ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
JEAN-PIERRE WARNER
της 17ης Δεκεμβρίου 1975 ( *1 )
Κύριε Πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
Η ενάγουσα στην παρούσα υπόθεση IBC Importazione bestiame carni srl, που διεξάγει στην Τεργέστη εμπόριο εισαγωγής κρεάτων, άσκησε αγωγή αποζημιώσεως κατά της Επιτροπής δυνάμει του άρθρου 178 και της δεύτερης παραγράφου του άρθρου 215 της Συνθήκης ΕΟΚ, επειδή για τρεις εισαγωγές που πραγματοποίησε στις 3 Μαρτίου 1973, 27 Απριλίου 1973 και 10 Αυγούστου 1973 (η πρώτη και η τρίτη αφορούσαν εισαγωγή ζωντανών βοοειδών από την Ουγγαρία και η δεύτερη αφορούσε εισαγωγή πίσω τεταρτημορίων βοοειδών από τη Γιουγκοσλαβία) της επιβλήθηκε υπερβολικός δασμός ως συνέπεια της εφαρμογής από τις ιταλικές τελωνειακές αρχές της νομοθεσίας που θέσπισε παρανόμως, κατά την ενάγουσα, η Επιτροπή και με την οποία καθορίζονταν ή η οποία είχε ως σκοπό να καθορίσει ορισμένες μειώσεις που έπρεπε να γίνουν στα νομισματικά εξισωτικά ποσά που εφαρμόζονται στο εμπόριο των βοοειδών και μόσχων.
Στο υπόμνημα υπήρχε κάποια ασάφεια ως προς το ύψος της αιτουμένης αποζημιώσεως. Τώρα πάντως είναι σαφές υπό το φως της απαντήσεως που έδωσε η ενάγουσα σε ερώτηση του Δικαστηρίου κατά το πέρας της έγγραφης διαδικασίας ότι το ποσό αυτό είναι 320729 λίρες Ιταλίας, τις οποίες, όπως συμφώνησαν οι διάδικοι μεταξύ τους, η ενάγουσα, αν έχει δίκαιο, κατέβαλε πέραν των οφειλομένων.
Όπως θα θυμάστε, κύριοι δικαστές, τα νομισματικά εξισωτικά ποσά (τα οποία θα αποκαλώ εφεξής για συντομία Ν.Ε.Π.) καθιερώθηκαν με τον κανονισμό του Συμβουλίου (ΕΟΚ) 974/71 της 12ης Μαΐου 1971 περί ορισμένων μέτρων συγκυριακής πολιτικής που πρέπει να ληφθούν στο γεωργικό τομέα μετά από την προσωρινή διεύρυνση των περιθωρίων διακυμάνσεως των νομισμάτων ορισμένων κρατών μελών.
Το άρθρο 1, παράγραφος 1 του κανονισμού αυτού, όπως τροποποιήθηκε από τον κανονισμό του Συμβουλίου (ΕΟΚ) 509/73 της 22ας Φεβρουαρίου 1973, ορίζει ότι κράτος μέλος, του οποίου το νόμισμα έχει υπερτιμηθεί πέραν του ορίου διακυμάνσεως που επιτρέπεται από την ισχύουσα διεθνή ρύθμιση της 12ης Μαΐου 1971, εισπράττει κατά την εισαγωγή και χορηγεί κατά την εξαγωγή γεωργικών προϊόντων Ν.Ε.Π. και ότι, αντιστρόφως, κράτος μέλος, του οποίου το νόμισμα έχει υποτιμηθεί πέραν του ορίου διακυμάνσεως που έχει επιτραπεί κατ' αυτόν τον τρόπο, εισπράττει κατά την εξαγωγή και χορηγεί κατά την εισαγωγή τέτοιων προϊόντων Ν.Ε.Π. Η Ιταλία, όπως γνωρίζετε, είναι χώρα, της οποίας το νόμισμα έχει υποτιμηθεί, έτσι ώστε χορηγεί Ν.Ε.Π. κατά τις εισαγωγές.
Με το άρθρο 3 του κανονισμού 509/73 προστέθηκε στον κανονισμό 974/71 νέο άρθρο 4α, το οποίο, καθόσον έχει εδώ σημασία, αναφέρει τα εξής:
«1.
Στις συναλλαγές με τις τρίτες χώρες, τα εξισωτικά ποσά
α)
που χορηγούνται κατά την εισαγωγή, αφαιρούνται από τις εισφορές κατά την εισαγωγή…
2.
Στις συναλλαγές μεταξύ των κρατών μελών και με τις τρίτες χώρες, τα εξισωτικά ποσά που εφαρμόζονται λόγω υποτιμήσεως του εν λόγω νομίσματος δύνανται να είναι ανώτερα των εισφορών κατά την εισαγωγή προελεύσεως τρίτων χωρών.
Πάντως, το Συμβούλιο, προτάσει της Επιτροπής, κατά τη διαδικασία ψηφοφορίας που προβλέπεται στο άρθρο 43, παράγραφος 2 της συνθήκης, δύναται ν' αποφασίζει, σε ορισμένες εξαιρετικές περιπτώσεις, ότι δεν εφαρμόζεται το πρώτο εδάφιο.»
Το άρθρο 6 του κανονισμού 974/71 ορίζει ότι οι λεπτομέρειες εφαρμογής του κανονισμού αυτού θεσπίζονται «κατά τη διαδικασία της επιτροπής διαχειρίσεως» όπως ορίζεται στους κανονισμούς περί κοινής οργανώσεως των γεωργικών αγορών. Θα θυμάστε, κύριοι δικαστές, ότι σύμφωνα με τη διαδικασία αυτή η Επιτροπή έχει δικαίωμα να θεσπίζει μέτρα αμέσου αποτελέσματος υποκείμενα στον έλεγχο του Συμβουλίου, αν δεν είναι σύμφωνα με τη γνώμη της εν λόγω επιτροπής διαχειρίσεως.
Το άρθρο 7 του κανονισμού 974/71, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 2 του κανονισμού του Συμβουλίου 2746/72 της 19ης Δεκεμβρίου 1972, ορίζει μεταξύ άλλων ότι
«… για τις ανάγκες της χρηματοδότησης της κοινής γεωργικής πολιτικής τα εξισωτικά ποσά που χορηγούνται στο εμπόριο με τρίτες χώρες θεωρούνται μέρος των επιστροφών κατά την εξαγωγή προς τρίτες χώρες» ( OJ L 291 της 28. 11. 1972).
Αυτό σημαίνει ότι η υποχρέωση καταβολής των ποσών αυτών ανήκει ενδεχομένως στο Ευρωπαϊκό Γεωργικό Ταμείο Προσανατολισμού και Εγγυήσεων.
Αυτά ως προς τη νομοθεσία του Συμβουλίου, η οποία έχει σημασία για την παρούσα υπόθεση.
Η Επιτροπή άσκησε για πρώτη φορά το δικαίωμα που της παρέχει το άρθρο 6 του κανονισμού 974/71, θεσπίζοντας στις 17 Μαΐου 1971 τον κανονισμό (ΕΟΚ) 1013/71 «περί των λεπτομερειών εφαρμογής του κανονισμού (ΕΟΚ) 974/71». Ακολούθως ο κανονισμός 1013/71 τροποποιήθηκε τουλάχιστον έξι φορές. Στην παρούσα υπόθεση όμως κανένα πραγματικό περιστατικό δεν έχει σχέση με τις διατάξεις αυτές ή οποιαδήποτε διάταξη κάποιου από τους τροποποιητικούς κανονισμούς.
Την 1η Μαρτίου 1973 η Επιτροπή, ασκώντας ή με πρόθεση να ασκήσει την εξουσία που της δίνει το άρθρο 6 του κανονισμού 974/71, θέσπισε τον κανονισμό (ΕΟΚ) 648/73. Ο κανονισμός αυτός έκανε δύο πράγματα σε σχέση με την παρούσα υπόθεση. Πρώτον, κατήργησε και αντικατέστησε κωδικοποιώντας τις διατάξεις του τροποποιηθέντος κανονισμού 1013/71. Δεύτερον, με το άρθρο 6 εισήγαγε διατάξεις που υλοποιούσαν την παράγραφο 2 του νέου άρθρου 4α του κανονισμού 974/71. Το άρθρο 6 του κανονισμού 648/73 ορίζει τα εξής:
«1. Για την εφαρμογή του άρθρου. 4α, παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΟΚ) 974/71 η Επιτροπή ορίζει τα ποσά, στα οποία πρέπει να προσαρμοστούν τα νομισματικά εξισωτικά ποσά.
2. Τα ποσά που καθορίστηκαν κατά την παράγραφο 1 τροποποιούνται κατά τακτά διαστήματα, αν αυτό καθίσταται αναγκαίο λόγω των μεταβολών των εισφορών κατά τις εισαγωγές από τρίτες χώρες.» (OJ L 64 της 9.3.1973)
Το άρθρο 17 του κανονισμού 648/73 ορίζει, καθόσον μας ενδιαφέρει εδώ, τα εξής:
«Η ισχύς του παρόντος κανονισμού αρχίζει τρεις ημέρες μετά τη δημοσίευση στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων.
Τα ποσά όμως που προκύπτουν από την εφαρμογή του ισχύουν από τις 26 Φεβρουαρίου 1973.» (OJ L 64 της 9.3.1973)
Ο κανονισμός δημοσιεύτηκε πράγματι στην Επίσημη Εφημερίδα στις 9 Μαρτίου 1973.
Την ίδια ημέρα δημοσιεύτηκε στην Επίσημη Εφημερίδα ο κανονισμός (ΕΟΚ) 649/73 που επίσης θεσπίστηκε από την Επιτροπή την 1η Μαρτίου 1973 και ο οποίος καθόριζε ή είχε την πρόθεση να καθορίσει τα εφαρμοζόμενα για την περίοδο από 26 Φεβρουαρίου 1973 Ν.Ε.Π.: το άρθρο 3 του κανονισμού αυτού ήταν ίδιο ακριβώς με το γράμμα του άρθρου 17 του κανονισμού 648/73.
Στις 23 Μαρτίου 1973 η Επιτροπή θέσπισε τον κανονισμό (ΕΟΚ) 905/73, ο οποίος σε εκτέλεση του άρθρου 4α, παράγραφος 2 του κανονισμού 974/71 όριζε ή είχε την πρόθεση να ορίσει, σύμφωνα με το άρθρο 6 του κανονισμού 648/73, τα ποσά στα οποία έπρεπε να προσαρμοστούν τα Ν.Ε.Π., που είχαν οριστεί με τον κανονισμό 649/73. Η μεν ισχύς του κανονισμού άρχιζε την ημέρα της δημοσίευσής του στην Επίσημη Εφημερίδα — δηλαδή στις 7 Απριλίου 1973 — τα ποσά όμως που καθορίζονταν απ' αυτόν ίσχυαν από 26 Φεβρουαρίου 1973.
Θυμάστε, κύριοι δικαστές, ότι από τις τρεις εισαγωγές που αποτελούν αντικείμενο της παρούσας υπόθεσης η πρώτη πραγματοποιήθηκε από την ενάγουσα στις 3 Μαρτίου 1973, δηλαδή πριν από την έναρξη ισχύος των κανονισμών 648/73, 649/73 και 905/73, αλλά μετά την ημερομηνία (26 Φεβρουαρίου 1973), κατά την οποία άρχισαν να εφαρμόζονται τα Ν.Ε.Π. και οι προσαρμογές προς αυτά που απέρρεαν από τους κανονισμούς αυτούς.
Η εισαγωγή αυτή περιελάμβανε, όπως ήδη ανέφερα, ζωντανά βοοειδή από την Ουγγαρία. Η μόνη επιβάρυνση σε τέτοιες εισαγωγές ήταν τότε δασμός 8 % κατ' αξία. Τα Ν.Ε.Π. που είχαν καθοριστεί από τον κανονισμό 649/73 ήσαν 46,70 λίρες Ιταλίας ανά κιλό, ενώ η μείωσή τους σύμφωνα με τον κανονισμό 905/73 ήταν 5,45 λίρες Ιταλίας ανά κιλό.
Η συνολική αξία των εισαχθέντων βοοειδών ήταν 11292260 λίρες Ιταλίας. Ο δασμός 8 % πάνω σ' αυτήν ήταν 903380 λίρες Ιταλίας.
Το συνολικό βάρος των βοοειδών ήταν 17085 κιλά. Με 46,70 λίρες ανά κιλό τα Ν.Ε.Π. πάνω σ' αυτό ήσαν 797869 λίρες Ιταλίας.
Αν δεν λαμβανόταν υπόψη η μείωση των Ν.Ε.Π. που οριζόταν από τον κανονισμό 905/73, τα Ν.Ε.Π. αυτά ύψους 797869 λιρών Ιταλίας θα αφαιρούνταν, σύμφωνα με το άρθρο 4α, παράγραφος 2 του κανονισμού 974/71 από το δασμό των 903380 λιρών, οπότε η ενάγουσα θα υποχρεούνταν να πληρώσει 105511 λίρες Ιταλίας.
Οι ιταλικές τελωνειακές αρχές όμως μείωσαν τα Ν.Ε.Π. κατά τις 5,45 λίρες Ιταλίας ανά κιλό που ορίστηκαν από τον κανονισμό 905/73, δηλαδή αφαίρεσαν 41,25 λίρες ανά κιλό ή συνολικά 704.760 λίρες. Η αφαίρεση αυτών των 704760 λιρών από το δασμό των λιρών 903380 συνεπαγόταν υποχρέωση της ενάγουσας να πληρώσει 198620 λίρες Ιταλίας.
Η διαφορά μεταξύ των 198620 και των 105511 λιρών Ιταλίας είναι το πρώτο τμήμα του συνολικού ποσού των 320729 λιρών Ιταλίας, το οποίο διεκδικεί η ενάγουσα.
Στις 6 Απριλίου 1973 η Επιτροπή θέσπισε τον κανονισμό (ΕΟΚ) 974/73 που τροποποιούσε τα Ν.Ε.Π. Η ισχύς του κανονισμού αυτού άρχισε στις 12 Απριλίου 1973, ημέρα της δημοσίευσής του στην Επίσημη Εφημερίδα. Ο κανονισμός όριζε ότι η εφαρμογή του άρχιζε στις 9 Απριλίου 1973, αλλά αυτό δεν έχει σημασία για την παρούσα υπόθεση, επειδή, όπως ανέφερα, η δεύτερη επίμαχη εισαγωγή πραγματοποιήθηκε από την ενάγουσα στις 27 Απριλίου 1973.
Στις 12 Απριλίου 1973, η Επιτροπή θέσπισε τον κανονισμό (ΕΟΚ) 1031/73 που τροποποιούσε τα ποσά, στα οποία έπρεπε να προσαρμοστούν τα Ν.Ε.Π. σύμφωνα με το άρθρο 6 του κανονισμού 648/73. Και αυτός ο κανονισμός άρχισε να ισχύει την ημέρα της δημοσίευσής του στην Επίσημη Εφημερίδα, στις 21 Απριλίου 1973 και επίσης όριζε ότι η εφαρμογή του αρχίζει στις 9 Απριλίου 1973. Και πάλι όμως και για τον ίδιο λόγο το τελευταίο αυτό γεγονός είναι χωρίς σημασία.
Η δεύτερη εισαγωγή της ενάγουσας, όπως θυμάστε, κύριοι δικαστές, περιελάμβανε πίσω τεταρτημόρια βοοειδών από τη Γιουγκοσλαβία. Η μόνη εισφορά κατά την εισαγωγή αυτή ήταν δασμός 10 % κατ' αξία. Τα Ν.Ε.Π. που ορίζονταν από τον κανονισμό 974/73 ήταν 135,45 λίρες Ιταλίας ανά κιλό. Η μείωση των Ν.Ε.Π. που οριζόταν από τον κανονισμό 1031/73 ήταν 17,85 λίρες ανά κιλό.
Η συνολική αξία του κρέατος που εισήγαγε η ενάγουσα ήταν 14619000 λίρες Ιταλίας. Οι δασμοί επ' αυτής έφθαναν το 1461900 λίρες Ιταλίας.
Το συνολικό βάρος του κρέατος ήταν 10368 κιλά. Τα Ν.Ε.Π. πάνω σ' αυτό προς 135,41 λίρες Ιταλίας, ήσαν 1403930 λίρες Ιταλίας. Αν δεν λαμβανόταν υπόψη η μείωση των Ν.Ε.Π. κατά τον κανονισμό 1031/73, οι 1403930 λίρες θα αφαιρούνταν από το 1461900 με υποχρέωση της ενάγουσας να πληρώσει 57970 λίρες Ιταλίας.
Στην πραγματικότητα το ιταλικό τελωνείο μείωσε τα Ν.Ε.Π. κατά 17,85 λίρες Ιταλίας ανά κιλό, όπως οριζόταν από τον κανονισμό 1031/73, δηλαδή αφαίρεσε 117,56 λίρες ανά κιλό ή συνολικά 1218870 λίρες Ιταλίας. Έτσι η ενάγουσα υποχρεώθηκε να πληρώσει 243030 λίρες Ιταλίας.
Η διαφορά μεταξύ των 243030 και 57970 λιρών Ιταλίας είναι το δεύτερο τμήμα του συνολικού ποσού, το οποίο διεκδικεί η ενάγουσα από την Επιτροπή με την παρούσα αγωγή.
Στις 30 Μαΐου 1973 η Επιτροπή θέσπισε τον κανονισμό (ΕΟΚ) 1463/73 που άρχισε να ισχύει στις 4 Ιουνίου 1973, ημέρα δημοσίευσής του στην Επίσημη Εφημερίδα των Κοινοτήτων. Τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) της Επιτροπής 1957/73 της 18ης Ιουλίου 1973 που δημοσιεύτηκε στην Επίσημη Εφημερίδα στις 20 Ιουλίου 1973 και τέθηκε σε ισχύ τρεις ημέρες αργότερα.
Η σημασία του κανονισμού 1463/73, όπως τροποποιήθηκε, είναι διττή.
Πρώτον, κατήργησε και τροποποίησε τον κανονισμό 648/73. Συνεπώς, ήταν ο κανονισμός της Επιτροπής σ' εκτέλεση του κανονισμού 974/71 που ίσχυε κατά βάση κατά το χρόνο της τρίτης επίμαχης εισαγωγής της ενάγουσας.
Έκανε εξάλλου σαφή διάκριση — πράγμα που δεν έκανε ο κανονισμός 648/73 — μεταξύ βοείου και μοσχαρίσιου κρέατος αφενός και όλων των άλλων γεωργικών προϊόντων, γεγονός που έπρεπε να οδηγήσει, τουλάχιστον κατά την άποψη της Επιτροπής, σε διαφορετική αντιμετώπιση στο θέμα της προσαρμογής των Ν.Ε.Π.
Η διαφορά οφείλεται, όπως κατάλαβα, στο γεγονός ότι στην περίπτωση του βοείου και μοσχαρίσιου κρέατος η επιβάρυνση κατά την εισαγωγή από τρίτες χώρες ήταν (ή σε ορισμένες περιπτώσεις περιελάμβανε) δασμό κατ' αξία, ενώ στην περίπτωση όλων των άλλων προϊόντων οι επιβαρύνσεις (ως επί το πλείστον εισφορές) κατά τις εισαγωγές καθορίζονταν σε συνάρτηση με τη μονάδα βάρους ή κάτι σχετικό, ανεξαρτήτως αξίας. Αυτό σημαίνει ότι στην περίπτωση των άλλων προϊόντων, εκτός από το βόειο και το μοσχαρίσιο κρέας, δεν ήταν δύσκολο να υπολογιστεί το ποσό από το οποίο έπρεπε να αφαιρεθούν τα Ν.Ε.Π., προκειμένου να εξασφαλιστεί ότι, σύμφωνα με το άρθρο 4α, παράγραφος 2 του κανονισμού 974/71, δεν θα υπερέβαινε την εισφορά κατά την εισαγωγή από τρίτες χώρες.
Επειδή τα Ν.Ε.Π. και η εισφορά αυτή καθορίζονταν κατά τον ίδιο τρόπο, μπορούν εύκολα να συγκριθούν. Στην περίπτωση όμως του βοείου και του μοσχαρίσιου κρέατος οι δασμοί ανά μονάδα βάρους ποικίλλουν ανάλογα με την αξία των προϊόντων. Αυτό δεν δημιουργεί προβλήματα στην περίπτωση εισαγωγών από τρίτες χώρες, εφόσον στην περίπτωση αυτή κάθε φορτίο υπόκειται σε αποτίμηση και ο δασμός υπολογίζεται με βάση την αποτίμηση αυτή. Δεν απαιτούνταν όμως τέτοια αποτίμηση ή υπολογισμός στην περίπτωση εξαγωγών προς τρίτες χώρες ούτε — πράγμα που ίσως έχει ακόμα μεγαλύτερη σημασία — στην περίπτωση του ενδοκοινοτικού εμπορίου. Αν οι τελωνειακές αρχές των κρατών μελών υποχρεούνταν να αποτιμούν κάθε φορτίο εμπορευμάτων που αποτελεί αντικείμενο των συναλλαγών αυτών απλώς και μόνο για να εξακριβωθεί αν απαιτείται κάποια προσαρμογή στα εφαρμοστέα Ν.Ε.Π. και ποια προσαρμογή, αυτό θα επιβάρυνε υπερβολικά τις αρχές αυτές και θα δημιουργούσε ενοχλητικά εμπόδια στο εμπόριο. Η Επιτροπή κατέληξε ότι στην περίπτωση του βοείου και μοσχαρίσιου κρέατος η μόνη λύση ήταν — έστω κι αν δεν ήταν απόλυτα ικανοποιητική — να υπολογίζονται κατ' αποκοπήν οι προσαρμογές στα Ν.Ε.Π. έχοντας ως βάση υπολογισμού όχι την πραγματική αξία των προϊόντων που περιείχε κάθε φορτίο, αλλά την «τιμή κατά την εισαγωγή», την οποία υπολογίζει η Επιτροπή σύμφωνα με τον κανονισμό του Συμβουλίου (ΕΟΚ) 805/68. (Ο κανονισμός αυτός, όπως θυμάστε, κύριοι δικαστές, ρυθμίζει την κοινή οργάνωση αγοράς στον τομέα του βοείου κρέατος και προβλέπει στο άρθρο 10 «βάσει των τιμών που καταγράφονται στις πλέον αντιπροσωπευτικές αγορές των τρίτων χωρών» τον υπολογισμό της «τιμής κατά την εισαγωγή» που πρέπει να συγκριθεί με τις «τιμές προσανατολισμού» της Κοινότητας, προκειμένου να καθοριστεί αν πρέπει σε δεδομένο χρόνο να επιβληθούν στις εισαγωγές από τρίτες χώρες εισφορές πέρα από τους δασμούς.) Η Επιτροπή συμπέρανε περαιτέρω ότι είναι δυνατόν να προκληθούν τεχνητές εκτροπές στο εμπόριο, εκτός αν οι προσαρμογές στα Ν.Ε.Π. που υπολογίζονται κατά τον τρόπο αυτό εφαρμοστούν σε όλες τις συναλλαγές βοοειδών και μόσχων, συμπεριλαμβανομένων των εισαγωγών από τρίτες χώρες.
Όπως κατάλαβα, ο συλλογισμός αυτός υλοποιήθηκε από την Επιτροπή με τη θέσπιση προσαρμογών στα Ν.Ε.Π. κατά το άρθρο 6 του κανονισμού 648/73. Η καινοτομία που περιείχε ο κανονισμός 1463/73 συνίσταται στο ότι κατέστησε σαφή το συλλογισμό αυτό. Μια άλλη καινοτομία σύμφωνη με το συλλογισμό αυτό ήταν ότι με τον κανονισμό 1463/73 ανέθετε τον υπολογισμό των προσαρμογών στα Ν.Ε.Π. για όλα τα άλλα προϊόντα εκτός από τα βοοειδή και τους μόσχους στα κράτη μέλη. Κατά συνέπεια, η Επιτροπή περιοριζόταν να καθορίζει η ίδια την κατ' αποκοπή προσαρμογή στα Ν.Ε.Π. στο εμπόριο των βοοειδών και των μόσχων.
Δεν νομίζω ότι είναι απαραίτητο να σας απασχολήσω, κύριοι δικαστές, διαβάζοντας τα σχετικά χωρία της εισαγωγής του κανονισμού 1463/73. Η σχετική διάταξη που έχει εδώ σημασία είναι το άρθρο 5, το οποίο όπως τροποποιήθηκε από το άρθρο 1 του κανονισμού 1957/73, ορίζει τα εξής:
«1. Τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα για να εξασφαλίσουν την τήρηση των διατάξεων του άρθρου 4α, παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΟΚ) 974/71 (OJ L 146 της 4.6.1973).
2. Στην περίπτωση όμως του βοείου και μοσχαρίσιου κρέατος τα κράτη μέλη μειώνουν τα “νομισματικά” εξισωτικά ποσά κατά τα ποσά που τους γνωστοποιούνται προς το σκοπό αυτό. Τα ποσά αυτά καθορίζονται από την Επιτροπή με βάση την τιμή εισαγωγής που υπολογίζεται κατά το άρθρο 10, παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΟΚ) 805/68…» (OJ L 200 της 20.7.1973).
Όπως ανέφερα, η τρίτη επίδικη εισαγωγή αφορούσε εισαγωγή ζωντανών βοοειδών από την Ουγγαρία και πραγματοποιήθηκε από την ενάγουσα στις 10 Αυγούστου 1973. Στην εισαγωγή αυτή επιβλήθηκε δασμός 8 % κατ' αξία. Τα Ν.Ε.Π. που ορίστηκαν από τον κανονισμό της Επιτροπής (ΕΟΚ) 2102/73 της 31ης Ιουλίου 1973 ήταν 136,78 λίρες Ιταλίας ανά κιλό.
Η συνολική αξία των εισαχθέντων βοοειδών έφθανε τις 7888410 λίρες Ιταλίας. Οι δασμοί επί του ποσού αυτού ήταν ύψους 631080 λιρών Ιταλίας.
Το συνολικό βάρος των βοοειδών ήταν 11470 κιλά. Τα Ν.Ε.Π. επ' αυτού προς 136,78 λίρες Ιταλίας ανά κιλό ήταν 1156996 λίρες Ιταλίας. Υπερέβησαν δηλαδή το ποσό των δασμών και αν δεν προσαρμόζονταν θα είχαν ως συνέπεια κατά το άρθρο 4α του κανονισμού 974/71 ματαίωση της υποχρέωσης καταβολής του δασμού αυτού.
Οι ιταλικές τελωνειακές αρχές όμως μείωσαν τα Ν.Ε.Π. κατά 85,48 λίρες Ιταλίας ανά κιλό, ποσό που ορίστηκε κατά το άρθρο 5 του κανονισμού (ΕΟΚ) 1463/73 με απόφαση της Επιτροπής της 30ής Ιουλίου 1973 (73/268/ΕΟΚ). Κατά τη γνώμη μου, είναι αμφίβολο αν αυτό είναι από κάθε άποψη ορθό, επειδή οι μειώσεις που ορίστηκαν από αυτή την απόφαση της Επιτροπής είχαν ως στόχο να εφαρμοστούν στα Ν.Ε.Π. που είχαν θεσπιστεί με προηγούμενους κανονισμούς της Επιτροπής, οι οποίοι καταργήθηκαν με τον κανονισμό 2102/73. Ως προς το σημείο αυτό ωστόσο οι διάδικοι δεν πρόβαλαν κανένα ισχυρισμό.
Το αποτέλεσμα της εφαρμογής της μείωσης αυτής ύψους 85,48 λιρών Ιταλίας ανά κιλό ήταν να μειωθούν τα Ν.Ε.Π. από 1156996 σε 588420 λίρες Ιταλίας. Μετά την αφαίρεση αυτών των 588420 λιρών Ιταλίας από το δασμό των 631080 λιρών Ιταλίας προέκυπτε διαφορά 42660 λιρών Ιταλίας, τις οποίες υποχρεούνταν να καταβάλει η ενάγουσα.
Αυτές οι 42660 λίρες Ιταλίας είναι το τρίτο τμήμα του συνολικού ποσού των 320729 λιρών Ιταλίας, τις οποίες διεκδικεί η ενάγουσα από την Επιτροπή.
Στο υπόμνημά της η Επιτροπή έθεσε θέμα παραδεκτού της αγωγής χωρίς όμως να ισχυριστεί σαφώς ότι είναι απαράδεκτη. Όταν όμως κλήθηκε από το Δικαστήριο κατά την προφορική διαδικασία να διευκρινίσει τη θέση της, υποστήριξε ότι η αγωγή είναι απαράδεκτη.
Προς στήριξη του ισχυρισμού της πρόβαλε δύο επιχειρήματα: πρώτον ότι η αγωγή είναι στην πραγματικότητα αγωγή επιστροφής επιπλέον καταβληθέντος ποσού και κατά συνέπεια αγωγή εξ οιονεί συμβάσεως που για τους σκοπούς του άρθρου 215 της Συνθήκης πρέπει να εξομοιωθεί με αγωγή εκ συμβάσεωςκαι δεύτερον ότι η αγωγή αφορά τους ίδιους πόρους της Κοινότητας, όπως ορίζονται στην απόφαση του Συμβουλίου της 21ης Απριλίου 1970 (70/243 ΕΚΑΧ, ΕΟΚ, Ευρατόμ) και επομένως κατά το άρθρο 6 της απόφασης αυτής και σύμφωνα με την απόφαση του Δικαστηρίου στην υπόθεση 96/71, Haegeman κατά Επιτροπής (ECR. 1972-2, σ. 1014-1015), πρόκειται για αγωγή που πρέπει να ασκηθεί ενώπιον των αρμοδίων δικαστηρίων του κράτους μέλους που φέρει την ευθύνη εισπράξεως των ιδίων πόρων, εν προκειμένω της Ιταλίας.
Προσωπικά δεν δέχομαι το πρώτο επιχείρημα. Δεν πιστεύω κατά το σύγχρονο δίκαιο των χωρών μας η οιονεί σύμβαση να θεωρείται κλάδος του δικαίου των συμβάσεων. Λάβετε υπόψη για παράδειγμα το άρθρο 1370 του γαλλικού αστικού κώδικα ή τη δομή του δεύτερου βιβλίου του γερμανικού αστικού κώδικα (BGB). Στο αγγλικό δίκαιο από ιστορικής απόψεως η σύμβαση και η οιονεί σύμβαση κατάγονται και οι δύο από την παλαιά αγωγή «assumpsit», σήμερα όμως αποτελούν δύο απολύτως χωριστούς κλάδους του δικαίου.
Ακριβώς για να τονίζεται ο διαχωρισμός τους οι περισσότεροι σύγχρονοι συγγραφείς προτιμούν να αποκαλούν την οιονεί σύμβαση «restitution». Δεν πιστεύω οι συντάκτες της Συνθήκης, όταν αναφέρουν στην πρώτη παράγραφο του άρθρου 215 τη «συμβατική ευθύνη της Κοινότητας» να εννοούν ότι συμπεριλαμβάνεται και η ευθύνη επιστροφής ποσών που καταβλήθηκαν επιπλέον των οφειλομένων, όταν δεν υπάρχει καθόλου σύμβαση.
Ούτε και θεωρώ ορθό να απορριφθεί η αγωγή για τον απλό λόγο ότι αφορά ιδίους πόρους της Κοινότητας. Τα ποσά που καταβλήθηκαν από την ενάγουσα στην προκειμένη περίπτωση ήταν δασμοί και κατά τον κρίσιμο χρόνο (1973) μέρος μόνο των δασμών που εισέπραττε κάθε κράτος μέλος έμπαινε στον προϋπολογισμό της Κοινότητας — πρβλ. άρθρο 3 της απόφασης του Συμβουλίου της 21ης Απριλίου 1970. Είναι αληθές ότι κατά το άρθρο 7 του κανονισμού 974/71 (που σας διάβασα) η μείωση των Ν.Ε.Π., για την οποία διαμαρτύρεται η ενάγουσα, είχε ως αποτέλεσμα μείωση του βάρους του Ευρωπαϊκού Γεωργικού Ταμείου Προσανατολισμού και Εγγυήσεων. Για την ακρίβεια όμως, αυτό είχε ως συνέπεια μάλλον μείωση των εξόδων της Κοινότητας παρά αύξηση των ιδίων πόρων της.
Θεωρώ ωστόσο ότι η Επιτροπή έχει δίκιο να λέει ότι η αγωγή είναι απαράδεκτη. Κατά κάποιο τρόπο αυτό συνάγεται a fortiori από την απόφαση στην υπόθεση Haege-mann. Καθόσον τα ποσά που κατέβαλε η ενάγουσα ως δασμούς ανήκαν στην Κοινότητα, η απόφαση στην υπόθεση αυτή έχει άμεση σχέση. Καθόσον τα ποσά αυτά παρακρατήθηκαν από το Ιταλικό Δημόσιο Ταμείο, οποιαδήποτε ευθύνη επιστροφής τους βαραίνει το Ιταλικό Κράτος, έστω κι αν τελικά το Ευρωπαϊκό Γεωργικό Ταμείο Προσανατολισμού και Εγγυήσεων υποχρεούται στην πραγματικότητα να αποζημιώσει το Ιταλικό Κράτος για την υποχρέωσή του αυτή.
Αναφέρθηκαν ορισμένες υποθέσεις ως επιχείρημα για το πότε το Δικαστήριο θεωρεί ότι κάποιος ενάγων νομιμοποιείται να ασκήσει αγωγή αποζημιώσεως κατά κοινοτικού οργάνου, κατά τη δεύτερη παράγραφο του άρθρου 215, επικαλούμενος ότι υπέστη ζημία λόγω της συμπεριφοράς του οργάνου αυτού. Νομίζω όμως ότι πρέπει να διακρίνουμε τις υποθέσεις αυτές από την προκείμενη. Σε όλες αυτές τις υποθέσεις το πραγματικό παράπονο του ενάγοντος αφορούσε παράλειψη του σχετικού οργάνου της Κοινότητας να του αναγνωρίσει δικαίωμα είσπραξης κάποιου ποσού.
Έτσι την υπόθεση 43/72, Merkur κατά Επιτροπής (1973 ECR, σ. 1055), ένας γερμανός επιχειρηματίας διαμαρτυρήθηκε για την παράλειψη της Επιτροπής να ορίσει για ορισμένη περίοδο Ν.Ε.Π. για προϊόντα επεξεργασίας κριθής, με αποτέλεσμα να μη του χορηγηθούν Ν.Ε.Π. κατά την εξαγωγή τέτοιων προϊόντων κατά τη διάρκεια της περιόδου αυτής. Ο γενικός εισαγγελέας Mayras τόνισε τη διαφορά τέτοιας αγωγής και της αγωγής που ασκήθηκε στην υπόθεση Haegeman για επιστροφή ποσού που φερόταν ως καταβληθέν πλέον του οφειλομένου στις αρχές ενός κράτους μέλους και υπογράμμισε ότι το παραδεκτό μιας αγωγής εξαρτάται από τη φύση και το αντικείμενο της αγωγής (1973 ECR, σελ. 1080-1081).
Στην υπόθεση 152/73, Holtz & Willemsen κατά Συμβουλίου και Επιτροπής (1974 ECR, σ. 675), ένας γερμανός ιδιοκτήτης ελαιοτριβείου διαμαρτυρόταν για την ενέργεια των καθών να περιορίσουν συγκεκριμένη ενίσχυση στους ιταλούς ιδιοκτήτες ελαιοτριβείων και άσκησε αγωγή ζητώντας ως αποζημίωση τα ποσά που θα είχε εισπράξει, αν η ενίσχυση αυτή είχε ισχύσει για όλους τους ιδιοκτήτες ελαιοτριβείων της Κοινότητας. Στην περίπτωση αυτή ήταν ο γενικός εισαγγελέας Reischl αυτός που τόνισε τη διαφορά μεταξύ αυτού του είδους αγωγής και της αγωγής στην υπόθεση Haegeman (1974 ECR, σ. 701).
Στην υπόθεση 74/74, CNTA κατά Επιτροπής (1975 ECR, σ. 533), το Δικαστήριο έκρινε ότι ένας γάλλος εξαγωγέας ελαιούχων σπόρων νομιμοποιούνταν ν' ασκήσει αγωγή κατά της Κοινότητας δυνάμει της δεύτερης παραγράφου του άρθρου 215, επειδή παρέλειψε να περιλάβει σε κανονισμό που καταργούσε τα Ν.Ε.Π. στο εμπόριο τέτοιων σπόρων μεταβατικές διατάξεις για την προστασία όσων είχαν αναλάβει την υποχρέωση να πραγματοποιήσουν τέτοιες εξαγωγές με την προσδοκία εισπράξεως Ν.Ε.Π.
Δεν συνάγεται συνεπώς από τη νομολογία αυτή η γενική αρχή, την οποία επικαλείται η ενάγουσα, ότι οποιοσδήποτε ισχυρίζεται ότι υπέστη ζημία λόγω συμπεριφοράς ενός οργάνου της Κοινότητας που φέρεται ως παράνομη μπορεί να ασκήσει αγωγή δυνάμει της δεύτερης παραγράφου του άρθρου 215. Πράγματι το ότι αυτό δεν ισχύει φαίνεται όχι μόνο από την απόφαση του Δικαστηρίου στην υπόθεση Haegeman, αλλά και από την απόφαση στην υπόθεση 99/74, Société des Grands Moulins des Antilles κατά Επιτροπής (26 Νοεμβρίου 1975· ECR, σ. 1531).
Κατά τη γνώμη μου η ορθή δικαστική οδός που έπρεπε να ακολουθήσει η ενάγουσα ήταν να ασκήσει αγωγή κατά της αρμόδιας υπηρεσίας του ιταλικού κράτους ενώπιον των ιταλικών δικαστηρίων, εγείροντας εκεί το ζήτημα, κατά το άρθρο 184 της Συνθήκης, της νομιμότητας των ενεργειών της Επιτροπής, για τις οποίες παραπονείται, αφήνοντας έτσι τα δικαστήρια αυτά να αποφασίσουν, αν υπάρχει ανάγκη παραπομπής του ζητήματος αυτού στο παρόν Δικαστήριο κατά το άρθρο 177. Λέγοντας αυτά, δεν αγνοώ ότι στις υποθέσεις Merkur, Holtz & Willemsen και CNTA αναφέρεται ως ανεπιθύμητη η παράκαμψη των διαδικασιών. Είναι προφανές ότι κάτι τέτοιο είναι ανεπιθύμητο, αλλά, κατά τη γνώμη μου, αυτό δεν παρέχει το δικαίωμα στους διαδίκους της Κοινότητας να επιλέγουν εσφαλμένο ένδικο μέσο ενώπιον αναρμόδιου δικαστηρίου. Σχετικές είναι και πάλι οι υποθέσεις Haegeman και Moulins des Antilles.
Ανεξάρτητα από τη γνώμη μου ως προς το παραδεκτό της αγωγής, νομίζω ότι είναι ορθό να εκφράσω την άποψή μου και επί της ουσίας.
Κατά περίεργο τρόπο, οι ισχυρισμοί της ενάγουσας, πέρα από μια παρεμπίπτουσα αναφορά της αγωγής στην εφαρμογή του κανονισμού 648/73, στηρίζονται αποκλειστικά στη φερόμενη ακυρότητα του άρθρου 5 του κανονισμού 1463/73, ο οποίος στην πραγματικότητα ίσχυε μόνο κατά την τελευταία από τις τρεις επίμαχες εισαγωγές. Απαντώντας σε ερώτηση του Δικαστηρίου κατά το πέρας της έγγραφης διαδικασίας, η ενάγουσα είπε ότι αυτό έγινε για λόγους σκοπιμότητας, επειδή ο κανονισμός 1463/73 ήταν ο πιο πρόσφατος, το δε σκεπτικό του αποσαφήνιζε τη συλλογιστική της Επιτροπής.
Στην ουσία η άποψη της ενάγουσας, όπως την ανέπτυξε στο υπόμνημά της, ήταν ότι η Επιτροπή δεν είχε εξουσία να νομοθετήσει μειώσεις των Ν.Ε.Π. Επικαλούμενη η ενάγουσα τα άρθρα 145 και 155 της Συνθήκης, προβάλει τέσσερα επιχειρήματα προς στήριξη της άποψής της.
Με το πρώτο επιχείρημα ισχυρίζεται ότι τα νομοθετικά αυτά μέτρα αντίκεινται στο σκοπό των Ν.Ε.Π., επειδή τα εμποδίζει να αντισταθμίσουν με ακρίβεια τη διαφορά μεταξύ της επίσημης ισοτιμίας ενός εθνικού νομίσματος και της πραγματικής του τιμής συναλλάγματος. Αυτό ωφελεί τους εμπόρους των κρατών μελών με ισχυρό νόμισμα και ζημιώνει τους εμπόρους κρατών με ασθενές νόμισμα. Νομίζω, κύριοι δικαστές, ότι το επιχείρημα αυτό πηγαίνει πολύ μακριά. Μείωση των Ν.Ε.Π. στο επίπεδο, των εισφορών κατά τις εισαγωγές από τρίτες χώρες όταν τα Ν.Ε.Π. είναι υψηλότερα, προβλέπεται ρητά από το άρθρο 4α, παράγραφος 2 του κανονισμού του Συμβουλίου 974/71, τον οποίο δεν προσβάλλει η ενάγουσα. Η πραγματική αιτίαση της ενάγουσας στρέφεται κατά του καθορισμού από την Επιτροπή κατ' αποκοπή μειώσεων στον τομέα των βοείων και μοσχαρίσιων κρεάτων — επειδή τα εισαγόμενα προϊόντα, όπως και στην περίπτωση των τριών επίμαχων εισαγωγών, έχουν αξία μεγαλύτερη από την «τιμή εισαγωγής» με βάση την οποία υπολογίστηκε η κατ' αποκοπή μείωση, η δε εφαρμογή της κατ' αποκοπή μείωσης μειώνει τα Ν.Ε.Π. όχι μόνο μέχρι το ύψος των εισφορών κατά τις εισαγωγές, αλλά κάτω από αυτό. Αντίστροφα, όταν η αξία των προϊόντων υπολείπεται της «τιμής εισαγωγής», η εφαρμογή της κατ' αποκοπή μείωσης έχει ως συνέπεια, τα Ν.Ε.Π. να είναι υψηλότερα από την επιβάρυνση επί της εισαγωγής.
Το δεύτερο επιχείρημα της ενάγουσας είναι ότι υπάρχει διαφορά μεταξύ του να αφαιρούνται τα Ν.Ε.Π. από την εισφορά κατά την εισαγωγή, πράγμα που ορίζει το άρθρο 4α, και του να γίνεται μείωση των Ν.Ε.Π., όπως όρισε η Επιτροπή. Έτσι είναι, πράγματι, κύριοι δικαστές. Η διαφορά όμως είναι χωρίς σημασία, όταν η μείωση των Ν.Ε.Π. έχει ως μόνη συνέπεια να μειώνεται στο επίπεδο της εισφοράς κατά την εισαγωγή. Και πάλι εδώ η πραγματική αιτίαση της ενάγουσας στρέφεται κατά της κατ' αποκοπή μείωσης που μπορεί να έχει ως συνέπεια μεγαλύτερο (ή μικρότερο) αποτέλεσμα.
Το τρίτο επιχείρημα της ενάγουσας αγγίζει τον πυρήνα της υπόθεσης. Συνίσταται στο ότι ο καθορισμός των κατ' αποκοπή μειώσεων αντίκειται στο άρθρο 4α. Η ενάγουσα υποστηρίζει ότι όσον αφορά τις εισαγωγές από τρίτες χώρες, η Επιτροπή έπρεπε να αφήνει τις τελωνειακές αρχές των ενδιαφερομένων κρατών μελών να εφαρμόζουν τη διάταξη αυτή σε κάθε πραγματική αποστολή εμπορευμάτων, να τους επιτρέπει δηλαδή να αφαιρούν τα πραγματικά Ν.Ε.Π. από τους πραγματικούς δασμούς που πλήττουν τα άποσταλέντα εμπορεύματα. Η Επιτροπή πρόβαλε την αντίρρηση ότι τότε θα έπρεπε είτε οι κατ' αποκοπή μειώσεις να καθορίζονται μόνο για τις άλλες συναλλαγές, εκτός από τις εισαγωγές από τρίτες χώρες, οπότε τα πραγματικά Ν.Ε.Π. επί των εισαγωγών αυτών θα διέφεραν από τα Ν.Ε.Π. επί των άλλων συναλλαγών, είτε να ζητείται από τις τελωνειακές αρχές να υπολογίζουν την αξία των εμπορευμάτων σε όλες τις συναλλαγές. Η απάντηση της ενάγουσας επ' αυτού νομίζω ότι περιλαμβάνει δύο σκέλη.
Πρώτον παρατηρεί ότι το άρθρο 4α, παράγραφος 2 που ορίζει ότι «στις συναλλαγές μεταξύ των κρατών μελών και με τις τρίτες χώρες, τα εξισωτικά ποσά … δεν δύνανται να είναι ανώτερα των εισφορών κατά την εισαγωγή προελεύσεως τρίτων χωρών» εφαρμόζεται στις εμπορικές συναλλαγές μεταξύ των κρατών μελών ή στις εξαγωγές προς τρίτες χώρες μόνο για προϊόντα, τα οποία αποδεδειγμένα εισήχθησαν από τρίτες χώρες. Με άλλα λόγια, ο ισχυρισμός συνίσταται στο ότι το άρθρο 4α, παράγραφος 2 δεν εφαρμόζεται όταν τα προϊόντα προέρχονται από την Κοινότητα ούτε, αν κατάλαβα καλά, και στην περίπτωση προϊόντων προέλευσης μεν τρίτων χωρών, που έχασαν όμως την ιδιότητα αυτή (λόγω μεταποίησης ή με άλλο τρόπο) μετά την εισαγωγή τους από την τρίτη χώρα. Έχω τη γνώμη, κύριοι δικαστές, ότι η άποψη αυτή είναι απορριπτέα. Νομίζω ότι το άρθρο 4α, παράγραφος 2 έχει σαφώς την έννοια ότι σ' ένα κράτος μέλος, το νόμισμα του οποίου υποτιμήθηκε, το ανώτατο όριο όλων των Ν.Ε.Π. δεν πρέπει να υπερβαίνει το σύνολο των εισφορών επί των προϊόντων που εισήχθησαν από τρίτες χώρες.
Εναλλακτικά η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι είναι υπόθεση των τελωνειακών αρχών να αποτιμήσουν τα προϊόντα που διέρχονται τα σύνορα και είναι υποχρεωμένες να το κάνουν για τις ανάγκες του ΦΠΑ. Στην αρχή εντυπωσιάστηκα από την άποψη αυτή καθόσον αναφερόταν στο ΦΠΑ. Μου φάνηκε ότι μπορεί να υποστηριχτεί ότι αν έτσι ή αλλιώς τα προϊόντα που εξάγονται προς τρίτες χώρες ή τα προϊόντα που εισάγονται από άλλα κράτη μέλη ή εξάγονται προς αυτά πρέπει να αποτιμηθούν για τις ανάγκες του ΦΠΑ, η άποψη της Επιτροπής κατέρρεε. Ανεξάρτητα όμως από το ζήτημα, αν τα προϊόντα αυτά πρέπει πράγματι να αποτιμηθούν για το σκοπό αυτό στην περίπτωση της Ιταλίας, πρόβλημα στο οποίο δεν μπορεί να δοθεί σαφής απάντηση, νομίζω ότι τελικά η άποψη της Επιτροπής ήταν πειστική, όταν εξήγησε ότι τα προϊόντα κοινοτικής προέλευσης ή που βρίσκονται σε ελεύθερη κυκλοφορία σε κάποιο κράτος μέλος έχουν, λόγω της κοινοτικής προτίμησης, μεγαλύτερη αγοραστική αξία από ουσιαστικώς όμοια προϊόντα που εισάγονται από τρίτες χώρες, ώστε, αν έπρεπε να συγκριθούν όμοια προϊόντα, θα έπρεπε να ακολουθηθεί διαφορετική μέθοδος από εκείνη που χρησιμοποιείται για τις ανάγκες του ΦΠΑ προκειμένου να προσδιοριστεί το ύ-ψος των εισφορών που πρέπει να τους επιβληθούν σε περίπτωση εισαγωγής τους από τρίτες χώρες.
Η ενάγουσα στηρίζει το τέταρτο επιχείρη-μά της όχι μόνο στα άρθρα 145 και 155 της Συνθήκης, αλλά και στο άρθρο 162. Αυτό όμως το τελευταίο που καταργήθηκε από το άρθρο 19 της συνθήκης συγχωνεύσεως και αντικαταστάθηκε από τα άρθρα 15 και 16 της Συνθήκης, μου φαίνεται πολύ απομακρυσμένο προς το ζήτημα.
Το τέταρτο επιχείρημα της ενάγουσας συνίσταται στο ότι οι διατάξεις του άρθρου 5 του κανονισμού 1463/73 απόκλιναν τόσο έντονα από τις διατάξεις του άρθρου 4α του κανονισμού, ώστε θα μπορούσαν να θεσπιστούν μόνο από το ίδιο το Συμβούλιο. Η ενάγουσα υπογραμμίζει επί του προκειμένου το δεύτερο εδάφιο της δεύτερης παραγράφου του άρθρου 4α, κατά το οποίο το Συμβούλιο επιφυλάσσεται να «αποφασίζει σε εξαιρετικές περιπτώσεις ότι δεν εφαρμόζεται το πρώτο εδάφιο». Και αυτό το επιχείρημα μου φαίνεται αποκρουστέο. Με τη θέσπιση και τον καθορισμό των κατ' αποκοπή μειώσεων των Ν.Ε.Π. επί του βοείου και μοσχαρίσιου κρέατος η Επιτροπή ούτε απέκλινε από τις διατάξεις του άρθρου 4α ούτε αποφάσισε ότι δεν εφαρμόζεται κάποια από αυτές. Προσπάθησε να εκτελέσει τις διατάξεις αυτές με όποιο τρόπο της φάνηκε λιγότερο ακατάλληλος μέσα στα πλαίσια της διοικητικής πρακτικής. Νομίζω ότι αυτό συμβιβάζεται με την εξουσία που έχει η Επιτροπή δυνάμει του άρθρου 6 του κανονισμού 974/71 — πρβλ. την απόφαση του Δικαστηρίου στην υπόθεση 154 /73, Becher κατά Hauptzollamt Emden (1974) ECR σ. 19. Συμπτωματικά η υπόθεση αυτή υπενθυμίζει ότι τα ίδια τα Ν.Ε.Π. είναι κατ' ανάγκη κατ' αποκοπή ποσά, επειδή δεν είναι πρακτικό να καθορίζονται σε σχέση με την πραγματική τιμή που καταβάλλεται για κάθε εισαγωγή ή εξαγωγή. Δύσκολα μπορεί να υπάρχει κάτι εκ βάθρων εσφαλμένο στο να γίνονται κατ' αποκοπή προσαρμογές σε ποσά που είναι τα ίδια κατ' αποκοπή ποσά.
Αυτά είχα να πω, κύριοι δικαστές, για τα επιχειρήματα που πρόβαλε η ενάγουσα στην έγγραφη διαδικασία. Κατά τη συνεδρίαση ο δικηγόρος της ενάγουσας έθεσε το ζήτημα της αναδρομικότητας των κανονισμών της Επιτροπής που εφαρμόστηκαν στην πρώτη και τη δεύτερη εισαγωγή.
Όπως κατέδειξα, το ζήτημα αυτό δεν γεννιέται στην περίπτωση της δεύτερης εισαγωγής: οι κανονισμοί που καθόριζαν τα Ν.Ε.Π. επί της εισαγωγής αυτής και την προσαρμογή που έπρεπε να ισχύσει (κανονισμοί 974/73 και 1031/73) είχαν μεν εν μέρει αναδρομική ισχύ, χωρίς επίπτωση όμως επί της εισαγωγής αυτής.
Το ζήτημα της αναδρομικότητας συνεπώς προκύπτει μόνο ως προς την πρώτη εισαγωγή. Νομίζω όμως ότι η ενάγουσα το επικαλέστηκε πολύ αργά. Ο κανονισμός διαδικασίας του Δικαστηρίου και ιδίως τα άρθρα 38, παράγραφος 1, στοιχείο γ, 41 και 42 απαιτούν να προτείνονται εγγράφως οι ισχυρισμοί, επί των οποίων στηρίζεται η προσφυγή, και νομίζω ότι δεν επιτρέπουν να προτείνονται νέοι ισχυρισμοί κατά την προφορική διαδικασία. Αυτό ισχύει, επειδή η προβολή νέου ισχυρισμού κατά την προφορική διαδικασία βρίσκει τον καθού απροετοίμαστο να τον αντιμετωπίσει. Η παρούσα υπόθεση αποτελεί απτό παράδειγμα. Οι αναδρομικής ισχύος κανονισμοί που εφαρμόζονται στην πρώτη εισαγωγή περιελάμβαναν τον κανονισμό 649/73 που καθόριζε τα Ν.Ε.Π. Απ' όσα ξέρομε, τα Ν.Ε.Π. αυτά, έστω και μειωμένα κατά την προσαρμογή που όριζε ο κανονισμός 905/73, ήσαν υψηλότερα από τα Ν.Ε.Π. που ίσχυαν πριν, έτσι ώστε τελικά η ενάγουσα να μη υπέστη ζημία από την εφαρμογή της αναδρομικής νομοθεσίας. Επειδή το ζήτημα της αναδρομικότητας δεν είχε ανακινηθεί, η Επιτροπή δεν είχε την ευκαιρία να το εξετάσει. Από λόγους δικαιοσύνης προς το δικηγόρο της ενάγουσας πρέπει να αναφέρω ότι, απαντώντας σε ερώτησή μου, παραδέχτηκε ότι δεν θα μπορούσε να στηριχτεί στο θέμα της αναδρομικότητας, αν πράγματι προτεινόταν για πρώτη φορά κατά την προφορική διαδικασία. Ισχυρίστηκε ότι το θέμα αυτό υπεννοείτο στο υπόμνημά του. Δεν μπορώ όμως να ανεύρω στο υπόμνημα κάποια αναφορά στο θέμα αυτό, έστω και σιωπηρή.
Καταλήγοντας, προτείνω την απόρριψη της αγωγής.
( *1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η αγγλική.
Full & Egal Universal Law Academy