ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ
της 27ης Ιανουαρίου 1976 ( *1 )
Στην υπόθεση 46/75,
«IBC, Importazione bestiame carni» srl, εταιρία ιταλικού δικαίου, με έδρα την Τεργέστη, διά του διαχειριστή και νόμιμου προσωρινού εκπροσώπου της Gaeta-no Dolfini, εκπροσωπούμενη και επικουρούμενη από τους δικηγόρους Augusto Pino και Pier Luigi Bonifazi, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο το δικηγόρο Ernest Arendt, 34 b, rue Philippe II,
ενάγουσα,
κατά
Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενης από το νομικό της σύμβουλο Cesare Maestripieri, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο το νομικό σύμβουλο Pierre Lamoureux, boulevard Royal, 4,
εναγόμενη,
που έχει ως αντικείμενο αγωγή αποζημιώσεως δυνάμει του άρθρου 215, παράγραφος 2 της Συνθήκης ΕΟΚ,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ,
συγκείμενο από τους R. Lecourt, πρόεδρο, Κ. Kutscher, πρόεδρο τμήματος, Α. Μ. Donner, J. Mertens de Wilmars, Μ. Sørensen, A. J. Mackenzie Stuart και A. O'Keeffe, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: J. P. Warner
γραμματέας: Α. Van Houtte
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
(Το μέρος που περιέχει τα περιστατικά παραλείπεται)
Σκεπτικό
1
Με αγωγή που κατέθεσε στις 13 Μαΐου 1975 η ενάγουσα ζητεί αποκατάσταση της ζημίας, την οποία υπέστη λόγω της εφαρμογής από τις ιταλικές τελωνειακές αρχές του κανονισμού της Επιτροπής 1463/73, της 30ής Μαΐου 1973, περί των λεπτομερειών εφαρμογής των νομισματικών εξισωτικών ποσών (GU L 146, σ. 1), ισχυριζόμενη ότι το άρθρο 5 του κανονισμού που εφαρμόστηκε εν προκειμένω είναι παράνομο επειδή μείωσε παρανόμως τα εξισωτικά ποσά κατά την εισαγωγή.
2
Συνεπεία της εφαρμογής αυτής η ενάγουσα υποχρεώθηκε να καταβάλει χωρίς νόμιμη αιτία ως αντιστάθμισμα της διαφοράς μεταξύ της εισφοράς κατά την εισαγωγή και των νομισματικών εξισωτικών ποσών, διάφορα ποσά, των οποίων την επιστροφή ζητεί με την παρούσα αγωγή.
3
Η αγωγή στρέφεται στην πραγματικότητα κατά των αποφάσεων των ιταλικών αρχών που ελήφθησαν σ' εκτέλεση κοινοτικής ρύθμισης, την οποία η ενάγουσα θεωρεί παράνομη· αφορά συνεπώς τη νομιμότητα της είσπραξης των επιδίκων ποσών από τις ιταλικές αρχές που είναι επιφορτισμένες με την εφαρμογή και εκτέλεση της ρύθμισης περί των νομισματικών εξισωτικών ποσών και επιδιώκει να της επιστραφούν από την Κοινότητα αντί από τις εθνικές αρχές τα αχρεωστήτως εισπραχθέντα ποσά.
4
Οι διατάξεις της ρύθμισης αυτής θεσπίζουν τα κριτήρια υπολογισμού των ποσών που οφείλονται ως αντιστάθμισμα της διαφοράς μεταξύ της εισφοράς κατά την εισαγωγή και των νομισματικών εξισωτικών ποσών και δεν αφήνουν καμιά αμφιβολία ότι ο συγκεκριμένος υπολογισμός και η είσπραξη των οφειλομένων ποσών είναι θέμα των εθνικών αρχών.
5
Τα εθνικά δικαστήρια συνεπώς είναι αρμόδια να κρίνουν τη νομιμότητα των εκτελεστικών αυτών πράξεων σ' εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου, κατά τη διαδικασία που προβλέπει το εθνικό δίκαιο και αφού κάνουν ενδεχομένως χρήση του άρθρου 177 της Συνθήκης, ιδίως ως προς τη νομιμότητα της εκτελουμέ-νης κοινοτικής ρύθμισης.
6
Άρα η ενάγουσα δεν μπορεί να ασκήσει ενώπιον του Δικαστηρίου αγωγή αποκαταστάσεως της φερομένης ζημίας κατά της Κοινότητας με σκοπό να τροποποιηθούν κατ' ουσίαν οι εκτελεστικές αυτές πράξεις.
7
Συνεπώς, η αγωγή είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη.
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
Απορρίπτει την αγωγή ως απαράδεκτη.
Lecourt
Kutscher
Donner
Mertens de Wilmars
Sørensen
Mackenzie Stuart
O'Keeffe
Κρίθηκε από το Δικαστήριο στο Λουξεμβούργο στις 27 Ιανουαρίου 1976.
Δημοσιεύτηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 27 Ιανουαρίου 1976.
Lecourt
Kutscher
Donner
Mertens de Wilmars
Sørensen
Mackenzie Stuart
O'Keeffe
Ο γραμματέας
Α. Van Houtte
Ο Πρόεδρος
R. Lecourt
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η ιταλική.
Full & Egal Universal Law Academy