ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
ALBERTO TRABUCCHI
της 10ης Ιουνίου 1975 ( *1 )
Κύριε πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
1.
Τα προδικαστικά ερωτήματα που υπέβαλε το TRIBUNAL DU TRAVAIL της NIVELLES, τα οποία έχουν ως αντικείμενο την ερμηνεία του κανονισμού (ΕΟΚ) 1612/68, περί της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων στο εσωτερικό της κοινότητας, και του κανονισμού 1408/71, περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως στους μισθωτούς και τις οικογένειές τους που διακινούνται εντός της κοινότητας, συναρτώνται προς την εφαρμογή του βελγικού νόμου της 27ης Ιουνίου 1969 περί χορηγήσεως επιδομάτων υπέρ των αναπήρων. η εφαρμογή του εν λόγω νόμου έχει ήδη αποτελέσει την ευκαιρία για την έκδοση των προδικαστικών αποφάσεων επί άλλων δύο υποθέσεων: πρόκειται για την υπόθεση 187/73, CALLEMEYN, RACCOLTA 1974, σ. 560, και για την υπόθεση 39/74, COSTA κατά βελγικού δημοσίου, RACCOLTA 1974, σ. 1259. από τη νομολογία αυτή προκύπτει ότι μία νομοθεσία όπως η προαναφερθείσα εμπίπτει στον τομέα της κοινωνικής ασφαλίσεως, που διέπεται από το άρθρο 51 της συνθήκης. ειδικότερα, από την εν λόγω νομολογία προκύπτει ότι οι παροχές που αναφέρονται στο άρθρο 4, παράγραφος 1, στοιχείο β του κανονισμού (EOK) 1408/71 του Συμβουλίου περιλαμβάνουν τις παροχές που προβλέπει μια τέτοια εθνική νομοθεσία περί χρηματικής ενισχύ σεως των σωματικώς αναπήρων, καθόσον η εν λόγω νομοθεσία αφορά τους εργαζομένους κατά την έννοια του άρθρου 1, στοιχείο α του κανονισμού αυτού.
Μολονότι η σχετική βελγική νομοθεσία αφορά ολόκληρο τον πληθυσμό του κράτους και επομένως δεν έχει θεσπιστεί ειδικώς για τους εργαζομένους, το δικαστήριο με την προαναφερθείσα νομολογία του αναγνώρισε στους εργαζομένους το δικαίωμα να ωφελούνται από τη νομοθεσία αυτή.
Στην υπό κρίση υπόθεση τίθεται το ερώτημα αν το ευεργέτημα αυτό μπορεί να επεκταθεί και στα μελη της οικογένειας του εργαζομένου που διαμένουν στη χώρα στην οποία έχει μεταναστεύσει και τα οποία περιλαμβάνονται στην έννοια των μελών της οικογένειας του εργαζομένου, όπως αυτή ορίζεται στο άρθρο 1, στοιχείο στ του κανονισμού 1408/71.
2.
Η περίπτωση που αποτέλεσε την αιτία για την υποβολή των προδικαστικών ερωτημάτων, που κατ' ουσία αποβλέπουν όλα στη διευκρίνιση του εν λόγω προβλήματος, είναι πολύ απλή. ο κύριος και η κυρία f., ιταλικής ιθαγενείας, που διαμένουν από το 1947 στο βέλγιο, όπου ο κύριος f. εργάζεται ως μισθωτός, απέκτησαν το 1959 έναν υιό που είναι σοβαρά ανάπηρος ΕΚ γενετής. η αίτηση που υπέβαλαν ον γονείς επ' ονόματι του υιού τους στο Βελγικό Υπουργείο Κοινωνικής Πρόνοιας προκειμένου να λάβουν τα συνήθη επιδόματα για αναπήρους βάσει του βελγικού νόμου της 27ης Ιουνίου 1969, απορρίφθηκε, διότι ο ανήλικος δεν είχε τη βελγική ιθαγένεια και ως αλλοδαπός δεν πληρούσε τις απαιτούμενες προϋποθέσεις για να λάβει το ευεργέτημα αυτό βάσει της ευρωπαϊκής προσωρινής συμφωνίας της 11ης Δεκεμβρίου 1953, όπως αυτή ερμηνεύεται κατά την τρέχουσα πρακτική των βελγικών διοικητικών αρχών: δεν συνέτρεχε δηλαδή η προϋπόθεση διαμονής στο Βέλγιο επί 15 έτη τουλάχιστον μετά τη συμπλήρωση του 20ού έτους ηλικίας. 0 νόμος αναγνωρίζει το δικαίωμα λήψεως επιδομάτων στους βέλγους πολίτες που κατοικούν στο Βέλγιο, εφόσον είναι 14 ετών, έχουν διαρκή ανικανότητα προς εργασία τουλάχιστον 30 % και δεν διαθέτουν πόρους που υπερβαίνουν κάποια συγκεκριμένα όρια. Ο εν λόγω ανήλικος, που όπως αναφέρθηκε γεννήθηκε και διαμένει στο Βέλγιο, φαίνεται ότι πάσχει από αναπηρία 100 %.
Ενώπιον της καταστάσεως αυτής, το βελγικό δικαστήριο, μολονότι εξετάζει τη δυνατότητα ερμηνείας της προαναφερθείσας συμφωνίας υπό την έννοια ότι η προϋπόθεση διαμονής αναφέρεται μόνο στο γονέα, ερωτά το Δικαστήριο μήπως το κοινοτικό δίκαιο, και ειδικότερα το άρθρο 12 του κανονισμού (ΕΟΚ) 1612/68 ή ο κανονισμός (ΕΟΚ) 1408/71, μπορούν να παράσχουν ασφαλέστερη λύση ώστε να αποφευχθεί η δημιουργία άδικων διακρίσεων.
Το πρώτο ερώτημα που υπέβαλε το βελγικό δικαστήριο αφορά το αν τα αναφερόμενα στο άρθρο 12 του κανονισμού 1612/68 μέτρα περιλαμβάνουν παροχές όπως τα επιδόματα που προβλέπονται από το βελγικό νόμο της 27ης Ιουνίου 1969, καθόσον τα ανάπηρα τέκνα των μισθωτών είναι αποδέκτες των εν λόγω μέτρων. Νομίζω ότι η αρνητική απάντηση είναι προφανής. Πράγματι, το άρθρο 12 αφορά παροχές με τις οποίες επιδιώκεται να παρασχεθεί στα τέκνα των διακινουμένων εργαζομένων η δυνατότητα να παρακολουθούν μαθήματα γενικής εκπαιδεύσεως, μαθητείας και επαγγελματικής εκπαιδεύσεως υπό τους ίδιους όρους με τους υπηκόους του κράτους στο οποίο διαμένουν. Παροχές οι οποίες, καθόσον προβλέπονται και για τους ανιάτους αναπήρους, επιτελούν μια λειτουργία συντηρήσεως σαφώς διαφορετική από τη λειτουργία που προβλέπει ειδικώς το άρθρο 12, δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της εν λόγω διατάξεως. Αλλωστε στη συγκεκριμένη περίπτωση ενός αναπήρου που είναι ανίκανος 100 % δεν θα μπορούσε καν να τεθεί ζήτημα παροχών όπως οι προβλεπόμενες από την προαναφερθείσα διάταξη, δεδομένου ότι οι εν λόγω παροχές θα ήταν άνευ αντικειμένου.
3.
Το ζήτημα, το οποίο τίθεται με το δεύτερο ερώτημα και το οποίο αφορά τον αντικειμενικό χαρακτηρισμό μιας εθνικής νομοθεσίας όπως αυτή που το παραπέμπον δικαστήριο οφείλει να εφαρμόσει σε σχέση με τον κανονισμό 1408/71 του Συμβουλίου, έχει ήδη επιλυθεί από τη νομολογία του Δικαστηρίου. Πράγματι, όπως αναφέρθηκε, από τα κριτήρια που έχουν γίνει δεκτά με τις προδικαστικές αποφάσεις στις υποθέσεις 187/73 και 39/74 προκύπτει ότι μια νομοθεσία σαν κι αυτή εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού αυτού και ότι οι παροχές που αυτή προβλέπει υπέρ των αναπήρων μπορούν να χαρακτηριστούν ως παροχές αναπηρίας του άρθρου 4, παράγραφος 1, στοιχείο β του προαναφερθέντος κανονισμού.
Οι αποφάσεις αυτές όμως δεν επιλύουν το ειδικό πρόβλημα που τίθεται τώρα στο βελγικό δικαστήριο και το οποίο προκύπτει από την εξέταση του δευτέρου ερωτήματος σε συνδυασμό με το τρίτο ερώτημα: δεν επιλύουν δηλαδή το ζήτημα της δυνατότητας εφαρμογής επί των τέκνων του διακινουμένου εργαζομένου, τόσο πριν όσο και μετά την ενηλικίωση τους, μιας νομοθεσίας αυτού του είδους, η οποία δεν αναφέρεται ούτε στην ιδιότητα του εργαζομένου ούτε στην ιδιότητα του μέλους της οικογένειάς του και αυτό βάσει της κοινοτικής κανονιστικής ρυθμίσεως στον κοινωνικό τομέα.
4.
Βάσει της προαναφερθείσας νομολογίας του Δικαστηρίου, ο διακινούμενος εργαζόμενος, ο οποίος, εξαιρέσει της ιθαγενείας, πληροί τις προϋποθέσεις που προβλέπει ο επίδικος νόμος για τους βέλγους υπηκόους, απολαύει των ευεργετημάτων του εν λόγω νόμου υπό ίσους όρους με τους τελευταίους.
Βάσει του άρθρου 2, ο εν λόγω κανονισμός εφαρμόζεται και επί των μελών της οικογένειας του εργαζομένου καθώς και επί των επιζώντων τους. Κατά το άρθρο 3, παράγραφος 1, τα πρόσωπα που κατοικούν στο έδαφος του κράτους και τα οποία εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού αυτού απολαύουν των δικαιωμάτων που απορρέουν από την εθνική νομοθεσία υπό τους ίδιους όρους με τους υπηκόους του κράτους αυτού.
Εντούτοις η Επιτροπή, με τις παρατηρήσεις που κατέθεσε στην υπόθεση 39/74 (Costa κατά Βελγικού Δημοσίου), είχε αποκλείσει τη δυνατότητα ασφαλίσεως των μελών της οικογένειας του εργαζομένου, υπό την ιδιότητα τους αυτή, στο πλαίσιο ενός γενικού συστήματος κοινωνικής ασφαλίσεως, όπως το εξεταζόμενο στην προκειμένη περίπτωση από το βελγικό δικαστήριο. Η Επιτροπή είχε καταλήξει στο συμπέρασμα αυτό αντλώντας, μεταξύ άλλων, επιχείρημα από τη νομολογία του Δικαστηρίου ως προς το «εγγυημένο εισόδημα» (υπόθεση 1/72, Frilli κατά Βελγικού Δημοσίου, Raccolta 1972, σ. 464).
Κατά την Επιτροπή, το κοινοτικό δίκαιο στον τομέα της κοινωνικής ασφαλίσεως εφαρμόζεται επί των μελών της οικογένειας του διακινουμένου εργαζομένου μόνο καθόσον η εθνική νομοθεσία περί κοινωνικής ασφαλίσεως παρέχει δικαιώματα στους ημεδαπούς υπό την ιδιότητά τους ως μελών της οικογένειας εργαζομένου, επομένως μόνο καθόσον τα εν λόγω δικαιώματα μπορούν να απορρέουν από την ασφάλιση του εργαζομένου. Προς απόδειξη του γεγονότος αυτού, η Επιτροπή υπενθύμισε τις ειδικές διατάξεις που χρειάστηκε να θεσπιστούν προκειμένου να εφαρμοστούν επί των μελών της οικογένειας του διακινουμένου εργαζομένου τα ισχύοντα στα νέα κράτη μέλη συστήματα κοινωνικής προστασίας. Διαφορετικά οι νομοθεσίες των εν λόγω κρατών, οι οποίες χορηγούν όχι στα μέλη της οικογένειας του εργαζομένου υπό την ιδιότητα τους αυτή, αλλά σ' όλους τους ημεδαπούς που κατοικούν στο συγκεκριμένο κράτος, προσωποπαγές δικαίωμα ως προς το μεγαλύτερο μέρος των κοινωνικών παροχών, δεν θα μπορούσαν, κατά την Επιτροπή, να εφαρμόζονται επί των μελών της οικογένειας του διακινουμένου εργαζομένου, ακόμη κι αν πρόκειται για στοιχειώδεις παροχές, όπως παραδείγματος χάρη οι παροχές που αφορούν την ασφάλιση ασθενείας ή τις συντάξεις λόγω χηρείας.
Το γεγονός ότι έχουν θεσπιστεί επ' αυτού ειδικές διατάξεις (βλ. κανονισμό 2864/72 του Συμβουλίου, EE ειδ. έκδ. 05/001, σ. 227) που τροποποιούν το παράρτημα V του κανονισμού 1408/71, ασφαλώς συνάδει προς τις επιταγές της σαφήνειας και της ασφάλειας του δικαίου. Ωστόσο δεν νομίζω ότι το γεγονός αυτό μπορεί να αποτελέσει σοβαρό επιχείρημα για την περιοριστική ερμηνεία της εκτάσεως της εφαρμογής του κανονισμού 1408/71. Το επιχείρημα που θα μπορούσε να συναχθεί εξ αντιδιαστολής, στηριζόμενο αποκλειστικώς στην τεκμαιρόμενη βούληση του νομοθέτη, είναι κάθε άλλο παρά πειστικό, όπως άλλωστε και όλα τα επιχειρήματα του είδους αυτού.
Όσον αφορά την παραπομπή στη νομολογία του Δικαστηρίου επί της υποθέσεως 1/72, πρέπει να σημειωθεί ότι οι πρακτικού χαρακτήρα σκέψεις που μπορούν να προβληθούν για να δικαιολογηθεί ο περιορισμός του ευεργετήματος που παρέχει η νομοθεσία περί εγγυημένου ελάχιστου εισοδήματος αποκλειστικώς στο διακινούμενο εργαζόμενο δεν μπορούν να εφαρμοστούν σε μια νομοθεσία που, όπως η νομοθεσία περί συμπληρώσεως του εισοδήματος των απόρων αναπήρων, προορίζεται να εφαρμοστεί όχι σ' όλο τον πληθυσμό, αλλά μόνο σε μια πολύ ειδική και ευτυχώς πολύ περιορισμένη κατηγορία προσώπων.
Στην υπό κρίση υπόθεση, ωστόσο, η Επιτροπή προσπάθησε να καταλήξει σε μια λύση ευνοϊκή για τον ανάπηρο, υιό διακινουμένου εργαζομένου, προτείνοντας να περιληφθούν τα επιδόματα, όπως αυτά στα οποία αναφέρεται το βελγικό δικαστήριο, στην κατηγορία των οικογενειακών παροχών που αναφέρονται στο άρθρο 1, στοιχείο κα του κανονισμού 1408/71. Ωστόσο, το κα-θού στην κύρια δίκη διευκρίνισε ότι η βελγική νομοθεσία προβλέπει ρητώς τη χορήγηση οικογενειακών παροχών, πέραν των συνήθων επιδομάτων, υπέρ των αναπήρων τέκνων εργαζομένου. Η καταβολή των εν λόγω παροχών εξαρτάται από την προϋπόθεση ότι τα ανάπηρα τέκνα έχουν ανικανότητα προς εργασία τουλάχιστον 66 %· εξάλλου, οι εν λόγω παροχές καταβάλλονται κατά κανόνα μόνο μέχρι την ηλικία των 14 ετών, ή το πολύ μέχρι την ηλικία των 25 ετών στην περίπτωση κατά την οποία οι δικαιούχοι μπορούν να παρακολουθούν μαθήματα επαγγελματικής εκπαιδεύσεως. Κατά συνέπεια, η ύπαρξη ειδικής οικογενειακής παροχής υπέρ των αναπήρων τέκνων, που προβλέπεται στο πλαίσιο μιας νομοθεσίας που εμπίπτει στην κατηγορία του άρθρου 4, παράγραφος 1, στοιχείο η, καθιστά κυριολεκτικά αδύνατη την κατάταξη στην ίδια κατηγορία άλλων παροχών που έχουν θεσπιστεί υπέρ των αναπήρων. Στη συγκεκριμένη περίπτωση πρόκειται για μια νομοθεσία της οποίας τα πλεονεκτήματα χορηγούνται καταρχήν μετά το 140 έτος, δηλαδή μετά το χρονικό σημείο κατά το οποίο είναι δυνατό να παύσει η καταβολή των οικογενειακών επιδομάτων, και η οποία δεν αποβλέπει ειδικώς στο να αντισταθμίσει τα οικογενειακά βάρη, αλλά μάλλον έχει θεσπιστεί υπέρ των αναπήρων, καθεαυτών, οι οποίοι μπορούν να εξακολουθήσουν να λαμβάνουν τις παροχές χωρίς χρονικούς περιορισμούς.
Ακόμη και αν μια παροχή του είδους αυτού μπορεί να περιληφθεί στην κατηγορία των παροχών αναπηρίας, εντούτοις παραμένει γεγονός ότι ο ανάπηρος που δεν είναι υπήκοος του κράτους στο οποίο διαμένει θα μπορούσε να λάβει τις εν λόγω παροχές βάσει της κοινοτικής κανονιστικής ρυθμίσεως μόνο λόγω του συγγενικού του δεσμού προς τον εργαζόμενο, καθόσον αυτό είναι αναγκαίο για να μην περιέλθει ο διακινούμενος εργαζόμενος σε δυσμενέστερη θέση σε σχέση με τον ημεδαπό που βρίσκεται σε αντίστοιχη οικονομική και οικογενειακή κατάσταση.
5.
Το προσωπικό πεδίο εφαρμογής του επίδικου κοινοτικού κανονισμού στηρίζεται στην έννοια του «εργαζομένου» και των «μελών της οικογένειάς του». Το γεγονός ότι μία νομοθεσία περί κοινωνικής ασφαλίσεως δεν έχει θεσπιστεί ειδικώς για τους εργαζομένους υπό την ιδιότητά τους αυτή, και ότι αντιθέτως εφαρμόζεται επί όλων γενικώς των υπηκόων που δεν έχουν επαρκές εισόδημα, δεν αποκλείει κατ' ανάγκη τη δυνατότητα να την επικαλούνται και οι εργαζόμενοι και οι οικογένειές τους υπό τους ίδιους όρους με τους ημεδαπούς.
Εφόσον η αναφορά του κανονισμού 1408/71 στην έννοια του εργαζομένου δεν εμποδίζει να γίνει δεκτό το δικαίωμα του διακινουμένου εργαζομένου να λαμβάνει κοινωνικές παροχές που δεν έχουν θεσπιστεί ειδικώς για τους εργαζομένους, θα πρέπει επίσης να αποκλειστεί το ενδεχόμενο η αναφορά του ίδιου κανονισμού στην έννοια «μέλη της οικογένειας» του εργαζομένου να εμποδίζει τα μέλη της οικογένειάς του να απολαύουν, βάσει του άρθρου 3, παράγραφος 1 του προαναφερθέντος κανονισμού, των δικαιωμάτων που απορρέουν από την ίδια νομοθεσία περί κοινωνικής ασφαλίσεως — ακόμη και αν αυτή δεν λαμβάνει υπόψη την έννοια της οικογένειας — υπό ίσους όρους με τους υπηκόους του κράτους υποδοχής. Εξάλλου το συμπέρασμα αυτό φαίνεται να συνάγεται σιωπηρώς ήδη από την απόφαση στην υπόθεση 39/74 (Costa), με την οποία το Δικαστήριο έκρινε ότι «η εθνική νομοθεσία που προβλέπει ένα νομικώς προστατευόμενο δικαίωμα επιδόματος για αναπήρους εμπίπτει, όσον αφορά τα αναφερόμενα στον κανονισμό 3 πρόσωπα (ας σημειωθεί ότι το Δικαστήριο δεν ομιλεί μόνο για εργαζομένους, αλλά χρησιμοποιεί μια έκφραση που περιλαμβάνει επίσης τα μέλη της οικογένειάς τους), στον τομέα της κοινωνικής ασφαλίσεως, κατά την έννοια του άρθρου 51 της Συνθήκης και στην κοινοτική κανονιστική ρύθμιση που έχει εκδοθεί κατ' εφαρμογή της εν λόγω διατάξεως».
Η θεμελιώδης απαγόρευση κάθε διακρίσεως βάσει της ιθαγενείας μεταξύ των εργαζομένων των κρατών μελών, που αναφέρεται στο άρθρο 48 της Συνθήκης ΕΟΚ και επαναλαμβάνεται στο άρθρο 3 του κανονισμού 1408/71 όσον αφορά και τα μέλη της οικογένειάς τους, διατυπώνεται με ειδικό τρόπο και στον κανονισμό 1612/68 του Συμβουλίου περί της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων στο εσωτερικό της Κοινότητας, ο οποίος στις αιτιολογικές του σκέψεις αναφέρεται ρητώς στην ανάγκη να εξασφαλιστεί νομικώς και πραγματικώς η ισότητα μεταχειρίσεως του διακινουμένου εργαζομένου και όσον αφορά τις προϋποθέσεις ενσωματώσεως της οικογένειάς του στη χώρα υποδοχής. Η εν λόγω απαίτηση, που συνέχεται προς το δικαίωμα του εργαζομένου να συνοδεύεται από την οικογένειά του, αποκτά ιδιαίτερη σημασία στην περίπτωση κατά την οποία συνδέεται με το δικαίωμα που αναγνωρίζεται στα μέλη της οικογένειας του διακινουμένου εργαζομενου, να εξακολουθούν να διαμένουν στο κράτος στο οποίο ο οικείος τους έχει ασκήσει εργασιακή δραστηριότητα, ακόμη και μετά την παύση της εν λόγω δραστηριότητας (κανονισμός 1251/70 της Επιτροπής, EE ειδ. έκδ. 05/001 σ. 64).
Στις σκέψεις αυτές, που στηρίζονται σε ειδικές διατάξεις της κοινοτικής νομοθεσίας, μπορεί ακόμη να προστεθεί μια παρατήρηση γενικού χαρακτήρα που προκύπτει απ' ευθείας από τη Συνθήκη και στην οποία έχει αναφερθεί κατ' επανάληψη το Δικαστήριο: για την υλοποίηση μιας πραγματικώς ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων στο έδαφος της Κοινότητας, οι εν λόγω εργαζόμενοι πρέπει να υφίστανται πραγματικώς ίση μεταχείριση με τους ημεδαπούς, τουλάχιστον στον οικονομικό τομέα και ιδίως στον τομέα των κοινωνικών παροχών. Υπ' αυτή την έννοια, το γεγονός ότι η επίδικη νομοθεσία δεν έχει θεσπιστεί ειδικώς γι' αυτούς καθεαυτούς τους εργαζομένους και για τα μέλη της οικογένειάς τους, αλλά εφαρμόζεται γενικώς σ' ολόκληρο τον πληθυσμό, δεν μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα τη μη επέκταση επί των μελών της οικογένειας του εργαζομένου του ευεργετήματος παροχών, όπως οι προβλεπόμενες από την εσωτερική νομοθεσία υπέρ των αναπήρων τέκνων και στις οποίες αναφέρεται το βελγικό δικαστήριο. Η χρησιμοποίηση του κριτηρίου της ιθαγένειας για να διαχωριστεί η θέση του διακινουμένου εργαζομένου από τη θέση ενός ημεδαπού που βρίσκεται σε ανάλογη κατάσταση είναι σ' αυτή την περίπτωση προδήλως αντίθετη προς τις αρχές και τις διατάξεις που προαναφέρθηκαν.
Το Δικαστήριο έχει δεχτεί το δικαίωμα των διακινουμένων εργαζομένων επί των εν λόγω παροχών, καθόσον οι παροχές αυτές θεωρούνται ως «συμπλήρωμα του εισοδήματος των δικαιούχων ανεπαρκών παροχών κοινωνικής ασφαλίσεως, οι οποίοι έχουν υποστεί διαρκή ανικανότητα προς εργασία» (απόφαση Callemeyn, Raccolta 1974, σ. 561, σκέψη 8 απόφαση Costa, Raccolta 1974, σ. 1260, σκέψη 8 - βλ. επίσης απόφαση Frilli, Raccolta 1972, σ. 466, σκέψη 15).
Η ανάγκη επεκτάσεως του ευεργετήματος στον αλλοδαπό εργαζόμενο και στην οικογένειά του προκύπτει ακριβώς διότι ο νόμος αφορά μόνο τους ημεδαπούς, παρέχοντας σ' όλους αυτούς και επομένως τόσο απ' ευθείας στους ανάπηρους όσο και στους εργαζομένους και τις οικογένειές τους, πλεονεκτήματα που λόγω του γενικού τους χαρακτήρα δεν ήταν αναγκαίο να καθοριστούν ειδικώς ως συμπλήρωμα της κοινωνικής ασφαλίσεως στον εργατικό τομέα.
Κατά συνέπεια, καθόσον μπορεί να θεωρηθεί ότι μία εθνική νομοθεσία περί κοινωνικής ασφαλίσεως που έχει γενική εφαρμογή, έτσι που να μην εξαρτάται από υφιστάμενη ή λήξασα σχέση εργασίας, έχει συμπληρωματικό χαρακτήρα σε σχέση με άλλες παροχές κοινωνικής ασφαλίσεως που κρίνονται ανεπαρκείς, ο εργαζόμενος που εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού 1408/71 μπορεί να απολαύει των ευεργετημάτων της νομοθεσίας αυτής.
Θα ήθελα να επαναλάβω ότι η εν λόγω νομολογία στηρίζεται στην ανάγκη να επιτευχθεί πλήρης ισότητα μεταχειρίσεως του κοινοτικού εργαζομένου σε σχέση με τους υπηκόους του κράτους υποδοχής όσον αφορά τα πλεονεκτήματα της νομοθεσίας περί κοινωνικής ασφαλίσεως. Η εν λόγω νομολογία προχώρησε κατ' ουσία πέρα από το κριτήριο της ανάγκης υπάρξεως ειδικού δεσμού μεταξύ της κοινωνικής παροχής και της σχέσεως εργασίας.
Η απαίτηση για την ύπαρξη ίσης μεταχειρίσεως καθίσταται αισθητή και πέραν του στενού πλαισίου της εν λόγω σχέσεως. Το κοινοτικό δίκαιο, όπως άλλωστε και τα εθνικά δίκαια, δεν ήταν δυνατό να θεωρεί το διακινούμενο εργαζόμενο απλώς ως άτομο που παρέχει εργασία, αλλά τον αντιμετωπίζει ως πολυσύνθετη ανθρώπινη ύπαρξη. Υπ' αυτή την έννοια, ο κοινοτικός νομοθέτης δεν επιδίωξε μόνο να του εξασφαλίσει το δικαίωμα ισότητας ως προς την αμοιβή και τις κοινωνικές παροχές που αφορούν τη σχέση εργασίας, αλλά φρόντισε ακόμη να αναγνωρίσει την ανάγκη εξαλείψεως των εμποδίων που κωλύουν την κινητικότητα των εργαζομένων όσον αφορά, μεταξύ άλλων, «τις προϋποθέσεις ενσωματώσεως της οικογενείας στη χώρα υποδοχής» (κανονισμός 1612/68 του Συμβουλίου, 5η αιτιολογική σκέψη).
Συμφώνως προς την εν λόγω γενική τάση της κοινοτικής νομοθεσίας και νομολογίας και επειδή κανένα ισχύον κείμενο δεν εμποδίζει τη συναγωγή του σχετικού συμπεράσματος, φρονώ ότι πρέπει να αναγνωριστεί στο ανάπηρο τέκνο που συντηρεί διακινούμενος εργαζόμενος το δικαίωμα να λαμβάνει τις κοινωνικοασφαλιστικές παροχές που προβλέπει η νομοθεσία του κράτους υποδοχής για όλους τους ημεδαπούς κατοίκους που πάσχουν από την ίδια αναπηρία. Νομίζω ότι είναι σκόπιμο να αναπτυχθεί διεξοδικότερα το εν λόγω συμπέρασμα κατά την απάντηση στο τρίτο ερώτημα του παραπέμποντος δικαστηρίου.
6.
Μπορεί ίσως να υφίστανται προσκόμματα ως προς την αποδοχή της αρχής της αυτοδίκαιης επεκτάσεως επί των μελών της οικογένειας του διακινουμένου εργαζομένου όλων των ευεργετημάτων που προβλέπουν υπέρ των ημεδαπών οι γενικού χαρακτήρα νομοθεσίες περί κοινωνικής ασφαλίσεως, όπως παραδείγματος χάρη στην περίπτωση της νομοθεσίας περί εγγυημένου ελάχιστου εισοδήματος που είχε εξεταστεί στην υπόθεση Frilli.
Εντούτοις, οι ενδεχόμενες δυσχέρειες και πιθανότητες καταχρήσεως θα μπορούσαν να αποφευχθούν εύκολα με κατάλληλες προσαρμογές της νομοθεσίας εκ μέρους του εθνικού νομοθέτη, ο οποίος θα μπορούσε παραδείγματος χάρη να καθορίσει κατά τρόπο μη διακρίνοντα ελάχιστο χρόνο διαμονής στο κράτος για την κτήση του δικαιώματος.
Εξάλλου, ακόμη και χωρίς αυτές τις προσαρμογές δεν θα ήταν ίσως αδύνατο, εφόσον θα κρινόταν αναγκαίο για την αποφυγή αδικαιολόγητης επεκτάσεως των ευεργετημάτων, να περιοριστεί η χορήγηση των ευεργετημάτων αυτών χρησιμοποιώντας την έννοια του μέλους της οικογένειας κατά τρόπο που να προσαρμόζεται προς το είδος της νομοθεσίας και τις εξεταζόμενες κοινωνικές παροχές.
Πάντως, δεν υφίσταται καμία δυσχέρεια του είδους αυτού για την εφαρμογή νομοθεσίας όπως η εξεταζόμενη από το βελγικό δικαστήριο σε σχέση με την κρίσιμη πτυχή της υποθέσεως της κύριας δίκης.
Στην υπό κρίση υπόθεση δεν επικαλέστηκε ούτε ο καθού οργανισμός κοινωνικής ασφαλίσεως τον κίνδυνο πρακτικών δυσχερειών ως προς την τυχόν χορήγηση του ευεργετήματος των οικείων παροχών στα τέκνα των διακινουμένων εργαζομένων της Κοινότητας. Ασφαλώς δεν είναι ανυπέρβλητη η νομοτεχνική δυσχέρεια που θα μπορούσε να προκύψει από την έλλειψη σε μια νομοθεσία γενικής εφαρμογής, όπως η εξεταζόμενη στην προκειμένη περίπτωση, οποιασδήποτε αναφοράς στον εργαζόμενο, και επομένως στην έννοια του «μέλους της οικογένειάς» του.
Στην περίπτωση κατά την οποία δεν υφίσταται στη νομοθεσία του οικείου κράτους μια γενικώς ισχύουσα έννοια «μέλους της οικογένειας» ως προς την εφαρμογή της νομοθεσίας περί κοινωνικής ασφαλίσεως, ίσως θα ήταν δυνατό να αναφερθεί κανείς αναλογικώς στον κύκλο των προσώπων που, κατά το άρθρο 10 του κανονισμού 1612/68, έχουν δικαίωμα να εγκατασταθούν μαζί με το διακινούμενο εργαζόμενο στο έδαφος ενός κράτους μέλους του οποίου δεν είναι υπήκοοι, κατ' εφαρμογή δε του κανονισμού 1251/70 του Συμβουλίου να παραμείνουν σ' αυτό ακόμη και μετά τη λύση της σχέσεως εργασίας του εν λόγω εργαζομένου.
Πάντως, μολονότι είναι δυνατό να υφίστανται προβλήματα ως προς τη διατύπωση ορισμού, τα προβλήματα αυτά δεν μπορούν ποτέ να αφορούν τα τέκνα του εργαζομένου, η ιδιότητα των οποίων ως μελών της οικογένειας δεν είναι δυνατό να αμφισβητηθεί ακόμη και με τη στενότερη έννοια του όρου «μέλος της οικογένειας».
Ο βέλγος δικαστής, δείχνοντας ότι αντιλαμβάνεται πλήρως τον άδικο χαρακτήρα της λύσεως στην οποία θα κατέληγε το εσωτερικό δίκαιο βάσει της συνήθους ερμηνείας των σχετικών διατάξεων της Ευρωπαϊκής Σύμφωνίας της 11ης Δεκεμβρίου 1953 περί των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως, δεν απευθύνθηκε στο Δικαστήριο μόνο για να άρει τις αμφιβολίες του ως προς την ερμηνεία του κοινοτικού δικαίου, αλλά ζητεί κάτι παραπάνω: να βοηθηθεί προκειμένου να τερματίσει σαφώς και οριστικώς μία κατάσταση που είναι αντίθετη με τη συνείδησή του.
Μολονότι η ισχύουσα νομοθεσία δεν περιέχει ειδικές διατάξεις για την επίλυση του προβλήματος αυτού, ωστόσο η λύση του εν λόγω προβλήματος προκύπτει σαφώς από τις αρχές και τους στόχους του κοινοτικού δικαίου περί κοινωνικής ασφαλίσεως, από τη γενική τάση που εκφράζεται στα νομοθετήματα του Συμβουλίου και της Επιτροπής καθώς και από τη νομολογία του Δικαστηρίου.
Αν θέλουμε το κοινοτικό δίκαιο να μην αποτελεί μόνο μια μηχανική ρύθμιση της οικονομίας αλλά αντίθετα να συνιστά μια έννομη τάξη που να προσιδιάζει στην κοινωνία που διέπει, αν θέλουμε να συνιστά ένα δίκαιο που να ανταποκρίνεται στην ιδέα της κοινωνικής δικαιοσύνης και στις επιταγές της ευρωπαϊκής ολοκληρώσεως όχι μόνο στο επίπεδο της οικονομίας αλλά και στο επίπεδο των λαών, δεν μπορούμε να διαψεύσουμε αυτή την απολύτως θεμιτή προσδοκία του βελγικού δικαστηρίου.
Ελλείψει συγκεκριμένης διατάξεως υπέρ ή κατά αυτής της λύσεως του προβλήματος που είναι η μόνη που συνάδει με τις επιταγές του κοινοτικού συστήματος στον τομέα της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων, ο κανονισμός 1408/71 πρέπει να ερμηνευτεί συμφώνως προς τις εν λόγω απαιτήσεις καθώς και προς την υπέρτερη αρχή της δικαιοσύνης.
Το κριτήριο της συμπληρώσεως των παροχών κοινωνικής ασφαλίσεως που το κράτος έχει κρίνει ανεπαρκείς, κριτήριο το οποίο το Δικαστήριο έχει αναφέρει στις προαναφερθείσες αποφάσεις του προκειμένου να αναγνωρίσει στον εργαζόμενο το δικαίωμα να απολαύει των ευεργετημάτων των νομοθεσιών περί κοινωνικής ασφαλίσεως όπως η εξεταζόμενη στη συγκεκριμένη περίπτωση από το παραπέμπον δικαστήριο, μπορεί να δικαιολογήσει την αναγνώριση του ίδιου δικαιώματος και υπέρ των τέκνων των εργαζομένων.
Με την απάντηση που προτείνω να δοθεί στο παραπέμπον δικαστήριο πρέπει να αναγνωριστεί ότι το κοινοτικό δίκαιο, θεωρούμενο υπό το πρίσμα των απαιτήσεων της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων, συμπληρώνει, διευρύνοντας εν μέρει, το κριτήριο που καθορίζει η βελγική νομοθεσία, προσθέτοντας στο βασικό κριτήριο της ιθαγένειας, ως προϋποθέσεως που παρέχει άμεσο δικαίωμα για τη χορήγηση του ευεργετήματος, την ιδιότητα του μέλους της οικογενείας υπηκόου άλλου κράτους μέλους, ο οποίος εργάζεται στο Βέλγιο ως μισθωτός.
7.
Ως προς το τρίτο ερώτημα που υπέβαλε το βελγικό δικαστήριο θα ήθελα κατ' αρχάς να παρατηρήσω ότι, κατά το πνεύμα του κανονισμού 1408/71, το τέκνο του αλλοδαπού εργαζομένου έχει δικαίωμα να λαμβάνει το επίδομα για αναπήρους όχι εξ ιδίου δικαίου, όπως αντιθέτως συμβαίνει με τους αναπήρους που έχουν την ιθαγένεια της χώρας υποδοχής, αλλ' ως επακόλουθο της προστασίας του εργαζομένου. Η επέκταση της εφαρμογής ενός γενικού νόμου περί κοινωνικής ασφαλίσεως επί των τέκνων των εργαζομένων δικαιολογείται καθόσον συμβάλλει στην ανακούφιση του εργαζομένου από μια επιβάρυνση από την οποία έχει απαλλαγεί ο ομόλογός του βέλγος. Πράγματι, μπορεί να υποτεθεί ότι διαφορετικά το ανάπηρο τέκνο θα συνιστούσε, έστω και εν μέρει, μια επιβάρυνση για τους γονείς οι οποίοι έχουν τη νομική υποχρέωση να το συνδράμουν ακόμη και μετά την ενηλικίωσή του.
Υπ' αυτή την έννοια, το δικαίωμα του τέκνου είναι κατ' ανάγκη παρεπόμενο της θέσεως του πατέρα στη συγκεκριμένη χώρα· συνεπώς, στην περίπτωση κατά την οποία ο πατέρας διακόψει τη σχέση που τον συνδέει με την εν λόγω χώρα (παραδείγματος χάρη αλλάζοντας διαμονή λόγω μεταβάσεως σε άλλο κράτος), θα έπαυε να υφίσταται η υποχρέωση που επιβάλλεται από το κοινοτικό δίκαιο στο κράτος να καταβάλλει το επίδομα στον ανάπηρο που δεν είναι ημεδαπός, δεδομένου ότι μόνο η σχέση του πατέρα προς το εν λόγω κράτος δικαιολογεί την αξίωση του τέκνου.
Κατά τη γνώμη μου θα ήταν υπερβολή να γίνει δεκτό ότι υφίσταται δικαίωμα του αναπήρου να διατηρεί το επίδομα ανεξαρτήτως της θέσεως του πατέρα στο κράτος η νομοθεσία του οποίου εφαρμόζεται. Στην περίπτωση αυτή θα μπορούσαν μεταξύ άλλων να προκύψουν καταστάσεις που δύσκολα θα γίνονταν αποδεκτές, όπως θα συνέβαινε, παραδείγματος χάρη, αν ο διακινούμενος εργαζόμενος αποφάσιζε, μετά σύντομο χρονικό διάστημα εργασίας του στο οικείο κράτος, να εργαστεί σε άλλο κράτος και να αφήσει το ανάπηρο τέκνο του στο πρώτο κράτος επιβαρύνοντας κατ' αυτό τον τρόπο το σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως του κράτους αυτού.
Συμπερασματικώς, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στο Tribunal du Travail της Nivelles αποφαινόμενο ότι τα ανάπηρα τέκνα των μισθωτών ή των εξομοιουμένων προς αυτούς, που διαμένουν σε κράτος μέλος του οποίου δεν είναι υπήκοοι και εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού 1408/71 του Συμβουλίου, έχουν δικαίωμα να λαμβάνουν τα ειδικά επιδόματα για αναπήρους που προβλέπονται από νόμο του κράτους αυτού, που εφαρμόζεται σ' όλους τους διαμένοντες σ' αυτό ημεδαπούς. Το δικαίωμα αυτό υφίσταται εν όσω ο εργαζόμενος, πατέρας του δικαιούχου αναπήρου, δεν διακόπτει τη σχέση που τον συνδέει με το κράτος στο οποίο έχει γεννηθεί το δικαίωμα αυτό.
( *1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η ιταλική.
Full & Egal Universal Law Academy