ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
JEAN-PIERRE WARNER
της 13ης Ιανουαρίου 1976 ( 1 )
Κύριε Πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
Η παρούσα υπόθεση προκλήθηκε από το γεγονός ότι στην Ιταλία υφίσταται κρατικό μονοπώλιο καπνού. Το μονοπώλιο αυτό ελέγχεται από έναν οργανισμό, ο οποίος αποκαλείται Amministrazione Autonoma dei Monopoli di Stato (AAMS). Ο νόμος που ίδρυσε αυτό το μονοπώλιο, ο νόμος 907 της 17ης Ιουλίου 1942, παρέσχε στον AAMS το αποκλειστικό δικαίωμα να παρασκευάζει, ετοιμάζει, εισάγει και πωλεί καπνό στην Ιταλία. Το βασικό ζήτημα επί του οποίου καλείσθε να αποφασίσετε, κύριοι, είναι το ζήτημα κατά πόσο το αποκλειστικό δικαίωμα εισαγωγής του AAMS συμβιβάζεται σήμερα με το κοινοτικό δίκαιο.
Η διαφορά εισήχθη ενώπιον του Δικαστή-ριου κατόπιν αιτήσεως εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως που υπέβαλε ο Giudice Istruttore του αστικού και ποινικού δικαστηρίου του Κόμο. Τα πραγματικά περιστατικά είναι απλά. Οι κατηγορούμενοι ενώπιον του ιταλικού δικαστηρίου, Flavia Manghera και λοιποί, κατηγορούνται ότι, τον Αύγουστο 1973, εισήγαγαν τσιγάρα στην Ιταλία χωρίς να καταβάλουν τους οφειλομένους δασμούς για την εισαγωγή αυτή και κατά παράβαση του μονοπωλίου του AAMS. Φαίνεται ότι οι ποινές που μπορούσαν να επιβληθούν στους κατηγορουμένους κατ' εφαρμογή του ιταλικού νόμου για παράβαση του μονοπωλίου είναι βαρύτερες από εκείνες που μπορούσαν να τους επιβληθούν λόγω απλής δολίας μη καταβολής δασμών και ότι οι ποινές αυτές δεν υπολογίζονται κατά τον ίδιο τρόπο. Οι κυρώσεις που πλήττουν τη φοροδιαφυγή καθορίζονται βάσει του ύψους των διαφυγόντων δασμών, ενώ οι ποινές με τις οποίες τιμωρείται η παράβαση του μονοπωλίου καθορίζονται βάσει του βάρους των εισαχθέντων εμπορευμάτων. Ο λόγος για τον οποίο παίζει στην προκειμένη περίπτωση ρόλο το κοινοτικό δίκαιο οφείλεται στο ότι ένα μέρος των τσιγάρων για τα οποία πρόκειται παρασκευάστηκαν σ' άλλα κράτη μέλη. Η διάταξη περί παραπομπής δεν διευκρινίζει ποια είναι αυτά τα άλλα κράτη μέλη, ενώ το στοιχείο αυτό μπορεί να έχει σημασία.
Τα ερωτήματα που υποβλήθηκαν στο Δικαστήριο με τη Διάταξη αυτή αναφέρονται στην ερμηνεία του άρθρου 37, παράγραφος 1 της Συνθήκης ΕΟΚ, καθώς και στα αποτελέσματα ενός ψηφίσματος του Συμβουλίου της 21ης Απριλίου 1970«περί κρατικών μονοπωλίων εμπορικού χαρακτήρα επεξεργασμένου καπνού», το οποίο εξέδωσε το Συμβούλιο την ίδια μέρα που εξέδωσε και, μεταξύ άλλων πράξεων, τον κανονισμό (ΕΟΚ) 727/70 περί ιδρύσεως κοινής οργανώσεως αγορών στον τομέα του ακατέργαστου καπνού.
Το άρθρο 37, παράγραφος 1, κατά το μέρος που μας ενδιαφέρει, ορίζει τα εξής:
«Τα κράτη μέλη διαρρυθμίζουν προοδευτικώς τα κρατικά μονοπώλια εμπορίκού χαρακτήρα κατά τρόπο, ώστε με ίηλήξη της μεταβατικής περιόδου, να αποκλείεται, ως προς τους όρους εφοδιασμού και διαθέσεως, οποιαδήποτε διάκριση μεταξύ των υπηκόων των κρατών μελών.
Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου εφαρμόζονται σε κάθε οργανισμό με τον οποίο κράτος μέλος, νομικά ή πραγματικά, ελέγχει, διευθύνει ή επηρεάζει αισθητά, άμεσα ή έμμεσα, τις εισαγωγές ή τις εξαγωγές μεταξύ των κρατών μελών.»
Το άρθρο 44, παράγραφος 1 της πράξεως περί των όρων προσχωρήσεως και των προσαρμογών των συνθηκών ορίζει τα εξής:
«Τα νέα κράτη μέλη διαρρυθμίζουν προοδευτικώς τα κρατικά μονοπώλια εμπορικού χαρακτήρα, κατά την έννοια του άρθρου 37, παράγραφος 1 της Συνθήκης ΕΟΚ, κατά τρόπο, ώστε πριν από την 31η Δεκεμβρίου 1977 να αποκλείεται οποιαδήποτε διάκριση μεταξύ των υπηκόων των κρατών μελών, ως προς τους όρους εφοδιασμού και διαθέσεως.
Τα αρχικά κράτη μέλη αναλαμβάνουν έναντι των νέων κρατών μελών ισοδύναμες υποχρεώσεις.»
Έτσι, μεταξύ των αρχικών κρατών μελών οι διαρρυθμίσεις που έπρεπε να επέλθουν στα κρατικά μονοπώλια έπρεπε να πραγματοποιηθούν με την εκπνοή της μεταβατικής περιόδου, δηλαδή στις 31 Δεκεμβρίου 1969, ενώ, μεταξύ των ίδιων αυτών κρατών και των νέων κρατών μελών, οι προσαρμογές αυτές δεν πρέπει να πραγματοποιηθούν παρά στις 31 Δεκεμβρίου 1977. Γι' αυτό το λόγο είπα προηγουμένως ότι η ταυτότητα των κρατών μελών απ' όπου κατηγορούνται ότι εισήγαγαν οι κατηγορούμενοι τσιγάρα κοινοτικής καταγωγής μπορούσε να έχει σημασία. Πράγματι, αν υποτεθεί ότι το άρθρο 37, παράγραφος 1 της Συνθήκης ΕΟΚ απαιτεί — πράγμα που συνιστά προφανώς το κύριο πρόβλημα — να καταργήσει η Ιταλία το αποκλειστικό δικαίωμα του AAMS να εισάγει καπνό καταγωγής άλλων κρατών μελών, η υποχρέωση αυτή δεν εκτείνεται στις εισαγωγές καταγωγής Δανίας, Ιρλανδίας ή Ηνωμένου Βασιλείου, που έγιναν το 1973.
Το ψήφισμα του Συμβουλίου στο οποίο αναφέρεται η Διάταξη περί παραπομπής και το οποίο, σύμφωνα με τον τίτλο του, το θυμόσαστε κύριοι, αφορά τα «κρατικά μονοπώλια εμπορικού χαρακτήρα επεξεργασμένου καπνού», ορίζει τα εξής :
«Το Συμβούλιο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων αποφασίζει τα ακόλουθα:
1.
Οι Κυβερνήσεις της Γαλλίας και της Ιταλίας αναλαμβάνουν την υποχρέωση να λάβουν κάθε αναγκαίο μέτρο για την κατάργηση των διακρίσεων που απορρέουν από κρατικά μονοπώλια εμπορικού χαρακτήρα.
2.
Η κατάργηση των αποκλειστικών δικαιωμάτων εισαγωγής και χονδρικού εμπορίου πρέπει να έχει πραγματοποιηθεί το αργότερο μέχρι την 1η Ιανουαρίου 1976.» ( OJ C 50 της 28ης Απριλίου 1970).
Κατά την προφορική διαδικασία ο εκπρόσωπος της Ιταλικής Κυβερνήσεως ενημέρωσε το Δικαστήριο, ο δε εκπρόσωπος της Επιτροπής επιβεβαίωσε το στοιχείο αυτό, ότι η Ιταλική Βουλή επελήφθη σχεδίου νόμου που θα ενεργοποιούσε την υποχρέωση που ανέλαβε η Ιταλία με την παράγραφο 2 αυτού του ψηφίσματος. Λαμβάνοντας υπόψη την ημερομηνία που θέτει αυτό το ψήφισμα, συμπεραίνω ότι το σχέδιο αυτό έχει ήδη αποκτήσει ισχύ νόμου.
Τέσσερα είναι τα ερωτήματα τα οποία απηύθυνε στο Δικαστήριο η Διάταξη περί παραπομπής.
Με το πρώτο ερώτημα, το οποίο χαρακτήρισα ως κύριο ερώτημα σ' αυτή την υπόθεση, ερωτάται αν το άρθρο 37, παράγραφος 1 της Συνθήκης πρέπει να ερμηνευτεί υπό την έννοια ότι από τις 31 Δεκεμβρίου 1969 ένα κρατικό μονοπώλιο εμπορικού χαρακτήρα έπρεπε να διαρρυθμιστεί έτσι ώστε να εξαφανιστεί κάθε αποκλειστικό δικαίωμα εισαγωγής από τα άλλα κράτη μέλη.
Το δεύτερο ερώτημα αφορά το αν το άρθρο 37, παράγραφος 1 έχει άμεσο αποτέλεσμα μέσα στα κράτη μέλη, έτσι ώστε να παρέχει στους ιδιώτες δικαιώματα τα οποία οφείλουν τα εθνικά δικαστήρια να διαφυλάσσουν.
Με το τρίτο ερώτημα, το οποίο προϋποθέτει καταφατική απάντηση στα δύο προηγούμενα ερωτήματα, ερωτάται αν, «κατ' ακολουθίαν», από την 1η Ιανουαρίου 1970 μπορούσαν οι ιδιώτες να εισάγουν ελεύθερα από τα άλλα κράτη μέλη, υπό την προϋπόθεση της καταβολής των οφειλομένων δασμών, τα προϊόντα που μέχρι τότε υπήγοντο στο μονοπώλιο.
Τέλος, με το τέταρτο ερώτημα ερωτάται εν περιλήψει αν το ψήφισμα του Συμβουλίου της 21ης Απριλίου 1970 μπόρεσε να τροποποιήσει την έκταση εφαρμογής του άρθρου 37, παράγραφος 1 της Συνθήκης.
θεωρώ σκόπιμο να ερευνήσω πρώτα το δεύτερο και το τέταρτο ερώτημα, τα οποία, κατά τη γνώμη μου, δεν παρουσιάζουν καμία δυσκολία.
Όσον αφορά το δεύτερο ερώτημα, δεν έχω καμιά αμφιβολία ότι, από το τέλος της μεταβατικής περιόδου, το άρθρο 37, παράγραφος 1 έχει άμεσο αποτέλεσμα στα αρχικά κράτη μέλη. Στηρίζω την άποψη αυτή στις ίδιες σκέψεις που εξέφρασαν οι γενικοί εισαγγελείς κύριοι Roemer και Reischl στην υπόθεση 82/71, υπόθεση SAIL (ECR 1972, σ. 154) και στην υπόθεση 45/75, Rewe-Zentrale κατά Hauptzollamt Landau (στην οποία δεν έχει ακόμα εκδοθεί απόφαση). Το Δικαστήριο δέχτηκε, ήδη από μακρού, στην απόφαση που εξέδωσε επί της υποθέσεως 6/64, Costa κατά Enel (ECR 1964, σ. 1163 -βλ. σ. 1165), ότι το άρθρο 37, παράγραφος 2, σύμφωνα με το οποίο «τα κράτη μέλη δεν λαμβάνουν νέα μέτρα τα οποία είναι αντίθετα προς τις αρχές της παραγράφου 1», είχε και έχει άμεσα αποτελέσματα. Απ' αυτό προκύπτει αναγκαστικά ότι, από το τέλος της μεταβατικής περιόδου, η παράγραφος 1 έχει όμοιο αποτέλεσμα διότι, από της ημερομηνίας αυτής, η παράγραφος αυτή δεν μπορεί να ερμηνευτεί αντιθέτως παρά κατά την έννοια ότι τα κράτη μέλη δεν μπορούν να διατηρούν σε ισχύ μέτρα που είναι αντίθετα προς τις αρχές τις οποίες διακηρύσσει αυτή η διάταξη. Είναι άλλωστε σημαντικό ότι στις παρατηρήσεις που κατατέθηκαν στο Δικαστήριο στην παρούσα υπόθεση κανείς δεν υποστήριξε το αντίθετο.
Θα πρέπει ίσως να προστεθεί ότι δεν μας διαφεύγει η ιδιαίτερη σκέψη την οποία συνήγαγε από το άρθρο 37, παράγραφος 4, ο γενικός εισαγγελέας κύριος Reischl από την υπόθεση Rewe-Zentrale. Η σκέψη αυτή δεν ισχύει όμως στην παρούσα υπόθεση, διότι πάντως κανένα στοιχείο δεν δείχνει ότι το ιταλικό μονοπώλιο καπνού υφίσταται ή υφίστατο ποτέ κατά κάποιο τρόπο υπέρ του συμφέροντος των Ιταλών καλλιεργητών καπνού. Επιπλέον, όπως γνωρίζετε, κύριοι, οι αγορές στον τομέα του ακατέργαστου καπνού αποτελούν από το 1970 αντικείμενο κοινής οργανώσεως.
Η απάντηση που πρέπει να δοθεί στο τέταρτο ερώτημα που υποβάλλεται με τη Διάταξη περί παραπομπής είναι ακόμη πιο σαφής. Είναι προφανές ότι ένα απλό ψήφισμα του Συμβουλίου δεν μπορεί ν' αλλάξει τη Συνθήκη. Μια πράξη του Συμβουλίου δεν θα είχε τέτοιο αποτέλεσμα παρά μόνο αν εκδιδόταν σύμφωνα με το άρθρο 235 ή το άρθρο 236 της Συνθήκης. Στην προκειμένη περίπτωση, και επί του σημείου αυτού κανείς επίσης δεν υποστήριξε το αντίθετο, το ψήφισμα του Συμβουλίου ήταν κυρίως πολιτική πράξη, στην οποία επλανάτο η αβεβαιότητα, η οποία περιέβαλε τότε γενικά το ζήτημα αν το άρθρο 37, παράγραφος 1 απαιτούσε ή όχι την κατάργηση των αποκλειστικών δικαιωμάτων εισαγωγής που κατέχουν ορισμένα κρατικά μονοπώλια. Το ζήτημα αυτό δεν έχει πάντως λυθεί και αποτελεί προφανώς το κύριο πρόβλημα το οποίο αντιμετωπίζει το Δικαστήριο στην προκειμένη υπόθεση.
Πριν να ερευνηθεί αυτό το πρόβλημα, πρέπει να προσέξουμε ένα επιχείρημα που προβλήθηκε εν ονόματι της Ιταλικής Κυβερνήσεως, και σύμφωνα με το οποίο το ιταλικό μονοπώλιο καπνού δεν συνιστά καθόλου πραγματικό μονοπώλιο εμπορικού χαρακτήρα, αλλά δημοσιονομικό μονοπώλιο που υπάγεται στο άρθρο 90, παράγραφος 2 της Συνθήκης. Εάν το αντιλήφθηκα καλώς, το επιχείρημα αυτό στηρίζεται στη σκέψη ότι υφίσταται διαφορά μεταξύ εμπορικού μονοπωλίου, στο οποίο εφαρμόζεται το άρθρο 37, και δημοσιονομικού μονοπωλίου, στο οποίο εφαρμόζεται το άρθρο 90, παράγραφος 2, όχι όμως το άρθρο 37. Κατά την άποψη αυτή, η πρώτη μορφή μονοπωλίου αποτελεί όργανο οικονομικής πολιτικής, ενώ η δεύτερη μορφή αποτελεί όργανο δημοσιονομικής πολιτικής.
Αμφιβάλλω πολύ, κύριοι, ότι μπορεί στην πραγματικότητα να γίνει ένας τόσο αυστηρός διαχωρισμός και ότι οι συντάκτες της Συνθήκης πίστεψαν ποτέ στην ύπαρξή του. Δεν είναι δύσκολο να φανταστεί κανείς ένα μονοπώλιο που αποβλέπει στην επίτευξη διπλού στόχου ή ένα μονοπώλιο που έχει κύριο και βοηθητικό σκοπό. Επιπλέον, νομίζω ότι το άρθρο 90, παράγραφος 2 είναι διάταξη, της οποίας η έκταση είναι πολύ περιορισμένη. Απλώς απαλλάσσει τις επιχειρήσεις στις οποίες εφαρμόζεται — τα δημοσιονομικά δε μονοπώλια δεν αντιπροσωπεύουν παρά μια από τις εν λόγω κατηγορίες — από την υποχρέωση τηρήσεως των κανόνων που περιλαμβάνονται στη Συνθήκη, ιδίως των κανόνων περί ανταγωνισμού, «κατά το μέτρο που η εφαρμογή των κανόνων αυτών … εμποδίζει νομικά ή πραγματικά την εκπλήρωση της ιδιαίτερης αποστολής που τους έχει ανατεθεί».
Το σημείο αυτό έχει αποτελέσει αντικείμενο πολλών συζητήσεων στα νομικά περιοδικά κυρίως δε μεταξύ ορισμένων Ιταλών συγγραφέων. Η διαμάχη αυτή δείχνει ότι υφίσταται ασυμφωνία όχι μόνο επί του ζητήματος αν η διάκριση που ανέφερα υφίσταται, αλλά επίσης επί του ζητήματος αν, σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο προηγούμενο ζήτημα, το ιταλικό μονοπώλιο καπνού βρίσκεται από τη μια μεριά του ορίου ή από την άλλη. Καθόσον αφορά εμένα, αναρωτιέμαι μήπως, ανεξάρτητα από τη σημασία των διαφόρων επιχειρημάτων που έχουν προβληθεί, η συμβολή της Ιταλίας στην έκδοση του ψηφίσματος του Συμβουλίου της 21ης Απριλίου 1970 στερεί τη χώρα αυτή από το δικαίωμα να ισχυρίζεται ότι το μονοπώλιό της καπνού διαφέρει από ένα μονοπώλιο «εμπορικού χαρακτήρα».
Όπως κι αν έχει το πράγμα, είναι φανερό ότι, όπως δέχτηκε ειλικρινά και ο εκπρόσωπος της Ιταλικής Κυβερνήσεως, ο Giudice Istruttore του δικαστηρίου του Κόμο δεν απηύθυνε στο Δικαστήριο κανένα ερώτημα επί του θέματος του άρθρου 90, παράγραφος 2 της Συνθήκης. Για τον ακαταμάχητο αυτό λόγο δεν θα προχωρήσω περισσότερο.
Έτσι προσεγγίσαμε το κύριο ερώτημα.
Το ζήτημα αυτό ποτέ σχεδόν δεν έχει σταματήσει να αποτελεί αντικείμενο έριδας από της υπογραφής της Συνθήκης ΕΟΚ. Φαίνεται ότι έχει γίνει και αντικείμενο εξελίξεως στη σκέψη της Επιτροπής.
Μια άποψη, η οποία είναι προφανώς η άποψη της Ιταλικής Κυβερνήσεως στην παρούσα δίκη, υποστηρίζει ότι, σύμφωνα με το γράμμα του ίδιου του άρθρου 37, παράγραφος 1, η διάταξη αυτή απαιτεί απλώς τη «διαρρύθμιση» των κρατικών μονοπωλίων. Δεν απαιτεί την κατάργησή τους. Σύμφωνα μ' αυτή την άποψη, το άρθρο 37, παράγραφος 1 δεν μπορεί επομένως να απαιτήσει μια «διαρρύθμιση» που θα εκφύλιζε το κρατικό μονοπώλιο σε τέτοιο σημείο ώστε να μην πρόκειται πια για μονοπώλιο. Γι' αυτό το λόγο, σύμφωνα με την άποψη αυτή, το άρθρο 37, παράγραφος 1 δεν μπορεί να ερμηνευτεί υπό την έννοια ότι απαιτεί την κατάργηση του αποκλειστικού δικαιώματος εισαγωγής του κρατικού μονοπωλίου.
Κατά την άποψή μου, η επιχειρηματολογία αυτή περιλαμβάνει ένα non-sequitur. Είναι ακριβές ότι το άρθρο 37, παράγραφος 1 δεν απαιτεί ρητώς την κατάργηση των κρατικών μονοπωλίων, αλλά ούτε απαιτεί πολύ περισσότερο τη διατήρησή τους. Απαιτεί τη «διαρρύθμισή» τους κατά τρόπο που να αποκλείει «μεταξύ των υπηκόων των κρατών μελών» οποιαδήποτε «διάκριση ως προς τους όρους εφοδιασμού και διαθέσεως». Αναγκαία απόρροια αυτού είναι, κατά την άποψή μου, ότι ένα κρατικό μονοπώλιο που έχει ως μοναδικό σκοπό και αποτέλεσμα τη διατήρηση παρόμοιας διακρίσεως (εφόσον υφίστατο τέτοια διάκριση) έπρεπε, δυνάμει του άρθρου 37, παράγραφος 1, να «διαρρυθμιστεί» κατά τρόπον ώστε να έχει καταργηθεί κατά το τέλος της μεταβατικής περιόδου. Αντιθέτως, ένα κρατικό μονοπώλιο που δεν περιείχε την παραμικρή διάκριση αυτού του είδους (κατά το μέτρο που υφίστατο ποτέ τέτοια διάκριση) δεν χρειάζεται καμιά «διαρρύθμιση». Έτσι, σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, το μόνο αποφασιστικό ερώτημα που μπορεί να τίθεται είναι το ερώτημα αν η κατοχή από ένα κρατικό μονοπώλιο ενός αποκλειστικού δικαιώματος εισαγωγής συνεπάγεται διάκριση μεταξύ των υπηκόων των κρατών μελών όσον αφορά τους όρους εφοδιασμού και διαθέσεως.
Προσθέτω ότι στην περίπτωση οργανισμού, σαν τον προκείμενο, που κατέχει μονοπώλιο παρασκευής, η διαβεβαίωση ότι το να στερηθεί το αποκλειστικό δικαίωμα εισαγωγής θα ισοδυναμούσε με «διαρρύθμισή» του σε σημείο καταργήσεώς του, μου φαίνεται προδήλως πεπλανημένη.
Σύμφωνα με την άποψη της Ιταλικής Κυβερνήσεως, το ζήτημα που έχω χαρακτηρίσει ως το μόνο αποφασιστικό πρέπει στην προκειμένη περίπτωση να λάβει αρνητική απάντηση, διότι το μονοπώλιο δεν μεταχειρίζεται τους υπηκόους των άλλων κρατών μελών κατά τρόπο διαφορετικό από τον τρόπο με τον οποίο μεταχειρίζεται τους Ιταλούς υπηκόους.
Πιστεύω ότι η άποψη αυτή είναι εσφαλμένη. Το άρθρο 37 δεν αφορά τη διάκριση μεταξύ των υπηκόων των κρατών μελών υπό την ιδιότητά τους ως ατόμων. Το άρθρο αυτό εντάσσεται στο κεφάλαιο της Συνθήκης περί καταργήσεως των ποσοτικών περιορισμών στην ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων μεταξύ κρατών μελών. Απ' αυτό συνάγεται ότι η διάκριση στην οποία αναφέρεται είναι η διάκριση που ασκείται έναντι των προϊόντων που κατασκευάζονται ή τα εμπορεύονται υπήκοοι άλλων κρατών μελών. Η ερμηνεία αυτή ενισχύεται νομίζω από το εδάφιο 2 της παραγράφου 1 του άρθρου 37, που αναφέρεται στην εξουσία των κρατών μελών να ελέγχουν, διευθύνουν ή επηρεάζουν μέσω του μονοπωλίου «τις εισαγωγές ή τις εξαγωγές μεταξύ των κρατών μελών».
Υπό τις προϋποθέσεις αυτές συμμερίζομαι την άποψη της Επιτροπής, σύμφωνα με την οποία υφίσταται διάκριση υπό την ανωτέρω έννοια όταν ο οργανισμός που κατέχει σ' ένα κράτος μέλος το αποκλειστικό δικαίωμα παρασκευής, μπορεί να πωλεί ελεύθερα στα άλλα κράτη μέλη, έχει όμως μόνον αυτός το δικαίωμα εισαγωγής στη δική του χώρα.
Οι σκέψεις αυτές αρκούν για να λυθεί το πρόβλημα που μας απασχολεί, αλλά νομίζω ότι είναι απαραίτητο να επισημάνω και ένα άλλο επιχείρημα που προτάθηκε και που οδηγεί, σύμφωνα με την άποψή μου, στο ίδιο συμπέρασμα, ακόμη και στην περίπτωση που το μονοπώλιο δεν είναι παραγωγός.
Πρόκειται για το επιχείρημα, σύμφωνα με το οποίο το άρθρο 37 αφορά όχι μόνο τις πραγματικές διακρίσεις, αλλά επίσης τις δυνητικές διακρίσεις. Το επιχείρημα αυτό αντανακλά στην έκφραση που χρησιμοποίησε ο Giudice Istruttore του δικαστηρίου του Κόμο στη Διάταξή του περί παραπομπής κατά τη διατύπωση του πρώτου ερωτήματος. Ερωτά αν το κρατικό μονοπώλιο έπρεπε να «διαρρυθμιστεί» κατά τρόπο ώστε να καταργεί ακόμη και τη δυνατότητα να γίνουν διακρίσεις έναντι των κοινοτικών εξαγωγέων, με συνέπεια την εξαφάνιση των αποκλειστικών δικαιωμάτων εισαγωγής έναντι των λοιπών κρατών μελών από την 1η Ιανουαρίου 1970.
Όπως τόνισε η Επιτροπή ζωηρά στις παρατηρήσεις της, ένα κρατικό μονοπώλιο που διατηρεί το αποκλειστικό δικαίωμα εισαγωγής είναι στην πραγματικότητα σε θέση να δημιουργεί διακρίσεις έναντι των προϊόντων που προέρχονται από άλλες χώρες, όχι μόνο με τρόπο πρόδηλο, αλλά ακόμη και μέσω αποφάσεων που λαμβάνονται από τη μια μέρα στην άλλη όσον αφορά τις τιμές, τις διαφημίσεις, τις προμήθειες και τα λοιπά. Μια τέτοια διάκριση δύσκολα μπορεί να αποκαλυφθεί ή να προβλεφθεί και η πείρα που απέκτησε η Επιτροπή κατά το διάστημα πολλών ετών στην προσπάθειά της να διασφαλίσει την τήρηση των διατάξεων του άρθρου 37 την οδήγησε στο συμπέρασμα ότι το αποτέλεσμα αυτό δεν μπορεί να επιτευχθεί κατά τρόπο ικανοποιητικό παρά μόνο με την κατάργηση των αποκλειστικών δικαιωμάτων εισαγωγής.
Στην υπόθεση 20/64, SARL Albatros κατά Sopeco (ECR 1965, σ. 18), ο γενικός εισαγγελέας κύριος Gand κατέδειξε πως το άρθρο 37 συμπληρώνει τις προηγούμενες διατάξεις περί καταργήσεως των ποσοτικών περιορισμών στην κυκλοφορία των εμπορευμάτων μεταξύ κρατών μελών. Στην υπόθεση8/74, Procureur du Roi κατά Dassonville (ECR 1974, σ. 852), το Δικαστήριο διακήρυξε την ακόλουθη γενική αρχή :
«Κάθε εμπορική κανονιστική ρύθμιση των κρατών μελών που είναι ικανή να παρεμβάλει εμπόδια αμέσως ή εμμέσως, πραγματικά ή δυνητικά, στο ενδοκοινοτικό εμπόριο πρέπει να θεωρείται ως μέτρο ισοδυνάμου αποτελέσματος με ποσοτικούς περιορισμούς.»
Θα ήταν νομίζω παράξενο τα άρθρα 30 έως 36 να αντιτίθενται στους δυνατούς περιορισμούς των εμπορικών ανταλλαγών μεταξύ κρατών μελών, ενώ να μη το κάνει το άρθρο 37. Το γεγονός ότι δεν έχουν έτσι τα πράγματα προκύπτει, κατά την άποψή μου, από τη χρήση στο άρθρο 37, παράγραφος 1 της λέξεως ensured. Η κατάργηση μιας καταστάσεως δεν είναι ensured όσο διάστημα μπορεί να εμφανιστεί. Έτσι, και στο σημείο αυτό η άποψή μου συμπίπτει με την άποψη που εξέφρασε ο γενικός εισαγγελέας κύριος Roemer στην υπόθεση SAIL (ECR 1972, σ. 146).
Στην υπόθεση αυτή, το Δικαστήριο δεν έκρινε αναγκαίο να περιλάβει σκέψη επί του σημείου αυτού, αλλά έκρινε ότι ένα αποκλειστικό δικαίωμα πωλήσεως (που δεν αποτελεί παρά το αντίστοιχο ενός αποκλειστικού δικαιώματος εισαγωγής) ήταν ασυμβίβαστο με το άρθρο 40, παράγραφος 3 της Συνθήκης, κατά το μέτρο που η διάταξη αυτή αποκλείει «κάθε διάκριση μεταξύ παραγωγών ή καταναλωτών εντός της Κοινότητας».
Εν συμπεράσματι, προτείνω να δοθούν οι ακόλουθες απαντήσεις στα ερωτήματα που απηύθυνε στο Δικαστήριο ο Giudice Istruttore:
1)
Το άρθρο 37, παράγραφος 1 της Συνθήκης ΕΟΚ πρέπει να νοηθεί υπό την έννοια ότι από τις 31 Δεκεμβρίου 1969 κάθε κρατικό μονοπώλιο εμπορικού χαρακτήρα έπρεπε να διαρρυθμιστεί κατά τρόπο ώστε να καταργείται κάθε αποκλειστικό δικαίωμα εισαγωγής καταγωγής των λοιπών αρχικών κρατών μελών.
2)
Το άρθρο 37, παράγραφος 1 έχει άμεσο αποτέλεσμα στα αρχικά κράτη μέλη, παρέχοντας στους ιδιώτες δικαιώματα, τα οποία μπορούν να επικαλεστούν ευθέως ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων.
3)
Από την 1η Ιανουαρίου 1970 οι ιδιώτες των κρατών αυτών ήταν ελεύθεροι, υπό την προϋπόθεση της καταβολής των οφειλομένων δασμών, να εισάγουν από οιοδήποτε αρχικό κράτος μέλος προϊόντα υπαγόμενα μέχρι τότε σε μονοπώλιο.
4)
Το ψήφισμα του Συμβουλίου της 21ης Απριλίου 1970 δεν μπορούσε ν' αλλάξει ούτε και άλλαξε την έκταση εφαρμογής του άρθρου 37, παράγραφος 1.
( 1 ) Γλώσσα του προωστύπου: η αγγλική.
Full & Egal Universal Law Academy