ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
JEAN-PIERRE WARNER
της 19ης Νοεμβρίου 1975 ( 1 )
Κύριε Πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
Στις 18 Ιανουαρίου 1952 θεσπίσθηκε στις Κάτω Χώρες ένας νομος, ο «Wet Assurantiebemiddeling» ή «WAB», περί μεσιτών ασφαλειών και άλλων προσώπων ασκούντων δραστηριότητες μεσάζοντος στον τομέα των ασφαλίσεων. Η υπό κρίση υπόθεση η οποία υποβλήθηκε στο Δικαστήριο από το College van Beroep voor het Bedrijfsleven μέσω αιτήσεως περί εκδόσεως προδικαστικής απόφασης, θέτει το πρόβλημα του συμβιβαστού μιας διάταξης του νόμου αυτού με την κοινοτική νομοθεσία, και συγκεκριμένα με τα άρθρα 59 και 60 της Συνθήκης ΕΟΚ. Η εν λόγω διάταξη είναι ένας κανόνας σύμφωνα με τον οποίο τα πρόσωπα που ενεργούν ως μεσάζοντες στον τομέα των ασφαλίσεων στις Κάτω Χώρες είναι υποχρεωμένα να διαμένουν εκεί.
Το άρθρο 4 του WAB απαγορεύει (εκτός μερικών άνευ σημασίας εξαιρέσεων) την άσκηση τέτοιων δραστηριοτήτων μεσάζοντος στο μη εγγεγραμμένο σε ένα από τα αναφερόμενα σ' αυτό μητρώα. Υπάρχουν τέσσερα μητρώα, Α, Β, C και D, ενώ οι προϋποθέσεις για την εγγραφή σε καθένα από αυτά είναι διαφορετικές. Τα μητρώα τηρούνται από το Sociaal-Economische Raad, το οποίο είναι το καθού στην εκδικαζόμενη από το College διαφορά.
Το άρθρο 5, παράγραφος 1 ορίζει ότι προκειμένου ένα πρόσωπο να εγγραφεί σε ένα από τα μητρώα αυτά πρέπει να αποδεικνύει κατά τρόπο ικανοποιητικό για το Sociaal-Economische Raad ότι:
(α)
δεν ασκεί δραστηριότητα ασυμβίβαστη προς αυτή του μεσάζοντος στον τομέα των ασφαλειών
(β)
δεν υφίσταται κανένας κίνδυνος δυσφημίσεως εκ μέρους του επαγγέλματος
(γ), (δ) και (ε)
δεν είναι ούτε ανήλικος ή καθ' οποιοδήποτε άλλο τρόπο ανίκανος προς δικαιοπραξία ούτε έχει κηρυχθεί σε κατάσταση πτωχεύσεως
(στ)
διαμένει στις Κάτω Χώρες.
Με τη Διάταξή του περί εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως, το College αναφέρει ότι το άρθρο 5, παράγραφος 1, περίπτωση στ πρέπει, υπό το φως των λοιπών διατάξεων του WAB, να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι το εν λόγω πρόσωπο πρέπει να είναι εγκατεστημένο στις Κάτω Χώρες, δηλαδή να διαθέτει γραφείο και να διαμένει εκεί.
Το άρθρο 5, παράγραφος 5 του WAB καθορίζει τις προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούνται στην περίπτωση που ο επιδιώκων την άσκηση δραστηριοτήτων ως μεσάζων στον τομέα των ασφαλίσεων δεν είναι φυσικό πρόσωπο. Μεταξύ αυτών περιλαμβάνεται η απαίτηση του να πληρούν τα επιφορτισμένα με την πραγματική διοίκηση της επιχείρησης άτομα τις απαιτήσεις, με εξαίρεση αυτή της μη κηρύξεως σε πτώχευση, του άρθρου 5, παράγραφος 1.
Το άρθρο 9 προβλέπει ξεκάθαρα τη διαγραφή από το σχετικό μητρώο κάθε προσώπου που παύει να πληροί τις προϋποθέσεις του άρθρου 5.
Το άρθρο 12, παράγραφος 1 επιβάλλει στους εγγεγραμμένους καθώς επίσης και στους ασφαλιστές την υποχρέωση να παρέχουν στο Sociaal-Economische Raad κάθε στοιχείο που το τελευταίο θα μπορούσε να ζητήσει για τη διασφάλιση της ορθής τήρησης των διατάξεων του νόμου, ενώ το άρθρο 12, παράγραφος 2 επιβάλλει στους εγγεγραμμένους και στους ασφαλιστές την υποχρέωση να επιτρέπουν, χωρίς καμιά καθυστέρηση, σε κάθε προς τούτο εξουσιοδοτημένο από τον Υπουργό Οικονομικών πρόσωπο να εξετάζει κάθε σχετικό με τη δραστηριότητά τους βιβλίο ή έγγραφο το οποίο το Raad θα μπορούσε να θεωρήσει χρήσιμο για την άσκηση ελέγχου και τη διασφάλιση της δέουσας τήρησης των διατάξεων αυτών.
Τα άρθρα 13, 14, 15 και 16 επιβάλλουν στους εγγεγραμμένους ορισμένους περιορισμούς, σχετικούς με θέματα όπως η χρήση ονομάτων άλλων εκτός αυτών με τα οποία έχουν εγγραφεί, η φύση και το επίπεδο της αμοιβής τους και τα κίνητρα που μπορεί να προσφέρουν στους πελάτες τους. Σύμφωνα με το νόμο περί οικονομικής φύσεως αδικημάτων, τον «Wet op de economische delicten», κάθε εγγεγραμμένος μπορεί να διωχτεί λόγω παραβάσεως οποιουδήποτε από τους περιορισμούς αυτούς.
Ο Coenen, ο πρώτος από τους προσφεύγοντες στην ενώπιον του College δίκη, είναι ολλανδός υπήκοος. Ο εν λόγω προσφεύγων είναι μεσάζων στον τομέα των ασφαλίσεων ή, για να είμαι περισσότερο ακριβής, Διευθύνων Σύμβουλος δύο ολλανδικών εταιριών ιδιωτικού δικαίου, του δεύτερου και τρίτου από τους προσφεύγοντες, οι οποίες ασκούν δραστηριότητες μεσάζοντος στον τομέα των ασφαλίσεων. Στην αίτηση για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως αναφέρεται ότι οι εταιρίες αυτές έχουν χωριστά γραφεία στις Κάτω Χώρες, αλλά ο Coenen δήλωσε κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση ότι οι εν λόγω εταιρίες μοιράζονται τώρα ένα από τα γραφεία αυτά, ένα μικρό χώρο σε προάστιο της Χάγης. Ο Coenen, όπως ανέφερε στο Δικαστήριο, είναι επίσης διευθυντής μιας βελγικής εταιρίας.
O Coenen και οι δυο προσφεύγουσες εταιρίες είναι εγγεγραμμένοι στο τηρούμενο σύμφωνα με τον WAB μητρώο Β.
Μέχρι το 1973, ο Coenen διέμενε στις Κάτω Χώρες αλλά, το έτος αυτό, μετακόμισε στο Brasschaat στο Βέλγιο. Συνεπεία τούτου, το Sociaal-Economische Raad γνωστοποίησε σ' αυτόν καθώς και στις δυο προσφεύγουσες εταιρίες ότι τα ονόματά τους θα διαγράφονταν από το μητρώο, εφόσον, όσον αφορά τον Coenen, το εν λόγω πρόσωπο είχε παύσει να πληροί τις προϋποθέσεις του άρθρου 5, παράγραφος 1, στοιχείο f του WAB, ενώ, όσον αφορά τις εταιρίες, εφόσον αυτές είχαν αντίστοιχα παύσει να πληρούν τις προϋποθέσεις του άρθρου 5, παράγραφος 5. Κατ' αυτής ακριβώς της αποφάσεως ο Coenen και οι δυο εταιρίες προσέφυγαν στο College.
Από την αίτηση περί εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως προκύπτει ότι το College έχει αμφιβολίες ως προς το αν το άρθρο 5, παράγραφος 1 στοιχείο f συμβιβάζεται με τα άρθρα 59 και 60 της Συνθήκης. Από την εν λόγω αίτηση προκύπτει επίσης ότι, κατά την άποψη του College, ο μόνος λόγος για τον οποίο ο WAB επέβαλε την προϋπόθεση διαμονής στις Κάτω Χώρες ήταν για να ασκείται αποτελεσματική, σύμφωνα με το άρθρο 12 του νόμου αυτού, εποπτεία επί των εγγεγραμμένων μεσαζόντων, ιδίως μέσω ελέγχου των βιβλίων και εγγράφων τους. Εν προκειμένω, το College θεωρεί ότι η νομοθεσία στηρίχθηκε προφανώς στην άποψη ότι ο μεσάζων — φυσικό πρόσωπο — θα διηύθυνε γενικά τις υποθέσεις του από την κατοικία του, και έλαβε επίσης υπόψη το γεγονός ότι η εξουσία των εξουσιοδοτημένων από τον Υπουργό Οικονομικών σύμφωνα με το άρθρο 12, παράγραφος 2 προσώπων θα περιοριζόταν εντός του εδάφους των Κάτω Χωρών. Το College απέρριψε τη διατυπωθείσα εκ μέρους του Sociaal — Economische Raad άποψη ότι η επιβολή της προϋπόθεσης αυτής θα μπορούσε επίσης να δικαιολογηθεί ως διευκολύνουσα την άσκηση ποινικής διώξεως λόγω παραβάσεως των διατάξεων των άρθρων 13 μέχρι 16 του νόμου ή τη λήψη των κατάλληλων μέτρων σε περίπτωση που η εκ μέρους του εγγεγραμμένου μεσάζοντος συμπεριφορά θα προσέβαλε την καλή φήμη του επαγγέλματος.
Το υποβληθέν από το College στο Δικαστήριο ερώτημα είναι διατυπωμένο ως εξής:
«Πρέπει οι διατάξεις της Συνθήκης περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας, ιδίως οι διατάξεις των άρθρων 59 και 60, να ερμηνεύονται ως έχουσες την έννοια ότι είναι ασυμβίβαστη προς αυτές προϋπόθεση όπως η προβλεπόμενη από το άρθρο 5, παράγραφος 1, στοιχείο f του Wet Assurantiebemiddeling (νόμου περί της μεσιτείας στον τομέα των ασφαλίσεων), σύμφωνα με την οποία το φυσικό πρόσωπο που επιθυμεί να ασκήσει δραστηριότητες μεσάζοντος κατά την έννοια του νόμου αυτού είναι υποχρεωμένο να διαμένει στις Κάτω Χώρες;»
Το Δικαστήριο θα παρατήρησε ότι το ερώτημα αυτό, όπως είναι διατυπωμένο από το College, έχει περιορισμένο περιεχόμενο. Αφορά μόνο το συμβιβαστό προς την κοινοτική νομοθεσία διάταξης, όπως αυτή του άρθρου 5, παράγραφος 1 στοιχείο f του WAB, σχετικά με τη διαμονή φυσικού προσώπου το οποίο επιδιώκει να ασκήσει σε ένα κράτος μέλος δραστηριότητες ως μεσάζων στον τομέα των ασφαλίσεων. Το εν λόγω ερώτημα δεν καλύπτει το ζήτημα σχετικά με το συμβιβαστό προς την κοινοτική νομοθεσία μιας διάταξης, όπως αυτή του άρθρου 5, παράγραφος 5 του WAB σχετικά με τη διαμονή των προσώπων που διευθύνουν μια τέτοια εταιρία η οποία επιδιώκει να ασκήσει τις δραστηριότητες ενός τέτοιου μεσάζοντα στο κράτος αυτό. Παρόλα αυτά, τόσο ο Coenen όσο και η Επιτροπή ζήτησαν από το Δικαστήριο να αποφανθεί ως προς το ευρύτερο αυτό ζήτημα, το οποίο, κατά τη γνώμη τους, τέθηκε από τα πραγματικά περιστατικά της υπό κρίση υποθέσεως και περιλαμβάνει την ερμηνεία και άλλων άρθρων της Συνθήκης εκτός των άρθρων 59 και 60, συγκεκριμένα του άρθρου 48 το οποίο μπορεί να είναι ουσιώδες στην περίπτωση που οι διευθύνοντες μια εταιρία πρέπει να θεωρούνται ως υπάλληλοι της τελευταίας και του άρθρου 52 το οποίο μπορεί να ασκεί επιρροή εφόσον ένας περιορισμός, όπως ο αφορών τη διαμονή των προσώπων αυτών, μπορεί να συνεπάγεται περιορισμό του δικαιώματος εγκαταστάσεως της εταιρίας.
Κατά τη γνώμη μου, το Δικαστήριο υπό τις περιστάσεις αυτές, δεν είναι αρμόδιο να απαντήσει στα ευρύτερα αυτά ερωτήματα. Σύμφωνα με το άρθρο 177 της Συνθήκης, η αρμοδιότητά του περιορίζεται στο να απαντά επί των υποβαλλόμενων από το οικείο εθνικό δικαστήριο ερωτημάτων. Με αυτό, δεν παραβλέπω φυσικά το γεγονός ότι το College, όπως το ίδιο επισήμανε στην αίτησή του περί εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως, αποτελεί δικαστήριο οι αποφάσεις του οποίου, τουλάχιστον όσον αφορά την παρούσα διαφορά, είναι, σύμφωνα με την ολλανδική νομοθεσία, ανέκκλητη, κατά τρόπο ώστε το εν λόγω δικαιοδοτικό όργανο ήταν, σύμφωνα με το άρθρο 177, υποχρεωμένο να παραπέμψει στο Δικαστήριο οποιοδήποτε ζήτημα ερμηνείας κοινοτικού δικαίου θα ανέκυπτε στο πλαίσιο εκδικαζόμενης υπ' αυτού υποθέσεως. Αλλά είναι δυνατό να υφίστανται άπειροι λόγοι αναφερόμενοι στο ολλανδικό δικονομικό δίκαιο, το ολλανδικό δίκαιο εταιριών, ή ακόμα στην ερμηνεία του WAB, λόγοι βάσει των οποίων το Δικαστήριο δεν μπορεί να ερευνήσει για ποια αιτία το College δεν έκρινε σκόπιμο να υποβάλει στο Δικαστήριο τα γενικότερα ερωτήματα τα οποία, σύμφωνα με τον Coenen και την Επιτροπή, φαίνεται να θέτουν τα πραγματικά περιστατικά της υπό κρίση υποθέσεως.
Κατά συνέπεια, θα περιορισθώ στην εξέταση του όντως υποβληθέντος από το College ερωτήματος.
Κατά τη γνώμη μου, η απάντηση στο ερώτημα αυτό συνάγεται σαφώς, έστω και κατά τρόπο όχι ρητό, από τις αιτιολογικές σκέψεις της απόφασης του Δικαστηρίου στην υπόθεση 33/74, Van Binsbergen ECR 1974, σ. 1299.
Η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι, σύμφωνα με την υπόθεση αυτή καθώς και καταρχήν, το Δικαστήριο πρέπει να δεχτεί ανεπιφύλακτα ότι στην υπό κρίση υπόθεση κάθε προϋπόθεση διαμονής ενός προσώπου στο έδαφος του κράτους μέλους όπου το εν λόγω πρόσωπο πρόκειται να παρέχει υπηρεσίες είναι ασυμβίβαστη προς τα άρθρα 59 και 60. Η Επιτροπή διατείνεται, αν δεν κάνω λάθος, ότι ο μόνος περιορισμός που έκανε δεκτό το Δικαστήριο με την υπόθεση Van Binsbergen στον κανόνα αυτό αφορά την υποχρέωση του ασκούντος το λειτούργημα του δικηγόρου ενώπιον ενός συγκεκριμένου δικαστηρίου προσώπου να διαθέτει αντίκλητο στην περιφέρεια της αρμοδιότητας του εν λόγω δικαστηρίου. Σύμφωνα με την Επιτροπή, το Δικαστήριο δεν δέχθηκε ότι μια προϋπόθεση διαμονής ισχύουσα για ολόκληρο το έδαφος ενός κράτους μέλους μπορεί να είναι, αυτή καθεαυτή, έγκυρη.
Δεν νομίζω ότι η ερμηνεία αυτή της απόφασης στην υπόθεση Van Binsbergen είναι ορθή.
Με τις σκέψεις 12 και 13 της απόφασης αυτής, το Δικαστήριο θέσπισε ορισμένες γενικές αρχές: Πρώτον ότι έχοντας υπόψη την ιδιάζουσα φύση της παροχής υπηρεσιών, θα ήταν αδύνατο να θεωρηθούν ως ασυμβίβαστες προς τη Συνθήκη συγκεκριμένες προϋποθέσεις επιβαλλόμενες επί του παρέχοντος υπηρεσίες εφόσον οι προϋποθέσεις αυτές θα αποσκοπούσαν στην εφαρμογή επί του εν λόγω προσώπου επαγγελματικών κανόνων δικαιολογούμενων από το συμφέρον του κοινού και δεσμευόντων κάθε εγκατεστημένο στο κράτος στο οποίο παρασχέθηκε η υπηρεσία πρόσωπο — ιδίως κανόνων σχετικών με την οργάνωση, τα προσόντα, τη δεοντολογία, την εποπτεία και την ευθύνη — κατά το μέτρο στο οποίο το εν λόγω πρόσωπο θα απέφευγε διά της εγκαταστάσεώς του σε άλλο κράτος μέλος να εφαρμοστούν επ' αυτού οι οικείοι κανόνες· και, δεύτερον, ότι, ομοίως, θα ήταν αδύνατο να στερηθεί ένα κράτος μέλος του δικαιώματος να λαμβάνει μέτρα προκειμένου να εμποδίζει ένα πρόσωπο από του να παρέχει, εξ ολοκλήρου ή κυρίως, υπηρεσίες στο έδαφός του ασκώντας την παρεχόμενη με το άρθρο 59 ελευθερία με σκοπό να αποφεύγεται η επ' αυτού εφαρμογή των επαγγελματικών κανόνων οι οποίοι θα ίσχυαν αν το εν λόγω πρόσωπο ήταν εγκατεστημένο εντός του κράτους, εφόσον μια τέτοια κατάσταση υπάγεται μάλλον στο σχετικό με το δικαίωμα εγκαταστάσεως κεφάλαιο της Συνθήκης παρά σ' αυτό της παροχής υπηρεσιών.
Πιστεύω ότι το Δικαστήριο, κάνοντας δεκτές τις αρχές αυτές, αναγνώρισε αυτό που είχαν ήδη δεχτεί οι ίδιοι οι συντάκτες της Συνθήκης με το άρθρο 57, δηλαδή ότι υπάρχουν πολλά επαγγέλματα τέτοιας φύσεως ώστε, εφόσον δεν έχουν θεσπιστεί και δεν εφαρμόζονται κανόνες οι οποίοι να διασφαλίζουν ότι τα ασκούντα τα επαγγέλματα αυτά πρόσωπα είναι έντιμα, διαθέτουν επαρκείς ικανότητες και συγκεντρώνουν τις κατάλληλες προδιαγραφές, είναι πιθανό ότι τα αποτελούντα τους πελάτες ή τους ασθενείς τους άτομα θα υφίσταντο σοβαρή ζημία. Φυσικά, η Συνθήκη προβλέπει ότι οι εφαρμοζόμενοι για τους σκοπούς αυτούς στα διάφορα κράτη μέλη κανόνες θα είχαν συντονιστεί και όχι καταργηθεί ή καταστεί ανεφάρμοστοι. Όπως ο γενικός εισαγγελέας Mayras τόνισε στην υπόθεση Van Bins-bergen (ECR 1974, σ. 1316) αντίκειμενο των άρθρων 59 και 60 της Συνθήκης, καθώς και των άρθρων 7, 48 και 52 είναι η άρση των διακρίσεων και όχι η κατάργηση των αναγκαίων για την προστασία του κοινού κανόνων.
Με τις σκέψεις 14 μέχρι 17 της απόφασής του στην υπόθεση Van Binsbergen το Δικαστήριο εφάρμοσε, όπως καταφαίνεται από την αρχή της πρώτης από τις σκέψεις αυτές, στις περιστάσεις της υπόθεσης αυτής τις γενικές αρχές που είχε κάνει δεκτές στις παραγράφους 12 και 13. Όπως θα ενθυμείται το Δικαστήριο, η υπόθεση αυτή αφορούσε ένα κανόνα του ολλανδικού δικαίου σύμφωνα με τον οποίο ήταν υποχρεωμένο να διαμένει στις Κάτω Χώρες ένα μη διαθέτον τα σχετικά προσόντα πρόσωπο το οποίο ασκούσε ενώπιον του Centrale Raad van Beroep το λειτούργημα του δικηγόρου καίτοι δεν υπόκεινταν σε κανένα επαγγελματικό κανόνα. Το Δικαστήριο δέχθηκε ότι, σύμφωνα με τις αρχές αυτές, δεν ήταν ασυμβίβαστο προς τα άρθρα 59 και 60 το να απαιτείται από αυτούς έργο των οποίων είναι να παρέχουν τη συνδρομή τους στην απονομή της δικαιοσύνης να διαθέτουν μόνιμη επαγγελματική εγκατάσταση εντός της περιφερείας της δικαιοδοσίας συγκεκριμένων δικαστηρίων, εφόσον η απαίτηση αυτή είναι αντικειμενικά αναγκαία για τη διασφάλιση της τήρησης των επαγγελματικών κανόνων που συνδέονται, ιδίως, με την απονομή της δικαιοσύνης και την επαγγελματική δεοντολογία. Αλλά, το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι τα πράγματα ήσαν διαφορετικά στην περίπτωση που ένα ασκούν το λειτούργημα του δικηγόρου πρόσωπο δεν ήταν υποχρεωμένο να διαθέτει οποιοδήποτε τυπικό προσόν ούτε να υπόκειται σε επαγγελματικούς κανόνες. Σε μια τέτοια περίπτωση, η υποχρέωση υπάρξεως διαμονής στο εν λόγω κράτος μέλος μπορεί να μην ήταν δικαιολογημένη εφόσον η αποδοτική λειτουργία της δικαιοσύνης μπορούσε να διασφαλιστεί με λιγότερο περιοριστικά μέτρα όπως η επιλογή κατάλληλου αντικλήτου.
Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι, μεταξύ των επαγγελμάτων που πρέπει, χάρη της προστασίας του κοινού, να ρυθμίζονται περιλαμβάνονται και αυτά των ασφαλιστών και των μεσαζόντων στον τομέα των ασφαλίσεων. Είναι αρκετό να αναφέρω για παράδειγμα τις διαβόητες πτωχεύσεις ασφαλιστικών εταιριών, η διαχείριση των οποίων βρισκόταν σε χέρια ανέντιμων, ασύνετων και αναρμόδιων προσώπων, πτωχεύσεις που σημειώθηκαν στο Ηνωμένο Βασίλειο κατά τη δεκαετία του '60, πριν καταστεί περισσότερο αυστηρή η σχετική βρετανική νομοθεσία. Το γεγονός αυτό είχε ως αποτέλεσμα την επέλευση σημαντικών δεινών σε χιλιάδες ασφαλισμένους και μάλιστα πρόσωπα που παραπλανηθέντα πίστευαν ότι ήσαν ασφαλισμένοι, για να μην αναφέρω τρίτους που υπήρξαν θύματα ατυχημάτων.
Οι ασφαλιστικές αυτές εταιρίες είχαν συχνότατα ενεργήσει από κοινού με απατεώνες μεσίτες ασφαλειών. Για το λόγο αυτό, προτιμώ σαφώς την άποψη που ανέπτυξε η Γαλλική Κυβέρνηση σχετικά με την υπό κρίση υπόθεση στις παρατηρήσεις της, των οποίων το περιεχόμενο δεν θεωρώ αναγκαίο να επαναλάβω εδώ.
Συμπερασματικά φρονώ ότι στο υποβληθέν από το College ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι η επιβαλλόμενη στον επιδιώκοντα να παρέχει υπηρεσίες ως μεσάζων στον τομέα των ασφαλίσεων σε ένα κράτος μέλος υποχρέωση να διαμένει στο εν λόγω κράτος είναι ασυμβίβαστη προς τα άρθρα 59 και 60 της Συνθήκης εκτός αν η υποχρέωση αυτή επιβάλλεται και είναι αναγκαία για τη διασφάλιση της τήρησης εκ μέρους του προσώπου αυτού των σχετικών με την άσκηση των δραστηριοτήτων του μεσάζοντα στον τομέα των ασφαλειών κανόνων οι οποίοι αποσκοπούν στην προστασία του κοινού.
Τόσο ο Coenen, όσο και η Επιτροπή και η Ιταλική Κυβέρνηση καλούν, σε μεγαλύτερο ή μικρότερο βαθμό, το Δικαστήριο να προχωρήσει περισσότερο και, πράγματι, να αποφανθεί αν, στο πλαίσιο της παρούσας δίκης, η σχετική προϋπόθεση ήταν επιβεβλημένη και αναγκαία για τη διασφάλιση της τήρησης των σχετικών κανόνων — πράγμα που σημαίνει, στην πραγματικότητα, σύμφωνα με τις διαπιστώσεις του College, να αποφανθεί αν η σχετική προϋπόθεση ήταν επιβεβλημένη ή και αναγκαία για τη διασφάλιση της τήρησης των διατάξεων του άρθρου 12 του WAB. Αλλά, κατά τη γνώμη μου, το ζήτημα αυτό εμπίπτει στην αρμοδιότητα του College. Ότι έτσι πρέπει να έχουν τα πράγματα, νομίζω ότι προκύπτει σαφώς από το γεγονός ότι η Επιτροπή στηρίζει την επιχειρηματολογία της ως προς τον πραγματικό σκοπό της προϋπόθεσης και ως προς την αναγκαιότητά της επί της αναλύσεως των στοιχείων που κατέθεσε ενώπιον του College ένας εμπειρογνώμων μάρτυς και επί ορισμένων γεγονότων που έγιναν δεκτά ενώπιον του Δικαστηρίου από το καθού. Κατά τη γνώμη μου, στο College εναπόκειται, και όχι στο Δικαστήριο, στο οποίο έχει παραπεμφθεί το δικαστικό ζήτημα σύμφωνα με το άρθρο 177 της Συνθήκης, να συναγάγει συμπεράσματα από την πιο πάνω μαρτυρική κατάθεση και τα γεγονότα που έγιναν δεκτά από το καθού.
Περαίνοντας, πρέπει να υπενθυμίσω στο Δικαστήριο ότι, ο Coenen υπέβαλε κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση ορισμένα αιτήματα σχετικά με τα δικαστικά του έξοδα. Αλλά, δεδομένου ότι στην προκείμενη περίπτωση πρόκειται περί αιτήσεως εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως, το Δικαστήριο πρέπει να αφήσει όλα τα σχετικά με τα δικαστικά έξοδα ζητήματα να επιλυθούν από το College.
( 1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η αγγλική.
Full & Egal Universal Law Academy