ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
ALBERTO TRABUCCHI
της 14ης Ιανουαρίου 1976 ( 1 )
Κύριε Πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
1.
Τα προδικαστικά ερωτήματα ερμηνείας που αφορούν την παρούσα υπόθεση και τα οποία υποβλήθηκαν από το tribunale di Genova αφορούν το ζήτημα αν η επιβολή χρηματικής επιβαρύνσεως επί των εισαγομένων στην Ιταλία δερμάτων από άλλο κράτος μέλος και από ένα κράτος αφρικανικό συνδεδεμένο με την Κοινότητα συνιστά επιβάρυνση ισοδυνάμου αποτελέσματος προς δασμό και υπό την ιδιότητά της αυτή απαγορεύεται τόσον από τη Συνθήκη ΕΟΚ, όσο και από τις Συμβάσεις Συνδέσεως που υπογράφηκαν στο Yaoundé στις 20 Ιουλίου 1963 και στις 29 Ιουλίου 1969 μεταξύ της Κοινότητος αφενός και των αφρικανικών κρατών και της Μαδαγασκάρης αφετέρου.
Τα πραγματικά περιστατικά που έδωσαν λαβή στην προκειμένη υπόθεση είναι τα ακόλουθα. Η εταιρία βυρσοδεψείων Bresciani της Γένουας εισήγαγε κατά τα έτη 1969 και 1970 διάφορες παρτίδες ακατεργά-στου βοείου δέρματος προελεύσεως Γαλλίας και Δημοκρατίας της Σενεγάλης.
Τα δέρματα αυτά υποβλήθηκαν από τις ιταλικές τελωνειακές αρχές σε τέλος κτηνιατρικού ελέγχου προβλεπόμενο από τον νόμο 30 της 23ης Ιανουαρίου 1968. Το τέλος αυτό το οποίο, κατά την έναρξη της ισχύος της Συνθήκης, ανερχόταν σε 240 λίρες ανά εκατό κιλά για τα αποξηραμένα δέρματα, αυξήθηκε, δυνάμει των διατάξεων του νόμου αυτού, σε 300 λίρες για όλα τα ακατέργαστα δέρματα.
Η εταιρία εισαγωγέας προβάλλοντας το ασυμβίβαστο της επιβολής του εν λόγω τέλους με την απαγόρευση που προβλέπεται από το άρθρο 13, παράγραφος 2, της Συνθήκης και από το άρθρο 2, παράγραφος 1, των δύο Συμβάσεων Συνδέσεως της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητος και των αφρικανικών κρατών και της Μαδαγασκάρης, ζήτησε από τον πρόεδρο του tribunale di Genova να υποχρεώσει την ιταλική οικονομική διοίκηση να της αποδώσει τα καταβληθέντα ποσά των οποίων, κατά την άποψή της, δεν ήταν οφειλέτης.
Έτσι, το δικαστήριο το οποίο επελήφθη της υποθέσεως σας υπέβαλε, κατ' εφαρμογή του άρθρου 177, δεύτερο εδάφιο, τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«1.
Το τέλος υγειονομικού ελέγχου των εισαγομένων προϊόντων ζωικής προελεύσεως, που έχει επιβληθεί με το άρθρο 32, παράγραφος 4, του κωδικοποιημένου κειμένου 1265, της 27ης Ιουλίου 1934, των υγειονομικών νόμων, όπως καθορίστηκε το ύψος του με το νόμο 30 της 23ης Ιανουαρίου 1968, αποτελεί, ενόψει των προαναφερθέντων χαρακτηριστικών του, επιβάρυνση ισοδυνάμου αποτελέσματος προς δασμούς κατά την έννοια του άρθρου 13, παράγραφος 2, της Συνθήκης ΕΟΚ;
2.
Το άρθρο 13, παράγραφος 2, της Συνθήκης ΕΟΚ συνεπάγεται την κατάργηση κάθε επιβαρύνσεως ισοδυνάμου αποτελέσματος προς δασμούς, όσον αφορά τις ενδοκοινοτικές εισαγωγές από την 1η Ιουλίου 1968 ή από την 1η Ιανουαρίου 1970;
3.
Η έννοια της επιβαρύνσεως ισοδυνάμου αποτελέσματος προς δασμούς είναι η ίδια:
α)
στο άρθρο 13, παράγραφος 2, της Συνθήκης ΕΟΚ·
β)
στο άρθρο 2, παράγραφος 1, της Συμβάσεως Συνδέσεως που υπογράφηκε στο Yaoundé στις 20 Ιουλίου 1963 μεταξύ της ΕΟΚ και των αφρικανικών κρατών και της Μαδαγασκάρης, επικυρώθηκε δε από την Ιταλία με τον νόμο 406 της 20ής Μαΐου 1964 και εισήχθη στην έννομη κοινοτική τάξη με την απόφαση ΕΟΚ 345/64 του Συμβουλίου, της 5ης Νοεμβρίου 1963’
γ)
στο άρθρο 2, παράγραφος 1, της Συμβάσεως Συνδέσεως που υπογράφηκε στο Yaoundé στις 29 Ιουλίου 1963 μεταξύ της ΕΟΚ και των αφρικανικών κρατών και της Μαδαγασκάρης, επικυρώθηκε δε από την Ιταλία με το νόμο 1048 της 7ης Δεκεμβρίου 1970 και εισήχθη στην κοινοτική έννομη τάξη με την απόφαση ΕΟΚ 539/70 του Συμβουλίου, της 29ης Σεπτεμβρίου 1970;
4.
Το άρθρο 2, παράγραφος 1, της Συμβάσεως Συνδέσεως που υπογράφηκε στο Yaoundé στις 20 Ιουλίου 1963 μεταξύ της ΕΟΚ και των αφρικανικών κρατών και της Μαδαγασκάρης:
α)
Ισχύει άμεσα;
β)
Γεννά υπέρ των κοινοτικών “υπηκόων” προσωπικό δικαίωμα μη πληρωμής στο κράτος των επιβαρύνσεων ισοδυνάμου αποτελέσματος προς δασμούς, δικαίωμα το οποίο οφείλουν να διασφαλίζουν τα εθνικά δικαστήρια;
γ)
Παράγει τα αποτελέσματά του από την 1η Ιουλίου 1968 ή από την 1η Ιανουαρίου 1970;
5.
Η υποχρέωση μη εισπράξεως επιβαρύνσεων ισοδυνάμου αποτελέσματος προς δασμούς που επιβλήθηκε στα κράτη με το άρθρο 2, παράγραφος 1, των δύο διαδοχικών Συμβάσεων του Yaoundé επιβλήθηκε κατά τρόπο αδιάκοπο από την καθορισμένη εις απάντηση στο ερώτημα γ ημερομηνία;»
Για να μπορέσει να δοθεί λυσιτελής απάντηση στα πιο πάνω ερωτήματα πρέπει να είναι κανείς ενήμερος της εθνικής νομοθεσίας, δεδομένου ότι το εθνικό δικαστήριο εξέφρασε αμφιβολίες επί του συμβιβαστού της νομοθεσίας αυτής με τις κοινοτικές υποχρεώσεις του κράτους. Όπως υπενθύμισε προσφάτως ακόμη η απόφαση της 30ής Σεπτεμβρίου (υπόθεση Cristini, 32/75), ναι μεν το Δικαστήριο, όταν κρίνει εντός του πλαισίου του άρθρου 177, δεν είναι αρμόδιο να εφαρμόζει τον κοινοτικό κανόνα στη συγκεκριμένη περίπτωση και επομένως για να προβεί σε. νομικό χαρακτηρισμό μιας διατάξεως του εθνικού δικαίου, μπορεί όμως να παράσχει στο εθνικό δικαστήριο τα στοιχεία ερμηνείας που αναφέρονται στο κοινοτικό δίκαιο και που μπορούν να του χρησιμεύσουν κατά την εκτίμηση της διατάξεως του εθνικού δικαίου.
2.
Έτσι οδηγούμαι στην έρευνα των σκοπών και των λεπτομερειών του ελέγχου που διενεργείται — καθώς και της εκτιμήσεως του ποσού των εισπραχθέντων τελών — κατά τη σφαγή των ζώων που προορίζονται για την ανθρώπινη διατροφή και κατά την εισαγωγή ακατέργαστων δερμάτων των ζώων αυτών.
Τα εγχώρια σφάγια αποτελούν αντικείμενο, στην Ιταλία, κτηνιατρικού ελέγχου ο οποίος αποβλέπει στην εξακρίβωση αν το κρέας τους (γεωργικό προϊόν, κατά την έννοια της Συνθήκης) είναι κατάλληλο για την ανθρώπινη κατανάλωση.
Ο έλεγχος αυτός γίνεται σε δύο χρόνους: πριν από τη σφαγή, στο ζωντανό ζώο, και μετά τη σφαγή, στο γδαρμένο ζώο. Έτσι, ο έλεγχος αφορά μεν κυρίως τη διάθεση του κρέατος στην ανθρώπινη κατανάλωση, αφορά όμως παρεπομένως και το δέρμα, κατά το μέτρο που ο έλεγχος του δέρματος αποτελεί στοιχείο που πρέπει να λαμβάνεται υπόψη για να κριθεί η κατάσταση του ζώου.
Ο έλεγχος αυτός δίνει λαβή στην είσπραξη μιας επιβαρύνσεως που καθορίζεται είτε ανά κεφαλή ζώου είτε κατ' αποκοπή.
Ο έλεγχος στον οποίο υπάγονται τα εισαγόμενα ακατέργαστα δέρματα, που εμπίπτουν στην κατηγορία των προϊόντων και σφαγίων ζωικής προελεύσεως που προορίζονται για βιομηχανική χρήση, αποβλέπει στην πρόληψη και στην καταπολέμηση των επιζωοτιών και στη διατήρηση των εθνικών ποιμνίων (άρθρο 32 του κωδικοποιημένου κειμένου των υγειονομικών νόμων, D.R. 1265, της 27ης Ιουλίου 1934, GU 186 της 9ης Αυγούστου 1934). Το σύνολο των κανόνων και μέτρων που έχουν θεσπιστεί για το σκοπό αυτό αποτελούν τον κτηνιατρικό κανονισμό (DPR 320, της 8ης Φεβρουαρίου 1954, ιδίως τα άρθρα 56 και 57, GU 142, της 24ης Ιουνίου 1954).
Ο έλεγχος αυτός ενεργείται από τις κτηνιατρικές υπηρεσίες των συνοριακών σταθμών των λιμένων και αεροδρομίων που απαριθμούνται στο D.M. της 29ης Φεβρουαρίου 1960 (GU 80, της 1ης Απριλίου 1960). Ο τρόπος ελέγχου ποικίλλει αναλόγως αν τα δέρματα μπορούν να περιέχουν παθογόνους μικροοργανισμούς (νωπά δέρματα, νωπά αλατισμένα δέρματα) ή αναλόγως του αν λόγω της καταστάσεως τους ή της επεξεργασίας την οποία υπέστησαν, δεν μπορούν πλέον να μεταδώσουν μολυσματικές ασθένειες (υγρά αλατισμένα δέρματα ή μέσα σε άλμη, αποξηραμένα αλατισμένα δέρματα).
Γενικά, ο έλεγχος περιορίζεται στην εξακρίβωση της καταστάσεως διατηρήσεως του εμπορεύματος και της συμφωνίας του προς τα υγειονομικά πιστοποιητικά ή τα πιστοποιητικά καταγωγής που πρέπει ενδεχομένως να το συνοδεύουν. Ενώ στις περιπτώσεις των νωπών δερμάτων, ακόμη και των αλατισμένων, μπορεί καμιά φορά να είναι αναγκαία η διεξαγωγή συμπληρωματικών αναλύσεων εργαστηρίου, στις περιπτώσεις των υγρών αλατισμένων δερμάτων ή δερμάτων σε άλμη και των αποξηραμένων δερμάτων, ο κτηνιατρικός έλεγχος περιορίζεται τις περισσότερες φορές σε αμιγή διοικητική διαδικασία.
Τα εισπραττόμενα τέλη χρησιμεύουν στην κάλυψη των εργασιών ανιχνεύσεως ή των εργαστηριακών αναλύσεων που μπορεί να χρειαστούν. Το ύψος των τελών συναρτάται με το βάρος.
3.
Για να εξευρεθεί αν το τέλος κτηνιατρικού ελέγχου που επιβάλλεται επί των εισαγομένων δερμάτων ανταποκρίνεται στα κριτήρια των επιβαρύνσεων ισοδυνάμου αποτελέσματος, όπως έχουν νομολογηθεί αυτές οι επιβαρύνσεις από το Δικαστήριο, πρέπει καταρχάς να ερευνηθεί αν πλήττει επίσης τα ομοειδή εγχώρια προϊόντα.
Αυτό δεν φαίνεται να συντρέχει στην προκειμένη περίπτωση. Πράγματι, δεν υφίσταται για τα δέρματα των ζώων που έχουν σφαχθεί στην εθνική επικράτεια έλεγχος αντίστοιχος με εκείνο για τον οποίο επιβάλλεται το εν λόγω τέλος. Έτσι, ο υγειονομικός έλεγχος που διενεργείται για τα ζώα που είναι προς σφαγή διαφέρει τόσον ως προς το αντικείμενό του, όσο και ως προς το σκοπό τον οποίο επιδιώκει: Δεν αφορά ειδικά τα δέρματα, αλλά το ζώο στο σύνολό του’ εξάλλου, δεν διενεργείται για να αποφευχθεί η μόλυνση του εθνικού ζωικού αποθέματος, αλλά μόνο για να διαπιστωθεί ο εδώδιμος χαρακτήρας των κρεάτων που προορίζονται για την ανθρώπινη κατανάλωση.
Πρόκειται επομένως για επιβάρυνση η οποία επιβάλλεται με την ευκαιρία της εισόδου του προϊόντος στο εθνικό έδαφος, που δεν αποτελεί τμήμα γενικού συστήματος εσωτερικών φόρων που πλήττουν κατά τρόπο συστηματικό τα εθνικά προϊόντα βάσει κριτηρίων ομοίων με εκείνα που εφαρμόζονται για τα εισαγόμενα προϊόντα.
Ενόψει του ορισμού της επιβαρύνσεως ισοδυνάμου αποτελέσματος προς δασμούς, τον οποίο νομολόγησε το Δικαστήριο, ιδίως δε αυτού που κρίθηκε ως τέλος σε θέματα επιβαρύνσεων σχετικών με υγειονομικούς ελέγχους στα σύνορα (απόφαση στην υπόθεση 29/72, Marimex, Racc. 1972, σ. 1317), ελλείψει αντίστοιχης εγχώριας επιβαρύνσεως, η εν λόγω επιβάρυνση κατά την εισαγωγή δεν μπορεί να διαφύγει την απαγόρευση του άρθρου 13 παρά μόνον αν ήθελε θεωρηθεί ως αντάλλαγμα υπηρεσίας που παρασχέθηκε ατομικά στον εισαγωγέα. Αυτό όμως αποκλείεται εν προκειμένω αφού, όπως είδαμε ήδη, ο εν λόγω έλεγχος επιβάλλεται στον εισαγωγέα για λόγους γενικής ωφελείας.
4.
Δεδομένου ότι στην προκειμένη περίπτωση πρόκειται επίσης για εισαγωγές προελεύσεως Σενεγάλης, κράτους συνδεδεμένου με την Κοινότητα, ζητείται από το Δικαστήριο να ερευνηθεί, με το τρίτο ερώτημα που του υποβλήθηκε, αν η έννοια της επιβαρύνσεως ισοδυνάμου αποτελέσματος προς δασμούς, που προβλέπει το άρθρο 2, παράγραφος 1, των Συμβάσεως Συνδέσεως της Κοινότητος με τα αφρικανικά κράτη και τη Μαδαγασκάρη, που υπογράφηκαν στο Yaoundé στις 20 Ιουλίου 1963 και στις 29 Ιουλίου 1969 έχει όμοιο κανονιστικό περιεχόμενο με εκείνο της εννοίας που αντιστοιχεί στο άρθρο 13 της Συνθήκης ΕΟΚ. Το Δικαστήριο έχει ήδη δεχθεί ότι είναι αρμόδιο να κρίνει, κατ' εφαρμογή του άρθρου 177, ζητήματα σχετικά με την ερμηνεία διεθνών συμβάσεων που έχει συνάψει η Κοινότητα, κατ' εφαρμογή του άρθρου 228 της Συνθήκης. Αυτό προκύπτει σιωπηρά από την απόφαση του Δικαστηρίου της 7ης Φεβρουαρίου 1973 (Schroeder, υπόθεση 40/72, Racc. 1973, σ. 125) και ρητά από την απόφαση της 30ής Απριλίου 1974 (Haegeman, υπόθεση 181/73, Racc. 1974, σ. 459).
Κατά της αρμοδιότητας αυτής έχουν προβληθεί ορισμένες αντιρρήσεις, κατά το μέτρο που η προδικαστική ερμηνεία της Συμβάσεως από το Δικαστήριο υπερβαίνει το πλαίσιο της ερμηνείας ή του ελέγχου του κύρους μιας κοινοτικής πράξεως, θεωρώ πάντως ότι όταν το εθνικό δικαστήριο είναι αρμόδιο να διαπιστώσει αν μια πράξη ή μια ενέργεια ενός κράτους μέλους είναι σύμφωνη προς ορισμένες υποχρεώσεις της Κοινότητος που προκύπτουν από διεθνή Σύμβαση, η οποία δεσμεύει επίσης κάθε κράτος μέλος κατ' εφαρμογή του άρθρου 228, παράγραφος 2, της Συνθήκης ΕΟΚ, είναι ασφαλώς επιτρεπτό να ληφθεί υπόψη επικουρικά η Σύμβαση, τούτο δε είναι μάλιστα αναγκαίο προκειμένου να καθορισθεί η κοινοτική υποχρέωση του κράτους, η οποία στηρίζεται επί της Συνθήκης και της οποίας το περιεχόμενο καθορίζεται από τη Σύμβαση η οποία δεσμεύει την Κοινότητα.
Είναι αληθές ότι η Σύμβαση είναι αναγκαστικά διμερής ή πολυμερής νομική πράξη και υπό την ιδιότητά της αυτή είναι αδύνατο να αναχθεί στον τύπο που λαμβάνουν οι πράξεις της κοινοτικής εκτελεστικής εξουσίας, οι οποίες είναι από τη φύση τους μονομερείς. Αυτό όμως δεν εμποδίζει να είναι πάντοτε θέμα ερμηνείας του κοινοτικού δικαίου το περιεχόμενο μιας κοινοτικής υποχρεώσεως εις βάρος του κράτους· επομένως δεν είναι αναγκαίο, για να δικαιολογηθεί η προδικαστική αρμοδιότητα του Δικαστηρίου στην περίπτωση αυτή, να εξομοιωθεί η διεθνής Σύμβαση με πράξη κοινοτικού οργάνου.
Υπό την έννοια αυτή, η αναφορά σε κοινοτική πράξη στην οποία προβαίνει το Δικαστήριο στην προαναφερθείσα υπόθεση Haegeman, προκειμένου περί διεθνών Συμβάσεων που συνήφθησαν από την Κοινότητα κατ' εφαρμογή του άρθρου 228, μπορεί να νοηθεί ότι έχει το νόημα ότι, έναντι των προσώπων που υπόκεινται στην κοινοτική έννομη τάξη, η διεθνής Σύμβαση δεν έχει αυτή καθαυτή αξία, εφόσον είναι συμβατική η διάταξη που υπάγεται στη σφαίρα της διεθνούς τάξεως, αποκτά δε αξία μέσω της πράξεως της κοινοτικής εκτελεστικής εξουσίας.
Ήδη προβαίνω στην εξέταση του τρίτου ερωτήματος που υπέβαλε το ιταλικό δικαστήριο.
Καταρχήν παρατηρώ ότι οι δύο Συμβάσεις του Yaoundé, παρόλο που έχουν διαφορετικό νομικό τύπο και μολονότι έχει αλλάξει η κατάσταση των χωρών οι οποίες απέκτησαν ανεξαρτησία, βρίσκονται σε ουσιαστική συνέχεια σε σχέση με το καθεστώς συνδέσεως που ιδρύθηκε αρχικά κατά τρόπο μονομερή με τη Συνθήκη ΕΟΚ έναντι των υπερπόντιων χωρών και εδαφών, χάρη στην ειδική «Σύμβαση εφαρμογής» που έχει προσαρτηθεί στη Συνθήκη και στην οποία αναφέρεται το άρθρο 136 της Συνθήκης.
Όσον αφορά ήδη τον καθορισμό του περιεχομένου των εν λόγω διατάξεων των δύο Συμβάσεων του Yaoundé, παρατηρώ ότι το άρθρο 2, παράγραφος 1, της πρώτης Συμβάσεως παραπέμπει ρητώς στις αντίστοιχες διατάξεις της Συνθήκης της Ρώμης (άρθρα 12 επ.). Πράγματι, η διάταξη αυτή προβλέπει ότι «τα προϊόντα καταγωγής συνδεδεμένων κρατών απολαύουν, κατά την εισαγωγή στα κράτη μέλη, της προοδευτικής καταργήσεως των δασμών και επιβαρύνσεων ισοδυνάμου αποτελέσματος προς δασμούς η οποία ισχύει μεταξύ των κρατών μελών, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 12, 13, 14, 15 και 17 της Συνθήκης και με τις διατάξεις επιταχύνσεως του ρυθμού πραγματώσεως των σκοπών της Συνθήκης που εκδόθηκαν ή θα εκδοθούν».
Από το γράμμα της διατάξεως αυτής προκύπτει σαφώς ότι το περιεχόμενο της εννοίας της επιβαρύνσεως ισοδυνάμου αποτελέσματος την οποία αναφέρει ταυτίζεται με την έννοια των προαναφερθεισών διατάξεων της Συνθήκης, χωρίς όμως να μπορεί από αυτό να συναχθεί, στις διεθνείς σχέσεις της Κοινότητος, ότι η διάταξη αυτή ρυθμίζει όλες τις περιπτώσεις που απορρέουν στο πεδίο των ενδοκοινοτικών σχέσεων, η μόνη δικαιολογία των οποίων βρίσκεται στο μηχανισμό ολοκληρώσεως των κρατών μελών που ίδρυσε η Συνθήκη ΕΟΚ. Δεν υπάρχει κανένας λόγος να νομισθεί ότι θελήθηκε να εισαχθεί διαφορετική έννοια στο πλαίσιο της δευτέρας Συμβάσεως, η οποία, επειδή προορίζεται να ισχύσει μετά το τέλος της μεταβατικής περιόδου, όταν θα έχει καταστεί πλήρης η ελευθέρωση των εμπορικών ανταλλαγών μεταξύ κρατών μελών, μπορούσε να περιορισθεί να ορίσει ότι «τα προϊόντα καταγωγής των συνδεδεμένων κρατών επιτρέπεται να εισαχθούν στην Κοινότητα απηλλαγμένα δασμών και επιβαρύνσεων ισοδυνάμου αποτελέσματος χωρίς να είναι η μεταχείριση των προϊόντων αυτών πιο ευνοϊκή από τη μεταχείριση που παρέχουν τα κράτη μέλη μεταξύ τους».
5.
Με την τέταρτη ερώτηση το παραπέ-μπον δικαστήριο ζητεί να πληροφορηθεί αν οι διατάξεις αυτές των δύο Συμβάσεων αποτελούν διατάξεις που ισχύουν άμεσα στην κοινοτική τάξη, υπό την έννοια ότι, όπως έχει ήδη δεχθεί το Δικαστήριο, γεννούν δικαιώματα υπέρ των ιδιωτών, οι οποίοι έχουν συμφέρον για την ακριβή εφαρμογή τους.
Καταρχήν μπορεί να αναρωτηθεί κανείς αν μια ρήτρα που αποτελεί μέρος συμβάσεως που τέθηκε σε εφαρμογή σε μια έννομη τάξη εκτός της κοινοτικής τάξεως, δηλαδή στη γενική διεθνή έννομη τάξη, και η οποία έχει υπαχθεί υπό την ιδιότητά της αυτή σε κανόνες που ανήκουν σ' αυτή την έννομη τάξη, μπορεί να έχει άμεση ενέργεια στο εσωτερικό σύστημα της Κοινότητος, κατά την ίδια έννοια και με τα ίδια αποτελέσματα όπως ο κοινοτικός κανόνας. Η έρευνα του ζητήματος αν, λόγω του περιεχομένου και του σκοπού της,. η εν λόγω διεθνής συμφωνία στηρίζεται σε αυστηρή αρχή αμοιβαιότητας θα μπορούσε να έχει σημασία, όχι για να εξαρτηθεί η δυνατότητα άμεσης εφαρμογής των διατάξεων αυτών από το σεβασμό που τους παρέχει στην πραγματικότητα το τρίτο ενδιαφερόμενο κράτος, αλλά για να διαπιστωθεί γενικά η ικανότητα της συμφωνίας να . θέσει σε εφαρμογή διατάξεις άμεσα ισχύουσες.
Πρόκειται εδώ για πρόβλημα πολυσύνθετο το οποίο, όσον αφορά τις κλασσικές διεθνείς συμβάσεις στις οποίες μετέχει η Κοινότητα, απαιτεί ενδελεχέστερη έρευνα.
Έχω ορισμένους ενδοιασμούς να δεχθώ ανεπιφύλακτα και χωρίς περισσότερη εμβάθυνση την ικανότητα κάθε διεθνούς συμφωνίας που συνάπτει η Κοινότητα, με αντικείμενο όμοιες αμοιβαίες υποχρεώσεις και η οποία επομένως στηρίζεται αυστηρά στο κριτήριο της αμοιβαιότητας, να δημιουργεί δικαιώματα υπέρ των ιδιωτών, τα οποία θα μπορούν να επικαλεσθούν έναντι της Κοινότητος και των κρατών μελών.
Με την απόφαση στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις 21 και 24/72 (International Fruit, Racc. 1972, σ. 1219) το Δικαστήριο απέφυγε ορθώς, μολονότι δέχθηκε την αξίωση κοινοτικής λύσεως για τον καθορισμό του περιεχομένου της συμφωνίας στην εσωτερική έννομη τάξη των κρατών της ΕΟΚ, να μεταφέρει κατά τρόπο μηχανικό στις σχέσεις μεταξύ του κοινοτικού δικαίου και του διεθνούς δικαίου τις έννοιες και τα κριτήρια που έχουν γίνει δεκτά στις σχέσεις μεταξύ του κοινοτικού δικαίου και του εσωτερικού δικαίου. Όλη η νομολογία του Δικαστηρίου επί του θέματος αυτού στηρίζεται, όσον αφορά τις θεμελιώδεις αρχές και έννοιες, όπως η υπεροχή των κοινοτικών διατάξεων επί του εσωτερικού δικαίου και η άμεση ισχύς τους, επί λειτουργικών χαρακτηριστικών και απαιτήσεων που ανήκουν στο κοινοτικό σύστημα και οι οποίες, θεωρούμενες στην ουσία τους, αποσπούν σαφώς την έννομη τάξη της Ευρωπαϊκής Κοινότητος από τη διεθνή τάξη. Ενόψει ακριβώς αυτών των διαφορών τις οποίες τόνισε το Δικαστήριο επανειλημμένα (πρβλ. ιδίως τις υποθέσεις 26/62, Van Gend και Loos, Racc. 1963, σ. 1, και 6/64, ENEL, Racc. 1964, σ. 1127), κατέστη δυνατό να υπερπηδηθούν οι αντιρρήσεις της νομολογίας και της θεωρίας των κρατών οι οποίες, εξομοιώνοντας το κοινοτικό δίκαιο προς το διεθνές δίκαιο, έθεταν διαφόρων ειδών εμπόδια στην πραγματοποίηση της αρχής της ενότητας του κοινοτικού δικαίου σε όλο το έδαφος της κοινής αγοράς.
Για το λόγο αυτό η απλή μεταφορά στο συμβατικό διεθνές δίκαιο της κοινοτικής εννοίας του άμεσα ισχύοντος κανόνα, η οποία διαμορφώθηκε ακριβώς για να εξασφαλισθεί καλύτερα αυτή η ενότητα, θα κινδύνευε να εμφανισθεί αντιφατική, ακόμη δε και να προκαλέσει αντίθετο αποτέλεσμα στην πραγματικότητα, τουλάχιστον όσον αφορά ορισμένα κράτη μέλη.
Στην προκειμένη όμως περίπτωση πρόκειται για διεθνείς συμβάσεις οι οποίες έχουν ειδικά χαρακτηριστικά. Καταρχάς, όταν ερευνηθεί το φαινόμενο εις βάθος, μπορεί να διαπιστωθεί ότι οι συμβάσεις αυτές είναι η ιδεώδης συνέχεια του καθεστώτος συνδέσεως που είχε αρχικά θεσπισθεί με αυτή την ίδια τη Συνθήκη που ίδρυσε την ΕΟΚ. Εφόσον το καθεστώς συνδέσεως με τις χώρες υπό ανάπτυξη επινοήθηκε κυρίως υπέρ των χωρών αυτών, οι συμβάσεις αυτές δεν στηρίζονται αυστηρά επί της αρχής της αμοιβαιότητας. Οι υποχρεώσεις που ανέλαβε η Κοινότητα και τα κράτη μέλη της αφενός και τα συνδεδεμένα κράτη αφετέρου δεν είναι όμοιες. Οι συμβάσεις προβλέπουν προπαντός παραχωρήσεις από μέρους της Κοινότητος και των κρατών μελών της υπέρ των συνδεδεμένων χωρών για να ευνοηθεί έτσι η ανάπτυξή τους.
Αυτό φαίνεται ειδικώς επίσης όσον αφορά τις υποχρεώσεις της Κοινότητος και των κρατών μελών της όσον αφορά τις εισαγωγές προϊόντων καταγωγής συνδεδεμένων κρατών, όταν αντιπαρατεθούν οι διατάξεις του άρθρου 2 που τις προβλέπει και οι πολύ πιο ευέλικτες διατάξεις του άρθρου 3, που ρυθμίζουν το ίδιο θέμα όσον αφορά την εισαγωγή κοινοτικών προϊόντων στο έδαφος των συνδεδεμένων κρατών.
Η δυνατότητα συνδέσεως των δικαιωμάτων των ιδιωτών προς τις υποχρεώσεις που επιβάλλονται στα κράτη μέλη από τις εν λόγω συμβάσεις, όταν, θεωρούμενες εντός του πλαισίου του συμβατικού συστήματος του οποίου αποτελούν μέρος, οι διατάξεις αντιστοιχούν στις προϋποθέσεις που θέτει η νομολογία του Δικαστηρίου για να τους αναγνωρισθεί η δυνατότητα άμεσης ισχύος, παρίσταται σύμφωνη με το χαρακτήρα και τη λειτουργία αυτών των συμβάσεων.
Ενόψει των ειδικών αυτών χαρακτηριστικών του εν λόγω συστήματος συνδέσεως, φρονώ ότι μπορεί να γίνει δεκτό, χωρίς να χρειάζεται να λυθεί το τεθέν προηγουμένως ζήτημα κατά τρόπο γενικό, ότι οι προκείμενες ειδικές συμβάσεις μπορούν να δημιουργήσουν δικαιώματα υπέρ των ιδιωτών.
6.
Μπορώ επομένως τώρα να ερευνήσω αν το πιο πάνω άρθρο 2 της Συμβάσεως του Yaoundé μπορεί να παράσχει απευθείας δικαιώματα στους ιδιώτες. Σύμφωνα με τα κριτήρια που νομολόγησε το Δικαστήριο στις υποθέσεις International Fruit που ήδη έχουν αναφερθεί, δεν αρκεί η διαπίστωση ότι η συμβατική διάταξη είναι αυτή καθαυτή πλήρης και ότι το περιεχόμενό της είναι απολύτως σαφές, ώστε να μη χρειάζεται, ενόψει της εφαρμογής της από το εθνικό δικαστήριο, να λάβει η κοινοτική εκτελεστική εξουσία κανονιστικά μέτρα εφαρμογής· πέραν αυτής της διαπιστώσεως θα πρέπει επίσης να ερευνηθεί μήπως η διάταξη, μολονότι ανταποκρίνεται σ' αυτές τις απαιτήσεις όταν αντιμετωπίζεται ατομικά, βρίσκεται μέσα σε ένα κανονιστικό πλαίσιο που είναι κατά τέτοιο τρόπο διαρθρωμένο ώστε, αντίθετα προς την κοινοτική έννομη τάξη, να μπορεί να εμποδίσει την άμεση εφαρμογή της από τα εθνικά δικαστήρια, πράγμα που θα εσήμαινε ότι δεν θα μπορούν να προκύψουν από τη διάταξη αυτή δικαιώματα υπέρ των ιδιωτών. Καταρχάς, μπορεί να παρατηρηθεί ότι η απαγόρευση την οποία επιβάλλει αυτή η διάταξη στην Κοινότητα και επομένως στα μέλη της είναι καλώς ορισμένη όσον αφορά το αντικείμενό της και είναι ανεπιφύλακτη. Αντίθετα με αυτά που ελέχθησαν σχετικά με το άρθρο XI του GATT, το οποίο απαγορεύει την εισαγωγή ποσοστώσεων στις εισαγωγές ή στις εξαγωγές προϊόντων καταγωγής ενός από τα συμβαλλόμενα μέρη, η πιο πάνω αναφερθείσα διάταξη υποβάλλει σε ουσιαστικούς κανόνες και σε συγκεκριμένες υποχρεωτικές διαδικασίες τη δυνατότητα θεσπίσεως αποκλίσεων. Η μόνη σχετική δυνατότητα προβλέπεται από το άρθρο 13, παράγραφος 2, της πρώτης Συμβάσεως και από την αντίστοιχη διάταξη του άρθρου 16, παράγραφος 1, της δεύτερης Συμβάσεως. Η προσφυγή στη ρήτρα αυτή επιτρέπεται μόνον εκτάκτως, σε περιπτώσεις ιδιαιτέρως σοβαρών δυσχερειών και υπό ορισμένες προϋποθέσεις, κατά τρόπο ανάλογο με αυτό που όριζε η ρήτρα διασφαλίσεως του άρθρου 226 της Συνθήκης ΕΟΚ· εξάλλου, ακόμη και όταν θεσπίζονται από τα κράτη μέλη τα έκτακτα αυτά μέτρα χρειάζονται προηγούμενη άδεια της Κοινότητος, έτσι ώστε η δυνατότητα ελέγχου από το Δικαστήριο της νομιμότητας της εφαρμογής αυτού του κανόνα που εισάγει αποκλίσεις να είναι πάντοτε εξασφαλισμένη.
Τα πιο πάνω περιγραφέντα χαρακτηριστικά της εν λόγω διεθνούς διατάξεως, μέσα στο πλαίσιο του συμβατικού συστήματος στο οποίο ανήκει, καθώς και η αναγωγή της στο πλαίσιο του συστήματος της Συνθήκης ΕΟΚ και στους μηχανισμούς ελέγχου και εγγυήσεως που προβλέπονται από τη Συνθήκη αυτή, οι οποίοι λειτουργούν κατά την εφαρμογή της από τις κοινοτικές και τις εθνικές αρχές, επιτρέπουν να της αναγνωρισθεί άμεση ισχύς μέσα στην Κοινότητα, επομένως δε και μέσα στις έννομες τάξεις των κρατών μελών, ειδικότερα δε η δυνατότητα που έχει να παρέχει στους ιδιώτες το δικαίωμα να μην υπόκεινται στην πληρωμή επιβαρύνσεων τις οποίες απαγορεύει.
7.
Από το άρθρο 2, παράγραφος 1, της Συμβάσεως που υπογράφηκε στο Yaoundé στις 20 Ιουλίου 1963, σε συνδυασμό με το άρθρο 13, παράγραφος 2, της Συνθήκης στην οποία παραπέμπει προκύπτει ότι η απαγόρευση που υφίσταται για τα κράτη μέλη να εισπράττουν επιβαρύνσεις ισοδυνάμου αποτελέσματος προς δασμούς εφαρμόζεται από την 1η Ιανουαρίου 1970, σύμφωνα με αυτά που δέχθηκε το Δικαστήριο στην απόφαση της 18ης Ιουνίου 1975, στην υπόθεση 94/74 (IGAV, Racc. 1975, σ. 711).
Η αντίστοιχη διάταξη της Συμβάσεως που υπογράφηκε στο Yaoundé στις 29 Ιουλίου 1969 εφαρμόζεται από 1ης Ιανουαρίου 1971, ημερομηνίας ενάρξεως της ισχύος της Συμβάσεως αυτής.
Εξάλλου, από την αναφορά την οποία κάνει το άρθρο 2, παράγραφος 1, της πρώτης Συμβάσεως του Yaoundé στο άρθρο 12 της Συνθήκης ΕΟΚ μπορεί να συναχθεί ότι, μέχρι της ενάρξεως ισχύος της Συμβάσεως αυτής, τα κράτη μέλη δεν μπορούσαν να λάβουν, στις σχέσεις τους με τα συνδεδεμένα κράτη, νέα μέτρα ισοδυνάμου αποτελέσματος ή να επιδεινώσουν τα υφιστάμενα μέτρα.
8.
Με το τελευταίο του ερώτημα το ιταλικό δικαστήριο ζητεί να πληροφορηθεί αν οι πιο πάνω απαγορεύσεις, μετά την έναρξη της ισχύος τους, εφαρμόστηκαν κατά τρόπο αδιάκοπο.
Ο τρόπος με τον οποίο παρατάθηκε δύο φορές η εν λόγω Σύμβαση δεν μπορεί να έχει καμιά επίδραση στην ιδιότητα της διατάξεως ως αμέσου ισχύος, εφόσον οι παρατάσεις αυτές μπορούν να θεωρηθούν ισχυρές κατά το κοινοτικό δίκαιο.
Η πρώτη Σύμβαση Συνδέσεως έληξε στις 30 Μαΐου 1969, κατά δε τη μεταβατική περίοδο μέχρι της ενάρξεως της ισχύος της δεύτερης Συμβάσεως, την 1η Ιανουαρίου 1971, το Συμβούλιο Συνδέσεως, κάνοντας χρήση των εξουσιών που του παρείχαν τα άρθρα 44 και 47 της εν λόγω Συμβάσεως, την παρέτεινε δύο φορές με τις αποφάσεις 30/69, της 29ης Μαΐου 1969, και 31/70, της 15ης Μαΐου 1970, ούτως ώστε να αποφευχθεί οποιαδήποτε ρωγμή στη συνέχεια.
Καμία αμφιβολία δεν εκφράσθηκε όσον αφορά τη νομιμότητα αυτής της διαδικασίας ούτε από το παραπέμπον δικαστήριο ούτε από τους συμμετέχοντες στην προδικαστική διαδικασία, όπως άλλωστε συνέβη επίσης για την ίδια Σύμβαση, για την ίδια περίοδο, στην υπόθεση 48/74 (Charmasson, Racc. 1974, σ. 1392). Η απόφαση που εξέδωσε το Δικαστήριο στην υπόθεση αυτή αναγνωρίζει ρητά με την τέταρτη σκέψη της τη διατήρηση εν ισχύι της Συμβάσεως δυνάμει της αποφάσεως του Συμβουλίου Συνδέσεως.
Θα πρέπει επομένως να αποκλεισθεί ότι η ισχύς των υποχρεώσεων που επιβάλλονται στα κράτη μέλη με το άρθρο 2, παράγραφος 1, που αναφέρθηκε πιο πάνω, είχε διακοπεί.
Προτείνω να απαντήσετε στις ερωτήσεις που σας τέθηκαν ως εξής:
1)
Θεωρούνται επιβαρύνσεις ισοδυνάμου αποτελέσματος προς τελωνειακούς δασμούς και κατά συνέπεια απαγορευόμενες από την 1η Ιανουαρίου 1970 οι χρηματικές επιβαρύνσεις, ανεξαρτήτως του ύψους τους, που επιβάλλονται για λόγους υγειονομικού ελέγχου των προϊόντων κατά τη διέλευσή τους από τα σύνορα, οι οποίοι καθορίζονται σύμφωνα με ίδια κριτήρια, που δεν είναι όμοια με τα κριτήρια τα οποία χρησιμεύουν στον καθορισμό των χρηματικών επιβαρύνσεων που πλήττουν ενδεχομένως τα παρεμφερή εθνικά προϊόντα.
2)
Η έννοια της επιβαρύνσεως ισοδυνάμου αποτελέσματος που προβλέπεται στο άρθρο 2, παράγραφος 1, των δύο Συμβάσεων Συνδέσεως που υπογράφηκαν στο Yaoundé, αντίστοιχα στις 20 Ιουλίου 1963 και στις 29 Ιουλίου 1969, έχει το ίδιο κανονιστικό περιεχόμενο με εκείνο της αντίστοιχης εννοίας του άρθρου 13, παράγραφος 2, της Συνθήκης.
3)
Το άρθρο 2, παράγραφος 1, των Συμβάσεων αυτών ισχύει άμεσα στην έννομη τάξη των κρατών μελών και επομένως παρέχει στους ιδιώτες από την 1η Ιανουαρίου 1970 — όσον αφορά τις επιβαρύνσεις ισοδυνάμου αποτελέσματος — δικαιώματα, τα οποία οφείλουν να διασφαλίζουν τα εθνικά δικαστήρια.
4)
Τα δικαιώματα που παρασχέθηκαν στους ιδιώτες κατά τον τρόπο αυτό βάσει του άρθρου 2, παράγραφος 1, της Συμβάσεως του 1963 παρέμειναν εν ισχύι χωρίς διακοπή μέχρις ενάρξεως της ισχύος της Συμβάσεως του 1969.
( 1 ) Γλώσσα τσυ πρωτοτύπου: η ιταλική.
Full & Egal Universal Law Academy