ΑΠΟΦΑΣΗ TOY ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ
της 24ης Ιουνίου 1975 ( *1 )
Στην υπόθεση 8/75,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση του Cour de cassation της Γαλλίας, τμήμα κοινωνικών υποθέσεων, προς το Δικαστήριο, δυνάμει του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, με την οποία ζητείται, στο πλαίσιο της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του παραπέμποντος δικαστηρίου μεταξύ
Caisse primaire d'assurance maladie de Selestat
και
Association du Foot-Ball Club d'Andlau,
η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς την ερμηνεία ορισμένων διατάξεων των κανονισμών 3 και 4 του Συμβουλίου, που προσδιορίζουν την εφαρμοστέα νομοθεσία,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ,
συγκείμενο από τους R. Lecourt, πρόεδρο, J. Mertens de Wilmars και Mackenzie Stuart, προέδρους τμήματος, Α. Μ. Donner, R. Monaco (εισηγητή), P. Pescatore, Η. Kutscher, Μ. Sørensen και Α. O'Keeffe δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: J. P. Warner
γραμματέας: Α. Van Houtte
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
(Το μέρος που περιέχει τα πραγματικά περιστατικά παραλείπεται)
Σκεπτικό
1
Με Διάταξη της 4ης Δεκεμβρίου 1974, που περιήλθε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 29 Ιανουαρίου 1975, το Cour de cassation της Γαλλίας υπέβαλε, δυνάμει του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, ερωτήματα σχετικά με την ερμηνεία ορισμένων διατάξεων του κανονισμού 3 του Συμβουλίου, που αφορά την κοινωνική ασφάλιση των διακινουμένων εργαζομένων, και του υπ' αριθ. 4 εκτελεστικού κανονισμού αυτού.
2
Τα ερωτήματα αυτά ανέκυψαν στο πλαίσιο διαφοράς, η οποία ήχθη ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου σχετικά με την αίτηση καταβολής εισφορών κοινωνικής ασφαλίσεως, απευθυνθείσα, κατ' εφαρμογή του γενικού γαλλικού συστήματος κοινωνικής ασφαλίσεως, στο γάλλο εργοδότη πέντε μουσικών γερμανικής ιθαγένειας, κατοίκων Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας και οι οποίοι, το 1970, άσκησαν τη δραστηριότητά τους στη Γαλλία, με την ευκαιρία τριών χορών που οργανώθηκαν από την Association du Foot-Ball Club της Andlau.
Επί του πρώτου ερωτήματος
3
Με το πρώτο ερώτημα ερωτάται «αν η γερμανική νομοθεσία περί κοινωνικής ασφαλίσεως έχει εφαρμογή επί γερμανού μουσικού, κατοίκου Γερμανίας, υπαγόμενου ή όχι, στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, σε οργανισμό κοινωνικής ασφαλίσεως, είτε υπό την ιδιότητα του υπαλλήλου είτε υπό την ιδιότητα του αυτοαπασχολούμενου εργαζόμενου και ο οποίος ασκεί ευκαιριακά στη Γαλλία δραστηριότητα καλλιτέχνη δημοσίων θεαμάτων που κανονικά συνεπάγεται την υπαγωγή του στο γαλλικό σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως των μισθωτών εργαζομένων και των προς αυτούς εξομοιούμενων;»
4
Κατά το άρθρο 12, παράγραφος 1 του κανονισμού 3 «οι μισθωτοί εργαζόμενοι ή οι προς αυτούς εξομοιούμενοι που απασχολούνται στο έδαφος άλλου κράτους μέλους, υπόκεινται στη νομοθεσία αυτού του κράτους, ακόμα και αν ο εργοδότης τους ή η έδρα της επιχειρήσεως που τους απασχολεί βρίσκεται στο έδαφος άλλου κράτους μέλους».
5
Το άρθρο 13, παράγραφος 1 του ίδιου κανονισμού εισάγει εξαιρέσεις σ' αυτή την αρχή, ιδίως στις περιπτώσεις όπου, λόγω του τόπου όπου βρίσκεται η έδρα της επιχειρήσεως ή η κατοικία του εργοδότου του, φαίνεται αδύνατο ή αδικαιολόγητο να υπόκειται ο εργαζόμενος στη νομοθεσία του κράτους όπου απασχολείται προσωρινά.
6
Κατά το στοιχείο γ), εδάφιο 1 του άρθρου 13 «οι μισθωτοί εργαζόμενοι ή οι προς αυτούς εξομοιούμενοι… που ασκούν συνήθως τη δραστηριότητά τους στο έδαφος περισσοτέρων κρατών μελών, υπόκεινται στη νομοθεσία του κράτους μέλους στο έδαφος του οποίου έχουν την κατοικία τους».
7
Η εν λόγω διάταξη αποβλέπει κυρίως στο να αποφευχθεί η σώρευση περισσοτέρων εθνικών νομοθεσιών στην περίπτωση εργαζόμενου ο οποίος, υπαγόμενος στο σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως του κράτους μέλους όπου κατοικεί, μετακινείται προσωρινά, λόγω της δραστηριότητάς του, σε άλλα κράτη μέλη, χωρίς για το λόγο αυτό να μεταβάλλει κατοικία.
8
Έτσι, αυτή η διάταξη προϋποθέτει, για την εφαρμογή της, ότι ο εργαζόμενος έχει ήδη υπαχθεί σε οργανισμό κοινωνικής ασφαλίσεως του κράτους όπου έχει την κατοικία του.
9
Ελλείψει τέτοιας υπαγωγής, η εφαρμοστέα νομοθεσία προσδιορίζεται σύμφωνα με τη γενική αρχή του άρθρου 12 του κανονισμού 3, στο μέτρο που ο εργαζόμενος ανταποκρίνεται, λόγω της δραστηριότητάς του, στις προϋποθέσεις υπαγωγής που προβλέπει η νομοθεσία κοινωνικής ασφαλίσεως της χώρας όπου απασχολείται.
10
Επιπλέον, με την αναφορά στους εργαζόμενους που ασκούν «συνήθως» τη δραστηριότητά τους σε περισσότερα κράτη μέλη, το άρθρο 13, παράγραφος 1, γ) εδάφιο 1, δεν εννοεί να αποκλείσει από το πεδίο εφαρμογής του την περίπτωση του εργαζόμενου ο οποίος, παρόλον ότι δεν συγκεντρώνει τις προϋποθέσεις που προβλέπει το άρθρο 13, παράγραφος 1 α), ασκεί τη δραστηριότητά του σε κράτος μέλος διαφορετικό από το κράτος της κατοικίας του, όχι συνήθως αλλά ευκαιριακά.
11
Για τους λόγους αυτούς, πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι ο εργαζόμενος που κατοικεί σε κράτος μέλος και ασκεί ευκαιριακά τη δραστηριότητά του σε άλλο κράτος μέλος υπόκειται, δυνάμει του άρθρου 13, παράγραφος 1 γ), εδάφιο 1, του κανονισμού 3 στη νομοθεσία του κράτους όπου έχει την κατοικία του, εφόσον έχει υπαχθεί, ως μισθωτός εργαζόμενος ή προς αυτόν εξομοιούμενος, στο σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως του εν λόγω κράτους και ότι, ελλείψει τέτοιας υπαγωγής, υπόκειται στην κοινωνική νομοθεσία του κράτους μέλους όπου ασκεί ευκαιριακά τη δραστηριότητά του.
Επί του δευτέρου ερωτήματος
12
Με το δεύτερο ερώτημα ερωτάται αν, σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο πρώτο ερώτημα, «η εφαρμογή των κοινοτικών κανονισμών έχει ως συνέπεια την απαλλαγή από τις εισφορές που κανονικά οφείλει ο γάλλος εργοδότης στους γαλλικούς οργανισμούς κοινωνικής ασφαλίσεως για την απασχόληση στη Γαλλία καλλιτεχνών δημοσίων θεαμάτων και τη δημιουργία ευνοϊκότερης γι' αυτόν κατάστασης στην περίπτωση απασχολήσεως γερμανών παρά γάλλων μουσικών»;
13
Το άρθρο 8 του κανονισμού 3 προβλέπει ότι «τα πρόσωπα που κατοικούν στο έδαφος κράτους μέλους και στα οποία έχουν εφαρμογή οι διατάξεις του παρόντος κανονισμού, υπόκεινται στις υποχρεώσεις και απολαύουν των πλεονεκτημάτων της νομοθεσίας κοινωνικής ασφαλίσεως κάθε κράτους μέλους υπό τις ίδιες συνθήκες, όπως και οι υπήκοοι αυτού του κράτους».
14
Όπως προκύπτει από τη δοθείσα στο πρώτο ερώτημα απάντηση, οι εν λόγω σχέσεις κοινωνικής ασφαλίσεως διέπονται από τη νομοθεσία του κράτους όπου έχει την κατοικία του ο εργαζόμενος, στην περίπτωση που υπάγεται σε οργανισμό κοινωνικής ασφαλίσεως αυτού του κράτους.
15
Επομένως, η υποχρέωση καταβολής των εισφορών που προβλέπει η νομοθεσία κοινωνικής ασφαλίσεως βαρύνει επίσης τον εργοδότη που είναι εγκατεστημένος σε άλλο κράτος μέλος στο έδαφος του οποίου ο εργαζόμενος ασκεί προσωρινά τη δραστηριότητά του.
16
Γι' αυτή την περίπτωση, το άρθρο 51 του ίδιου κανονισμού προβλέπει την είσπραξη των εισφορών που οφείλονται σε φορέα ενός από τα κράτη μέλη και καθορίζει τους γενικούς όρους υπό τους οποίους η εν λόγω είσπραξη μπορεί να πραγματοποιηθεί στο έδαφος κράτους όπου απασχολείται ο εργαζόμενος.
17
Πρέπει, επομένως, να δοθεί στο δεύτερο ερώτημα η απάντηση ότι ο εργοδότης, ο οποίος είναι εγκατεστημένος σε κράτος μέλος διαφορετικό από το κράτος του οποίου η νομοθεσία κοινωνικής ασφαλίσεως έχει εφαρμογή επί του εργαζόμενου, όταν απαλλάσσεται από την καταβολή εισφορών στους φορείς κοινωνικής ασφαλίσεως του κράτους του, υποχρεούται να καταβάλλει τις εισφορές που προβλέπει η νομοθεσία στην οποία υπόκειται ο εργαζόμενος.
Επί του τρίτου ερωτήματος
18
Με το τρίτο ερώτημα ερωτάται «αν, σε περίπτωση εργατικού ατυχήματος ή ατυχήματος επερχόμενου κατά τη διαδρομή στη Γαλλία, οι γαλλικοί οργανισμοί κοινωνικής ασφαλίσεως θα ήσαν υποχρεωμένοι να καταβάλουν παροχές στους γερμανούς μουσικούς».
19
Κατά το άρθρο 29 του κανονισμού 3, που αφορά «εργατικά ατυχήματα και επαγγελματικές ασθένειες» προβλέπει, στην παράγραφο 1, ότι «ο εργαζόμενος, μισθωτός .ή προς αυτόν εξομοιούμενος, ο οποίος γίνεται θύμα εργατικού ατυχήματος… λαμβάνει, όταν βρίσκεται στο έδαφος κράτους μέλους διαφορετικού από το αρμόδιο κράτος, παροχές σε είδος που χορηγούνται από τον φορέα του τόπου κατοικίας ή διαμονής εις βάρος του αρμόδιου φορέα».
20
Δυνάμει της παραγράφου 6 του ίδιου άρθρου, «οι εν λόγω παροχές αποτελούν το αντικείμενο αποδόσεως στους φορείς που τις έχουν παράσχει…».
21
Επιπλέον, η παράγραφος 7 του ίδιου άρθρου διευκρινίζει, όσον αφορά τις παροχές σε χρήμα, ότι αυτές «χορηγούνται σε βάρος του αρμόδιου φορέα, σύμφωνα με τη νομοθεσία που εφαρμόζεται επ' αυτού».
22
Στην περίπτωση μισθωτού εργαζόμενου ή προς αυτόν εξομοιούμενου, ο οποίος υπόκειται στη νομοθεσία του κράτους όπου έχει την κατοικία του και που ασκεί ευκαιριακά τη δραστηριότητά του σε άλλο κράτος μέλος, το «αρμόδιο κράτος» κατά την έννοια των εν λόγω διατάξεων ταυτίζεται με το κράτος της κατοικίας του, και ο «αρμόδιος κοινωνικός φορέας» είναι ο φορέας αυτού του ίδιου κράτους.
23
Επομένως, πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι σε περίπτωση εργατικού ατυχήματος, περιλαμβανομένου του ατυχήματος κατά τη διαδρομή, επερχόμενου σε μισθωτό εργαζόμενο ή προς αυτόν εξομοιούμενο, υποκείμενο στη νομοθεσία του κράτους όπου έχει την κατοικία του, και ο οποίος απασχολείται ευκαιριακά στο έδαφος άλλου κράτους μέλους, ο κοινωνικός φορέας του τελευταίου αυτού κράτους, ως φορέας του τόπου όπου βρίσκεται ο εργαζόμενος, δεν έχει την υποχρέωση, σε ενδεχομένη περίπτωση, δυνάμει του άρθρου 29, παράγραφος 1 του κανονισμού 3 παρά να χορηγήσει, εις βάρος του φορέα του αρμόδιου κράτους, τις προβλεπόμενες από τη δική του νομοθεσία παροχές σε είδος.
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ,
κρίνοντας επί των ερωτημάτων που του υπέβαλε, με απόφαση της 4ης Δεκεμβρίου 1974, το Cour de cassation της Γαλλίας, αποφαίνεται:
1)
Ο εργαζόμενος που κατοικεί σε κράτος μέλος και ασκεί ευκαιριακά τη δραστηριότητά του σε άλλο κράτος μέλος υπόκειται, δυνάμει του άρθρου 13, παράγραφος 1 γ), εδάφιο 1, του κανονισμού 3 στη νομοθεσία του κράτους όπου έχει την κατοικία του, εφόσον έχει υπαχθεί, ως μισθωτός εργαζόμενος ή προς αυτόν εξομοιούμενος, στο σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως του εν λόγω κράτους. Ελλείψει τέτοιας υπαγωγής, υπόκειται στην κοινωνική νομοθεσία του κράτους μέλους όπου ασκεί ευκαιριακά τη δραστηριότητά του.
2)
Σε περίπτωση εργατικού ατυχήματος, περιλαμβανομένου του ατυχήματος κατά τη διαδρομή, επερχόμενου σε μισθωτό εργαζόμενο ή προς αυτόν εξομοιούμενο, υποκείμενο στη νομοθεσία του κράτους όπου έχει την κατοικία του, και ο οποίος απασχολείται ευκαιριακά στο έδαφος άλλου κράτους μέλους, ο κοινωνικός φορέας του τελευταίου αυτού κράτους, ως φορέας του τόπου όπου βρίσκεται ο εργαζόμενος, δεν έχει την υποχρέωση, σε ενδεχομένη περίπτωση, δυνάμει του άρθρου 29, παράγραφος 1 του κανονισμού 3 παρά να χορηγήσει, εις βάρος του φορέα του αρμόδιου κράτους, τις προβλεπόμενες από τη δική του νομοθεσία παροχές σε είδος.
Lecourt
Mertens de Wilmars
Mackenzie Stuart
Donner,
Monaco
Pescatore
Kutscher
Sørensen
O'Keeffe
Δημοσιεύτηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 24 Ιουνίου 1975.
Ο γραμματέας
Α. Van Houtte
Ο πρόεδρος
R. Lecourt
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η γαλλική
Full & Egal Universal Law Academy