ΑΠΌΦΑΣΗ TOY ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ
της 8ης Ιουλίου 1975 ( *1 )
Στην υπόθεση 4/75,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση του Verwaltungsgericht της Κολωνίας προς το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογή του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, με την οποία ζητείται, στο πλαίσιο της διαδικασίας που εκκρεμεί ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου μεταξύ
Rewe-Zentralfinanz eGmbH, Κολωνία,
και
Διευθυντού του Landwirtschaftskammer (γεωργικού επιμελητηρίου), ως πληρεξουσίου του ομόσπονδου κράτους, Βόννη,
η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς την ερμηνεία των διατάξεων της Συνθήκης περί της απαγόρευσης των ποσοτικών περιορισμών κατά την εισαγωγή και των μέτρων ισοδυνάμου αποτελέσματος σχετικά με φυτοϋγειονομικούς ελέγχους κατά την εισαγωγή γεωργικών προϊόντων,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ,
συγκείμενο από τους R. Lecourt, πρόεδρο, J. Mertens de Wilmars και Α. Μ. Donner, προέδρους τμήματος, R. Monaco (εισηγητή), P. Pescatore, Η. Kutscher, Μ. Sørensen και Α. O'Keeffe, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: G. Reischl
γραμματέας: Α. Van Houtte
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
(το μέρος που περιέχει τα περιστατικά παραλείπεται)
Σκεπτικό
1
Με Διάταξη της 24ης Οκτωβρίου 1974, που περιήλθε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 13 Ιανουαρίου 1975, το Verwaltungsgericht της Κολωνίας υπέβαλε, δυνάμει του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, προδικαστικά ερωτήματα ως προς την ερμηνεία των άρθρων 30 και 36 της Συνθήκης περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας, σχετικά με την ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων.
Τα ερωτήματα αυτά ανέκυψαν στο πλαίσιο μιας διαφοράς, ενώπιον του εν λόγω δικαστηρίου με αντικείμενο το συμβιβαστό σε σχέση με τη Συνθήκη ΕΟΚ, φυτοϋγειονομικών ελέγχων στα σύνορα που εφαρμόζει ένα κράτος μέλος στις εισαγωγές μήλων προελεύσεως άλλου κράτους μέλους.
2
Με το πρώτο ερώτημα ζητείται να κριθεί αν οι φυτοϋγειονομικοί έλεγχοι στα σύνορα, στους οποίους υποχρεωτικά υποβάλλονται οι εισαγωγές φυτικών προϊόντων, όπως τα μήλα, που προέρχονται από άλλο κράτος μέλος, πρέπει να θεωρηθούν ως μέτρα ισοδυνάμου προς ποσοτικούς περιορισμούς αποτελέσματος, κατά την έννοια του άρθρου 30 της Συνθήκης ΕΟΚ.
Με το δεύτερο και τρίτο ερώτημα ζητείται κατ' ουσίαν να διευκρινιστεί αν οι εν λόγω έλεγχοι μπορούν να δικαιολογηθούν δυνάμει του άρθρου 36 της Συνθήκης ΕΟΚ, μετά τη θέση σε εφαρμογή της οδηγίας 69/466 του Συμβουλίου, της 8ης Δεκεμβρίου 1969, περί της καταπολεμήσεως της ψείρας του Αγίου Ιωσήφ και αν, ιδίως όσον αφορά τις εισαγωγές μήλων, συνιστούν «μέσο αυθαιρέτων διακρίσεων», κατά την έννοια του προαναφερθέντος άρθρου 36, δεδομένου ότι τα όμοια εγχώρια προϊόντα δεν υποβάλλονται σε υποχρεωτικούς ελέγχους προκειμένου να τεθούν σε κυκλοφορία στο εσωτερικό της χώρας.
Λόγω της συνάφειας των ερωτημάτων αυτών, ενδείκνυται να εξεταστούν από κοινού.
3
Το άρθρο 30 της Συνθήκης απαγορεύει μεταξύ των κρατών μελών τους ποσοτικούς περιορισμούς επί των εισαγωγών, καθώς και όλα τα μέτρα ισοδυνάμου αποτελέσματος. Για να εμπέσουν στην απαγόρευση αυτή, αρκεί τα εν λόγω μέτρα να είναι ικανά να παρακωλύσουν, άμεσα ή έμμεσα, πραγματικά ή δυνητικά, τις εισαγωγές.
Σύμφωνα με το άρθρο 2, παράγραφος 2, της οδηγίας 70/50/ΕΟΚ της Επιτροπής, της 22ας Δεκεμβρίου 1969 (ABl. L 13, 1970, σ. 29), στα μέτρα ισοδυνάμου αποτελέσματος περιλαμβάνονται εκείνα τα οποία εξαρτούν την εισαγωγή από προϋποθέσεις που απαιτούνται μόνο για τα εισαγόμενα προϊόντα ή είναι διαφορετικές και πληρούνται δυσκολότερα από τις προϋποθέσεις που απαιτούνται για τα εγχώρια προϊόντα.
4
Όπως προκύπτει από τα υποβληθέντα ερωτήματα, οι εν λόγω φυτοϋγειονομικοί έλεγχοι αφορούν μόνο τις εισαγωγές φυτικών προϊόντων, ενώ τα όμοια εγχώρια προϊόντα, όπως τα μήλα, δεν υποβάλλονται υποχρεωτικά σε ανάλογους ελέγχους προκειμένου να τεθούν σε κυκλοφορία. Οι έλεγχοι αυτοί απολήγουν επομένως στην επιβολή προϋποθέσεως μόνο για εισαγόμενα προϊόντα, κατά την έννοια του άρθρου 2, παράγραφος 2 της προαναφερθείσας οδηγίας.
Επιπροσθέτως, ιδίως λόγω των καθυστερήσεων που είναι συμφυείς με τις διαδικασίες ελέγχου και των πρόσθετων εξόδων μεταφοράς που ενδεχομένως προκύπτουν για τον εισαγωγέα, οι υπό κρίση έλεγχοι μπορούν να καταστήσουν δυσχερέστερες ή ακριβότερες τις εισαγωγές.
5
Από τις προηγούμενες σκέψεις έπεται ότι οι φυτοϋγειονομικοί έλεγχοι στα σύνορα, στους οποίους υποβάλλονται υποχρεωτικά τα φυτικά προϊόντα, όπως τα μήλα, που προέρχονται από άλλο κράτος μέλος, αποτελούν μέτρα ισοδυνάμου προς ποσοτικούς περιορισμούς αποτελέσματος, που απαγορεύονται από το άρθρο 30 της Συνθήκης, υπό την επιφύλαξη των εξαιρέσεων που προβλέπει το κοινοτικό δίκαιο.
6
Δυνάμει του άρθρου 36, πρώτο εδάφιο, της Συνθήκης, οι διατάξεις των άρθρων 30 έως και 34 της Συνθήκης δεν αντιτίθενται στους περιορισμούς εισαγωγών και, κατά συνέπεια, στα μέτρα ισοδυνάμου αποτελέσματος, που δικαιολογούνται από λόγους προφυλάξεως των φυτών. Η οδηγία του Συμβουλίου 69/466/ΕΟΚ, της 8ης Δεκεμβρίου 1969 (EE ειδ. έκδ. 03/005, σ. 23), περί της καταπολεμήσεως της ψείρας του Αγίου Ιωσήφ, θέσπισε δέσμη κανόνων κοινών για όλα τα κράτη μέλη της Κοινότητας. Σκοπός αυτής της οδηγίας είναι η λήψη ελάχιστων μέτρων κοινών για όλα τα κράτη μέλη για την καταπολέμηση «συγχρόνως και μεθοδικώς» ορισμένων επιβλαβών οργανισμών στο σύνολο της Κοινότητας και την αποφυγή της διαδόσεώς τους.
Συγχρόνως, η οδηγία, η οποία θεσπίστηκε δυνάμει των άρθρων 43 και 100 της Συνθήκης, συγκαταλέγεται στα μέτρα που προορίζονται για την κατάργηση των εμποδίων στην ελεύθερη κυκλοφορία των γεωργικών προϊόντων μέσα στην Κοινότητα.
7
Όπως προκύπτει, όμως, από την τέταρτη σκέψη της οδηγίας αυτής, τα προαναφερθέντα μέτρα επιδιώκουν τη συμπλήρωση και όχι την αντικατάσταση των μέτρων προστασίας κατά της εισαγωγής επιβλαβών οργανισμών στα κράτη μέλη.
Το άρθρο 11 επιτρέπει στα κράτη μέλη να θεσπίσουν, στο μέτρο που είναι αναγκαίες, συμπληρωματικές διατάξεις για την καταπολέμηση της ψείρας του Αγίου Ιωσήφ ή για την πρόληψη της διάδοσής της και τους παρέχει την ευχέρεια να διατηρούν, εφόσον είναι αναγκαία, τέτοια μέτρα.
Στο παρόν στάδιο εξελίξεως της οικείας κοινοτικής νομοθεσίας, οι φυτοϋγειονομικοί έλεγχοι που διενεργούνται από ένα κράτος μέλος κατά την εισαγωγή φυτικών προϊόντων υπάγονται, κατ' αρχήν, στους περιορισμούς εισαγωγών, οι οποίοι δικαιολογούνται από το άρθρο 36, πρώτο εδάφιο, της Συνθήκης.
8
Εντούτοις, οι περιορισμοί των εισαγωγών που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο του άρθρου 36 δεν επιτρέπονται, δυνάμει του δευτέρου εδαφίου του άρθρου αυτού, αν αποτελούν μέσο αυθαιρέτων διακρίσεων.
Το γεγονός ότι τα εισαγόμενα από άλλο κράτος μέλος φυτικά προϊόντα υποβάλλονται σε φυτοϋγειονομικό έλεγχο, ενώ τα εγχώρια προϊόντα δεν υποβάλλονται σε ισοδύναμο έλεγχο κατά την αποστολή εντός του κράτους μέλους, μπορεί ενδεχομένως να αποτελεί αυθαίρετη διάκριση κατά την έννοια της προαναφερθείσας διάταξης.
Επομένως, η επιβολή φυτοϋγειονομικών ελέγχων στα εισαγόμενα προϊόντα, για τα οποία αποδεικνύεται ότι προέρχονται από διαφορετικές ζώνες από αυτές που αναφέρονται στο άρθρο 3 της οδηγίας 69/466/ΕΟΚ του Συμβουλίου, δυνατόν να αποτελεί συμπληρωματικό ή αυστηρότερο μέτρο που δεν δικαιολογείται από το άρθρο 11 αυτής της οδηγίας και πρέπει να θεωρηθεί ως μέτρο αυθαιρέτου διακρίσεως, κατά την έννοια του άρθρου 36, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης. Πάντως, η διαφορετική μεταχείριση των εισαγομένων από τα εγχώρια προϊόντα, που αιτιολογείται από την ανάγκη να προληφθεί η διάδοση του επιβλαβούς οργανισμού, δεν πρέπει να θεωρείται ως αυθαίρετη διάκριση εφόσον έχουν ληφθεί αποτελεσματικά μέτρα για να αποκλειστεί η θέση σε κυκλοφορία των μολυσμένων εγχωρίων προϊόντων και εφόσον υπάρχουν λόγοι, ιδίως βάσει της κτηθείσης πείρας, να γίνει δεκτό ότι υφίσταται κίνδυνος διάδοσης του επιβλαβούς οργανισμού, ελλείψει ελέγχων κατά την εισαγωγή.
9
Επομένως, στα υποβληθέντα ερωτήματα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι η υποχρέωση να υποβάλλονται σε φυτοϋγειονομικό έλεγχο στα σύνορα οι εισαγωγές φυτικών προϊόντων, όπως τα μήλα, που προέρχονται από άλλο κράτος μέλος, με σκοπό να διαπιστωθεί αν τα προϊόντα αυτά είναι φορείς ορισμένων επιβλαβών για τα φυτά οργανισμών, αποτελεί μέτρο ισοδυνάμου προς ποσοτικούς περιορισμούς αποτελέσματος, που απαγορεύεται από το άρθρο 30 της Συνθήκης, υπό την επιφύλαξη των παρεκκλίσεων που προβλέπονται στο άρθρο 36. Οι αναγκαίες συμπληρωματικές ή αυστηρότερες διατάξεις, κατά την έννοια του άρθρου 11 της οδηγίας 69/466/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 8ης Δεκεμβρίου 1969, που προβλέπονται για την καταπολέμηση ή την προφύλαξη από τη διάδοση της ψείρας του Αγίου Ιωσήφ, επιτρέπουν στα κράτη μέλη να διενεργούν φυτοϋγειονομικούς ελέγχους στα εισαγόμενα προϊόντα, εφόσον έχουν ληφθεί αποτελεσματικά μέτρα για να αποκλειστεί η θέση σε κυκλοφορία των μολυσμένων εγχωρίων προϊόντων και εφόσον υπάρχουν λόγοι, ιδίως βάσει της κτηθείσης πείρας, να γίνει δεκτό ότι υφίσταται κίνδυνος διάδοσης του επιβλαβούς οργανισμού, ελλείψει ελέγχων κατά την εισαγωγή.
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ,
κρίνοντας επί του ερωτήματος που του υπέβαλε το Verwaltungsgericht Köln, με Διάταξη της 24ης Οκτωβρίου 1974, αποφαίνεται:
1)
Η υποχρέωση να υποβάλλονται σε φυτοϋγειονομικό έλεγχο στα σύνορα οι εισαγωγές φυτικών προϊόντων, όπως τα μήλα, που προέρχονται από άλλο κράτος μέλος, με σκοπό να διαπιστωθεί αν τα προϊόντα αυτά είναι φορείς ορισμένων επιβλαβών για τα φυτά οργανισμών, αποτελεί μέτρο ισοδυνάμου προς ποσοτικούς περιορισμούς αποτελέσματος, που απαγορεύεται από το άρθρο 30 της Συνθήκης, υπό την επιφύλαξη των παρεκκλίσεων που προβλέπονται στο άρθρο 36.
2)
Οι αναγκαίες συμπληρωματικές ή αυστηρότερες διατάξεις, κατά την έννοια του άρθρου 11 της οδηγίας 69/466/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 8ης Δεκεμβρίου 1969, που προβλέπονται για την καταπολέμηση ή την προφύλαξη από τη διάδοση της ψείρας του Αγίου Ιωσήφ, επιτρέπουν στα κράτη μέλη να διενεργούν φυτοϋγειονομικούς ελέγχους στα εισαγόμενα προϊόντα, εφόσον έχουν ληφθεί αποτελεσματικά μέτρα για να αποκλειστεί η θέση σε κυκλοφορία των μολυσμένων εγχωρίων προϊόντων και εφόσον υπάρχουν λόγοι, ιδίως βάσει της κτηθείσης πείρας, να γίνει δεκτό ότι υφίσταται κίνδυνος διάδοσης του επιβλαβούς οργανισμού, ελλείψει ελέγχων κατά την εισαγωγή.
Lecourt
Mertens de Wilmars
Mackenzie Stuart
Donner
Monaco
Pescatore
Kutscher
Sørensen
O'Keeffe
Δημοσιεύτηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 8 Ιουλίου 1975.
Ο γραμματέας
Α. Van Houtte
Ο πρόεδρος
R. Lecourt
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η γερμανική.
Full & Egal Universal Law Academy