ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ GERHARD REISCHL
της 17ης Φεβρουαρίου 1976 ( 1 )
Κύριε Πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
Με δυσκολία συγκρατώ μια σχετική έκρηξη θυμού, και δεν χρησιμοποιώ σκληρή γλώσσα για να εκθέσω τα πραγματικά περιστατικά της προδικαστικής υπόθεσης που υποβάλλεται σήμερα στην κρίση σας.
Περί τίνος πρόκειται;
Αφού εργάστηκε επί έτη στην Ιταλία, ένας Ιταλός υπήκοος, ο Balsamo, άσκησε τη δραστηριότητα ανθρακωρύχου στο Βέλγιο το 1946 έως το 1958 για να επανέλθει να εργαστεί στη συνέχεια σαν γεωργικός εργάτης στην Ιταλία, όπου εγκαταστάθηκε μετά την επιστροφή του από το Βέλγιο. Από την 1η Νοεμβρίου 1968, έχουν μεγάλη σημασία οι ημερομηνίες, δεν ασκεί πλέον καμιά επαγγελματική δραστηριότητα για λόγους υγείας.
Λόγω της καταστάσεως της υγείας του που απαιτούσε την άμεση διακοπή της επαγγελματικής του δραστηριότητας, ο Balsamo υπέβαλε στις 26 Οκτωβρίου 1968 αίτηση προς το «Istituto nazionale della previdenza sociale» (εν συντομία: ο INPS), τον αρμόδιο για την περίπτωσή του ιταλικό οργανισμό κοινωνικής ασφαλίσεως, με την οποία ζητούσε να του χορηγηθεί σύνταξη αναπηρίας, την οποία ο εν λόγω οργανισμός του χορήγησε, δυνάμει του ιταλικού δικαίου, με ισχύ από την 1η Νοεμβρίου 1968 ενόψει των δραστηριοτήτων που είχε ασκήσει στην Ιταλία. Η υποβληθείσα από τον Balsamo αίτηση διαβιβάστηκε τον Ιούνιο 1970 από τον INPS στον αρμόδιο για θέματα κοινωνικής ασφαλίσεως βελγικό οργανισμό με τα έντυπα που προβλέπει το κοινοτικό δίκαιο, δηλαδή οι κανονισμοί 3 και 4 που αφορούν την κοινωνική ασφάλιση των διακινούμενων εργαζομένων (Abl 30 της 16ης Δεκεμβρίου 1958). Το έντυπο ανέφερε ιδίως το όνομα του τελευταίου εργοδότη και την ημερομηνία κατά την οποία ο Balsamo διέκοψε τη δραστηριότητά του. Έτσι, ο βελγικός οργανισμός κοινωνικής ασφαλίσεως πληροφορήθηκε ότι ο Balsamo δεν ασκούσε πλέον καμία δραστηριότητα από την 1η Νοεμβρίου 1968 και ότι από αυτή την ημερομηνία λάμβανε ιταλική σύνταξη αναπηρίας.
Ο Balsamo, δεδομένου ότι επί μακρόν δεν έλαβε απάντηση από το Βέλγιο, ζήτησε επανειλημμένα με επιστολές υπό ημερομηνία Αυγούστου 1973, Φεβρουαρίου και Μαρτίου 1974, οι οποίες ημερομηνίες δυστυχώς είναι ορθές, και που απεύθυνε στον αρμόδιο βελγικό οργανισμό κοινωνικής ασφαλίσεως, το «Institut national d'assurance maladie-invalidité» (εν συντομεία: ο ΙΝΑΜΙ), σε ποιο στάδιο βρισκόταν η εξέταση της αίτησής του. Τον Οκτώβριο του 1974 έλαβε μέσω του ιταλικού οργανισμού κοινωνικής ασφαλίσεως μια απόφαση του βελγικού οργανισμού κοινωνικής ασφαλίσεως υπό ημερομηνία 24 Ιουλίου 1974, με την οποία ο εν λόγω οργανισμός απέρριπτε την αίτηση που είχε υποβάλει για να του χορηγηθεί βελγική σύνταξη αναπηρίας. Η απόφαση είχε εκδοθεί κατ' αυτή την έννοια, παρόλον ότι η ιατρική επιτροπή που υπάγεται στο ΙΝΑΜΙ και που είναι επιφορτισμένη να αποφαίνεται επί των περιπτώσεων αναπηρίας, αναγνώρισε ότι ο Balsamo είχε προσβληθεί από επαγγελματική ανικανότητα από τις 31 Οκτωβρίου 1968 μέχρι τις 31 Μαρτίου 1976, ημερομηνία κατά την οποία ο ενδιαφερόμενος θα συμπλήρωνε το όριο ηλικίας που θα του παρείχε το δικαίωμα επί συντάξεως γήρατος. Προς στήριξη της απορριπτικής του απόφασης, ο ΙΝΑΜΙ, επικαλέστηκε το άρθρο 56 του βελγικού νόμου της 9ης Αυγούστου 1963 που εξαρτά την ύπαρξη της επαγγελματικής ανικανότητας από τη διακοπή κάθε επαγγελματικής δραστηριότητας. Ο βελγικός οργανισμός ισχυρίστηκε ότι αυτή η προϋπόθεση δεν συνέτρεχε όταν ο ενδιαφερόμενος ζήτησε τη σύνταξή του στις 26 Οκτωβρίου 1968 και ότι, αντιθέτως, δεν υποβλήθηκε παρά ορισμένες μέρες αργότερα. Επομένως, ήταν αναγκαίο να υποβληθεί νέα αίτηση χορηγήσεως συντάξεως.
Ο Balsamo προσέβαλε αυτή την απόφαση ενώπιον του Tribunal των Βρυξελλών. Ανέφερε ότι ο ιταλικός οργανισμός κοινωνικής ασφαλίσεως δεν είχε στείλει την αίτησή του στις Βρυξέλλες προς εξέταση παρά στις 10 Ιουνίου 1970 και τόνισε ότι δεν ζητούσε παροχές παρά για την περίοδο μετά την 1η Νοεμβρίου 1968, ημερομηνία κατά την οποία είχε διακόψει κάθε επαγγελματική δραστηριότητα. Υπ' αυτές τις συνθήκες, ο Balsamo θεωρεί ότι δεν πρέπει να θεωρείται ως αναγκαία η υποβολή νέας αιτήσεως χορηγήσεως συντάξεως. Κατ' αυτόν, οι διατάξεις του άρθρου 28, παράγραφος 1, στοιχεία f) και g) του κανονισμού 3, οι διατάξεις του άρθρου 30, παράγραφος 1 του κανονισμού 4, καθώς και οι ανάλογες διατάξεις που ισχύουν από την 1η Οκτωβρίου 1970 των κανονισμών 1408/71 (άρθρο 49, παράγραφος 3) (EE ειδ. έκδ. 05/001, σ. 73 επ.) και 574/72 (άρθρο 36, παράγραφος 1) (EE ειδ. έκδ. 05/001, σ. 138 επ.) βαίνουν κατ' αυτή την έννοια.
Έχοντας υπόψη αυτές τις διατάξεις του κοινοτικού δικαίου των οποίων η ερμηνεία δεν του φαίνεται άμοιρη αμφιβολιών και ενδεχομένως επικουρικό αίτημα του ενάγοντος της κύριας δίκης, ο δικαστής a quo, με απόφαση της 6ης Οκτωβρίου 1975, ανέστειλε τη διαδικασία και ζήτησε, κατ' εφαρμογή του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, από το Δικαστήριο να αποφανθεί επί του ακόλουθου προδικαστικού ερωτήματος:
«Ποια είναι η ορθή ερμηνεία που πρέπει να δοθεί στο άρθρο 28, παράγραφος 1, στοιχεία f) και g) , του κανονισμού 3 και στο άρθρο 49 του κανονισμού 1408/71 του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας, ώστε να καθοριστεί αν η εφαρμογή αυτών των άρθρων απαιτεί κάθε φορά την υποβολή νέας αιτήσεως χορηγήσεως συντάξεως κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 30, παράγραφος 1 του κανονισμού 4 και στο άρθρο 36 παράγραφος 1 του κανονισμού 574/72 του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας;».
Νομίζω, όπως και η Επιτροπή, ότι πρέπει να διατυπώσω ορισμένες παρατηρήσεις επί της ιταλικής και βελγικής νομοθεσίας πριν αποφανθώ επ' αυτού του ερωτήματος.
Έναντι του ιταλικού δικαίου, το σημαντικό στοιχείο είναι ότι ο ασφαλιζόμενος μπορεί να προβάλει δικαίωμα επί συντάξεως αναπηρίας ανεξαρτήτως προηγουμένης ασθενείας και ότι, στην περίπτωση που όλες οι προϋποθέσεις πληρούνται, αποκτά αυτό το δικαίωμα με ισχύ από την 1η ημέρα του μηνός που έπεται της υποβολής της αιτήσεως του. Ούτε απαγορεύεται χωρίς αμφιβολία κατά το ιταλικό δίκαιο, σχετικά με αυτή την κανονιστική ρύθμιση, η άσκηση επαγγελματικής δραστηριότητας ακόμα και κατά το χρονικό σημείο της υποβολής της αιτήσεως. Είναι πολύ ουσιώδες το ότι, καθ' όλη τη διάρκεια της εξετάσεως μιας αιτήσεως, δεν παρίσταται ανάγκη υποβολής νέας. Αντιθέτως, η υποβληθείσα προηγουμένως αίτηση καλύπτει όλες τις παροχές τις οποίες ο ασφαλιζόμενος μπορεί να αξιώσει μέχρις ότου η κοινωνική ασφάλιση αποφανθεί επί της αιτήσεώς του. Αυτό προκύπτει από το άρθρο 18 του διατάγματος 488 του Προέδρου της Δημοκρατίας, υπό ημερομηνία 27 Απριλίου 1968.
Όσον αφορά τη βελγική ασφάλιση ασθενείας — αναπηρίας, υφίσταντο δυνάμει του νόμου της 9ης Αυγούστου 1963 τρία είδη αποζημιώσεως. Πρέπει να αναφερθεί κατά πρώτον η αποζημίωση λόγω πρωτογενούς ανικανότητας, απαιτητή άμα τη επε- λεύσει της επαγγελματικής ανικανότητας και καταβαλλόμενη επί ένα έτος, για δε τους ανθρακωρύχους επί έξι μήνες. Ο ασφαλιζόμενος ελάμβανε μετά ταύτα την παρατεταμένη αποζημίωση ανικανότητας προς εργασία κατά τη διάρκεια των δύο επομένων ετών, μετά ταύτα δε την αποζημίωση αναπηρίας χορηγούμενη έως ότου ο ενδιαφερόμενος συμπληρώσει το όριο ηλικίας (65ο έτος για τους άνδρες) όταν παρατεινόταν η επαγγελματική ανικανότητα. Ο νόμος της 7ης Ιουνίου 1969 τροποποίησε, με ισχύ από την 1η Ιανουαρίου 1970, αυτή τη κανονιστική ρύθμιση στο μέτρο που στο εξής η αποζημίωση αναπηρίας καταβάλλεται αμέσως μετά την πάροδο έτους από της ενάρξεως της ασθενείας, και για τους ανθρακωρύχους, από την πάροδο προθεσμίας έξι μηνών. Σύμφωνα με τις παρασχεθείσες από την Επιτροπή ενδείξεις, αρκεί η υποβολή πιστοποιητικού επαγγελματικής ανικανότητας για τη χορήγηση της πρωτογενούς αποζημίωσης ανικανότητας. Μετά την πάροδο των προβλεπόμενων προθεσμιών, η αποζημίωση αναπηρίας καταβάλλεται αυτεπαγγέλτως, δηλαδή χωρίς την υποβολή ειδικής αιτήσεως όταν πληρούνται οι σχετικές προϋποθέσεις. Στην περίπτωση που ο ασφαλιζόμενος στον οποίο η εν λόγω κανονιστική ρύθμιση είχε εφαρμογή στο Βέλγιο, εργαζόταν επίσης σε άλλα κράτη μέλη όπου δικαιούται συντάξεως αναπηρίας, η βελγική ασφάλιση, αφού η ίδια αποφανθεί επί της βελγικής συντάξεως αναπηρίας, διαβιβάζει στη συνέχεια το φάκελο, χωρίς να έχει κληθεί προς τούτο, στους αρμόδιους ασφαλιστικούς οργανισμούς των άλλων κρατών μελών. Αυτός ο τρόπος ενεργείας λαμβάνει προφανώς υπόψη το άρθρο 37 του κανονισμού 4, το οποίο ορίζει ότι, προς το σκοπό εφαρμογής των νομοθεσιών του τύπου Α (συντάξεις αναπηρίας των οποίων το ποσό δεν είναι ανάλογο προς τη διάρκεια των συμπληρωθει-σών περιόδων ασφαλίσεως), η ημερομηνία λήξεως της περιόδου χορηγήσεως των παροχών ασθενείας εις είδος πρέπει να θεωρείται ως ημερομηνία υποβολής της αιτήσεως χορηγήσεως συντάξεως.
Αυτή η έκθεση της νομικής καταστάσεως προκαλεί, μόνη της, την έκπληξη ως προς τη στάση των βελγικών ασφαλιστικών οργανισμών, η οποία συνίσταται, όταν η αναπηρία επέρχεται στην αλλοδαπή, δηλαδή όταν καμιά πρωτογενής αποζημίωση ανικανότητας δεν έχει καταβληθεί, να εξαρτά με τέτοια επιμονή τη χορήγηση βελγικής συντάξεως αναπηρίας από την υποβολή σχετικής αιτήσεως και να απαιτεί κυρίως όλες οι προϋποθέσεις — ανικανότητα προς εργασία και διακοπή κάθε επαγγελματικής δραστηριότητας — να πληρούνται κατά την ίδια την ημερομηνία της υποβολής της αιτήσεως που μπορεί να υποβληθεί, σύμφωνα με τον κανονισμό 4, σε ξένο οργανισμό κοινωνικής ασφαλίσεως. Σχετικώς, αναφέρθηκε ορθώς κατά τη διάρκεια της δίκης ότι αυτή η στάση καταλήγει στην πραγματικότητα, όταν ο κίνδυνος επέρχεται στην αλλοδαπή, στην επιβολή αυστηρότερων προϋποθέσεων και την τήρηση συμπληρωματικών διατυπώσεων, δηλαδή εκείνων στις οποίες πρέπει να προβεί κανείς για την καταβολή της πρωτογενούς αποζημίωσης ανικανότητας: υποβολή πιστοποιητικού ανικανότητας προς εργασία που να διαπιστώνει επίσης τη διακοπή της επαγγελματικής δραστηριότητας. Ορθώς μπορεί να διατυπωθεί το ερώτημα αν αυτές οι απαιτήσεις συμβιβάζονται με το πνεύμα των κοινοτικών διατάξεων, των σχετικών με την κοινωνική ασφάλιση των διακινουμένων εργαζομένων οι οποίες εμπνέονται κατ' αποφασιστικό τρόπο από τη θεμελιώδη αρχή του αποκλεισμού κάθε διακρίσεως έναντι των εργαζομένων που προέρχονται από άλλα κράτη μέλη. Όταν ο βελγικός ασφαλιστικός οργανισμός επικαλείται σχετικώς το άρθρο 56, παράγραφος 1 του νόμου της 9ης Αυγούστου 1963, κατά το οποίο δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι έχει πληγεί από ανικανότητα προς εργασία παρά αυτός που διέκοψε κάθε δραστηριότητα και του οποίου η ικανότητα να κερδίσει χρήματα περιορίζεται λόγω ορισμένου ποσοστού, επιτρέπεται επίσης να τεθεί το ερώτημα αν, στην πραγματικότητα, η προαναφερθείσα διάταξη πρέπει απαραιτήτως να ερμηνευτεί ότι απαιτεί τη συνδρομή των προαναφερθεισών προϋποθέσεων κατά τη λήψη της αιτήσεως. Εν πάση περιπτώσει μπορεί να γίνει επίκληση εναντίον αυτής της ερμηνείας του τύπου «αναγνωρίζεται ανίκανος προς εργασία…», κατά τον οποίο μπορεί εξίσου να αρκούν οι προϋποθέσεις χορηγήσεως της συντάξεως να πληρούνται κατά την ημερομηνία της εξετάσεως της αιτήσεως.
Εντούτοις, δεν μπορώ να περιοριστώ σε αυτές τις διαπιστώσεις ούτε, ιδίως, στις σκέψεις που ανέπτυξα συνεπάγονται, πράγματι, ερμηνεία του εθνικού δικαίου στην οποία προφανώς δεν μπορώ να προβώ, διότι αυτό θα έβαινε εναντίον της ισχύουσας διοικητικής πρακτικής.
Πρέπει, κατά συνέπεια, να εξεταστεί τι μπορεί να συναχθεί όσον αφορά τα πραγματικά περιστατικά επί των οποίων στρέφεται τώρα η προσοχή μας και τη δοθείσα από το βελγικό ασφαλιστικό οργανισμό ερμηνεία του βελγικού δικαίου, του κοινοτικού δικαίου της κοινωνικής ασφαλίσεως και ιδίως των αναφερομένων στην απόφαση του δικαστή a quo διατάξεων.
Πρέπει κατ' αρχάς να εξεταστεί το άρθρο 28, στοιχεία f) και g) του κανονισμού 3 , προς το οποίο αντιστοιχεί το άρθρο 49 του κανονισμού 1408/71, αυτή η διάταξη ορίζει ότι:
«f)
αν ο ενδιαφερόμενος δεν συγκεντρώνει, σε δεδομένη στιγμή, τις απαιτούμενες από όλες τις νομοθεσίες που έχουν εφαρμογή επ' αυτού προϋποθέσεις, αλλά πληροί τις προϋποθέσεις μιας μόνο από αυτές τις νομοθεσίες, χωρίς να παρίσταται ανάγκη προσφυγής σε περιόδους ασφαλίσεως που συμπληρώθηκαν υπό μία ή περισσότερες από τις άλλες νομοθεσίες, το ποσό της παροχής καθορίζεται δυνάμει της μόνης νομοθεσίας σε σχέση με την οποία παρέχεται το δικαίωμα και λαμβανομένων υπόψη των μόνων περιόδων που έχουν συμπληρωθεί υπ' αυτή τη νομοθεσία.
g)
Στις περιπτώσεις που αναφέρονται στα εδάφια e) και f) της παρούσης παραγράφου, οι παροχές που έχουν ήδη χορηγηθεί αναθεωρούνται σύμφωνα με τις διατάξεις του εδαφίου β της παρούσης παραγράφου εφόσον πληρούνται οι απαιτούμενες από μία ή περισσότερες από τις άλλες νομοθεσίες προϋποθέσεις, λαμβανομένου υπόψη του συνυπολογισμού των αναφερομένων στο προηγούμενο άρθρο περιόδων.»
Όπως ορθώς ανέφερε η Επιτροπή, η απλή διατύπωση αυτής της διάταξης επαρκεί για να καταδείξει ότι δεν έχει εφαρμογή στην προκειμένη περίπτωση. Πράγματι, είναι αφενός δεδομένο ότι την 1η Νοεμβρίου 1968, ημερομηνία από την οποία χορηγήθηκε η ιταλική σύνταξη αναπηρίας, οι τιθέμενες από το βελγικό νόμο προϋποθέσεις συνέτρεχαν επίσης. Αφετέρου, αν αυτό δεν συνέβαινε, η ιταλική κοινωνική ασφάλιση θα ήταν συνεπώς υποχρεωμένη να προβεί σε αυτεπάγγελτη αναθεώρηση και αυτό σε ημερομηνία κατά την οποία η βελγική κοινωνική ασφάλιση προέβη επίσης στην πληρωμή των οφειλόμενων παροχών. Είναι, επομένως, δύσκολο να συναχθεί από το άρθρο 28 ότι η βελγική ασφάλιση έχει την υποχρέωση να χορηγήσει σύνταξη αναπηρίας από την ημερομηνία κατά την οποία πληρούνται οι σχετικές με τα πραγματικά περιστατικά προϋποθέσεις.
Αντιθέτως, μπορεί μάλλον να γίνει επίκληση των συνδυασμένων διατάξεων του άρθρου 30, παράγραφος 1, του κανονισμού 4 που προαναφέρθηκε και άλλων διατάξεων αυτού του κεφαλαίου του ίδιου κανονισμού, για να δοθεί απάντηση στο ερώτημα αν ο Balsamo όφειλε, μετά τις 26 Οκτωβρίου 1968, να υποβάλει νέα αίτηση χορηγήσεως συντάξεως στη βελγική κοινωνική ασφάλιση κατά την εποχή που έληξε η επαγγελματική του δραστηριότητα.
Το άρθρο 30, παράγραφος 1 προβλέπει ότι ο εργαζόμενος που επιθυμεί να λάβει παροχές δυνάμει των άρθρων 26 έως 28 του κανονισμού 3, οφείλει να υποβάλει την αίτησή του στον οργανισμό του τόπου κατοικίας του και κατά τον καθοριζόμενο από τη νομοθεσία της χώρας κατοικίας τρόπο. Όπως προκύπτει από το άρθρο 31, παράγραφος 1 στοιχείο β), η ακρίβεια των διδόμενων από τον αιτούντα πληροφοριών μπορεί επίσης να επιβεβαιωθεί από τα εξουσιοδοτημένα όργανα του κράτους κατοικίας του. Προκύπτει από το άρθρο 33 ότι για την εξέταση των αιτήσεων χορηγήσεως παροχών υφίσταται έντυπο και ότι η διαβίβαση αυτού του εντύπου στους αρμόδιους οργανισμούς άλλου κράτους μέλους επέχει θέση διαβιβάσεως των δικαιολογητικών.
Όσον αφορά αυτές τις διατάξεις, θεωρώ ότι δεν συντρέχει τώρα περίπτωση καθορισμού ιδίως του περιεχομένου του άρθρου 30 ούτε να γίνει διάκριση, για παράδειγμα — αυτό λέγεται σχετικά με τα μέσα άμυνας που προέβαλε η βελγική ασφάλιση κατά την οποία οι παρατηρήσεις της δεν αφορούν οποιαδήποτε διατύπωση, αλλά αφορούν προϋποθέσεις ουσίας από τις οποίες εξαρτάται το δικαίωμα επί συντάξεως — αυτού που ανήκει στον τομέα των διατυπώσεων που συνοδεύουν την αίτηση κατά την έννοια του άρθρου 30 καίτοι αφορά τις προϋποθέσεις ουσίας. Θεωρώ σημαντικότερο να τονίσω την κατευθυντήρια αρχή των προαναφερθεισών διατάξεων, μεταξύ των οποίων το άρθρο 30 έχει κυρίως ως αντικείμενο την κατάργηση της υποχρεώσεως υποβολής περισσοτέρων αιτήσεων κατ' εφαρμογή των διατάξεων διαφόρων κρατών μελών. Είναι ασφαλώς δυνατό να οριστεί αυτή η κατευθυντήρια αρχή ως αποβλέπουσα στη διευκόλυνση της ασκήσεως των δικαιωμάτων των διακινουμένων εργαζομένων που μπορούν να αξιώσουν την καταβολή παροχών σε περισσότερες χώρες κατά την επέλευση του κινδύνου. Σε σύστημα που καταλήγει απλώς στο συντονισμό των εθνικών δικαίων και όχι σε ενοποίηση των νομοθεσιών κοινωνικής ασφαλίσεως προοριζόμενη να καταργήσει όλες τις δυσκολίες, η εν λόγω αρχή επιβάλλει, κατά την άποψή μου, σε όλους τους ενδιαφερόμενους ασφαλιστικούς οργανισμούς την προφανή υποχρέωση να αποφεύγουν κάθε ανωφελή τήρηση των τύπων που εκθέτει τον ενδιαφερόμενο στον κίνδυνο να απολέσει ορισμένα από τα δικαιώματά του ή, με άλλα λόγια, την υποχρέωση να λαμβάνουν υπόψη, κατά την εφαρμογή του εθνικού δικαίου, τα κοινοτικά συμφέροντα στο μέτρο του δυνατού ιδίως όταν δεν προκύπτει απ' αυτό καμιά σοβαρή διατάραξη των, στην πραγματικότητα, αρκετά περίπλοκων εθνικών κρατικών μηχανισμών.
Αλλά, σύμφωνα με τα όσα αναπτύχθηκαν κατά τη διάρκεια της δίκης, προσάπτεται ακριβώς στη βελγική κοινωνική ασφάλιση ότι δεν τηρεί αυτόν το θεμελιώδη σκοπό του κοινοτικού δικαίου όταν αναμένει από τον Balsamo την υποβολή νέας αιτήσεως το 1974 με την αιτιολογία ότι το 1968 εργάστηκε επί πέντε ακόμα ημέρες μετά την υποβολή της αιτήσεώς του περί χορηγήσεως συντάξεως στην Ιταλία.
Ο βελγικός ασφαλιστικός οργανισμός εξέδωσε την απορριπτική του απόφαση διότι λαμβάνει ως αφετηρία την ιδέα ότι οι αιτήσεις χορηγήσεως συντάξεως που αφορούν κινδύνους, οι οποίοι επέρχονται σε μεταγενέστερη ημερομηνία, είναι απαράδεκτες. Θεωρεί, κατά συνέπεια, ότι οι πραγματικές περιστάσεις που καθορίζουν την αναγνώριση δικαιώματος επί συντάξεως πρέπει να πληρούνται ήδη κατά τη στιγμή που επιλαμβάνεται της αιτήσεως. Ισχυρίζεται αφετέρου ότι, δυνάμει του κοινοτικού δικαίου, η υποβαλλόμενη σε ξένο ασφαλιστικό οργανισμό αίτηση χορηγήσεως συντάξεως θεωρείται επίσης ότι έχει υποβληθεί στον αρμόδιο για τη σύνταξη ασφαλιστικό οργανισμό.
Όσον αφορά αυτές τις αντιρρήσεις, πρέπει ασφαλώς να γίνει δεκτό ότι το πρώτο σκέλος τους φαίνεται να δικαιολογείται. Πράγματι, δεν μπορεί να απαιτηθεί από τους ασφαλιστικούς οργανισμούς να διατηρούν επί πολύ φακέλους υπό εξέταση ώστε στη συνέχεια — στην περίπτωση κατά την οποία, κατά τη λήψη του φακέλου, δεν πληρούνται ακόμα όλες οι προϋποθέσεις από τις οποίες εξαρτώνται οι παροχές — να χορηγήσουν αυτεπαγγέλτως το δικαίωμα επί συντάξεως όταν συγκεντρωθούν όλες οι προϋποθέσεις των οποίων η εξέταση μπορεί ιδίως να προκαλέσει σημαντικές δυσκολίες όταν πρόκειται περί καταστάσεων που αφορούν την αλλοδαπή. Εν τούτοις, η έκθεση των πραγματικών περιστατικών καθιστά προφανές ότι ο βελγικός ασφαλιστικός οργανισμός δεν βρισκόταν απόλυτα σ αυτή την κατάσταση. Πράγματι, όταν έλαβε το φάκελο από την Ιταλία μετά παρέλευση σημαντικού χρόνου λόγω του περίπλοκου χαρακτήρα της οριζόμενης από το άρθρο 34 του κανονισμού 4 διαδικασίας, διέθετε όλα τα στοιχεία των οποίων είχε ανάγκη για να δώσει αμελλητί ευνοϊκή συνέχεια στην αίτηση χορηγήσεως συντάξεως. Κανενός είδους δυσκολία δεν εμπόδιζε, επομένως, τον οργανισμό να αποφανθεί αμέσως επί της αιτήσεως χορηγήσεως συντάξεως και αυτό από την ημέρα της συγκεντρώσεως των προϋποθέσεων του δικαιώματος επί συντάξεως. Όταν ο βελγικός ασφαλιστικός οργανισμός επικαλείται σχετικώς, και έρχομαι στο δεύτερο σκέλος της άμυνάς του, το κοινοτικό πλάσμα δικαίου κατά το οποίο η λήψη της αιτήσεως στην αλλοδαπή συνεπάγεται λήψη αυτής της αιτήσεως από τις υπηρεσίες του, και όταν ισχυρίζεται ότι όλες οι προϋποθέσεις δεν συνέτρεχαν ακόμα σ' αυτή την ημερομηνία, παραμορφώνει, κατά την άποψή μου, την έννοια αυτής της διάταξης που φυσικά πρέπει να έχει ευνοϊκό και όχι βλαπτικό αποτέλεσμα για τους ασφαλισμένους.
Πρέπει επίσης να ληφθούν υπόψη τα ακόλουθα.
Οι διατάξεις του ιταλικού δικαίου, που είναι καθοριστικές έναντι αιτούντος που κατοικεί στην Ιταλία, προβλέπουν ότι, όταν όλες οι προϋποθέσεις συντρέχουν, η σύνταξη χορηγείται από την 1η ημέρα του μηνός που έπεται της υποβολής της αιτήσεως. Γι' αυτό επίσης, χωρίς αμφιβολία, το λόγο η διακοπή κάθε επαγγελματικής δραστηριότητας δεν απαιτείται κατά την ημερομηνία της υποβολής της αιτήσεως. Εξάλλου, ούτε απαιτείται, κατά το ιταλικό δίκαιο, η υποβολή νέας αιτήσεως εφόσον η προηγούμενη αίτηση τελεί υπό εξέταση.
Αν γίνει προσέγγιση αυτής της νομικής καταστάσεως με την άποψη της βελγικής ασφάλισης, ο αιτών Balsamo δεν είχε παρά την ακόλουθη επιλογή: ή θα έπρεπε να αναμένει την παύση της επαγγελματικής του δραστηριότητας πριν υποβάλει την αίτησή του ή θα έπρεπε να υποβάλει δύο αιτήσεις, σε σύντομο διάστημα τη μία μετά την άλλη, στον ασφαλιστικό οργανισμό της κατοικίας του. Η μία από αυτές τις λύσεις προφανώς θα επέφερε την απώλεια δικαιωμάτων, συνέπεια την οποία οι κοινοτικοί κανονισμοί, όπως επανειλημμένα τόνισε η νομολογία του Δικαστηρίου, αποσκοπούν ακριβώς να αποφύγουν. Η άλλη λύση θα συνιστούσε συμπεριφορά αντίθετη προς το ιταλικό δίκαιο, επί των διατυπώσεων του οποίου επιβάλλεται πρωταρχικά να στηριχτεί ο αιτών.
Είναι πρόδηλο, κατά την άποψή μου, ότι αυτές οι δύο λύσεις είναι απαράδεκτες ενόψει της οικονομίας και του πνεύματος του κοινοτικού δικαίου.
Ενώπιον μιας τέτοιας καταστάσεως, η μόνη ορθή λύση συνίσταται, κατά την άποψή μου, και αυτό, δεδομένου μάλιστα ότι ουδόλως προϋποθέτει υπερβολική καλή θέληση ούτε συνεπάγεται την ελάχιστη δυσκολία για τη διοικητική πρακτική, στην κατάληξη, εμπνεόμενη από το κοινοτικό δίκαιο, της εφαρμογής του βελγικού δικαίου, η οποία να δέχεται ως επαρκή τη συγκέντρωση όλων των πραγματικών προϋποθέσεων κατά το χρονικό σημείο της πραγματικής λήψεως της αιτήσεως από το βελγικό ασφαλιστικό οργανισμό και να δέχεται ότι το δικαίωμα επί συντάξεως μπορεί να αναγνωρίζεται από την ημερομηνία κατά την οποία πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις από τις οποίες εξαρτάται το δικαίωμα επί συντάξεως. Αντιθέτως, δεν διαβλέπω την παραμικρή δικαιολογία προς στήριξη της ανάγκης υποβολής νέας αιτήσεως, η οποία συνεπάγεται ενδεχομένως τη βλαπτική συνέπεια η παροχή να μη χορηγείται παρά από την ημερομηνία λήψεως της νέας αυτής αιτήσεως.
Εμπνεόμενος από την οικονομία και το πνεύμα των κοινοτικών κανονισμών, των σχετικών με το δίκαιο της κοινωνικής ασφαλίσεως και επικαλούμενος την κατευθυντήρια αρχή του άρθρου 30 του κανονισμού 4 ή την ανάλογη διάταξη του κανονισμού 574/72 μπορώ, επομένως, να απαντήσω στο υποβληθέν από το Tribunal du travail των Βρυξελλών ερώτημα ως εξής:
Όταν, κατά τη νομοθεσία ενός κράτους μέλους, χορηγείται σύνταξη αναπηρίας χωρίς να παρίσταται ανάγκη υποβολής σχετικής αιτήσεως, η αίτηση που υποβάλλεται στον ασφαλιστικό οργανισμό αυτού του κράτους μέλους μέσω του οργανισμού του κράτους κατοικίας του αιτούντος κατ' εφαρμογή του άρθρου 30 του κανονισμού 4 ή του άρθρου 36 του κανονισμού 574/72 εγκύρως υποβάλλεται όταν, κατά την ημερομηνία υποβολής της αιτήσεως στον ασφαλιστικό οργανισμό του πρώτου κράτους μέλους, πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις από τις οποίες η έννομη τάξη αυτού του κράτους μέλους εξαρτά τη χορήγηση συντάξεως αναπηρίας.
( 1 ) Γλώσσα ταυ πρωποτΰπου: η γερμανική.
Full & Egal Universal Law Academy