαρακτήρα δημοσιονομικού μονοπωλίου, τα άρθρα 92 — 94, που αφορούν τις χορηγούμενες από τα κράτη ενισχύσεις, τα άρθρα 101 και 102, που αφορούν τις στρεβλώσεις που προκύπτουν από διατάξεις δημοσίου δικαίου που μπορούν να νοθεύουν τους όρους ανταγωνισμού εντός της κοινής αγοράς, και τέλος το άρθρο 37 που αφορά τα κρατικά μονοπώλια εμπορικού χαρακτήρα.
35
Οι δραστηριότητες ενός οργανισμού δημοσίου δικαίου, έστω και αυτόνομου, διέπονται από τις εν λόγω διατάξεις και όχι από τα άρθρα 85 και 86, τουλάχιστον καθόσον ο εν λόγω οργανισμός ενεργεί προς το δημόσιο συμφέρον και δεν έχει εμπορικό χαρακτήρα.
36
Εναπόκειται στους διοικούμενους και στα εθνικά δικαστήρια να αναλάβουν τις αναγκαίες πρωτοβουλίες όταν το κράτος ή οι αυτόνομοι οργανισμοί δημοσίου δικαίου παραβιάζουν διατάξεις που έχουν απευθείας εφαρμογή στην εθνική έννομη τάξη. Εξάλλου η Επιτροπή έχει την υποχρέωση να επαγρυπνεί για την εκ μέρους των εθνικών αρχών τήρηση των διατάξεων της Συνθήκης στον τομέα του ανταγωνισμού.
37
Κατά συνέπεια στο τρίτο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι κατά το σύστημα της Συνθήκης τα άρθρα 85 και 86 δεν μπορούν να εφαρμοστούν σε δραστηριότητες του είδους που αφορά το ερώτημα.
Επί των δικαστικών εξόδων
(παραλείπονται)
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ,
κρίνοντας επί των προδικαστικών ερωτημάτων που του υπέβαλε με Διάταξη της 14ης Νοεμβρίου 1974 ο pretore του Abbiategrasso, αποφαίνεται:
1.
Η εισφορά που εντάσσεται σε ένα γενικό σύστημα εσωτερικών τελών που πλήττουν βάσει των ίδιων κριτηρίων τόσο τα εγχώρια όσο και τα εισαγόμενα προϊόντα συνιστά εντούτοις επιβάρυνση ισοδυνάμου αποτελέσματος προς εισαγωγικό δασμό, όταν διατίθεται αποκλειστικά για τη χρηματοδότηση δραστηριοτήτων από τις οποίες ωφελείται ειδικώς το φορολογούμενο εγχώριο προϊόν.
2.
Το άρθρο 13, παράγραφος 2 της Συνθήκης ΕΟΚ παράγει, από την ίδια τη φύση του, άμεσα αποτελέσματα στις έννομες σχέσεις μεταξύ των κρατών μελών και των πολιτών τους από την 1η Ιανουαρίου 1970.
3.
Τα άρθρα 85 και 86 δεν εφαρμόζονται σε δραστηριότητες του είδους που αναφέρει το παραπέμπον δικαστήριο.
Lecourt
Mertens de Wilmars
Mackenzie Stuart
Donner
Monaco
Pescatore
Kutscher
Sørensen
O'Keeffe
Δημοσιεύτηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 18 Ιουνίου 1975.
Ο γραμματέας
Α. Van Houtte
Ο Πρόεδρος
R. Lecourt
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η ιταλική.
Full & Egal Universal Law Academy