ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
HENRI MAYRAS
της 25ης Μαΐου 1976 ( *1 )
Κύριε Πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
Το πρόβλημα που δημιουργούν οι συγκρούσεις οι οποίες απορρέουν από τη συνύπαρξη, εντός της κοινής αγοράς, της αρχής της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων με το χωρικό χαρακτήρα των εθνικών τίτλων που προστατεύουν τη βιομηχανική και εμπορική ιδιοκτησία σε ένα ή περισσότερα κράτη μέλη, και ιδίως του δικαιώματος επί του σήματος, δεν ανέκυψε παρά σταδιακά με την αλληλοδιείσδυση των αγορών. Όλες οι αρχές, μεριμνώντας για την εξάλειψη των στρεβλώσεων που δημιουργούνται έτσι, αντιμετώπισαν αργά ή γρήγορα το πρόβλημα αυτό και επεχείρησαν να το επιλύσουν κατά διαφορετικούς τρόπους, είτε με θετικές διατάξεις είτε αφήνοντας στα δικαστήρια τη σχετική μέριμνα.
Στο κοινοτικό επίπεδο, από πολλά χρόνια ανελήφθη το έργο δημιουργίας «ευρωπαϊκού» συστήματος διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας και σημάτων. Είναι ακριβώς η απόδειξη ότι η εισαγωγή τέτοιου συστήματος είναι αδιαίρετη από την πραγματοποίηση των στόχων της Συνθήκης. Αλλά, αντίθετα από την έννοια της δημοσίας τάξεως και της δημοσίας υγείας, η έννοια της προστασίας της βιομηχανικής και εμπορικής ιδιοκτησίας, εκτός από τον εξαιρετικά σημαντικό τομέα των διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας, δεν αποτέλεσε αντικείμενο κανενός νομοθετήματος εφαρμογής ή εκτελέσεως στο κοινοτικό επίπεδο, αν και της έχουν αφιερωθεί πολυάριθμα και υψηλού επιστημονικού επιπέδου συνέδρια και η εν λόγω έννοια αποτέλεσε το αντικείμενο των. εργασιών της διεθνούς ενώσεως κατά του αθέμιτου ανταγωνισμού.
Διαπιστώνεται έτσι ότι το πεδίο ενεργείας που ανοίγεται στον κοινοτικό νομοθέτη και δικαστή είναι ιδιαίτερα ευρύ.
Αυτό είναι το πρόβλημα που θέτει για μια ακόμη φορά η παρούσα προδικαστική υπόθεση. Το ενδιαφέρον που παρουσιάζει προκύπτει επίσης από το γεγονός ότι όλες οι κυβερνήσεις των κρατών μελών, με εξαίρεση την Ιταλία και το Λουξεμβούργο, διατύπωσαν γραπτές παρατηρήσεις, αν και μόνη η Κυβέρνηση της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.
Το ερώτημα που υπέβαλε στο Δικαστήριο το BUNDESGERICHTSHOF, σύμφωνα με το άρθρο 177, τελευταία παράγραφος της Συνθήκης ΕΟΚ, ανέκυψε στα πλαίσια αναιρέσεως που άσκησε η βρετανική εταιρία TERRAPIN (OVERSEAS) LTD του BLETCHLEY, κατά αποφάσεως που εξέδωσε το εφετείο του Μονάχου υπέρ της γερμανικής εταιρίας TERRANOVA INDUSTRIE CA KAPFERER & CO του FREIHUNG καν απαγόρευε, με την απειλή της επιβολής κυρώσεων, στη βρετανική επιχείρηση να χρησιμοποιεί για εμπορικούς σκοπούς στο έδαφος της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, συμπεριλαμβανομένου και του Δυτικού Βερολίνου, την ένδειξη TERRAPIN (OVERSEAS) LTD καθώς και την ένδειξη της θυγατρικής της εταιρίας TERRAPIN SYSTEMBAU NORDEUROPA GMBH ως εμπορικό σήμα και εμπορική επωνυμία για προκατασκευασμένα κτίρια ανεγειρόμενα επί τόπου με συναρμολογούμενα στοιχεία ή για κτίσματα αποτελούμενα από τέτοια στοιχεία.
Από τα έγγραφα της δικογραφίας, όπως αναλύονται στην έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση, προκύπτει ότι η TERRAPIN, βρετανική εταιρία κατασκευής ξύλινων προκατασκευασμένων οικιών και στοιχείων κατασκευής που χρησιμεύουν για το σκοπό αυτό, προσπαθεί από πολλά χρόνια να εισδύσει στη γερμανική αγορά. Η κατάργηση των δασμών μετά την ένταξη διευκολύνει τις προσπάθειές της. Αλλά στην αγορά αυτή, η εταιρία TERRAPIN προσκρούει στην αντίδραση γερμανικής εταιρίας κατασκευής διαφόρων κατασκευαστικών υλικών, της εταιρίας TERRANOVA, η οποία, από πάρα πολλά χρόνια, κατ' εφαρμογή του γερμανικού δικαίου περί σημάτων, εξασφάλισε την προστασία όχι μόνο της εμπορικής της επωνυμίας αλλά ακόμη και του γενικού όρου TERRA και σειράς παράγωγων λέξεων που περιλαμβάνουν τη ρίζα αυτή.
Πρόκειται ειδικότερα για το ονομαστικό σήμα TERRA αρ. 151654, για το σύνθετο σήμα αρ. 359464 TERRANOVA, το οποίο περιλαμβάνει την αναπαράσταση εμβλήματος και καλύπτει τα ακόλουθα προϊόντα: βαφές, βερνίκια, ρετσίνες, κόλλες, τεχνητές πέτρες υπό μορφή πλακών, υλικά κατασκευών, ξηρά και διακοσμητικά επιχρίσματα, επιχρίσματα για προσόψεις, και για το σήμα TERRANOVA αρ. 431118, με ειδική διάταξη των γραμμάτων, που καλύπτει τα ίδια προϊόντα και, επιπλέον, κονιάματα για τοίχους και προσόψεις.
Η εταιρία TERRANOVA, η οποία υπάρχει από 75 και πλέον χρόνια, δεν φαίνεται να κατέχει δεσπόζουσα θέση στον τομέα της, ούτε ότι η εταιρία TERRAPIN κατέχει δεσπόζουσα θέση όσον αφορά την εξαγωγή ξύλινων προκατασκευασμένων οικιών στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, αν και πρόκειται για επιχείρηση σχετικά μεγαλύτερων διαστάσεων. Και η μία και η άλλη εταιρία διαθέτουν τα προϊόντα τους σε πολλά από τα κράτη μέλη.
Αν και δεν φαίνεται να επήλθε καμία σύγκρουση στα κράτη αυτά μεταξύ των δύο εταιριών, η σύγκρουση που τις φέρει αντιμέτωπες στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας οδήγησε σε σειρά δικαστικών ενεργειών που είχαν διαφορετική έκβαση.
Αφού η εταιρία TERRAPIN υπέβαλε αίτηση καταθέσεως του σήματός της στο μητρώο που τηρείται στην υπηρεσία διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας, η υπηρεσία αυτή, με απόφαση της 28ης Δεκεμβρίου 1961, απέρριψε ένσταση της εταιρίας TERRANOVA. Κατόπιν όμως προσφυγής της εταιρίας αυτής, το ομοσπονδιακό δικαστήριο διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας, με διάταξη της 3ης Φεβρουαρίου 1967, ακύρωσε την απόφαση της υπηρεσίας διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας και απαγόρευσε την κατάθεση του σήματος TERRAPIN.
Η βρετανική εταιρία συνέχισε εντούτοις να διαθέτει στο εμπόριο, μέσω διαφόρων εξουσιοδοτημένων εμπόρων, με τα σήματα TERRAPIN ή TARAPIN, τα προϊόντα που κατασκευάζει, και έτσι, η υπόθεση ήχθη ενώπιον του γερμανικού Ακυρωτικού.
Με την απόφαση που αναιρεσιβάλλεται ενώπιον του δικαστηρίου αυτού, το εφετείο του Μονάχου είχε διαπιστώσει ότι τα προϊόντα που πωλούνται από τις δύο αυτές εταιρίες ήταν ομοειδή, ότι υπήρχε ομοιότητα μεταξύ των ονομασιών τους και ότι υπήρχε κατά συνέπεια κίνδυνος συγχύσεως μεταξύ των αντίστοιχων προϊόντων. Επί του σημείου αυτού, το γερμανικό ακυρωτικό υιοθέτησε πλήρως τις σκέψεις του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, χωρίς να αιτιολογήσει εκτενέστερα την άποψή του. Καταλήγει στο συμπέρασμα ότι από άποψη εθνικού δικαίου, η απόφαση του εφετείου που περιλάμβανε απαγόρευση έναντι της βρετανικής εταιρίας δεν μπορούσε παρά να γίνει δεκτή.
Αλλά το δικαστήριο αυτό διερωτάται μήπως μπορεί να εφαρμοστεί η νομολογία του Δικαστηρίου όσον αφορά την ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων που φέρουν σήμα, όπως χαράχθηκε ιδίως με τις αποφάσεις SIRENA της 18ης Φεβρουαρίου 1981 (RECUEIL 1971, σ. 81), DEUTSCHE GRAMMOPHON της 8ης Ιουνίου 1971 (RECUEIL 1971, σ. 497), HAG της 3ης Ιουλίου 1974 (RECUEIL 1974, σ. 731) και, τελευταία, WINTHROP της 31ης Οκτωβρίου 1974 (RECUEIL 1974, σ. 1197), στην περίπτωση της οποία επελήφθη.
Στην πραγματικότητα, πέρα από μία απάντηση σε αφηρημένο ερώτημα, το δικαστήριο αυτό νομίζω ότι επιθυμεί να λάβει την επιβεβαίωση ότι η άποψή του είναι ορθή.
Υπό τις συνθήκες αυτές, υποβάλλει στο Δικαστήριο ένα μοναδικό ερώτημα με το οποίο ερωτά κατ' ουσία αν η προστασία του σήματος και της εμπορικής επωνυμίας που απορρέει από την εθνική νομοθεσία μπορεί να αντιτάσσεται στην εισαγωγή προϊόντος που διατίθεται στο εμπόριο με σήμα ή εμπορική επωνυμία που έχουν νόμιμα κτηθεί σε άλλο κράτος μέλος και είναι ικανά να προκαλέσουν σύγχυση, όταν δεν υπάρχει κανένας δεσμός μεταξύ των ενδιαφερομένων επιχειρήσεων και όταν τα δικαιώματά τους έχουν γεννηθεί ανεξάρτητα σε διαφορετικά κράτη μέλη.
Η τελευταία αυτή διευκρίνιση συνδέεται άμεσα με την απόφαση του Δικαστηρίου στην υπόθεση CAFÉ HAG. Ενθυμείσθε πράγματι ότι η ερμηνεία στην οποία προέβη το Δικαστήριο στα πλαίσια της υποθέσεως αυτής στηριζόταν στο γεγονός — καθοριστικό για ορισμένους ερμηνευτές — ότι η ομοιότητα των σημάτων για τα οποία επρόκειτο είχε κοινή καταγωγή — αν και δεν υπήρχε τότε πλέον κανενός είδους δεσμός μεταξύ των δύο επιχειρήσεων που χρησιμοποιούσαν τα σήματα αυτά — και ότι, σε τέτοια περίπτωση, η αρχή της ενότητας της αγοράς έπρεπε να υπερισχύσει έναντι του συμφέροντος των δικαιούχων σημάτων που έχουν διαχωριστεί τοπικά: μόνο η παράνομη χρήση σήματος από πρόσωπο που δεν είναι δικαιούχος συνιστά, κατά την άποψη ορισμένων, παραποίηση που δικαιολογεί περιορισμό της ελεύθερης κυκλοφορίας.
Αν και το ερώτημα που υποβάλλεται σήμερα αφορά συγχρόνως το σήμα και την εμπορική επωνυμία, θα περιοριστώ στην εξέταση του πρώτου ζητήματος, διότι, όπως και η Επιτροπή, φρονώ ότι θα πρέπει να αρκεί για την επίλυση του προβλήματος· εξάλλου, φρονώ ότι η ίδια λύση πρέπει να εφαρμόζεται στο σήμα και στην εμπορική επωνυμία όταν αυτά, όπως συμβαίνει εν προκειμένω, στην πραγματικότητα συγχέονται.
Στο ερώτημα αυτό δεν γίνεται λόγος για οποιαδήποτε συμφωνία περιοριστική του ανταγωνισμού μεταξύ των δικαιούχων των δύο σημάτων, καθώς και για οποιαδήποτε καταχρηστική εκμετάλλευση δεσποζούσης θέσεως εκ μέρους μιας των εταιριών. Εξάλλου, η καλή πίστη κάθε μιας από τις επιχειρήσεις δεν μπορεί να τεθεί υπό αμφισβήτηση και, υπό τις συνθήκες αυτές, δεν μπορεί να γίνει λόγος για «παραποίηση» κατά κυριολεξία. Αλλά ενώ στην υπόθεση HAG το ζήτημα που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου ήταν η απαγόρευση της διαθέσεως στο εμπόριο εντός κράτους μέλους ενός προϊόντος που έφερε νόμιμα σήμα σε άλλο κράτος μέλος με το πρόσχημα ότι όμοιο σήμα, με την ίδια προέλευση, υπάρχει στο πρώτο κράτος, η παρούσα υπόθεση διαφέρει κατά το ότι πρόκειται για προϊόντα και σήματα που δεν είναι όμοια και που εξ ορισμού δεν έχουν την ίδια προέλευση.
1.
Το πρώτο στοιχείο, η έλλειψη δηλαδή ταυτότητας των προϊόντων και των σημάτων, θα έπρεπε A PRIORI να οδηγήσει στη σκέψη ότι τέτοια απαγόρευση είναι ασυμβίβαστη με τις διατάξεις της Συνθήκης. Το δεύτερο στοιχείο, η έλλειψη δηλαδή κοινής προελεύσεως, που έχει κατ' ανάγκη σημασία στην περίπτωση διαφορετικών αλλοδαπών σημάτων και προϊόντων που δεν είναι τα ίδια, δεν φαίνεται επίσης, εκ πρώτης όψεως τουλάχιστον, ότι εμποδίζει την αναγνώριση του ασυμβιβάστου τέτοιας απαγορεύσεως.
Αντίθετα, θα μπορούσε να υποστηριχθεί ότι ναι μεν το Δικαστήριο έκανε δεκτή την συνύπαρξη σημάτων στην υπόθεση HAG λόγω της κοινής προελεύσεώς τους κι έτσι δέχτηκε μία εξαίρεση από την απαγόρευση συνυπάρξεως, θα είχε αποφασίσει όμως διαφορετικά στην περίπτωση σημάτων διαφορετικής προελεύσεως, που αφορούν ομοειδή προϊόντα, ικανά να δημιουργήσουν κίνδυνο συγχύσεως. Εν πάση περιπτώσει, το Δικαστήριο δεν έχει ακόμα αποφανθεί ρητά σχετικά με τέτοια περίπτωση παρόμοιων σημάτων διαφορετικής προελεύσεως.
Δεν έχω την πρόθεση να αναπτύξω εν προκειμένω εξαντλητική θεωρία σχετικά με το ειδικό αντικείμενο του σήματος· είναι εντούτοις αναγκαίο να διευκρινιστούν σχετικά ορισμένες αρχές.
Υπενθυμίζω ότι όπως δέχτηκε το ίδιο το γερμανικό Ακυρωτικό (απόφαση CINZANO της 2ας Φεβρουαρίου 1973), το σήμα δεν έχει εγγυητική λειτουργία: δεν εξασφαλίζει υποχρεωτικά τη σταθερή ποιότητα των οικείων εμπορευμάτων. Έχει απλώς λειτουργία ενδείξεως της προελεύσεως και αποσκοπεί στο να διακρίνει ή να εξατομικεύει τα προϊόντα ενός κατασκευαστή ή ενός εμπόρου, να εγγυάται την καταγωγή, την αυθεντικότητα, την προέλευση ή, όπως λέγουν οι άγγλοι συγγραφείς, συνεπάγεται για τον κατασκευαστή που είναι δικαιούχος του σήματος το δικαίωμα να μην επιτρέπει να εμφανίζονται τα προϊόντα άλλου κατασκευαστή ως δικά του.
Το αποκλειστικό δικαίωμα χρήσεως που παρέχει ο νομοθέτης στον δικαιούχο του σήματος τον προστατεύει μόνο από την παράνομη χρήση του σήματος για άλλα προϊόντα, κατ' ουσία με την αγωγή λόγω προσβολής του σήματος.
Αλλά εκτός από αυτό το «ειδικό αντικείμενο» κατά την έννοια της αποφάσεως του Δικαστηρίου στην υπόθεση DEUTSCHE GRAMMOPHON (RECUEIL 1971, σ. 499), το σήμα έχει και τις αποκαλούμενες «παρεπόμενες» λειτουργίες: υποδηλώνει ορισμένη ποιότητα και προορίζεται να προωθήσει την πώληση του οικείου προϊόντος. Υπό την έννοια αυτή, παρέχει στον δικαιούχο τη δυνατότητα να προστατεύει έναντι τρίτων την οικονομική θέση που απέκτησε χάρη στις τεχνικές, οικονομικές και εμπορικές του προσπάθειες.
Συγχρόνως, αποτελεί παράγοντα της επιλογής των καταναλωτών μέσω της φήμης που συνδέεται με αυτό χρησιμεύει συνεπώς για να προστατεύει, αλλά συγχρόνως επίσης — πρέπει να αναγνωριστεί — για να «επηρεάζει» τους καταναλωτές.
Έτσι, το δικαίωμα επί του σήματος επιτρέπει να εμποδίζεται μια ανταγωνιστική επιχείρηση, με τη χρήση του ίδιου ή παρόμοιου σήματος για τα ίδια ή ομοιειδή προϊόντα, να δημιουργεί τον κίνδυνο συγχύσεως όσον αφορά την προέλευση των προϊόντων και να επωφελείται, κατά τρόπο αθέμιτο, από το κεφάλαιο της εμπιστοσύνης που αποτελεί το σήμα η προστασία αυτή ασκείται επίσης προς το συμφέρον του κοινού που πρέπει να προφυλάσσεται από τις απάτες.
Αυτές οι λειτουργίες που αφορούν την ποιότητα και τη διαφήμιση και είναι ιδιαίτερα σημαντικές στη βιομηχανική εποχή, δεν είναι παρά λειτουργίες παράγωγες τις λειτουργίας ενδείξεως της προελεύσεως, έτσι ώστε μπορεί να αναρωτηθεί κανείς αν μπορούν επίσης να προστατεύονται εννόμως βάσει της βιομηχανικής και εμπορικής ιδιοκτησίας, αν το δικαίωμα επί του σήματος προορίζεται να εξασφαλίσει την προστασία αυτή ή αν η προστασία των λειτουργιών αυτών εμπίπτει μάλλον στο δίκαιο περί αθέμιτου ανταγωνισμού και περί προστασίας των καταναλωτών. Κατά την άποψη του καθηγητή BEIER, που διατύπωσε παρατηρήσεις για την εταιρία TERRANOVA, «το οικονομικό συμφέρον που παρουσιάζει για έναν κατασκευαστή διακεκριμένων ειδών η προστασία κατά της αθέμιτης εκμεταλλεύσεως των προσπαθειών του όσον αφορά την παραγωγή, τη διαφήμιση και τη διανομή, δεν προστατεύεται από το δίκαιο περί σημάτων. Μπορεί να ληφθεί υπόψη μόνο στα πλαίσια του δικαίου περί αθέμιτου ανταγωνισμού, του δικαίου των συμβάσεων και των γενικών αρχών της ευθύνης εξ αδικήματος» (CLUNET, 1971, σ. 5, «LA TERRITORIALITE DES MARQUES ΕΤ LES ECHANGES INTERNATIONAUX» η χωρικότητα των σημάτων και οι διεθνείς συναλλαγές). Το ίδιο το Δικαστήριο άλλωστε δέχτηκε με την απόφαση WINTHROP (RECUEIL 1974, σ. 1197) ότι «εξάλλου, το ειδικό αντικείμενο της προστασίας της βιομηχανικής και εμπορικής ιδιοκτησίας διακρίνεται από το αντικείμενο της προστασίας του κοινού και από τις ενδεχόμενες ευθύνες που μπορεί να συνεπάγεται».
Θα μπορούσε έτσι να επιχειρηθεί η ακόλουθη συλλογιστική:
Ενώ το Δικαστήριο, με την απόφαση στην υπόθεση STERLING DRUG δέχεται ότι ένα εμπόδιο στην ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων δημιουργούμενο από εθνική νομοθεσία «μπορεί να δικαιολογείται από λόγους προστασίας της βιομηχανικής ιδιοκτησίας… στην περίπτωση της υπάρξεως διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας των οποίων οι αρχικοί δικαιούχοι είναι νομικά και οικονομικά ανεξάρτητοι» (σκέψη 11), η απόφαση WINTHROP, που εκδόθηκε την ίδια ημέρα και αφορούσε ζήτημα σήματος, δεν περιλαμβάνει το ίδιο χωρίο. Βάσει της σκέψεως ότι «το δικαίωμα επί του σήματος μπορεί να διακρίνεται… από άλλα δικαιώματα βιομηχανικής και εμπορικής ιδιοκτησίας υπό την έννοια ότι τα στοχεία που προστατεύονται από αυτά παρουσιάζουν συνήθως μεγαλύτερο ενδιαφέρον και είναι ανώτερης αξίας από αυτά που απορρέουν από σήμα» (απόφαση SIRENA, σκέψη 7), και από το γεγονός ότι λόγω της μακροβιότητάς του, η άσκησή του είναι «ιδιαίτερα ικανή να συμβάλει στην κατανομή των αγορών και να προσβάλει έτσι την ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων μεταξύ κρατών, που είναι ουσιώδης για την κοινή αγορά» (ίδια σκέψη), θα μπορούσε να συναχθεί ότι η προστασία της εμπορικής ιδιοκτησίας δεν θα μπορούσε να δικαιολογηθεί στο ίδιο μέτρο στην περίπτωση σημάτων των οποίων οι δικαιούχοι είναι νομικά και οικονομικά ανεξάρτητοι. Η απόφαση του Δικαστηρίου στην υπόθεση HAG ήρθε να επιβεβαιώσει ή και να ενισχύσει το συμπέρασμα αυτό, διότι με την εν λόγω απόφαση γίνεται δεκτή η ελεύθερη κυκλοφορία προϊόντος που φέρει δύο όμοια σήματα, όταν τα σήματα αυτά προέρχονται από τη διάσπαση ή το διαχωρισμό ενός ενιαίου σήματος, αν και οι τωρινοί δικαιούχοι τους είναι νομικά και οικονομικά ανεξάρτητοι. Το ίδιο θα έπρεπε να ισχύει κατά μείζονα λόγο για σήματα που δεν είναι τα ίδια (αν και ομοιάζουν) και αφορούν προϊόντα που δεν είναι τα ίδια (αν και ομοειδή ή υπαγόμενα στον ίδιο τομέα παραγωγής) και των οποίων οι δικαιούχοι υπήρξαν εξ αρχής νομικά και οικονομικά ανεξάρτητοι. Τέλος, επειδή όσον αφορά την ένδειξη της προελεύσεως, η οποία αποτελεί την «ειδική» λειτουργία του σήματος, σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου, «η ενημέρωση… των καταναλωτών μπορεί να εξασφαλιστεί με μέσα διαφορετικά από αυτά που προσβάλλουν την ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων» (απόφαση SIRENA, σκέψη 14), δεν προκύπτει ότι οι λοιπές, λιγότερο «ειδικές» λειτουργίες του σήματος, δηλαδή οι λειτουργίες «ενδείξεως της ποιότητας» και «διαφημίσεως», πρέπει να τεθούν σε δεύτερη μοίρα έναντι της ελεύθερης κυκλοφορίας και δεν μπορούν εν πάση περιπτώσει να εξασφαλιστούν βάσει της προστασίας της εμπορικής ιδιοκτησίας με την απαγόρευση της διαθέσεως στο εμπόριο ενός διαφορετικού προϊόντος που φέρει σήμα;
2.
Δεν το νομίζω.
Καταρχάς, διότι οι «παράγωγες» αυτές λειτουργίες του σήματος δύσκολα διαχωρίζονται από την πρώτη λειτουργία, αν και είναι διαφορετικής αξίας. Έπειτα, αν γινόταν δεκτή η άποψη αυτή θα σήμαινε ότι διαπιστώνεται κενό στη Συνθήκη, ενώ το άρθρο 36 έχει ακριβώς ως στόχο να «συγκεντρώσει» όλες τις απαγορεύσεις ή περιορισμούς, ιδίως επί των εισαγωγών, που αν και προσβάλλουν την ελεύθερη κυκλοφορία, μπορούν να είναι «δικαιολογημένες».
Βέβαια, αντίθετα προς ό, τι υποστηρίζει η Κυβέρνηση της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, δεν νομίζω ότι το προοίμιο της Συνθήκης αναφέρεται άμεσα στην έννοια του αθέμιτου ανταγωνισμού: με την έκφραση «αναγνωρίζοντας ότι η εξάλειψη των υφισταμένων εμποδίων απαιτεί συντονισμένη δράση για να εξασφαλισθεί… ευθύτης στον ανταγωνισμό», οι συντάκτες της Συνθήκης δεν αποσκοπούσαν τόσο στο να καθιερώσουν προστασία κατά της αθέμιτης πρακτικής στον ανταγωνισμό, αλλά στο να απαγορεύσουν όλες τις μεθόδους που τείνουν να στρεβλώσουν τον ελεύθερο ανταγωνισμό, και συνεπώς στο να καθιερώσουν την ουδετερότητα του ανταγωνισμού.
Πάντως, έστω και αν η Συνθήκη και, μέχρι το πρόσφατο παρελθόν, το παράγωγο κοινοτικό δίκαιο δεν αναφέρονταν ειδικά στην προστασία κατά του αθέμιτου ανταγωνισμού ούτε στην προστασία των καταναλωτών, οι σκέψεις αυτές δεν τους είναι ξένες· είναι εν πάση περιπτώσει αδιάσπαστες από την πραγματοποίηση των στόχων της Συνθήκης. Περί αυτού μαρτυρούν οι εργασίες της ομάδας εργασίας «σήματα», που συγκλήθηκε εδώ και πολλά χρόνια με την πρωτοβουλία της Επιτροπής. Το προσχέδιο συμβάσεως σχετικά με το ευρωπαϊκό δίκαιο περί σημάτων, το οποίο επεξεργάστηκε η ομάδα αυτή, αναφέρεται το ίδιο (άρθρα 11 και 12) στον κίνδυνο συγχύσεως που δημιουργείται από την ομοιότητα των σημάτων και των προϊόντων, έστω και αν δεν προβαίνει στον ορισμό των εννοιών αυτών. Τα κριτήρια αυτά αναφέρονται λοιπόν χωρίς καμία αμφιβολία, έμμεσα τουλάχιστον, στην έννοια του αθέμιτου ανταγωνισμού και στην προστασία των καταναλωτών. Δεν υπάρχει συνεπώς καμία ανάγκη να ανατρέξουμε στις έννοιες του αθέμιτου ανταγωνισμού ή της προστασίας των καταναλωτών καθαυτές αρκεί να γίνει αναφορά στην προστασία του σήματος η οποία, ναι μεν συνεπάγεται πλεονεκτήματα και δικαιώματα για τον δικαιούχο, παραχωρείται όμως μόνο υπό ορισμένες προϋποθέσεις και συνεπάγεται γι' αυτόν επίσης καθήκοντα και υποχρεώσεις έναντι των άλλων σημάτων και έναντι των καταναλωτών. Με άλλη απόφαση της 20ής Φεβρουαρίου 1975 (Επιτροπή κατά Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, RECUEIL 1975, σ. 194, σκέψη 7), το Δικαστήριο δέχτηκε εξάλλου ότι η ειδική λειτουργία των ονομασιών καταγωγής και των ενδείξεων προελεύσεως είναι «να εξασφαλιστεί όχι μόνον η προάσπιση των ενδιαφερόμενων παραγωγών κατά του αθέμιτου ανταγωνισμού, αλλά επίσης η προστασία των καταναλωτών κατά των ενδείξεων που είναι ικανές να τους οδηγήσουν σε πλάνη».
Αυτό σημαίνει εκ των προτέρων ότι η προστασία που χορηγείται υπό την έννοια αυτή και οι απαγορεύσεις διαθέσεως στο εμπόριο από τις οποίες συνοδεύεται συνιστούν μέτρα ισοδυνάμου αποτελέσματος που εμπίπτουν στις διατάξεις του κεφαλαίου 2 του τίτλου 1 της Συνθήκης;
Το πράγμα είναι αμφίβολο, δεδομένου ότι το Δικαστήριο έκρινε με την απόφαση της 11ης Ιουλίου 1974, DASSONVILLE (RECUEIL 1974, σ. 852, σκέψη 7), όσον αφορά μέτρα που έλαβε ένα κράτος για την πρόληψη της αθέμιτης πρακτικής και την εξασφάλιση, στους καταναλωτές, της αυθεντικότητας της ονομασίας καταγωγής ενός προϊόντος, ότι «χωρίς να χρειάζεται καν να εξεταστεί αν τέτοια μέτρα εμπίπτουν ή όχι στο άρθρο 36, δεν μπορούν εν πάση περιπτώσει, δυνάμει της αρχής που διατυπώνεται στο δεύτερο εδάφιο του άρθρου αυτού, να συνιστούν μέσον αυθαίρετης διακρίσεως ή συγκεκαλυμμένο περιορισμό στο εμπόριο μεταξύ κρατών μελών».
Εντούτοις, επειδή αυτός ο χαρακτήρας μέτρου ισοδυνάμου αποτελέσματος, που κατά την άποψη του BUNDESGERICHTSHOF και κατά τη δική μου είναι προφανής, δεν φαίνεται να είναι εξίσου προφανής για όλο τον κόσμο, υπό την έννοια ότι η απαγόρευση του άρθρου 30 πλήττει μόνο τα μέτρα νομοθετικής, κανονιστικής ή διοικητικής φύσεως και δεν αφορά τα μέτρα που «εφαρμόζονται αδιακρίτως» στους ημεδαπούς και στους υπηκόους των λοιπών κρατών μελών, θα προβώ επιπροσθέτως στις δύο ακόλουθες παρατηρήσεις:
Αν καταρχάς δεχθούμε ότι δεν είναι καθαυτή η προσφυγή ενώπιον Δικαστηρίου, αλλά η απαγόρευση διαθέσεως στο εμπόριο, η οποία θα μπορούσε ενδεχομένως να επιβληθεί κατόπιν τέτοιας προσφυγής, που μπορεί να έχει αποτέλεσμα ισοδύναμο προς ποσοτικό περιορισμό, η απαγόρευση αυτή συνιστά υπό την έννοια αυτή μέτρο που εμπίπτει στο άρθρο 30, υπό την επιφύλαξη των παρεκκλίσεων που προβλέπονται στο άρθρο 36.
Μία δικαστική απόφαση μπορεί να συνιστά μέτρο ισοδυνάμου αποτελέσματος κατά την έννοια των άρθρων 30 και 34 της Συνθήκης αν αναφέρεται σε απαγόρευση εισαγωγής ή εξαγωγής. Αυτό είναι ακριβώς το ζήτημα επί του οποίου έπρεπε να αποφανθεί το Δικαστήριο στην υπόθεση SIRENA.
Δεύτερον, για να διαπιστωθεί αν υπάρχει μέτρο ισοδυνάμου αποτελέσματος κατά την έννοια του άρθρου 30 δεν χρειάζεται καθόλου να εξεταστεί αν στην πραγματικότητα η ίδια απαγόρευση διαθέσεως στο εμπόριο αντιτάσσεται στους γερμανούς κατασκευαστές ομοειδών προϊόντων που φέρουν παρόμοιο σήμα: πράγματι, το Δικαστήριο έκρινε ότι ακόμη και μέτρα «αδιακρίτως εφαρμοζόμενα» μπορούν να παράγουν αποτελέσματα ισοδύναμα προς ποσοτικό περιορισμό: «αρκεί το εν λόγω μέτρο να είναι ικανό να εμποδίσει άμεσα ή έμμεσα, πραγματικά ή δυνητικά, τις εισαγωγές μεταξύ κρατών μελών» (απόφαση της 26ης Φεβρουαρίου 1976, TASCA, RECUEIL 1976, σ. 309, σκέψη 13). Ομοίως (απόφαση της 20ής Φεβρουαρίου 1975, Επιτροπή κατά Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, RECUEIL 1975, σ. 199, σκέψη 14), «δεν είναι αναγκαίο να αποδειχθεί ότι τέτοια μέτρα περιορίζουν πράγματι τις εισαγωγές των οικείων προϊόντων, αλλά… ότι μπορούν απλώς να αποτελέσουν εμπόδιο σε εισαγωγές που θα μπορούσαν να διενεργηθούν αν έλειπαν τα μέτρα αυτά».
Τέτοια νομίζω ότι είναι η περίπτωση απαγορεύσεως που θα κατέληγε στο να κατευθύνει τις εισαγωγές υπό την έννοια ότι στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας θα μπορούσαν να συναλλάσσονται μόνο οι κατασκευαστές ή οι έμποροι προϊόντων που δεν είναι ομοειδή προς τα προϊόντα της εταιρίας TERRANOVA και των οποίων το σήμα και η επωνυμία δεν θα υπήρχε κίνδυνος να οδηγήσουν σε σύγχυση προς το σήμα και την επωνυμία της εταιρίας αυτής, ή οι οποίοι θα μπορούσαν να το πράξουν μόνο με τη συγκατάθεση της εν λόγω εταιρίας και υπό τις προϋποθέσεις που θα επέβαλε αυτή (βλ. σχετικά απόφαση της 30ής Απριλίου 1974, SACCHI, RECUEIL 1974, σ. 428, σκέψη 8).
Αλλά συγχρόνως από τις σκέψεις αυτές συνάγεται ότι η προστασία κατά του αθέμιτου ανταγωνισμού και η προστασία των καταναλωτών δεν μπορούν να δικαιολογήσουν οποιαδήποτε προσβολή της ελεύθερης κυκλοφορίας.
Σύμφωνα με το άρθρο 36, «οι διατάξεις των άρθρων 30 έως και 34 δεν αντιτίθενται στις απαγορεύσεις ή στους περιορισμούς εισαγωγών… που δικαιολογούνται από λόγους… προστασίας της βιομηχανικής και εμπορικής ιδιοκτησίας» και οι οποίοι δεν αποτελούν «ούτε μέσο αυθαιρέτων διακρίσεων ούτε συγκεκαλυμμένο περιορισμό στο εμπόριο μεταξύ των κρατών μελών». Όπως και οι έννοιες της προστασίας της δημοσίας υγείας ή της δημοσίας τάξεως, η έννοια της προστασίας της βιομηχανικής και εμπορικής ιδιοκτησίας δεν είναι συνεπώς έννοια που μπορεί να οριστεί κατά διακριτική ευχέρεια. Όσον αφορά τις πρώτες από τις ανωτέρω έννοιες, το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία να το δεχτεί επανειλημμένα, όπως παραδείγματος χάρη με την απόφαση VAN DUYN της 4ης Δεκεμβρίου 1974 (RECUEIL 1974, σ. 1351, σκέψη 18), με την οποία έκρινε ότι το περιεχόμενο της εννοίας της δημοσίας τάξεως του άρθρου 48, παράγραφος 3 δεν μπορεί να καθοριστεί μονομερώς από κάθε κράτος μέλος χωρίς τον έλεγχο των κοινοτικών οργάνων.
Το ίδιο γίνεται δεκτό με την απόφαση RUTILI της 28ης Οκτωβρίου 1975 (RECUEIL 1975, σ. 1231, σκέψη 27). Αυτό πρέπει να ισχύσει και για την προστασία της βιομηχανικής και εμπορικής ιδιοκτησίας που δεν νομίζω ότι αποτελεί σπουδαιότερο στόχο από την προστασία της δημοσίας τάξεως ή της δημοσίας υγείας.
Η προστασία του σήματος συνδέεται, από την άποψη που εμβάλλει σε ανησυχίες το γερμανικό δικαστήριο, στα πλαίσια της αρμοδιότητάς του, με τον «ομοειδή χαρακτήρα των προϊόντων», την «ομοιότητα των σημάτων» και τον «κίνδυνο συγχύσεως». Από αυτό προκύπτει ότι αν ευσταθεί αυτό που είπα σχετικά με το κοινοτικό περιεχόμενο της προστασίας της εμπορικής ιδιοκτησίας, το ίδιο πρέπει να ισχύει όσον αφορά τον καθορισμό των κριτηρίων που χρησιμεύουν για τον προσδιορισμό του αντικειμένου της προστασίας αυτής· είναι συνεπώς ουσιώδες να εφαρμόζονται τα κριτήρια αυτά κατά τρόπο ομοιόμορφο.
3.
Φθάνουμε έτσι στο κεντρικό σημείο της παρούσας υπόθεσης: ελλείψει κοινοτικού συστήματος που προστατεύει τους καταναλωτές και εγγυάται την «εντιμότητα» του ανταγωνισμού, ποιες είναι οι αρχές που είναι επιφορτισμένες να προβαίνουν στο νομικό χαρακτηρισμό των εννοιών «ομοιειδής χαρακτήρας των σημάτων», «ομοιότητα των προϊόντων» και «κίνδυνος συγχύσεως», και πώς μπορεί να εξασφαλιστεί το ομοιόμορφο περιεχόμενο των κριτηρίων βάσει των οποίων δίδεται ο χαρακτηρισμός αυτός;
Στη γραμμή που χάραξε η απόφαση VAN DUYN της 4ης Δεκεμβρίου 1974 (RECUEIL 1974, σ. 1351, σκέψη 18), φρονώ ότι εφόσον ελλείπει οποιοδήποτε κοινοτικό εκτελεστικό νομοθέτημα, απόκειται καταρχήν στις αρχές των κρατών μελών να αποφασίσουν σχετικά με το επίπεδο στο οποίο προτίθενται να εξασφαλίσουν την προστασία του σήματος, ιδίως να αποφασίσουν όσον αφορά το βαθμό του ομοιειδούς χαρακτήρα ή της ομοιότητας που απαιτείται ώστε από τη σύγχρονη παρουσία των δύο προϊόντων που φέρουν σήμα στην ίδια αγορά να δημιουργείται κίνδυνος συγχύσεως. Αυτό που δέχτηκε το Δικαστήριο όσον αφορά την έννοια της δημοσίας τάξεως νομίζω ότι μπορεί να ισχύσει επίσης για την προστασία του σήματος: «Οι ειδικές συνθήκες που θα μπορούσαν να δικαιολογήσουν την προσφυγή στην έννοια αυτή μπορούν να ποικίλλουν από χώρα σε χώρα και από εποχή σε εποχή, και έτσι πρέπει να αναγνωριστεί σχετικά στις αρμόδιες εθνικές αρχές ένα περιθώριο εκτιμήσεως εντός των ορίων που θέτει η Συνθήκη.» Το Δικαστήριο πήρε τη σκέψη αυτή από την απόφαση RUTILI της 28ης Οκτωβρίου 1975 (RECUEIL 1975, σ. 1231, σκέψη 26): «Κατ' ουσία, τα κράτη μέλη παραμένουν ελεύθερα να καθορίζουν… σύμφωνα με τις εθνικές ανάγκες τους, τις απαιτήσεις της δημοσίας τάξεως.»
Όσον αφορά τα κριτήρια που χρησιμεύουν για την εκτίμηση του κινδύνου συγχύσεως, πρέπει να διαπιστωθεί ότι ποικίλλουν από χώρα σε χώρα: «η αλήθεια από τη μία πλευρά των Πυρηναίων είναι ψέμα από την άλλη πλευρά». Στη Γαλλία, η απομίμηση κρίνεται λαμβανομένου υπόψη του «αγοραστή μέσης προσοχής που δεν έχει συγχρόνως μπροστά του τα δύο σήματα»· αφετέρου, στη χώρα αυτή υιοθετείται η αρχή της «ειδικότητας του σήματος». Στη Μεγάλη Βρετανία ισχύει ο κανόνας του «HONEST CONCURRENT USER».
Η εκτίμηση του κινδύνου συγχύσεως είναι άλλοτε ζήτημα καθαρά πραγματικό και άλλοτε περίπλοκο πρόβλημα στο οποίο εμπλέκονται ζητήματα πραγματικά και νομικά.
Στη Γαλλία, τα δικαστήρια της ουσίας είναι κυρίαρχα κατά την εκτίμηση του κινδύνου συγχύσεως σύμφωνα με τη διατύπωση που εισήγαγε το Ακυρωτικό: «τα δικαστήρια ασκούν απλώς την κυριαρχική τους εξουσία εκτιμήσεως αποφασίζοντας ότι η ομοιότητα αυτή ήταν ικανή να δημιουργήσει σύγχυση στο πνεύμα του καταναλωτή μέσης προσοχής που δεν έχει συγχρόνως εμπρός του τα δύο σήματα».
Σ' άλλες χώρες της Κοινότητας πρόκειται αντιθέτως για χαρακτηρισμό που υπόκειται σε έλεγχο, έστω κν αν η εφαρμογή του προϋποθέτει στη συγκεκριμένη περίπτωση προηγούμενη έρευνα και διευκρίνιση ορισμένων πραγματικών περιστατικών. Στο γερμανικό δίκαιο αποτελεί ο κίνδυνος της συγχύσεως νομικό χαρακτηρισμό που υπόκειται στον έλεγχο του Bundesgerichtshof.
Άλλα δικαστήρια είναι πολύ πιο απαιτητικά ως προς την απόδειξη του κινδύνου συγχύσεως. Παραθέτω ορισμένα παραδείγματα:
—
Το Ανώτατο Δικαστήριο της Ιρλανδίας έκρινε, την 1η Μαΐου 1967, ότι η αμερικανική εταιρία Sterling Winthrop, που είχε αγοράσει την ιρλανδική θυγατρική εταιρία της Farben-Fabriken Bayer AG και το σήμα Bayer υπό όμοιες προϋποθέσεις όπως η Van Zuylen το σήμα Hag, δεν μπόρεσε να επιτύχει επιβολή απαγορεύσεως στη γερμανική εταιρία να πωλεί στην Ιρλανδία προϊόντα που φέρουν το σήμα Bayer Germany, διότι στην εντύπωση του κοινού δεν υφίστατο κανένας κίνδυνος συγχύσεως μεταξύ των προϊόντων της αμερικανικής εταιρίας με το σήμα Bayer και των προϊόντων της γερμανικής εταιρίας Bayer Germany, δεδομένου ότι το δεύτερο αυτό σήμα αναγραφόταν καθαρά, οι δε συσκευασίες ήταν διαφορετικές.
—
Στο Ηνωμένο Βασίλειο, ο Justice Graham έκρινε (High Court of Justice, Chancery Division, Sirdar Ltd. κατά les Fils de Louis Mulliez, 19 Μαρτίου 1975), σε μια περίπτωση που έχει αρκετή ομοιότητα με την παρούσα, ότι απέκλειε prima facie κάθε πιθανότητα συγχύσεως μεταξύ των σημάτων Sirdar και Phildar επί ενός ομοίου προϊόντος (νήμα πλεξήματος), αφού, πλην του Ηνωμένου Βασιλείου, τα σήματα αυτά δεν είχαν ποτέ περιέλθει σε σύγκρουση. Συμβούλεψε δε τους διαδίκους να λύσουν τη διαφορά τους φιλικά βάσει της αρχής «live and let live» (ζήστε και αφήστε τους να ζήσουν), προσθέτοντας εν ανάγκη στο σήμα τους ένα συμπληρωματικό διακριτικό στοιχείο.
Δεν μπορεί κανείς πράγματι να σκεφθεί ότι μια απαγόρευση δεν εμπίπτει στην εξαίρεση του άρθρου 36 όταν η βιομηχανική και εμπορική ιδιοκτησία μπορεί να προστατευθεί κατά τρόπο επίσης αποτελεσματικό από μέτρα λιγότερο περιοριστικά των εμπορικών και κοινοτικών ανταλλαγών από ό, τι μια ριζική απαγόρευση διαθέσεως στο εμπόριο;
Στο σημείο αυτό το Δικαστήριο έχει φανεί πολύ απαιτητικό όσον αφορά τη δημοσία υγεία: με την απόφαση De Peijper της 20ής Μαΐου 1976 κρίθηκε ότι είναι έργο των εθνικών αρχών να αποδείξουν ότι κάθε άλλη κανονιστική ρύθμιση ή πρακτική που προστατεύει κατά τρόπο επίσης αποτελεσματικό τη δημόσια υγεία και περιορίζει λιγότερο τις ενδοκοινοτικές εμπορικές ανταλλαγές υπερβαίνει εκδήλως τα εύλογα μέσα μιας διοικήσεως που λειτουργεί φυσιολογικά.
Σ' ένα συγγενές πεδίο με αυτό που μας απασχολεί, τις ονομασίες καταγωγής, το Δικαστήριο έκρινε (απόφαση της 11ης Ιουλίου 1974, Dassonville, Rec. 1974, σ. 851, σκέψη 6) ότι όταν ένα κράτος μέλος λαμβάνει μέτρα για να αποτρέπει παράνομες πρακτικές σε σχέση με τις απαιτήσεις της αυθεντικότητας των ονομασιών καταγωγής «αυτό γίνεται πάντως υπό την προϋπόθεση ότι τα μέτρα αυτά είναι εύλογα και ότι τα απαιτούμενα αποδεικτικά μέτρα δεν έχουν ως αποτέλεσμα την παρακώλυση του εμπορίου μεταξύ κρατών μελών».
Σε θέματα σημάτων το Δικαστήριο έκρινε με την απόφαση της 3ης Ιουλίου 1974, Hag (Rec. 1974, σ. 743, σκέψη 16), ότι «ναι μεν στην αγορά αυτή η ένδειξη της καταγωγής ενός διακεκριμένου προϊόντος είναι χρήσιμη, η σχετική όμως πληροφόρηση των καταναλωτών μπορεί να εξασφαλίζεται με άλλα μέσα πλην εκείνων που προσβάλλουν την ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων».
Ισχύει αυτό και στην περίπτωση του αγώνα κατά του αθέμιτου ανταγωνισμού; Ειδικότερα, ενόψει του περιοριστικού χαρακτήρα των εξαιρέσεων που επιτρέπει το άρθρο 36 από τη θεμελιώδη αρχή που συνιστά η ελεύθερη κυκλοφορία, μπορεί να είναι ικανοποιητικός ένας απλός κίνδυνος συγχύσεως, ακόμη και έμμεσος; Δικαιολογεί το άρθρο 36 ένα μέτρο που φαίνεται χρήσιμο από άποψη προστασίας της εμπορικής ιδιοκτησίας, τα περιοριστικά στοιχεία όμως του οποίου εξηγούνται, τουλάχιστον εν μέρει, από το γεγονός ότι, λαμβανομένης υπόψη της πληθώρας των ερίδων ή συγκρούσεων που είναι δυνατές μεταξύ των σημάτων, ο δικαστής θέλει να μειώσει τις δυσχέρειες του έργου του και να γλιτώσει από την — πάντοτε δύσκολη — απόδειξη πραγματικής συγχύσεως, τεκμαίροντας την ύπαρξη τέτοιου κινδύνου; Δεν μπορεί να φανταστεί κανείς ότι η αύξηση εργασίας την οποία συνεπάγεται η έρευνα της πραγματικής συγχύσεως υπερβαίνει εκδήλως τα εύλογα μέσα ενός δικαστηρίου που εργάζεται φυσιολογικά; Συχνά άλλωστε οι δικαστές έχουν την τάση στο πεδίο αυτό να υποτιμούν τις ικανότητες διακρίσεως του καταναλωτή, η επιχειρηματολογία δε της βιομηχανίας προϊόντων που φέρουν σήμα βοηθεί στη συγκάλυψη συμφερόντων τιμής και διανομής. Το σήμα χρησιμοποιείται τότε πολύ περισσότερο από το να διασφαλίσει την προέλευση στο να εξασφαλίσει την κτηθείσα φήμη του προϊόντος και να εμποδίσει τη διανομή ομοειδούς προϊόντος, του οποίου ο ανταγωνισμός στην αγορά θα ήταν επικίνδυνος.
Αν υποτεθεί ότι δικαιολογείται η απαγόρευση της Terrapin να εμπορεύεται στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας με το σήμα της και με την εμπορική της επωνυμία, θα φαινόταν υπερβολικό να μην της επιτραπεί να προβεί σε άλλες διευθετήσεις πλην εκείνων που συνεπάγονται τον πλήρη αποκλεισμό της από τη χρήση του σήματός της. Δεν μπορεί να προβλεφθεί η προσθήκη ενός συμπληρωματικού διακριτικού γνωρίσματος ώστε να γίνει η διαφοροποίηση; Δύο σήματα που μοιάζουν θα μπορούσαν έτσι να συμπληρώνονται με ένα στοιχείο που θα δείχνει την αντίστοιχη προέλευσή τους, όπως πρότεινε η Επιτροπή στη διοικητική διαδικασία κατά της εταιρίας Sirdar (έγγραφο της 10ης Φεβρουαρίου 1975, συνημμένο στο παράρτημα IV της προσφυγής 34/75). Κατά της σκέψεως αυτής θα μπορούσε να υποστηριχθεί ότι, σύμφωνα με τις διατάξεις της Συνθήκης, δεν επιβάλλεται η ελεύθερη κυκλοφορία των σημάτων, αλλά των εμπορευμάτων. Αυτή η ελευθερία κυκλοφορίας δεν μπορεί εντούτοις να αγνοήσει τελείως το δίκαιο των σημάτων, πολύ περισσότερο σήμερα που τα προϊόντα δεν μπορούν συχνά να διαχωρισθούν από τα σήματα σ' αυτό πάντως τείνουν οι προσπάθειες των επιχειρηματιών, ακόμη και εκείνων που πωλούν τα λεγόμενα «ελεύθερα» προϊόντα.
Η εταιρία Terrapin μπορεί ασφαλώς να εξάγει τα προϊόντα της στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας με άλλο σήμα, όπως το έκανε η Hag της Βρέμης άλλοτε, πριν επιληφθεί το Δικαστήριο του προδικαστικού ερωτήματος του δικαστηρίου του Λουξεμβούργου στη διαφορά μεταξύ Hag και Van Zuylen. Αλλά, από την άποψη της βρετανικής εταιρίας, η χρησιμοποίηση διαφορετικού σήματος δεν θα τη στερούσε από το όφελος της δημοσιότητας του σήματός της αφού δεν θα μπορούσε να εξάγει τα προϊόντα της όπως τα πωλεί μέσα στην ίδια της τη χώρα; Στην απόφαση της 5ης Μαρτίου 1975, Sirdar κατά Phildar (JO L 125 της 16ης Μαΐου 1975, σ. 27), η Επιτροπή έκρινε ότι ο περιορισμός του ανταγωνισμού που προκύπτει από τη συμφωνία κατανομής των αγορών μεταξύ δύο ανταγωνιστών δεν αίρεται από το γεγονός ότι η γαλλική εταιρία μπορεί, κατ' εφαρμογή της συμφωνίας, να εισάγει νήματα για πλέξιμο στο Ηνωμένο Βασίλειο με άλλο σήμα πλην του Phildar.
Δεν νομίζω όμως ότι, κρίνοντας βάσει του άρθρου 177 της Συνθήκης, έχετε αρμοδιότητα να λύσετε όλα τα ζητήματα: η κρίση του τι είναι απαραίτητο για την προστασία των καταναλωτών και τον αγώνα κατά του αθέμιτου ανταγωνισμού ανήκει, κατά τη γνώμη μου, κυρίως στις εθνικές αρχές.
4.
Δεν παραγνωρίζω ότι όπως έχουν τα πράγματα υπάρχουν θέματα ανικανοποίητα. Οι διαφορετικές λεπτομέρειες των κανονιστικών ρυθμίσεων σε θέματα καταθέσεως του σήματος ή εκπτώσεως από το σήμα, ο χωρικός χαρακτήρας της προστασίας που αναγνωρίζουν τα δικαστήρια εναντίον ενός αθεμίτου ανταγωνιστή, οι διαφςρετικές αντιλήψεις για τα κριτήρια συγχύσεως ή προστασίας των καταναλωτών, για να μη μιλήσουμε για τον «εθνικισμό» των σημάτων, κινδυνεύουν να καταλήξουν σε διαμετρικά αντίθετες αποφάσεις. Οι εξαιρέσεις από την ελεύθερη κυκλοφορία, δικαιολογούμενες από λόγους προστασίας της εμπορικής ιδιοκτησίας, μπορεί να έχουν διαφορετικό εύρος και περιεχόμενο ανάλογα με τα κράτη μέλη. Αλλά όπως είπε πολύ σωστά ο δικαστής Graham στην απόφασή του της 13ης Μαρτίου 1985 στην υπόθεση ΕΜΙ κατά CBS το κοινοτικό δίκαιο βρίσκεται ακόμη, όσον αφορά τη βιομηχανική και εμπορική ιδιοκτησία — και, προσθέτω εγώ, την προστασία των καταναλωτών και την προστασία του αθέμιτου ανταγωνισμού — σε στάδιο διαμορφώσεως δεν έχει γίνει ακόμη πλήρης επεξεργασία της λύσεως της συγκρούσεως μεταξύ των εδαφικών εθνικών δικαίων και της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων.
Πολλές φορές μπορούν να εκδοθούν αποφάσεις ασυνεπείς και παράλογες από τα οικεία διαφορετικά δικαστήρια μέχρις ότου ένα ευρύτερο κοινοτικό δίκαιο αντικαταστήσει τα υφιστάμενα εθνικά δίκαια. Αυτό είναι σήμερα αναπόφευκτο, εκτός αν δημιουργηθεί ένας κοινοτικός ρυθμιστικός δικαστικός οργανισμός, στον οποίο θα ανατεθεί η λύση αυτών των ζητημάτων.
Όπως έχουν σήμερα τα νομοθετικά κείμενα, το Δικαστήριο δεν μπορεί να είναι η ανωτάτη δικαστική αρχή σε θέματα συγκρούσεως του δικαίου των σημάτων. Λέγοντας αυτά δεν σκέπτομαι τόσο πολύ τον κίνδυνο να πνιγεί το Δικαστήριο από προδικαστικά ερωτήματα σχετικά με το δίκαιο των σημάτων: θα είναι πάντα δυνατή η ανάθεση σε ένα από τα τμήματα του Δικαστηρίου η κρίση αυτής της κατηγορίας υποθέσεων. Αλλά, όπως αναγνώρισε το Δικαστήριο με την απόφαση Portelange (9 Ιουλίου 1969, Rec. 1969, σ. 315), η αρμοδιότητά του είναι περιορισμένη από το άρθρο 177 στην ερμηνεία του κοινοτικού δικαίου που αφορά τα ζητήματα που τίθενται ενώπιόν του από τα εθνικά δικαστήρια. Δεν μπορεί να λύσει τα πραγματικά περιστατικά ή να κρίνει επί του βασίμου της κυρίας διαφοράς ούτε να ενεργήσει σαν ανώτατο δικαστήριο για να συμβιβάσει τις αντίθετες αποφάσεις που εκδόθηκαν από τα δικαστήρια των διαφόρων κρατών μελών: «το άρθρο 177 της Συνθήκης, στηριζόμενο στη σαφή διάκριση των λειτουργιών μεταξύ των εθνικών δικαστηρίων και του Δικαστηρίου, δεν του επιτρέπει ούτε να κρίνει επί των συγκεκριμένων πραγματικών περιστατικών ούτε να αμφισβητήσει τις σκέψεις των προδικαστικών ερωτημάτων το ζήτημα αν εφαρμόζονται πράγματι στη συγκεκριμένη περίπτωση οι διατάξεις ή οι έννοιες του κοινοτικού δικαίου, η ερμηνεία των οποίων ζητείται, διαφεύγει από την αρμοδιότητα του Δικαστηρίου και ανήκει στην αρμοδιότητα του εθνικού δικαστηρίου».
Αυτή η σκέψη επαναλήφθηκε στην απόφαση της 30ής Απριλίου 1974, Sacchi (Rec. 1974, σ. 427, σκέψη 3), όπου τονίζεται ότι το άρθρο 177 «στηρίζεται στη σαφή κατανομή των αρμοδιοτήτων μεταξύ εθνικών δικαστηρίων και του Δικαστηρίου».
Στο σημερινό στάδιο εξελίξεως της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, η οποία, σύμφωνα με τους εκπροσώπους της Γερμανικής Κυβέρνησης, «δεν έχει ακόμη φθάσει στο στάδιο ενιαίου κράτους», ή, σύμφωνα με τη διάταξη του συνταγματικού δικαστηρίου της 29ης Μαΐου 1974, «δεν είναι ούτε Κράτος ούτε ειδικότερα Ομοσπονδιακό Κράτος, αλλά Κοινότητα ειδικής φύσεως σε συνεχή ολοκλήρωση», «διακρατικό όργανο», φρονώ ότι η κυριαρχία των εθνικών δικαστηρίων δεν μπορεί να αμφισβητηθεί.
Κατά τα λοιπά, η λύση την οποία προτείνω, νομίζω ότι συμπορεύεται με την ήδη πάγια νομολογία, με την οποία, σε θέματα προδικαστικά, το Δικαστήριο έχει αποποιηθεί την αρμοδιότητά του υπέρ των εθνικών δικαστηρίων.
Αυτό συμβαίνει σε θέματα δασμολογικής κατατάξεως. Περιορίζομαι να αναφερθώ στην απόφαση του Δικαστηρίου στην υπόθεση Osram της 8ης Μαΐου 1974 (Recueil 1974, σ. 485-486):
«Το ζήτημα αν τα προϊόντα που αποτελούν αντικείμενο της διαφοράς στην κυρία δίκη ανταποκρίνονται πράγματι στις προϋποθέσεις αυτές αφορά περισσότερο την εφαρμογή παρά την ερμηνεία του κοινού δασμολογίου και επομένως ανήκει στην αρμοδιότητα του εθνικού δικαστηρίου.»
«Όπως ήδη ελέχθη, το εθνικό δικαστήριο είναι αρμόδιο να καθορίσει αν τα επίδικα αντικείμενα πληρούν πράγματι τις προϋποθέσεις για να καταταγούν στη μία ή στην άλλη δασμολογική κλάση, το δε Δικαστήριο είναι αρμόδιο, δυνάμει του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, μόνο για την ερμηνεία των διατάξεων του κοινού δασμολογίου.»
Έτσι έκρινε το Δικαστήριο σε συναφή θέματα χαρακτηρισμού με αυτά που μας απασχολούν στην προκειμένη υπόθεση, για το βαθμό προσοχής που δικαίως αναμένει κανείς από έναν συνετό και επιμελή έμπορο (απόφαση της 30ής Ιανουαρίου 1974, Kampffmeyer, Rec. 1974, σ. 111):
«Ελλείψει διατάξεως του κοινοτικού δικαίου, το εθνικό δικαστήριο είναι αρμόδιο να κρίνει αν, λαμβάνοντας υπόψη τις συγκεκριμένες περιστάσεις, κάποιος έμπορος επέδειξε ή όχι τη δέουσα επιμέλεια.»
«Δεν πρόκειται για θέμα ερμηνείας, αλλά για θέμα εφαρμογής το οποίο ανήκει στο εθνικό δικαστήριο.»
Σε θέματα αθλητικού συναγωνισμού, για να κριθεί αν σ' ένα συγκεκριμένο άθλημα ο προπονητής και ο δρομέας αποτελούν ομάδα (απόφαση της 12ης Δεκεμβρίου 1974, Walrave, Rec. 1974, σ. 1419):
«Στο εθνικό δικαστήριο ανήκει ο χαρακτηρισμός, ενόψει των όσων προηγούνται, της δραστηριότητας που υπήχθη στην κρίση του.»
Σε θέμα καταχρήσεως ανταγωνισμού του άρθρου 86 (απόφαση της 30ής Απριλίου 1974, Sacchi, Rec. 1974, σ. 431):
«Στο τέταρτο ερώτημα παραθέτει το εθνικό δικαστήριο ορισμένες εκδηλώσεις συμπεριφοράς που μπορούν να αποτελέσουν κατάχρηση κατά την έννοια του άρθρου 86…»
«Είναι έργο του εθνικού δικαστηρίου κάθε φορά να διαπιστώσει την ύπαρξη τέτοιων καταχρήσεων και έργο της Επιτροπής να τις θεραπεύσει εντός του πλαισίου των αρμοδιοτήτων της.»
(απόφαση της 21ης Μαρτίου 1974, BRT, Rec. 1974, σ. 317-318):
«Ο δικαστής πρέπει να εκτιμήσει αν τέτοιες συμφωνίες υπερβαίνουν το επιτρεπόμενο μέτρο, λαμβάνοντας υπόψη το αποτέλεσμα που παράγουν αυτές οι ρήτρες τόσο δυνάμει της εσωτερικής τους φύσης, όσο και από το συνδυασμό τους.»
«Ο δικαστής είναι επίσης αρμόδιος να κρίνει αν και σε ποιο μέτρο οι τυχόν διαπιστωθείσες καταχρηστικές πρακτικές έχουν αντίκτυπο στα συμφέροντα των δημιουργών ή των τρίτων ενδιαφερομένων εν όψει της συναγωγής των συνεπειών επί της ισχύος και της ενεργείας των επιδίκων συμβάσεων ή ορισμένων ρητρών τους…»
«Είναι επομένως έργο του εθνικού δικαστηρίου να ερευνήσει αν η επιχείρηση, η οποία επικαλείται τις διατάξεις του άρθρου 90, παράγραφος 2, για να ζητήσει εξαίρεση από τις διατάξεις της Συνθήκης, έχει επιφορτιστεί πράγματι από το κράτος μέλος με τη διαχείριση υπηρεσίας γενικού οικονομικού ενδιαφέροντος.»
Σε θέματα κοινωνικής ασφαλίσεως, σε περίπτωση σωρεύσεως παροχής ασφαλείας κατά ασθενειών και παροχής ασφαλείας κατά αναπηρίας (απόφαση της 15ης Μαΐου 1974, Kaufmann, Rec. 1974, σ. 524):
«Είναι έργο του εθνικού δικαστηρίου να κρίνει αν, στην συγκεκριμένη περίπτωση, εμφανίζεται κίνδυνος τέτοιας σωρεύσεως.»
Τέλος, σε θέματα ανωτέρας βίας (απόφαση της 28ης Μαΐου 1974, Pfützenreuter, Rec. 1974, σ. 599):
«Τα εθνικά δικαστήρια μπορούν επομένως, εντός των ορίων της δικής τους αρμοδιότητας, να αναγνωρίσουν την ύπαρξη περιπτώσεως ανωτέρας βίας όχι μόνον όταν η κατάσταση της οποίας γίνεται επίκληση περιλαμβάνεται στην απαρίθμηση της παραγράφου 2 ή όταν έχει αναγνωριστεί από τα κράτη μέλη δυνάμει της παραγράφου 3, αλλά επίσης και σε άλλες περιπτώσεις.»
Μία διαφορετική ερμηνεία θα κινδύνευε άλλωστε να προδικάσει τις εργασίες σχετικά με το ευρωπαϊκό σήμα.
Σύμφωνα με τις πληροφορίες που έχω μέχρι την ημέρα που αναπτύσσω τις προτάσεις μου, από το κείμενο που έχει δημοσιεύσει η Επιτροπή προκύπτει ότι, αντίθετα από ό, τι ισχύει για το ευρωπαϊκό δίπλωμα ευρεσιτεχνίας, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Σημάτων (που προβλέπεται στο άρθρο 4) είναι εκείνο που θα έχει την αρμοδιότητα αναιρέσεως των αποφάσεων που ελήφθησαν από το τμήμα προσφυγών σε θέματα ερεύνης και διαχειρίσεως των σημάτων (άρθρο 99) και από το τμήμα ακυρώσεων σε θέματα εκπτώσεως και ακυρότητας του ευρωπαϊκού σήματος (άρθρο 138), αυτό δε το ίδιο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Σημάτων θα είναι αρμόδιο, σε περίπτωση δίκης παραποιήσεως του ευρωπαϊκού σήματος, να ερμηνεύσει τόσο τη σύμβαση όσο και τις κοινοτικές διατάξεις που εκδίδονται εις εκτέλεσή της, καθώς και να κρίνει το κύρος αυτών των διατάξεων (άρθρο 161), έστω κι αν δεν αποκλείεται, σύμφωνα με το σχέδιο, «να συνδεθεί το όργανο αυτό με ήδη υφιστάμενο διεθνές δικαστήριο» (σημείωση 1 επί του άρθρου 4).
5.
Αυτή όμως η κατάσταση δεν είναι τελείως αθεράπευτη. Η λύση μπορεί να αναζητηθεί σε διάφορα επίπεδα.
Κατ' αρχάς, στο πεδίο του ίδιου του άρθρου 36, δεν πρέπει οι απαγορεύσεις ή οι περιορισμοί που δικαιολογούνται από λόγους προστασίας της βιομηχανικής και εμπορικής ιδιοκτησίας να αποτελούν μέσο αυθαίρετης διακρίσεως, η δε έννοια του «κινδύνου συγχύσεως» να εφαρμόζεται στο ίδιο κράτος κατά τρόπο που να δημιουργεί διακρίσεις σύμφωνα με την εθνικότητα των επιχειρήσεων: έτσι, ο κίνδυνος συγχύσεως, εφόσον υφίσταται σ' ένα κράτος, πρέπει να γίνει αδιακρίτως δεκτός έναντι όλων των εθνικών εταιριών που χρησιμοποιούν την ίδια ρίζα «ισχυρός» για να χαρακτηριστούν ομοειδή προϊόντα με εκείνα της επιχειρήσεως ενός άλλου κράτους. Σχετικώς, τα δικαστήρια των κρατών μελών, τα οποία επίσης εξασφαλίζουν «το σεβασμό του δικαίου κατά την ερμηνεία και εφαρμογή της Συνθήκης» (άρθρο 164), πρέπει να επιδεικνύουν επιμέλεια ακόμη μεγαλύτερη εφόσον παραμένουν κυρίαρχα για την ερμηνεία της εννοίας του «κινδύνου συγχύσεως». Επίσης, η προστασία που παρέχεται εν προκειμένω δεν πρέπει να αποτελεί συγκεκαλυμμένο περιορισμό στο εμπόριο μεταξύ των κρατών μελών και πιστεύω ότι μια εντελώς ειδική ευθύνη βαρύνει σχετικά την Επιτροπή, που βρίσκεται στην καλύτερη θέση να ανακαλύπτει τέτοιους περιορισμούς.
Όπως κάθε κράτος μέλος (άρθρο 170), η Επιτροπή μπορεί, σε περίπτωση που κρίνει ότι η νομοθεσία ενός κράτους μέλους σε θέματα προστασίας της βιομηχανικής και εμπορικής ιδιοκτησίας ή ο τρόπος που εφαρμόζεται αποτελεί παράβαση του άρθρου 36, να ενεργήσει σύμφωνα με το άρθρο 169.
Υπάρχει πάντως ένα είδος λύσεως έναντι της οποίας χρειάζεται σοβαρή προειδοποίηση: επιχειρήσεις ισχυριζόμενες ότι χρησιμοποιούν σήματα που προκαλούν σύγχυση, αληθινή ή υποθετική, για ομοειδή προϊόντα, θα μπορούσαν να παρακινηθούν σε συνεννόηση, κατανέμοντας την αγορά ή δημιουργώντας «ομίλους». Θα υπήρχε τότε ο κίνδυνος να δημιουργηθούν πρακτικές αντίθετες όχι πλέον στο θεμιτό ανταγωνισμό, αλλά σε οποιονδήποτε ανταγωνισμό, ο οποίος αποτελεί πεδίο τουλάχιστον τόσο σημαντικό όπως το πεδίο της βιομηχανικής και εμπορικής ιδιοκτησίας. Ναι μεν έδωσε η Επιτροπή τη συγκατάθεσή της για ορισμένες συμφωνίες κατανομής των αγορών (Nicholas Vitapointe κατά Vitapro, απόφαση της 30ής Ιουλίου 1964, JO 13, της 26ης Αυγούστου 1984, σ. 2287), αλλά τότε επρόκειτο για τρίτη χώρα. Από τότε όμως (βλ. απόφαση Sirdar κατά Phildar που αναφέρθηκε πιο πάνω), η Επιτροπή άφησε σαφώς να νοηθεί ότι απαγορεύει αυτού του είδους τις συμφωνίες με τις οποίες οι ενδιαφερόμενοι συμφωνούσαν μεταξύ τους σε εδαφική κατανομή των αγορών.
De lege ferenda, εντός του πλαισίου των εργασιών σχετικά με το ευρωπαϊκό σήμα, θα πρέπει να αποφευχθούν οι συγκρούσεις και να διαρρυθμιστούν οι κανόνες καταθέσεως και δημοσιότητας των σημάτων κατά τρόπον ώστε «να πνίγονται εν τη γενέσει τους» οι τυχόν συγκρούσεις πριν το σήμα ή η εμπορική επωνυμία, που είναι ικανά να δημιουργήσουν σύγχυση με ήδη γνωστό και προστατευόμενο σήμα, αποκτήσει πραγματική ύπαρξη.
Εξάλλου, θα πρέπει να παραμένει ανοικτή για τον δικαιούχο του προηγουμένου σήματος η δυνατότητα να ζητήσει εντός ορισμένης προθεσμίας από της καταθέσεως του νέου σήματος την ακύρωσή του όταν η κατάθεση έγινε από καλόπιστο τρίτο. Εκεί εφαρμόζεται το άρθρο 12 του προσχεδίου της συμβάσεως σχετικά με το ευρωπαϊκό δίκαιο σημάτων.
Καμία όμως λύση δεν προβλέπεται για τα παλαιά σήματα, υπό την προϋπόθεση ότι δεν τους αντιτάσσεται έκπτωση λόγω παρατεταμένης αχρησίας, το ευρωπαϊκό δε σχέδιο αφήνει να υφίστανται τα εθνικά σήματα ανεξάρτητα από το ευρωπαϊκό σήμα.
Όπως είπε η Επιτροπή, το πρόβλημα δεν θα λυθεί επομένως με την προσέγγιση των νομοθεσιών — όπως έχουν σήμερα τα σχέδια.
Θα πρέπει ακόμη να συγκεντρωθούν σε κάθε κράτος μέλος τα δικαστήρια που θα καλούνται να δικάζουν τις αγωγές λόγω αθεμίτου ανταγωνισμού ή τις αγωγές που θα αποβλέπουν στην προστασία των καταναλωτών.
Τέλος, για να αποφευχθεί να διαφέρει η εκτίμηση περί της υπάρξεως κινδύνου συγχύσεως μεταξύ δύο σημάτων, κατά τον ίδιο χρόνο, μεταξύ μιας χώρας και μιας άλλης — πράγμα που θα επέφερε εκτροπή των κατευθύνσεων του εμπορίου —, θα πρέπει τα δικαστήρια ενός κράτους να λαμβάνουν υπόψη τους τα πραγματικά περιστατικά και τις αποφάσεις που έχουν εκδοθεί στα άλλα κράτη, αφού τα πραγματικά αυτά περιστατικά και αυτές οι αποφάσεις σχηματίζουν στην πραγματικότητα, εντός του πλαισίου της κοινής αγοράς, ενότητα με τις καταστάσεις τις οποίες δικάζουν.
θα μπορεί να καθοδηγηθεί κανείς σχετικά με την κοινή δήλωση που έχει προστεθεί στο πρωτόκολλο που αφορά την ερμηνεία από το Δικαστήριο της συμβάσεως της 27ης Σεπτεμβρίου 1968 για τη διεθνή δικαιοδοσία και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις και να προβεί σε ανταλλαγή πληροφοριών με το Δικαστήριο σχετικά με τις αποφάσεις που εκδόθηκαν από τα εθνικά δικαστήρια στα θέματα που μας ενδιαφέρουν.
Μπορεί κανείς να αναλογιστεί την έκταση του έργου και δυστυχώς δεν μπορώ να συμμεριστώ την αισιοδοξία του καθηγητή Beier.
Μεταφέροντας αυτά που έκρινε η απόφαση Parke Davis της 29ης Φεβρουαρίου 1968 (Rec. 1968, σ. 109), θα πρέπει κανείς να περιοριστεί στη διαπίστωση ότι για όσο χρόνο δεν ενοποιηθούν εντός του πλαισίου της Κοινότητας οι διατάξεις σχετικά με την προστασία κατά του αθεμίτου ανταγωνισμού και με την προστασία των καταναλωτών, τα εμπόδια στην ελεύθερη κυκλοφορία των προϊόντων που οφείλονται σε διαφορετική κρίση του βαθμού που πρέπει να αναγνωριστεί σ' αυτές τις προστασίες θα αποτελέσουν περιστατικό που δεν θα μπορεί να επικριθεί καθαυτό, υπό την επιφύλαξη καταχρήσεων στις οποίες θα μπορούσαν να δώσουν λαβή αυτές οι προστασίες.
Επομένως, δεν υπάρχει θέμα να γίνει, υπό την κάλυψη της ερμηνείας των διατάξεων σχετικά με την κατάργηση των ποσοτικών περιορισμών, ενοποίηση του δικαίου των σημάτων και της προστασίας της βιομηχανικής και εμπορικής ιδιοκτησίας, έστω και αντλώντας από τις γενικές αρχές του δικαίου που είναι κοινές στα κράτη μέλη, ούτε πολύ περισσότερο ενοποίηση του δικαίου του αθεμίτου ανταγωνισμού και της προστασίας των καταναλωτών, στερώντας από κάθε αποτέλεσμα τις ερμηνείες των εθνικών δικαστών που είναι πεπειραμένοι και καλά εφοδιασμένοι στον τομέα αυτό.
Πέραν της υπενθυμίσεως των τελικών διατάξεων του άρθρου 36, δεν χρειάζεται, στην παρούσα υπόθεση, να ορίσετε τις αρχές που πρέπει να κατευθύνουν την κρίση των εθνικών δικαστηρίων. Τα κριτήρια που πρέπει να γίνουν δεκτά για τον καθορισμό της υπάρξεως κινδύνου συγχύσεως δεν πρέπει να ληφθούν από την κοινοτική έννομη τάξη, αλλά να εφαρμοστούν κατά τρόπο ενιαίο, κάτι που είναι τελείως διαφορετικό.
Υπό τις προϋποθέσεις αυτές, προτείνω να κρίνετε ότι τα άρθρα 30 και 36 δεν εμποδίζουν το εθνικό δικαστήριο, στηριζόμενο στην προστασία κατά του αθεμίτου ανταγωνισμού και στην προστασία των καταναλωτών, να διατάξει μια επιχείρηση να μη διαθέσει στο εμπόριο σ' ένα κράτος μέλος ένα προϊόν με σήμα που έχει νομίμως κατατεθεί σε άλλο κράτος μέλος, το οποίο όμως κινδυνεύει να προκαλέσει σύγχυση με τα ομοειδή προϊόντα που πωλούνται υπό παρεμφερές σήμα από άλλη επιχείρηση του πρώτου κράτους, όταν δεν υφίσταται κανένας δεσμός μεταξύ των ενδιαφερομένων επιχειρήσεων, τα δε δικαιώματά τους επί του σήματος έχουν ήδη γεννηθεί ανεξάρτητα στα διάφορα κράτη μέλη, εκτός αν αυτό συνιστά αυθαίρετη διάκριση ή συγκεκαλυμμένο περιορισμό στο εμπόριο μεταξύ κρατών μελών.
( *1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γαλλική.
Full & Egal Universal Law Academy