ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
GERHARD REISCHL
της 20ής Νοεμβρίου 1975 ( *1 )
Κύριε Πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
Στην προδικαστική διαδικασία, η οποία μας απασχολεί σήμερα, πρόκειται για ορισμένες ρυθμίσεις σχετικά με το μονοπώλιο οινοπνεύματος που υπάρχει στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας. Θεωρώ ότι ενδείκνυται για το λόγο αυτό να κάνω καταρχάς ορισμένες παρατηρήσεις σχετικά με τις βασικές διατάξεις του μονοπωλίου που περιέχονται στο νόμο της 8ης Απριλίου 1922, όπως τροποποιήθηκε τελευταία με νόμο της 2ας Μαρτίου 1974.
Σαν κανόνας ισχύει εν προκειμένω ότι το οινόπνευμα που παρασκευάζεται στην ημεδαπή πρέπει να παραδίδεται στη διοίκηση του ομοσπονδιακού μονοπωλίου. Στους παραγωγούς καταβάλλεται από το μονοπώλιο για την παράδοση αυτή μια τιμή αναλήψεως. Η τιμή αυτή στηρίζεται στη βασική τιμή οινοπνεύματος, που καθορίζεται από τη διοίκηση του ομοσπονδιακού μονοπωλίου κατά τρόπο ώστε «να καλύπτονται τα μέσα έξοδα παραγωγής ενός εκατόλιτρου οινοπνεύματος σε γεωργικά αποστακτήρια γεωμύλων μεσαίου μεγέθους που λειτουργούν κανονικώς — πρόκειται για αποστακτήρια που παράγουν 500 εκατόλιτρα οινοπνεύματος κατά μέσο όρο ετησίως —». Επιπλέον, προβλέπονται μειώσεις και προσαυξήσεις, ιδίως βάσει των παραγομένων ποσοτήτων. Το οινόπνευμα πωλείται από το μονοπώλιο σε τιμή που καθορίζεται επίσης από τη διοίκηση του μονοπωλίου. Η κανονική τιμή πωλήσεως — παράλληλα υπάρχουν, αυτό όμως δεν ενδιαφέρει εδώ, μειωμένες τιμές πωλήσεως ανάλογα με τον προορισμό χρησιμοποιήσεως — περιλαμβάνει το φόρο οινοπνεύματος και την προσαύξηση της τιμής, δηλαδή την τιμή αναλήψεως και το ποσό, που προορίζεται για την κάλυψη των εξόδων του μονοπωλίου.
Καθόσον προβλέπονται εξαιρέσεις από το καθήκον παραδόσεως — παραδείγματος χάρη για οινόπνευμα που παρασκευάζεται από φρούτα — επιβάλλεται πρόσθετος φόρος οινοπνεύματος. Ο φόρος αυτός αντιστοιχεί βασικά στη διαφορά μεταξύ της κανονικής τιμής πωλήσεως οινοπνεύματος και της βασικής τιμής οινοπνεύματος, μειωμένος κατά το μέσο ύψος των εξόδων, που εξοικονομεί η διοίκηση του ομοσπονδιακού μονοπωλίου λόγω της μη αναλήψεως του οινοπνεύματος· τα έξοδα αυτά καθορίστηκαν για τη χρονική περίοδο που έχει σημασία για την κύρια δίκη, σε 21 DM. Επιπλέον, όμως, προβλέπονται και προσαυξήσεις και μειώσεις ανάλογα με το είδος και την ποσότητα του παραγομένου οινοπνεύματος σημασία έχει ιδίως, αν το οινόπνευμα παρασκευάστηκε εντός των ορίων του δικαιώματος αποστάξεως που παρέχει η διοίκηση του μονοπωλίου.
Με την εισαγωγή οινοπνεύματος και αλκοολούχων ποτών καθίσταται απαιτητός ο εξισωτικός φόρος μονοπωλίου. Ως αλκοολούχα ποτά θεωρούνται επίσης οίνοι και παρόμοια προς τον οίνο ποτά — επίσης αρωματικά —, των οποίων η περιεκτικότητα σε οινόπνευμα υπερβαίνει ένα ορισμένο ποσοστό. Ο κανονικός εξισωτικός φόρος μονοπωλίου για οινόπνευμα καταναλώσεως και για αλκοολούχα ποτά ισούται με τη διαφορά μεταξύ της κανονικής τιμής πωλήσεως οινοπνεύματος και της βασικής τιμής οινοπνεύματος. Περιλαμβάνει επομένως το φόρο οινοπνεύματος και το, όπως αποκαλείται, υπερβάλλον του εξισωτικού φόρου μονοπωλίου, που αντιστοιχεί στο ποσό των εξόδων που αναλογούν σε ένα εκατόλιτρο οινοπνεύματος, τα οποία προκύπτουν από την ανάληψη από τη διοίκηση του ομοσπονδιακού μονοπωλίου εγχωρίου οινοπνεύματος που μπορεί και πρέπει να παραδοθεί, καθώς και από την πώλησή του.
Στη διαδικασία ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, από την οποία προέρχεται η παρούσα αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως, πρόκειται, προπάντων, για τη νομιμότητα αυτού του υπερβάλλοντος του εξισωτικού φόρου μονοπωλίου.
Η εταιρία Rewe-Zentrale, προσφεύγουσα στην κύρια δίκη, έθεσε τον Οκτώβριο 1970 οίνο βερμούτ από την Ιταλία σε τελωνειακή αποταμίευση στην ανοιχτή της αποθήκη, το δε Ιανουάριο 1971 απέσυρε ορισμένες ποσότητες για να τεθούν σε ελεύθερη κυκλοφορία. Για το λόγο αυτό, της επιβλήθηκε κατ' εφαρμογή των προαναφερθεισών διατάξεων εξισωτικός φόρος μονοπωλίου. Καθόσον ο φόρος αυτός περιλαμβάνει το προαναφερθέν υπερβάλλον, η επιχείρηση Rewe θεωρεί την επιβολή του παράνομη ενόψει του άρθρου 37, παράγραφος 1 και του άρθρου 95, παράγραφος 1 της Συνθήκης ΕΟΚ. Προβάλλει ότι ομοειδή εγχώρια προϊόντα δεν υφίστανται αυτή την επιβάρυνση. Υποστηρίζει περαιτέρω την άποψη ότι τα έξοδα της διοικήσεως του μονοπωλίου δεν μπορούν να αντισταθμιστούν, επειδή δεν πρόκειται για κατά νόμο σταθερά καθορισμένη ημεδαπή επιβάρυνση, αλλά για επιβάρυνση, το ύψος της οποίας ποικίλλει ανάλογα με τους παράγοντες που επηρεάζουν την τιμή. Υφίσταται επίσης δυσμενής διάκριση, καθόσον εισαγόμενα προϊόντα συγκρίνονται με εγχώρια προϊόντα, τα οποία υπόκεινται στον πρόσθετο φόρο οινοπνεύματος. Εν προκειμένω έχει σημασία ότι ως προς τον πρόσθετο φόρο οινοπνεύματος διενεργείται μείωση κατά το ποσό που αντιπροσωπεύει το μέσο όρο των εξόδων που εξοικονομεί η διοίκηση του μονοπωλίου και ότι προβλέπονται ορισμένες προσαυξήσεις και μειώσεις. Κατά ορθότερο όμως τρόπο θα έπρεπε να ληφθεί ως βάση για τη σύγκριση της επιβαρύνσεως η μικρότερη επιβάρυνση των εγχωρίων προϊόντων.
Για τους λόγους αυτούς η επιχείρηση Rewe προσέφυγε ενώπιον του Finanzgericht Rheinland-Pfalz, το οποίο, με Διάταξη της 10ης Απριλίου 1975, ανέβαλε την έκδοση αποφάσεως και υπέβαλε κατά το άρθρο 177 της Συνθήκης ΕΟΚ τα ακόλουθα ερωτήματα προς έκδοση προδικαστικής αποφάσεως:
1.
Το άρθρο 37, παράγραφος 1 της Συνθήκης ΕΟΚ — καθώς και το άρθρο 95, πρώτη παράγραφος — πρέπει να ερμηνευτούν υπό την έννοια ότι οι υπήκοοι των κρατών μελών μπορούν να αντλήσουν άμεσα από αυτό, μετά το τέλος της μεταβατικής περιόδου, δικαιώματα που τα δικαστήρια των κρατών μελών οφείλουν να προστατεύουν;
2.
Η επιβολή του μέρους του εξισωτικού φόρου μονοπωλίου που χαρακτηρίζεται σαν υπερβάλλον του εξισωτικού φόρου μονοπωλίου λόγω εισαγωγής ιταλικού βερμούτ αντιφάσκει προς τις αρχές του άρθρου 95, πρώτη παράγραφος της Συνθήκης ΕΟΚ — και, σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο πρώτο ερώτημα, επίσης προς τις αρχές του άρθρου 37, παράγραφος 1 —, επειδή με αυτήν επιδιώκεται να αντισταθμιστεί όχι η επιβάρυνση των ομοειδών εγχωρίων προϊόντων λόγω φόρου, αλλά τα έξοδα της διοικήσεως του κρατικού μονοπωλίου;
3.
Σε περίπτωση αρνητικής απαντήσεως στο ερώτημα 2:
Κατά την εφαρμογή του άρθρου 37, παράγραφος 1 και του άρθρου 95, πρώτη παράγραφος της Συνθήκης ΕΟΚ πρέπει να συγκριθούν μεταξύ τους μόνο το υπερβάλλον του εξισωτικού φόρου μονοπωλίου και τα έξοδα μονοπωλίου ή έχει σημασία αν το εισαχθέν προϊόν δεν περιέρχεται σε δυσμενέστερη θέση λόγω της επιβολής του υπερβάλλοντος του εξισωτικού φόρου μονοπωλίου ως προς τη συνολική του τιμή από ό, τι τα ομοειδή εγχώρια προϊόντα;
4.
Σε περίπτωση που γίνει δεκτή η πρώτη εναλλακτική λύση του ερωτήματος 3:
Υφίσταται δυσμενή διάκριση ο εισαγόμενος ιταλικός οίνος βερμούτ κατά την έννοια του άρθρου 37, παράγραφος 1 και του άρθρου 95, πρώτη παράγραφος της Συνθήκης ΕΟΚ, επειδή ο νόμος περί μονοπωλίου οινοπνεύματος προβλέπει για το οινόπνευμα εισαγομένων προϊόντων για κατανάλωση υπερβάλλον του εξισωτικού φόρου μονοπωλίου ενιαίου ύψους, ενώ για ομοειδή εγχώρια προϊόντα προβλέπει για κλιμακωτές ποσότητες προϊόντων κλιμακωτές επιβαρύνσεις με τα έξοδα της διοικήσεως του κρατικού μονοπωλίου;
Θεωρώ ότι ενδείκνυται να γίνουν δύο προκαταρκτικές παρατηρήσεις πριν από την εξέταση αυτών των ερωτημάτων. Οι παρατηρήσεις αυτές αναφέρονται αφενός στην έννοια της οργανώσεως των αγορών και αφετέρου στο κριτήριο συγκρίσεως που είναι καθοριστικό στην προκειμένη περίπτωση λόγω της φύσεως των εισαχθέντων προϊόντων.
α)
Τόσο η Ομοσπονδιακή Κυβέρνηση όσο και η Επιτροπή τόνισαν ότι η γερμανική διοίκηση που αφορά το μονοπώλιο οινοπνεύματος πρέπει, καθόσον πρόκειται για το οινόπνευμα που λαμβάνεται από γεωργικά προϊόντα, να χαρακτηριστεί σαν εθνική οργάνωση αγοράς γεωργικών προϊόντων. Κατά τη γνώμη μου αυτό αιτιολογήθηκε επαρκώς και δεν πρέπει να το παραβλέπουμε κατά την εξέταση της υποθέσεως.
Εν προκειμένω, μπορεί να γίνει αναφορά στην έννοια της οργανώσεως των αγορών και στα στοιχεία που ισχύουν σχετικώς με αυτό κατά το κοινοτικό δίκαιο, όπως τα καθορίσατε στην απόφαση επί της υποθέσεως 48/74 (10 Δεκεμβρίου 1974 — Charmasson κατά Υπουργείου Οικονομικών, Παρίσι — SLG 1974, σ. 1383). Σύμφωνα με την απόφαση αυτή, μπορεί να γίνει λόγος για οργάνωση αγοράς, όταν υφίσταται κρατική ρύθμιση της αγοράς με το σκοπό να σταθεροποιηθεί η αγορά, να ληφθεί μέριμνα μέσω εξασφαλίσεως των πωλήσεων για ένα ικανοποιητικό βιοτικό επίπεδο του γεωργικού πληθυσμού για τον οποίο πρόκειται και να διασφαλιστεί ο εφοδιασμός των καταναλωτών.
Βέβαιο είναι εξάλλου ότι αλκοόλ «brut» που λαμβάνεται από γεωργικά προϊόντα περιελήφθη με τον κανονισμό 7α του Συμβουλίου, της 18ης Δεκεμβρίου 1951, στο παράρτημα II της Συνθήκης ΕΟΚ και, έτσι, αναγνωρίστηκε ως γεωργικό προϊόν κατά την έννοια των άρθρων 38 έως 46 της Συνθήκης.
Επίσης είναι προφανές ότι η ρύθμιση του μονοπωλίου του οινοπνεύματος επιδιώκει να διασφαλίσει ισορροπία στην αγορά — παραγωγή και ανάγκες πρέπει κατά το δυνατό να εξισώνονται — και την εξασφάλιση εισοδήματος μέσω της αξιοποιήσεως βασικών γεωργικών προϊόντων και της πωλήσεως οινοπνεύματος με εγγυημένες τιμές, λαμβάνοντας υπόψη διαφορετικά μεγέθη επιχειρήσεων και τα έξοδα παρασκευής κατά τον καθορισμό της τιμής αναλήψεως ή, καθόσον πρόκειται για οινόπνευμα για το οποίο δεν υπάρχει υποχρέωση παραδόσεως, τον πρόσθετο φόρο οινοπνεύματος. Οι στόχοι αυτοί γεωργικής πολίτικης εκφράζονται επίσης με πλήρη σαφήνεια σε μία σειρά από διατάξεις του μονοπωλίου οινοπνεύματος. Αναφέρομαι, παραδείγματος χάρη, στην παράγραφο 25 του νόμου περί μονοπωλίου οινοπνεύματος, κατά την οποία τα γεωργικά αποστακτήρια πρέπει να συνδέονται με μία γεωργική επιχείρηση, στο αποστακτήριο πρέπει να χρησιμοποιούνται μόνο πατάτες και δημητριακά και τα υπολείμματα πρέπει να διαθέτονται πλήρως ως ζωοτροφή για το ζωικό κεφάλαιο της γεωργικής εκμεταλλεύσεως του αποστακτηρίου. Υπενθυμίζω περαιτέρω ότι σύμφωνα με την παράγραφο 32 του εν λόγω νόμου πρέπει να υφίσταται ανάγκη για τη δημιουργία νέων γεωργικών αποστακτηρίων, ότι σύμφωνα με την παράγραφο 33 το δικαίωμα αποστάξεως παρέχεται λαμβάνοντας υπόψη το έδαφος που χρησιμοποιείται από τη γεωργική εκμετάλλευση και ότι σύμφωνα με την παράγραφο 33α κατά την παροχή του δικαιώματος αποστάξεως σημασία έχει αν είναι αναγκαίο για τα αποστακτήρια η καλλιέργεια πατάτας και η χρησιμοποίηση της για την παρασκευή οινοπνεύματος. Επιπλέον, δεν πρέπει να λησμονείται ότι κατά την παράγραφο 37 αποστακτήρια φρουτοπαραγωγικών συνεταιρισμών παρασκευάζουν οινόπνευμα αποκλειστικά από φρούτα, τα οποία καλλιεργούν τα ίδια τα μέλη του συγκεκριμένου συνεταιρισμού και ότι — εδώ περιορίζομαι σ' αυτό, η απαρίθμιση δεν είναι καθόλου πλήρης — κατά την παράγραφο 65 κατά τον καθορισμό της βασικής τιμής οινοπνεύματος λαμβάνεται ως βάση ο μέσος όρος των εξόδων παραγωγής ενός εκατόλιτρου οινοπνεύματος σε κανονικά λειτουργούντα γεωργικά αποστακτήρια πατάτας μέσου μεγέθους.
Κατά τη γνώμη μου τα στοιχεία αυτά είναι τόσο σημαντικά ώστε και πάλι να μην εκτίθενται με απόλυτη σαφήνεια ήδη κατά την έναρξη της παρούσας εξετάσεως. Οι συνέπειες που μπορούν να συναχθούν από αυτά για την προκειμένη υπόθεση θα εξεταστούν αργότερα.
β)
Αντίστοιχα ισχύουν για τη δεύτερη προκαταρκτική παρατήρηση που θα μου επιτρέψει να περιορίσω την ανάλυσή μου.
Βασικό ζήτημα της δίκης είναι αν το εισαγόμενο οινόπνευμα υφίσταται δυσμενή διάκριση έναντι των εγχωρίων προϊόντων. Κατά την εξέταση αυτού του ζητήματος είναι σημαντικό ποιο εγχώριο προϊόν χρησιμοποιείται ως μέτρο συγκρίσεως. Στην κύρια δίκη πρόκειται για την εισαγωγή ιταλικού βερμούτ. Κατά την παρασκευτή του χρησιμοποιείται προφανώς οινόπνευμα από οίνο. Ομοειδές εγχώριο προϊόν πρέπει, επομένως, να είναι επίσης οινόπνευμα από οίνο. Όσον αφορά αυτό το εγχώριο προϊόν, καταδείχτηκε κατά τη διαδικασία ότι δεν υπόκειται στην υποχρέωση παραδόσεως κατά το νόμο περί μονοπωλίου οινοπνεύματος και ότι δεν μπορεί καν — όπως συνάγεται από την παράγραφο 76 — να αναληφθεί από το μονοπώλιο. Αν αυτό είναι ορθό — αυτό τελικά θα το κρίνει το παραπέμπον δικαστήριο —, αν επομένως αυτού του είδους οινόπνευμα ούτε αγοράζεται ούτε στη συνέχεια πωλείται από το μονοπώλιο, τότε δεν μπορεί να αποτελεί μονοπωλιακή επιβάρυνση η διαφορά μεταξύ τιμής αναλήψεως και τιμής πωλήσεως. Για το προϊόν αυτό αποτελεί αντιθέτως την παρόμοια ημεδαπή επιβάρυνση ο πρόσθετος φόρος οινοπνεύματος, δηλαδή μία επιβάρυνση, η οποία — δεδομένου ότι για το αλκοόλ αυτό ισχύουν κατά την παράγραφο 106 του νόμου περί μονοπωλίου οινοπνεύματος οι τιμές πωλήσεως που καθορίζει το μονοπώλιο — αντιστοιχεί στη διαφορά μεταξύ τιμής πωλήσεως και βασικής τιμής με βάση το μέσο όρο του ποσού των εξοικονομούμενων δαπανών (21 γερμανικά μάρκα) και ενδεχομένως ορισμένων προσαυξήσεων και μειώσεων.
Κατά τη γνώμη μου ενδείκνυται ήδη να υπογραμμίσω και αυτό το γεγονός το οποίο πρέπει να βρίσκεται προ οφθαλμών κατά την περαιτέρω εξέταση της υποθέσεως.
Πρώτο ερώτημα
Στο πλαίσιο του πρώτου ερωτήματος, το οποίο θα εξετάσω τώρα μετά από αυτές τις απαραίτητες προκαταρκτικές παρατηρήσεις, πρέπει καταρχάς να διευκρινιστεί αν το άρθρο 37, παράγραφος 1 και το άρθρο 95, πρώτη παράγραφος της Συνθήκης ΕΟΚ θεμελιώνουν μετά τη λήξη της μεταβατικής περιόδου κατά τρόπο άμεσο δικαιώματα που τα εθνικά δικαστήρια πρέπει να προστατεύουν.
Η απάντηση στο ερώτημα δεν παρουσιάζει καμία δυσκολία, αν ληφθεί υπόψη αποκλειστικά η διατύπωσή του. Όλα τα μέρη της διαδικασίας που διατύπωσαν γνώμη προτείνουν ομόφωνα να δοθεί καταφατική α-πάντηση και αυτό πράγματι ευλόγως.
Πρέπει να υπογραμμιστεί ότι πρόκειται για μία σαφή υποχρέωση: Αυτό ισχύει όχι μόνο για το άρθρο 95, πρώτη παράγραφος, αλλά επίσης και για το άρθρο 37, παράγραφος 1, σύμφωνα με το οποίο με τη λήξη της μεταβατικής περιόδου αποκλείεται, ως προς τους όρους εφοδιασμού και διαθέσεως, οποιαδήποτε διάκριση μεταξύ των υπηκόων των κρατών μελών. Εξάλλου έχει σημασία ότι το Δικαστήριο αναγνώρισε ήδη στην υπόθεση 6/64 (15 Ιουλίου 1964 Flaminio Costa κατά ENEL SLG 1964, σ. 1275), την άμεση εφαρμογή του άρθρου 37, παράγραφος 2, κατά το οποίο απαγορεύονται νέες διακρίσεις. Δικαίως από αυτό μπορεί να συναχθεί ότι η έννοια της δυσμενούς διακρίσεως αυτή καθεαυτή, η οποία έχει το ίδιο περιεχόμενο στις παραγράφους 1 και 2 του άρθρου 37, δεν αποτελεί εμπόδιο για την άμεση εφαρμογή [(Ιταλική Εισαγγελική Αρχή κατά Società agricola industria latte (SAIL), 82/71 — SLG 1972, σ. 153].
Εντούτοις νομίζω ότι είναι συζητήσιμο αν μπορούμε να θεωρήσουμε ικανοποιητικές αυτές τις διαπιστώσεις ή αν αντιθέτως, όπως σε μια σειρά από άλλες δίκες, τα περιστατικά που εκτέθηκαν δίνουν αφορμή να εξεταστούν, πέρα από τα υποβληθέντα ερωτήματα, σημαντικές πλευρές του κοινοτικού δικαίου, που έχουν σημασία για την κρίση στην προκειμένη υπόθεση. Εννοώ εδώ ιδίως τα όσα εξέθεσε η Ομοσπονδιακή Κυβέρνηση, παραπέμποντας στο άρθρο 37, παράγραφος 4 και υποστηρίζοντας την άποψη ότι από τη διάταξη αυτή συνάγεται για ορισμένες καταστάσεις σχετικοποίηση της απαγορεύσεως των διακρίσεων του άρθρου 37, παράγραφος 1. Πράγματι, η εξέταση πρέπει να επεκταθεί τουλάχιστον ως προς αυτό το σημείο.
Το άρθρο 37, παράγραφος 4 έχει ως εξής:
«Στην περίπτωση κρατικού μονοπωλίου εμπορικού χαρακτήρα που συνεπάγεται ρύθμιση, η οποία αποσκοπεί να διευκολύνει τη διάθεση ή την αξιοποίηση των γεωργικών προϊόντων, πρέπει να εξασφαλιστούν, κατά την εφαρμογή των κανόνων του παρόντος άρθρου, ισοδύναμες εγγυήσεις για την απασχόληση και το βιοτικό επίπεδο των ενδιαφερομένων παραγωγών…»
Κατά τη γνώμη μου, ήδη από το γράμμα αυτής της διατάξεως γίνεται σαφές ότι με αυτή επιδιώκεται για τα αναφερόμενα προϊόντα — και οπωσδήποτε όχι μόνο για τα προϊόντα του παραρτήματος II — μία σύζευξη: Η εφαρμογή της απαγορεύσεως των διακρίσεων είναι δυνατή μόνο καθόσον εξασφαλίζονται ισοδύναμες εγγυήσεις για την απασχόληση και το βιοτικό επίπεδο των ενδιαφερομένων παραγωγών μέσω ορισμένων θετικών μέτρων. Αυτό δεν πρέπει κατά κανένα τρόπο να νοηθεί σαν διάταξη που περιέχει υποχρέωση ενδοτικού χαρακτήρα (η αποκαλούμενη Soll-Vorschrift) με ασθενέστερη νομική σημασία. Το ιστορικό γενέσεως της διατάξεως και το γεγονός ότι οι αντιπροσωπείες ορισμένων κρατών μελών έδωσαν μεγάλη σημασία στην υιοθέτηση της προαναφερθείσας διατυπώσεως επιτρέπουν αποκλειστικά την υπόθεση ότι πρέπει να πρόκειται για διάταξη επιτακτικού χαρακτήρα.
Ισοδύναμες εγγυήσεις — αυτό ορθώς τονίστηκε κατά τη διαδικασία — μπορούν α-σφαλώς να παρασχεθούν μέσω εθνικών μέτρων. Οπωσδήποτε όμως καταλληλότερα πρέπει να είναι μέτρα του κοινοτικού δικαίου, ιδίως στο πλαίσιο της εγκαθιδρύσεως κοινών οργανώσεων της αγοράς. Αυτό ισχύει ασφαλώς για έναν τομέα, όπως αυτός για τον οποίο πρόκειται εδώ, στον ο-ποίο πράγματι επιδιώκεται η εγκαθίδρυση κοινής οργανώσεως αγοράς (πρβλ. την πρόταση της Επιτροπής, της 6ης Μαρτίου 1972, για τη θέσπιση κανονισμού για την κοινή οργάνωση αγοράς αιθυλικής αλκοόλης γεωργικής προελεύσεως και συμπληρωματικές διατάξεις για αιθυλική αλκοόλη μη γεωργικής προελεύσεως, καθώς και ορισμένων αλκοολούχων προϊόντων, ABL 1972, C 43, σ. 3).
Αντίστοιχη είναι και η στάση της Επιτροπής, όπως εκφράζεται σε μία σύσταση προς την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, της 22ας Δεκεμβρίου 1969, σχετικά με την αναμόρφωση του κρατικού εμπορικού μονοπωλίου για οινόπνευμα. Στην εν λόγω σύσταση εκτίθεται ότι η εθνική οργάνωση αγοράς αιθυλικής αλκοόλης γεωργικής προελεύσεως πρέπει να αντικατασταθεί από μία οργάνωση αγοράς κοινοτικού δικαίου. Μέχρι να τεθεί σε ισχύ η κοινή οργάνωση αγοράς αναγνωρίζονται σαν αναγκαία ορισμένα μέτρα με αναφορά στο άρθρο 37, παράγραφος 4. Έτσι μπορεί εισαγόμενο οινόπνευμα για κατανάλωση, όσον αφορά τις επιβαρύνσεις λόγω εισαγωγής, να θεωρείται καταρχήν σαν να είχε παρασκευαστεί σε αποστακτήριο με ετήσια παραγωγή 10000 εκατόλιτρα οινοπνεύματος· περαιτέρω, αναφέρεται ότι επιτρέπεται η επιβολή εξισωτικής εισφοράς λόγω εισαγωγής αλκοολούχων ποτών. Επίσης μπορεί να περιοριστεί η χρησιμοποίηση αιθυλικής αλκοόλης μη γεωργικής προελεύσεως, που επιτρέπεται επίσης να υποβληθεί σε ιδιαίτερη επιβάρυνση.
Επομένως, μπορεί να λεχθεί με βεβαιότητα ότι σοβαροί λόγοι συνηγορούν υπέρ της απόψεως ότι το άρθρο 37, παράγραφος 1 ισχύει χωρίς καμία επιφύλαξη για προϊόντα που αναφέρονται στο άρθρο 37, παράγραφος 4, καθόσον χρόνο δεν υπάρχουν επί κοινοτικού επιπέδου ισοδύναμες εγγυήσεις — όπως επιδιώκεται — για την απασχόληση και το βιοτικό επίπεδο των παραγωγών οινοπνεύματος γεωργικής προελεύσεως.
Ενόψει των παρατηρήσεων που έκανα στην αρχή ως προς την ύπαρξη εθνικής γερμανικής οργανώσεως αγοράς για οινόπνευμα και του γεγονότος ότι σε μία τέτοια περίπτωση καθοριστικοί είναι οι ειδικοί κανόνες των άρθρων 39 έως 46 της Συνθήκης ΕΟΚ, πρέπει προφανώς να επεκταθεί η εξέταση και να τεθεί το ζήτημα αν οι γενικές διατάξεις των άρθρων 37, παράγραφος 1 και 95, πρώτη παράγραφος στα οποία αποδίδεται σημασία σε όλα τα ερωτήματα του παραπέμποντος δικαστηρίου, δεν έχουν ακόμα απεριόριστη ισχύ με τη λήξη της μεταβατικής περιόδου, επειδή η εθνική οργάνωση αγοράς δεν έχει ακόμα αντικατασταθεί από κοινή οργάνωση αγοράς.
Θέτοντας αυτό το ζήτημα γνωρίζω καλώς ότι το Δικαστήριο έχει ήδη αποφανθεί σχετικώς στην υπόθεση 48/74. Υπενθυμίζω την κρίση του ότι εθνικές οργανώσεις αγοράς μπορούν μέχρι την εγκαθίδρυση κοινής οργανώσεως αγοράς να διατηρούνται, όχι όμως μετά τη λήξη της μεταβατικής περιόδου. Μετά τη λήξη της μεταβατικής περιόδου δεν δικαιολογούσαν οι υφιστάμενες οργανώσεις αγοράς, οι οποίες υφίστάντο κατά την έναρξη ισχύος της Συνθήκης ακόμα και αν δεν είχε ακόμη θεσπιστεί αντίστοιχη κοινοτική πολιτική, διάσπαση της διατάξεως του άρθρου 33 για τη μη εφαρμογή ποσοτικών περιορισμών. Κατά τη γνώμη μου είναι σημαντικό το ότι η αποφασιστικής σημασίας κρίση του Δικαστηρίου αναφερόταν σε ποσοτικούς περιορισμούς επί των εισαγωγών μπανανών στη Γαλλία και ότι έγινε σχετικώς δεκτό ότι η διατήρηση απλώς ρυθμίσεων ποσοστώσεων δεν ανταποκρίνεται στις προϋποθέσεις σχετικά με την ύπαρξη εθνικής οργανώσεως αγοράς. Τα εκτιθέμενα ως προς την περαιτέρω ισχύ εθνικών οργανώσεων αγοράς αποτελούν, επομένως, απλώς ένα «obiter dictum» της προαναφερθείσας αποφάσεως και πρέπει επομένως να είναι θεμιτό να γίνεται σχετικώς αναφορά σε υποθέσεις, στις οποίες τίθεται πράγματι το πρόβλημα της οργανώσεως αγοράς και στις οποίες καθίστανται απολύτως φανερές οι επιπτώσεις μιας δυσμενούς απόψεως σχετικά με τις εθνικές οργανώσεις αγοράς.
Πράγματι — επιτρέψτε μου να το πω αυτό αμέσως — σοβαροί λόγοι συνηγορούν, κατά την εξέταση του προβλήματος αν εθνικές οργανώσεις αγοράς εξακολουθούν να υφίστανται μετά τη λήξη της μεταβατικής περιόδου, υπέρ του να μη δοθεί υπερβολικά μονόπλευρα το βάρος στην αρχή του άρθρου 8
—
η λήξη της μεταβατικής περιόδου αποτελεί συγχρόνως τη λήξη της προθεσμίας για τη θέση σε ισχύ όλων των προβλεπόμενων διατάξεων, καθώς και για την εφαρμογή όλων των μέτρων, τα οποία περιλαμβάνονται στην ίδρυση της κοινής αγοράς —
καθώς και στην αρχή του άρθρου 40
—
τα κράτη μέλη θεσπίζουν την κοινή γεωργική πολιτική πριν από τη λήξη της μεταβατικής περιόδου.—
Διαφορετικά, άλλες αρχές που περιέχονται επίσης με σαφήνεια στη Συνθήκη θα έχαναν πράγματι μεγάλο μέρος από τη σημασία τους. Έτσι, δεν πρέπει να παραβλέπεται ότι στην πρώτη διάταξη του τίτλου περί της γεωργίας, άρθρο 38, παράγραφος 4, τονίζεται ότι η λειτουργία και η ανάπτυξη της κοινής αγοράς για γεωργικά προϊόντα πρέπει να πηγαίνει χέρι με χέρι με τη θέσπιση κοινής γεωργικής πολιτικής των κρατών μελών. Η διάταξη αυτή ορίζει ότι χωρίς κοινή γεωργική πολιτική δεν μπορεί να υπάρξει καμία ανάπτυξη της κοινής αγοράς για γεωργικά προϊόντα. Περαιτέρω, δεν πρέπει να λησμονείται ότι στο άρθρο 43, παράγραφος 2 γίνεται λόγος για αντικατάσταση των εθνικών οργανώσεων αγοράς από τις μορφές κοινής οργανώσεως αγοράς του άρθρου 40, παράγραφος 2, καθώς και ότι στο άρθρο 43, παράγραφος 3 γίνεται λόγος για αντικατάσταση των εθνικών οργανώσεων αγοράς με την κοινή οργάνωση που προβλέπεται στην παράγραφο 2 του άρθρου 40, απαιτείται δε εν προκειμένω να δημιουργηθούν ισοδύναμες εγγυήσεις για την απασχόληση και το βιοτικό επίπεδο των ενδιαφερομένων παραγωγών. Αυτό εκφράζει την ιδέα ότι πρέπει να αποφεύγονται ρήγματα και ότι κατά κανόνα πρέπει να υπάρχει συνεχής ανάπτυξη με την εξασφάλιση των αναγκαίων προσαρμογών. Ήδη, κατόπιν αυτών, δύσκολα μπορεί να θεωρηθεί ότι ευσταθεί η θέση ότι με τη λήξη της μεταβατικής περιόδου δεν είναι πλέον δυνατή, χωρίς να λαμβάνεται υπόψη το στάδιο της πραγματοποιήσεως μιας κοινής πολιτικής, η επίκληση εθνικών οργανώσεων αγοράς με το σκοπό να αποκλειστεί ή να περιοριστεί η εφαρμογή των γενικών διατάξεων της Συνθήκης.
Επιπλέον, βλέποντας τα πράγματα εκ των υστέρων, καταφαίνεται ότι η πραγματοποίηση της κοινής γεωργικής πολιτικής — και αυτό οφείλεται σε πολυποίκιλα αντιτιθέμενα συμφέροντα — ήταν πολύπλοκη και χρονοβόρα. Πρόσθετη δυσκολία προκάλεσαν τα γνωστά γεγονότα του Ιανουαρίου 1966, που είχαν ως αποτέλεσμα την εισαγωγή της αρχής της ομοφωνίας, ενώ στη Συνθήκη — άρθρο 43 — προβλέπεται η λήψη αποφάσεων του Συμβουλίου με ειδική πλειοψηφία. Τέλος, σ' αυτό οφείλεται, δηλαδή στις επίπονες διαπραγματεύσεις εφ' όλης της ύλης, το ότι δεν μπόρεσαν να ρυθμιστούν οριστικά όλοι οι γεωργικοί τομείς πριν από την 31η Δεκεμβρίου 1966. Ενόψει αυτής της καταστάσεως, η οποία εν μέρει μπορούσε να προβλεφθεί ήδη κατά τη θέσπιση των διατάξεων της Συνθήκης, θεωρώ ότι αποκλείεται εντελώς η υπόθεση ότι η θέληση των συντακτών της Συνθήκης ήταν η επίτευξη με τη λήξη της μεταβατικής περιόδου και ανεξάρτητα από το βαθμό πραγματοποιήσεως της κοινής γεωργικής πολιτικής της εφαρμογής των γενικών διατάξεων της Συνθήκης, ακόμη και αν αυτό θα είχε σαν συνέπεια να θιγούν σοβαρά τα συμφέροντα, τα οποία προστατεύονται μέσω των εθνικών οργανώσεων αγοράς. Εν προκειμένω, είναι νοητές άνευ ετέρου καταστάσεις, στις οποίες μόνο ένα ή λίγα κράτη μέλη έχουν συμφέρον για την αντικατάσταση εθνικών οργανώσεων αγοράς από μία κοινή οργάνωση αγοράς. Αν ήταν σωστή η άποψη ότι με τη λήξη της μεταβατικής περιόδου δεν μπορεί πλέον να γίνει επίκληση εθνικής οργανώσεως αγοράς, τότε θα καθίστατο εξαιρετικά δύσκολο σ' αυτά τα κράτη μέλη να επιτύχουν το σκοπό τους, ενώ άλλα κράτη μέλη, που ενδιαφέρονται αποκλειστικά για την εφαρμογή των γενικών διατάξεων της Συνθήκης, θα μπορούσαν να επιτύχουν το στόχο τους παρεμβάλλοντας απλώς προσκόμματα και ενεργώντας παρελκυστικά. Επομένως πρέπει, ακριβώς επειδή δεν μπορεί να ληφθεί ως βάση ότι οποιοδήποτε κράτος μέλος αποδέχτηκε ένα τέτοιο αποτέλεσμα, το οποίο ισοδυναμεί με απεμπόληση ελαφρά τη καρδία των δικών του ουσιωδών συμφερόντων, να γίνει κατ' ανάγκη δεκτή η άποψη, ότι η λήξη της μεταβατικής περιόδου δεν αποτελεί κανένα άκαμπτο χρονικό όριο σε σχέση με την εφαρμογή των γενικών διατάξεων της Συνθήκης, ότι αντιθέτως και μετά από αυτή τη λήξη εξακολουθούν να έχουν σημασία ειδικές ρυθμίσεις των εθνικών οργανώσεων αγοράς, εφόσον δεν έχει δημιουργηθεί κοινή οργάνωση αγοράς.
Αυτό ενισχύεται, εξάλλου, από τις ακόλουθες δύο σκέψεις, που χάρη πληρότητας επιθυμώ να εκθέσω.
Δεν μπορούσε να αποκλειστεί ότι κοινές οργανώσεις αγοράς θα εγκαθιδρύονταν λίγο πριν από τη λήξη της μεταβατικής περιόδου. Μέχρι την έναρξη ισχύος τους ήταν αναγκαία μία μεταβατική περίοδος προσαρμογής με ιδιαίτερους κανόνες για τα επιμέρους κράτη μέλη. Αυτό δεν θα ήταν δυνατό αν από τη λήξη της μεταβατικής περιόδου μπορούσαν να εφαρμοστούν μόνο γενικές διατάξεις της Συνθήκης ή κανόνες των κοινών οργανώσεων αγοράς.
Περαιτέρω, υπενθυμίζω το άρθρο 44, παράγραφος 6, κατά το οποίο στο τέλος της μεταβατικής περιόδου συντάσσεται πίνακας των υφισταμένων ακόμη ελαχίστων τιμών και το Συμβούλιο καθορίζει «το εφαρμοστέο καθεστώς στο πλαίσιο της κοινής γεωργικής πολιτικής». Με βάση αυτή τη διάταξη εκδόθηκε η απόφαση του Συμβουλίου, της 20ής Δεκεμβρίου 1969, η ισχύς της οποίας παρατάθηκε επανειλημμένα. Προέβλεπε ρητώς, επειδή δεν ήταν δυνατό πριν από τη λήξη της μεταβατικής περιόδου να δημιουργηθεί μία κοινή οργάνωση αγοράς για όλα τα προϊόντα για τα οποία υπήρχε ρύθμιση ελαχίστων τιμών, ορισμένες ρυθμίσεις εξαιρέσεων για διάφορα κράτη μέλη (επιβολή αντισταθμιστικών εισφορών, παράταση ισχύος ρυθμίσεων ελαχίστων τιμών). Και αυτό επίσης δύσκολα συμβιβάζεται με την άποψη ότι ελλείψει κοινής οργανώσεως αγοράς εφαρμόζονται από τη λήξη της μεταβατικής περιόδου οι γενικές διατάξεις της Συνθήκης.
Αλλά και αν, παρόλα αυτά, δεν γίνει δεκτή η προταθείσα ερμηνεία των άρθρων 39 έως 46 και η άποψη ότι οι εθνικές διατάξεις περί οργανώσεων αγοράς έπρεπε να ισχύουν και μετά τη λήξη της μεταβατικής περιόδου, δεν θα μπορούσε, κατά τη γνώμη μου, να αποφευχθεί μία παρατήρηση.
Στον τίτλο II για τη γεωργία εκφράζεται σε διάφορα σημεία η αρχή ότι οι απαραίτητες προσαρμογές πρέπει να γίνουν βαθμιαία. Παραπέμπω, παραδείγματος χάρη, στο άρθρο 39, παράγραφος 2 ή στο άρθρο 43. Επίσης το άρθρο 37, παράγραφος 4 περιέχει αντίστοιχο κανόνα. Ο κανόνας αυτός εκφράζει πράγματι για την κοινή γεωργική πολιτική μία θεμελιώδη αρχή: Απότομες μεταβάσεις από μία μορφή οργανώσεως σε μία άλλη πρέπει κατά το δυνατό να αποφεύγονται. Έχω τη γνώμη ότι η αντίληψη αυτή πρέπει να ληφθεί υπόψη και στην προκειμένη διαδικασία, ενδεχομένως ανατρέχοντας στις βασικές αρχές που περιέχονται στα άρθρα 171 και 174 της Συνθήκης ΕΟΚ. Αυτό θα είχε το ακόλουθο αποτέλεσμα: Η εφαρμογή των γενικών διατάξεων της Συνθήκης με τη λήξη της μεταβατικής περιόδου θα μπορούσε, επειδή μόλις προσφάτως έγινε δεκτή από τη νομολογία, ενώ μέχρι τότε η γενική αντίληψη ήταν διαφορετική, να μη γίνει άμεσα, αλλά μόλις μετά την πάροδο ορισμένης προθεσμίας χάριτος, που θα μπορούσε να ορίσει το Δικαστήριο με διαπλαστική απόφαση. Μόνο κατ' αυτό τον τρόπο θα μπορούσαν, κατά τη γνώμη μου, να αποφευχθούν μη δικαιολογούμενες ακαμψίες, οι δε μεταβάσεις καθώς και οι απαραίτητες προσαρμογές να γίνονται χωρίς χάσματα.
Όπως, επομένως, και αν θεωρηθεί η κατάσταση, είτε υπό το πρίσμα της περαιτέρω ισχύος των εθνικών οργανώσεων αγοράς, λαμβάνοντας υπόψη την επιφύλαξη που περιέχεται στο άρθρο 37, παράγραφος 4 είτε βάσει της τελευταίας προαναφερθείσας σκέψεως, επιβάλλεται στο πλαίσιο του πρώτου ερωτήματος να γίνει δεκτό ότι το άρθρο 37, παράγραφος 1 και το άρθρο 95, πρώτη παράγραφος δεν μπορούν να εφαρμοστούν ανεπιφύλακτα από τη λήξη της μεταβατικής περιόδου σε μία υπόθεση όπως η προκειμένη. Πολύ περισσότερο, θα μπορούσαν να θεωρηθούν ότι εφαρμόζονται μόνο καθόσον δεν απειλούν την ύπαρξη του εθνικού εμπορικού μονοπωλίου ή της εθνικής οργανώσεως αγοράς ούτε έχουν σαν αποτέλεσμα να θίγουν σοβαρώς σημαντικά στοιχεία της εθνικής ρυθμίσεως.
Δεύτερο ερώτημα
Δεύτερον, πρέπει να εξεταστεί αν το επιβαλλόμενο λόγω εισαγωγής ιταλικού βερμούτ υπερβάλλον του εξισωτικού φόρου μονοπωλίου είναι ασυμβίβαστο με το άρθρο 95, πρώτη παράγραφος και το άρθρο 37, παράγραφος 1, επειδή με αυτό επιδιώκεται η αντιστάθμιση της επιβαρύνσεως ομοειδών εγχωρίων προϊόντων με τα έξοδα της διοικήσεως του μονοπωλίου.
Το ερώτημα αυτό αναφέρεται στην άποψη της προσφεύγουσας στην κύρια δίκη ότι κατά την κατά τη Συνθήκη αναγκαία σύγκριση των επιβαρύνσεων μπορούν να λαμβάνονται υπόψη μόνο σταθερές ημεδαπές επιβαρύνσεις καθορισμένες από το νόμο· αντιθέτως, δεν πρέπει να λαμβάνονται υπόψη λογιστικές εγγραφές που αναφέρονται σε παράγοντες τιμών και εξόδων (έξοδα παραγωγής και εμπορίας), που καθορίζονται σταθερώς και δεν ισχύουν κατά ενιαίο τρόπο για την εγχώρια παραγωγή.
Εν προκειμένω, υπενθυμίζω εκ των προτέρων ακόμη μία φορά ότι το ομοειδές εγχώριο προϊόν, για το οποίο πρόκειται στην κύρια δίκη, είναι οινόπνευμα που δεν υπόκειται σε παράδοση. Δεν υφίσταται την επιβάρυνση που αναφέρει η προσφεύγουσα, επειδή δεν διέρχεται από το μονοπώλιο και επομένως δεν αποτελεί αντικείμενο εμπορίας, μεταφοράς ή διαθέσεως από αυτό. Αντιθέτως, επιβαρύνεται με μία προσαύξηση, το ύψος της οποίας ποικίλλει και η οποία επιβάλλεται προκειμένου να εξομοιωθεί το προϊόν με τα εμπορεύματα μονοπωλίου, έτσι ώστε να αποφευχθούν πλεονεκτήματα ανταγωνισμού για το οινόπνευμα που δεν υπόκειται σε παράδοσημόνο κατά το μέτρο αυτό μπορεί να γίνει λόγος για μονοπωλιακό εξαναγκασμό ως προς το προϊόν αυτό.
Στρέφομαι τώρα, ενόψει αυτής της διαπιστώσεως, καταρχάς προς την ερμηνεία του άρθρου 95, όπου σημαντικό είναι, προπάντων, ότι πρόκειται για μία διάταξη με πολύ ευρύ περιεχόμενο — όπως ορθώς τόνισε η Επιτροπή —. Περιλαμβάνει «φόρους οποιασδήποτε φύσεως», επομένως δεν περιορίζεται κατά κανένα τρόπο σε αμιγώς φορολογικές επιβαρύνσεις. Δεδομένου ότι κατ' αυτή τη διάταξη προφανώς δεν έχει σημασία ο προορισμός του προϊόντος και δεδομένου ότι ο πρόσθετος φόρος οινοπνεύματος λόγω του ότι τα καθοριστικά του στοιχεία καθορίζονται από τις αρχές (τιμή πωλήσεως, βασική τιμή) —τελείως ανεξάρτητα από το ό, τι ρητώς ορίζεται από το νόμο σαν φόρος καταναλώσεως— ασφαλώς πρέπει να θεωρηθεί σαν επιβάρυνση που επιβάλλεται από φορέα δημόσιας εξουσίας, φαίνεται ότι και η εν λόγω επιβάρυνση, και μάλιστα σ' όλη της την έκταση και όχι μόνο ως προς το φορολογικό της μέρος, εμπίπτει στο άρθρο 95.
Εν πάση περιπτώσει, δεν ενδείκνυται σ' αυτή την αλληλουχία να αναφερθώ στην απόφαση επί των υποθέσεων 2 και 3/62 (14 Δεκεμβρίου 1962 — Επιτροπή της ΕΟΚ κατά Μεγάλου Δουκάτου του Λουξεμβούργου και Βασιλείου του Βελγίου — SLG 1962, σ. 867) και να προσπαθήσω βάσει αυτών που έγιναν δεκτά με την εν λόγω απόφαση να υποστηρίξω διαφορετική κρίση. Όπως είναι γνωστό, στην απόφαση αυτή υπογραμμίζεται ότι το άρθρο 95 δεν επιτρέπει οποιαδήποτε αντιστάθμιση οικονομικών βαρών προκειμένου να επιτευχθεί ιδίως προσέγγιση τιμών. Πράγματι σχετικά με τον εξωτικό φόρο μονοπωλίου δεν πρόκειται για εξίσωση προηγουμένου σταδίου επιβαρύνσεως που επιβάλλεται στο χρησιμοποιούμενο κατά την παρασκευή οινοπνεύματος αρχικό προϊόν, αλλά για αντιστάθμιση της άμεσης επιβαρύνσεως του τελικού προϊόντος με τον εξισωτικό φόρο μονοπωλίου. Δεν μπορεί να γίνει, εξάλλου, λόγος για προσέγγιση τιμών, επειδή παρά την επιβολή του εξισωτικού φόρου μονοπωλίου είναι αυτονόητο ότι οι διαφορές μεταξύ του αλλοδαπού και του εσωτερικού κόστους παραγωγής παράγουν πλήρως τα αποτελέσματά τους.
Εν πάση περιπτώσει μπορεί να μην εξεταστεί το ζήτημα πώς πρέπει να ερμηνευτεί το άρθρο 95 και η έννοια της επιβαρύνσεως που χρησιμοποιείται σ' αυτό. Κατά τη γνώμη μου, το άρθρο 37 αποτελεί το μόνο αποφασιστικό κριτήριο για την κρίση επί των μονοπωλιακών επιβαρύνσεων και του εξισωτικού φόρου μονοπωλίου, επειδή το άρθρο 37 σε σχέση με το άρθρο 95 πρέπει να θεωρηθεί σαν lex specialis. Για την ορθότητα αυτής της απόψεως αναφέρομαι στην απόφαση επί της υποθέσεως 13/70 (16 Δεκεμβρίου 1970 — Francesco Cinzano & Cia GmbH κατά Hauptzollamt Saarbrüken — SLG 1970, σ. 1089). Σε εκείνη τη δίκη επρόκειτο για την επιβάρυνση λόγω εισαγωγής εμπορευμάτων, για τα οποία υφίστατο στην ημεδαπή μονοπωλιακή δέσμευση· η απόφαση εκδόθηκε αποκλειστικά βάσει του άρθρου 37 και της απαγορεύσεως των διακρίσεων που περιέχεται σ' αυτό. Στην απόφαση αυτή έγινε ρητώς δεκτό ότι δεν υφίσταται δυσμενής διάκριση, όταν για εισαγόμενα προϊόντα υφίστανται ίδιες προϋποθέσεις, όπως αυτές που ισχύουν για εγχώρια προϊόντα που υπάγονται στο μονοπώλιο. Επιβαρύνσεις λόγω εισαγωγής, οι οποίες συνδέονται με την ύπαρξη κρατικού μονοπωλίου, δεν συνιστούν παράβαση του άρθρου 37, όταν η έκταση της επιβαρύνσεως αντιστοιχεί προς την επιβάρυνση εγχωρίων προϊόντων..
Αν ληφθεί υπόψη αυτή η νομολογία, τότε καθοριστική σημασία έχει αποκλειστικά το ότι δεν υπάρχει καμία διαφορά ως προς τους όρους διαθέσεως του προϊόντος. Δεν έχει σημασία κατά το άρθρο 37 ο σκοπός για τον οποίο επιβάλλεται η επιβάρυνση και επομένως τίποτε δεν αντιτίθεται στο να ληφθούν υπόψη στο πλαίσιο του άρθρου 37 και τα έξοδα της διοικήσεως του μονοπωλίου.
Σ' αυτό δεν μπορεί να αντιταχτεί επίσης το ότι αν συμπεριληφθούν τα έξοδα διοικήσεως του μονοπωλίου στη σύγκριση των επιβαρύνσεων το αποτέλεσμα θα είναι δυσμενής διάκριση σε βάρος των εισαγομένων εμπορευμάτων, επειδή οπωσδήποτε ήδη στη χώρα εξαγωγής τα εμπορεύματα αυτά είχαν ήδη επιβαρυνθεί με τα έξοδα για τη μεταποίηση και την εμπορία. Το επιχείρημα αυτό θα μπορούσε πάντως να ευσταθεί κατά τη σύγκριση με την επιβάρυνση προϊόντων που διακινούνται μέσω του μονοπωλίου και μόνο καθόσον πρόκειται πράγματι για έξοδα παραγωγής ή εμπορίας. Για τον πρόσθετο φόρο οινοπνεύματος, ο οποίος και μόνο ενδιαφέρει στην προκειμένη διαδικασία, το επιχείρημα αυτό δεν έχει αντιθέτως καμιά σημασία, επειδή το οινόπνευμα για το οποίο πρόκειται εδώ δεν διακινείται μέσω του μονοπωλίου και επομένως δεν παρέχονται γι' αυτό υπηρεσίες από το μονοπώλιο κατά την παρασκευή και την εμπορία, πρέπει δε και αυτό όπως τα εισαγόμενα προϊόντα να υποβληθεί σε αντισταθμιστική επιβάρυνση. Επιπλέον, πρέπει σ' αυτό το πλαίσιο να αναγνωριστεί η ορθότητα του επιχειρήματος της Ομοσπονδιακής Κυβερνήσεως ότι η εξάλειψη του στοιχείου του κόστους, το οποίο περιέχεται στο υπερβάλλον του πρόσθετου φόρου, από τη σύγκριση των επιβαρύνσεων θα είχε απολύτως απαράδεκτες συνέπειες για το μονοπώλιο.
Το αποτέλεσμα θα ήταν πράγματι: είτε σημαντικό ανταγωνιστικό πλεονέκτημα για εισαγόμενα προϊόντα, τα οποία ούτως ή άλλως βαρύνονται με πολύ χαμηλότερο κόστος παραγωγής και επομένως οι δυνατότητες διαθέσεως των προϊόντων μονοπωλίου θα περιορίζονταν σημαντικά, πράγμα που θα είχε σαν αποτέλεσμα σημαντική παρεμπόδιση ή ακόμα και διακύβευση της υπάρξεως του μονοπωλίου, αυτό δε παρόλο που το άρθρο 37 δεν απαιτεί κατάργηση των εθνικών εμπορικών μονοπωλίων είτε θα καθίστατο αναγκαίο να απαλλαγούν και τα εγχώρια προϊόντα από αυτό το μέρος της μονοπωλιακής επιβαρύνσεως και επομένως να καλυφθούν τα έξοδα διοικήσεως μονοπωλίου από τον κρατικό προϋπολογισμό. Αυτό όμως, δηλαδή την κάλυψη του μονοπωλίου από το κοινωνικό σύνολο, κανείς δεν θα το θεωρούσε δίκαιο. Είναι ασφαλώς καλύτερο τα έξοδα μονοπωλίου να βαρύνουν αυτούς που ζητούν τα προϊόντα του μονοπωλίου. Η αυτοχρηματοδότηση του μονοπωλίου είναι, επομένως, όπως ορθώς τόνισε η Ομοσπονδιακή Κυβέρνηση, ουσιώδες συστατικό στοιχείο της ρύθμισης του μονοπωλίου για το λόγο αυτό πρέπει οι επενέργειες που συνδέονται με το μονοπώλιο να λαμβάνονται ασφαλώς υπόψη στο πλαίσιο της θεμιτής κατά το άρθρο 37 αντισταθμίσεως.
Ήδη, έχει λεχθεί ό, τι ήταν απαραίτητο για την απάντηση στο δεύτερο ερώτημα. Πάντως, ενδείκνυται μία ακόμη παρατήρηση σχετικά με το ζήτημα που θέτει η Επιτροπή με τις προτάσεις της, αν δηλαδή λόγω του στόχου που επιδιώκεται με το υπερβάλλον του εξισωτικού φόρου μονοπωλίου, σε περίπτωση δηλαδή που χρησιμοποιείται για τη χρηματοδότηση του μονοπωλίου και κατ' αυτό τον τρόπο για τη χρηματοδότηση μίας δραστηριότητας, που αποβαίνει προς όφελος μόνο των εγχωρίων προϊόντων, πρέπει να θεωρηθεί ότι υφίσταται ανεπίτρεπτη κατά τη Συνθήκη επιβάρυνση ισοδυνάμου αποτελέσματος προς δασμούς. Σχετικώς, η Επιτροπή αναφέρεται στις αποφάσεις επί των υποθέσεων 77/72 (19 Ιουνίου 1973 — Carmine Capolongo κατά Azienda Agricola Maya — SLG 1973, σ. 611) και 94/74 [18 Ιουνίου 1975 Industria Gomma Articoli Vari (IGAV) κατά Ente Nazionale per la Cellulosa e per la Carta (ENCC) SLG 1975, σ. 699]. Στις αποφάσεις αυτές χαρακτηρίζεται σαν επιβάρυνση ισοδυνάμου αποτελέσματος προς δασμούς το ποσό, το οποίο επιβάλλεται ομοίως σε εγχώρια και σε εισαγόμενα ε-μπορεύματα, το οποίο όμως προορίζεται να χρηματοδοτήσει και να προωθήσει τη δραστηριότητα νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου, δραστηριότητα που αποβαίνει ειδικά προς όφελος των εγχωρίων προϊόντων, έτσι ώστε να θεωρείται η εισφορά που επιβαρύνει τα εγχώρια προϊόντα σαν αντιπαροχή για ληφθέντα οφελήματα.
Κατόπιν αυτών, όμως, που ειπώθηκαν κατά τη διαδικασία πρέπει να έχει γίνει σαφές ότι η νομολογία αυτή δεν έχει εφαρμογή στην προκειμένη υπόθεση. Εν προκειμένω, καθοριστική σημασία έχει απλώς το ότι — προφανώς έτσι το αντιλαμβάνεται τώρα η Επιτροπή — το υπερβάλλον του εξισωτικού φόρου μονοπωλίου δεν χρησιμεύει για τη χρηματοδότηση του μονοπωλίου. Το υπερβάλλον του εξισωτικού φόρου μονοπωλίου εισρέει αντιθέτως, και μάλιστα χωρίς καθορισμένο προορισμό, στον ομοσπονδιακό προϋπολογισμό. Εξάλλου, δεδομένου ότι το μονοπώλιο κατά κανένα τρόπο δεν επιδοτείται από τον ομοσπονδιακό προϋπολογισμό, δεν υφίσταται πράγματι κανένας λόγος στην παρούσα υπόθεση να στηριχτούμε στην προαναφερθείσα νομολογία, λαμβάνοντας υπόψη την έννοια της επιβαρύνσεως ισοδυνάμου αποτελέσματος προς δασμό.
Τρίτο ερώτημα
Ενόψει του τρίτου ερωτήματος πρέπει στη συνέχεια να εξεταστεί αν κατά την εφαρμογή του άρθρου 37, παράγραφος 1 και 95, πρώτη παράγραφος μόνο το υπερβάλλον του εξισωτικού φόρου μονοπωλίου και τα έξοδα μονοπωλίου μπορούν να συγκριθούν ή αν έχει σημασία το γεγονός ότι εισαγόμενα προϊόντα λόγω της επιβαρύνσεως της συνολικής τιμής τους με το υπερβάλλον του εξισωτικού φόρου μονοπωλίου περιέρχονται σε δυσμενέστερη θέση από ό, τι ομοειδή εγχώρια προϊόντα.
Προφανώς το ερώτημα αυτό διατυπώθηκε ενόψει του ότι αλλοδαπά προϊόντα έχουν ποικιλοτρόπως χαμηλότερο κόστος παραγωγής και γι' αυτό το λόγο παρά την επιβάρυνση με το υπερβάλλον του εξισωτικού φόρου μονοπωλίου στην ημεδαπή μπορούν άνευ ετέρου να διατεθούν, έχοντας μάλιστα έναντι των εγχωρίων προϊόντων πλεονέκτημα ως προς την τιμή.
Επί αυτού του ερωτήματος όλα τα μέρη εξέφρασαν την άποψη ότι για την εφαρμογή των προαναφερθέντων άρθρων της Συνθήκης δεν έχει σημασία το ύψος της συνολικής τιμής. Προφανώς, η παρατήρηση αυτή είναι και η μόνη ορθή.
Στο άρθρο 37 γίνεται λόγος για την αποφυγή οποιασδήποτε διακρίσεως ως προς τους όρους εφοδιασμού και διαθέσεως μεταξύ των υπηκόων των κρατών μελών. Αυτό πρέπει να εκληφθεί υπό την έννοια ότι σημασία έχουν αποκλειστικά οι επιβαρύνσεις που οφείλονται στο μονοπώλιο. Μόνο μέχρις αυτού του ύψους μπορούν να επιβαρύνονται και οι εισαγωγές. Αντιθέτως, αντικείμενο του άρθρου 37 δεν είναι προφανώς μία σύγκριση τιμών, δηλαδή μία προσέγγιση τιμών, όπως εφαρμόζεται σε ορισμένες γεωργικές οργανώσεις αγοράς. Εν προκειμένω μπορεί, εξάλλου, ορθώς να αναφερθεί η απόφαση 2/62 και 3/62 (14 Δεκεμβρίου 1962 Επιτροπή της ΕΟΚ κατά Μεγάλου Δουκάτου του Λουξεμβούργου και Βασιλείου του Βελγίου, SLG 1962, σ. 883) και οι σκέψεις που αναπτύσσονται σ' αυτή, σύμφωνα με τις οποίες στον τομέα που ενδιαφέρει εδώ δεν είναι δυνατή οποιαδήποτε αντιστάθμιση, παραδείγματος χάρη η αντιστάθμιση οικονομικών επιβαρύνσεων εγχωρίων προϊόντων.
Τέταρτο ερώτημα
Στο πλαίσιο του τετάρτου ερωτήματος πρέπει τέλος να εξεταστεί ακόμη αν πρέπει να θεωρηθεί ότι υφίσταται διάκριση σε βάρος του εισαγομένου ιταλικού βερμούτ, επειδή επιβάλλεται σ' αυτό το υπερβάλλον του ε-ξισωτικού φόρου μονοπωλίου ενιαίου ύψους, ενώ ομοειδή εγχώρια προϊόντα επιβαρύνονται κλιμακωτά με τα έξοδα της διοικήσεως του μονοπωλίου ανάλογα με την ποσότητα που παράγει η συγκεκριμένη επιχείρηση.
Ως προς το σημείο αυτό, προέκυψε κατά τη διαδικασία ότι ο εξισωτικός φόρος μονοπωλίου συντίθεται από το φόρο οινοπνεύματος και από τα έξοδα της διοικήσεως του μονοπωλίου. Κατά το χρόνο των επιδίκων εισαγωγών ανερχόταν σε 1266 DM. Για ο-μοειδές εγχώριο οινόπνευμα, το οποίο δεν υπέκειτο σε υποχρέωση παραδόσεως, ο πρόσθετος φόρος οινοπνεύματος κλιμακωνόταν σε συνάρτηση με τις προσαυξήσεις και μειώσεις της βασικής τιμής του οινοπνεύματος, η οποία και εδώ επίσης αποτελεί δεσμευτικό κριτήριο. Υπήρχαν πρόσθετοι φόροι οινοπνεύματος που ξεκινούσαν από ποσό ύψους 929,80 DM και έφθαναν μέχρι το ποσό των 1463 DM ή ακριβέστερα, επειδή κατά την παράγραφο 79 του νόμου περί του μονοπωλίου οινοπνεύματος το ποσό του εξισωτικού φόρου μονοπωλίου αποτελεί προφανώς το ανώτατο όριο, μέχρι το ποσό των 1266 DM. Επομένως, μπορεί προφανώς να γίνει λόγος για δυσμενή διάκριση, ιδίως όταν η απαγόρευση των διακρίσεων εκλαμβάνεται υπό την έννοια ότι εισαγόμενα προϊόντα σε καμία περίπτωση δεν πρέπει να επιβαρύνονται υψηλότερα από ό, τι οποιαδήποτε ομοειδή εγχώρια προϊόντα.
Μου φαίνεται, εντούτοις, αμφίβολο αν η άποψη αυτή ικανοποιεί. Κατά τη διαδικασία ακούσαμε επίσης ότι πέρα από ορισμένη ποσότητα παραγωγής (332 HL οινοπνεύματος ετησίως) τα εγχώρια προϊόντα επιβαρύνονται με πρόσθετο φόρο οινοπνεύματος εξίσου όπως τα εισαγόμενα προϊόντα με τον εξισωτικό φόρο μονοπωλίου. Δεδομένου ότι προφανώς τα όρια που καθορίζονται με τα δικαιώματα αποστάξεως, τα οποία εν προκειμένω έχουν σημασία, κατά κανόνα παραβιάζονται, αυτό ισχύει για το 97 % της παραγωγής που ενδιαφέρει εν προκειμένω. Μόνο, επομένως, για ελάχιστες ποσότητες παραγομένου στην ημεδαπή οινοπνεύματος επιβάλλεται χαμηλή επιβάρυνση. Αυτό, κατά τη γνώμη μου, πρέπει να ληφθεί υπόψη, θεωρώ, με άλλα λόγια, ότι μπορεί να υποστηριχτεί ότι πρέπει να δοθεί σημασία στην κατά κανόνα επιβαλλομένη επιβάρυνση εγχωρίων προϊόντων και βάσει αυτής να υπολογιστεί η επιτρεπτή επιβάρυνση εισαγομένων προϊόντων. Το γεγονός ότι σε ορισμένες περιπτώσεις στον εσωτερικό τομέα μειώνεται το ύψος της επιβαρύνσεως πρέπει, αντιθέτως, να θεωρηθεί σαν περίπτωση ενισχύσεως που ανάγεται σε λόγους γεωργικής πολιτικής ή πολιτικής για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις. Αν γίνει δεκτός αυτός ο τρόπος θεωρήσεως, τότε περιλαμβάνονται στο πλαίσιο των διατάξεων περί ενισχύσεων οι λίγες περιπτώσεις μικρής επιβαρύνσεως με τη συνέπεια ότι δεν μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο επικρίσεων, επειδή προφανώς υπήρχαν ήδη με την έναρξη ισχύος της Συνθήκης και δεν εκδόθηκε απόφαση της Επιτροπής κατά το άρθρο 92 επ. Ενδεχομένως, δεν μπορούν καν να διατυπωθούν εν προκειμένω επικρίσεις βάσει του άρθρου 92 επ., επειδή οι ρυθμίσεις περί ενισχύσεων δεν ισχύουν για τη γεωργία. Κατά κανένα τρόπο δεν είναι δυνατό, κατά τη γνώμη μου, να υποστηριχτεί η άποψη ότι σε όλες επίσης τις εισαγωγές μπορεί να επιβληθεί αντίστοιχη μειωμένη επιβάρυνση.
Αν δεν γίνει δεκτή αυτή η άποψη, τότε είναι οπωσδήποτε απαραίτητο να επανέλθουμε στις σκέψεις που διατύπωσα αρχικά ως προς το άρθρο 37, παράγραφος 4, καθώς και ως προς την ύπαρξη εθνικής οργανώσεως αγοράς και στην αναγκαιότητα, ακόμη και τώρα, εφόσον είναι αναγκαίο, να επιτρέπονται ορισμένες παρεκκλίσεις από τις γενικές διατάξεις της Συνθήκης, ώστε οι εγγυήσεις ως προς τη διάθεση και το εισόδημα, που διαφοροποιούνται ανάλογα με την ποσότητα των προϊόντων, να μπορούν να παράγουν τα σημαντικά για τη λειτουργία της εθνικής οργανώσεως αγοράς απο-τελέσματά τους. Δεδομένου ότι δεν είναι δυνατή αντίστοιχη διαφοροποιημένη εφαρμογή σε εισαγόμενα προϊόντα ελλείψει αξιόπιστων στοιχείων και ελέγχων των συνθηκών προελεύσεως, πρέπει στην περίπτωση αυτή να αναρωτηθούμε ποια αποτελέσματα θα είχε η δημιουργία απολύτως ίσης μεταχειρίσεως, δηλαδή η εξάλειψη των πλεονεκτημάτων που αναφέρθηκαν προηγουμένως.
Κατά τη γνώμη μου, οι συνέπειες είναι — βεβαίως είναι αυτονόητο ότι η τελική απόφαση εναπόκειται στο παραπέμπον δικαστήριο — απολύτως σαφείς.
Σε περίπτωση καταργήσεως του υπερβάλλοντος του εξισωτικού φόρου μονοπωλίου, όπως ζητεί η προσφεύγουσα στην κύρια δίκη σε κάποιο σημείο των αιτημάτων της, ή επιβολής — αυτή είναι η θέση που προβάλλει σε άλλο σημείο η προσφεύγουσα — στα εισαγόμενα προϊόντα της χαμηλότερης ημεδαπής επιβαρύνσεως, δηλαδή του οπωσδήποτε χαμηλότερου εφαρμοστέου πρόσθετου φόρου οινοπνεύματος, τότε θα υφίστατο, ασφαλώς όχι μόνο λόγω του χαμηλού επιπέδου τιμών των εισαγομένων εμπορευμάτων που ισχύουν σε πολλά κράτη μέλη, τέτοιο πλεονέκτημα ανταγωνισμού ώστε θα διακυβευόταν σοβαρά η διάθεση του εγχωρίου οινοπνεύματος μονοπωλίου. Με άλλα λόγια, θα έπρεπε να αναμένονται σοβαρά δυσμενή αποτελέσματα για την εθνική οργάνωση αγοράς και για το εθνικό μονοπώλιο, σε τελευταία μάλιστα ανάλυση ακόμη και κατάργηση του μονοπωλίου.
Σε περίπτωση όμως — αυτή είναι η δεύτερη δυνατότητα για να αποφευχτεί οποιαδήποτε διάκριση — θεσπίσεως της κανονικής επιβαρύνσεως για μικρότερους ημεδαπούς παραγωγούς, πράγμα που θα ισοδυναμούσε με την αποδοχή χαμηλότερων τιμών αναλήψεως ή πωλήσεως, τότε δεν θα καλυπτόταν πλέον το υψηλότερο κόστος παραγωγής αυτών των επιχειρήσεων. Οι επιχειρήσεις αυτές θα ήταν επομένως υποχρεωμένες να σταματήσουν την παραγωγή και αυτό θα είχε επιπτώσεις στην αξιοποίηση γεωργικών προϊόντων και στα εισοδήματα των ενδιαφερομένων παραγωγών. Σχετικώς, η Ομοσπονδιακή Κυβέρνηση παρέσχε, κατά τη γνώμη μου, εντυπωσιακά αριθμητικά στοιχεία. Από αυτά συνάγουμε ότι περίπου 1300 γεωργικά αποστακτήρια, 27000 αυτοτελή αποστακτήρια, που μεταποιούν φρούτα δικής τους συγκομιδής, καθώς και 200000 ιδιωτικοί αποστάκτες με ετήσια παραγωγή 85000 HL θα θίγονταν απ' αυτό το μέτρο. Σε σχέση με την κτηνοτροφία — η οινολάσπη που προκύπτει από την παρασκευή οινοπνεύματος χρησιμοποιείται στις ζωοτροφές — τις επιπτώσεις θα υφίσταντο περίπου 4000 γεωργικές εκμεταλλεύσεις, αυτό δε σε περιοχές οι ο-ποίες, όπως η παραμεθόριος περιοχή με τη ΛΔΓ, περιλαμβάνονται οπωσδήποτε στις οικονομικώς ασθενείς και στις οποίες κατά τα τελευταία χρόνια δημιουργήθηκαν πολλές νέες εκμεταλλεύσεις σημαντικά χρεωμένες. Το ότι η εικόνα αυτή ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα επιβεβαιώνεται εξάλλου από διαπιστώσεις, οι οποίες περιέχονται στην ήδη αναφερθείσα σύσταση της Επιτροπής, της 22ας Δεκεμβρίου 1969. Παραθέτω μόνο το τελευταίο εδάφιο: «Το απεριόριστο άνοιγμα της γερμανικής αγοράς για τα προϊόντα των άλλων κρατών μελών πριν από τη θέσπιση της κοινής οργανώσεως αγοράς (για αιθυλική αλκοόλη γεωργικής προελεύσεως) θα μπορούσε να διακυβεύσει … τη διάθεση της γερμανικής αιθυλικής αλκοόλης γεωργικής προελεύσεως, καθώς και την ανταγωνιστική ικανότητα του γερμανικού οινοπνεύματος καταναλώσεως και, κατ' αυτό τον τρόπο, την απασχόληση και το βιοτικό επίπεδο των παραγωγών ορισμένων γεωργικών πρώτων υλών.»
Επομένως μπορεί να γίνει δεκτό ότι αυστηρή εφαρμογή της αρχής που περιέχεται στο άρθρο 37, παράγραφος 1 και 95, πρώτη παράγραφος στα περιστατικά της υποθέσεως στην κύρια δίκη θα είχε ευρείας εκτάσεως συνέπειες στην εθνική οργάνωση αγοράς και στο εθνικό εμπορικό μονοπώλιο και θα αφαιρούσε έτσι από την εθνική ρύθμιση ένα ουσιώδες χαρακτηριστικό στοιχείο, δηλαδή τη φροντίδα για την προστασία των συμφερόντων των μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων. Αυτό επιτρέπει τη διαπίστωση ότι δεν μπορεί να εγκαταλειφθεί προσωρινά η προεκτεθείσα διαφοροποίηση, η οποία αποτελεί σημαντικό συστατικό στοιχείο της εθνικής ρυθμίσεως και ότι, σε περίπτωση που πράγματι της αποδοθεί χαρακτήρας δυσμενούς διακρίσεως, δεν θα έπρεπε να δώσει λαβή για επικρίσεις ή τουλάχιστον κατά το άρθρο 37, παράγραφος 4 και κατά τις ειδικές διατάξεις σχετικά με τη γεωργία αναγκαία άμβλυνση της απαγορεύσεως των διακρίσεων.
Νομίζω, ότι με τις παρατηρήσεις αυτές ειπώθηκαν όλα όσα έπρεπε να λεχθούν — δεν χρειάζεται προφανώς να εξεταστούν άλλα επιχειρήματα που συνάγονται από το άρθρο 90, παράγραφος 2 (δημοσιονομικά μονοπώλια) — και ως προς το τέταρτο ερώτημα.
5.
Επομένως, προτείνω στα ερωτήματα που υπέβαλε το Finanzgericht Rheinland-Pfalz να δοθούν οι εξής απαντήσεις:
α)
Τα άρθρα 37, παράγραφος 1 και 95, πρώτη παράγραφος της Συνθήκης ΕΟΚ θεμελιώνουν μετά τη λήξη της μεταβατικής περιόδου δικαιώματα για τους ιδιώτες, οι οποίοι μπορούν να τα προβάλλουν ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων. Οι διατάξεις αυτές δεν ισχύουν πάντως απεριόριστα, εφόσον εφαρμόζεται το άρθρο 37, παράγραφος 4 ή υφίσταται εθνική οργάνωση αγοράς, δεν διασφαλίζονται δε με κοινή οργάνωση αγοράς ισοδύναμες εγγυήσεις για την απασχόληση και το βιοτικό επίπεδο των ενδιαφερομένων παραγωγών.
β)
Τα άρθρα 37, παράγραφος 1 και 95, πρώτη παράγραφος δεν απαγορεύουν να λαμβάνονται υπόψη τα έξοδα διοικήσεως κρατικού μονοπωλίου κατά τη σύγκριση των επιβαρύνσεων που υφίστανται αφενός τα εισαγόμενα από άλλα κράτη μέλη προϊόντα, αφετέρου τα ομοειδή εγχώρια προϊόντα.
γ)
Κατά την εφαρμογή των άρθρων 37, παράγραφος 1 και 95, πρώτη παράγραφος σημασία έχει μόνο η σύγκριση των κρατικών επιβαρύνσεων, που υφίστανται άμεσα τα εισαγόμενα και τα εγχώρια προϊόντα, και όχι αντιθέτως το ζήτημα αν η συνολική τιμή των εισαγόμενων προϊόντων δεν υπερβαίνει αναφορικά με τις επιβαρύνσεις λόγω εισαγωγής το επίπεδο τιμών που ισχύει για παρόμοια εγχώρια προϊόντα.
δ)
Δεν υφίσταται διάκριση υπό την έννοια των άρθρων 37, παράγραφος 1 και 95, πρώτη παράγραφος σε περιπτώσεις κατά τις οποίες ο εξισωτικός φόρος μονοπωλίου, που υφίστανται εισαγόμενα προϊόντα, καθορίζεται ενιαίως, ενώ η επιβάρυνση παρόμοιων εγχωρίων προϊόντων κλιμακώνεται ανάλογα με τις ποσότητες παραγωγής της επιχειρήσεως. Αυτό πάντως ισχύει μόνο όταν η επιβάρυνση λόγω εισαγωγής ανταποκρίνεται στη συνήθη εσωτερική επιβάρυνση ή όταν είναι αναπόφευκτη η διαφοροποίηση της εσωτερικής επιβαρύνσεως ενόψει των απαιτήσεων της εθνικής οργανώσεως αγοράς.
( *1 ) Γλώσσα του πρωτστύπσυ: η γερμανική.
Full & Egal Universal Law Academy