ΑΠΟΦΑΣΗ TOY ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ
της 9ης Μαρτίου 1976 ( *1 )
Στην υπόθεση 108/75,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση του tribunal du travail των Βρυξελλών προς το Δικαστήριο, με την οποία ζητείται, στο πλαίσιο της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του παραπέμποντος δικαστηρίου μεταξύ
Giovanni Balsamo, 121, Corso don Minzoni, κατοίκου Asti (Ιταλίας),
και
Institut national d'assurance maladie-invalidité, 211, avenue de Tervuren, Woluwé Saint-Pierre,
η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς την ερμηνεία του άρθρου 28, παράγραφος 1, f και g, του κανονισμού 3 του Συμβο, υλίου της 25ης Σεπτεμβρίου 1958 (JO 30 της 16ης Δεκεμβρίου 1958, σ. 574) του άρθρου 30, παράγραφος 1 του κανονισμού 4 του Συμβουλίου της 3ης Δεκεμβρίου 1958 (JO 30 της 16ης Δεκεμβρίου 1958, σ. 611), του άρθρου 49 του κανονισμού 1408/71 του Συμβουλίου της 14ης Ιουνίου 1971 (EE ειδ. έκδ. 05/001, σ. 73 επ.) του άρθρου 36, παράγραφος 1 του κανονισμού 574/72 του Συμβουλίου της 21ης Μαρτίου 1972 (EE ειδ. έκδ. 05/001, σ. 138),
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ,
συγκείμενο από τους R. Lecourt, πρόεδρο, Η. Kutscher και Α. O'Keeffe, προέδρους τμήματος, Α. Μ. Donner, J. Mertens de Wilmars, Μ. Sørensen και A. J. Mackenzie Stuart, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: G. Reischl
γραμματέας: Α. Van Houtte
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
(Το μέρος που περιέχει τα περιστατικά παραλείπεται)
Σκεπτικό
1
Με απόφαση της 6ης Οκτωβρίου 1975, που περιήλθε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 13 ιδίου μηνός, το tribunal du travail των Βρυξελλών υπέβαλε, δυνάμει του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, προδικαστικό ερώτημα ως προς την ερμηνεία του άρθρου 28, παράγραφος 1, f και g του κανονισμού 3 του Συμβουλίου της 25ης Σεπτεμβρίου 1958 (JO 30 της 16ης Δεκεμβρίου 1958, σ. 574), του άρθρου 30, παράγραφος 1 του κανονισμού 4 του Συμβουλίου της 3ης Δεκεμβρίου 1958 (JO 30 της 16ης Δεκεμβρίου 1958, σ. 611), το άρθρο 49 του κανονισμού 1408/71 του Συμβουλίου της 14ης Ιουνίου 1971 (EE ειδ. έκδ. 05/001, σ. 73 επ.) και του άρθρου 36, παράγραφος 1 του κανονισμού 574/72 του Συμβουλίου της 21ης Μαρτίου 1972 (EE ειδ. έκδ. 05/001, σ. 138 επ.) «ώστε να καθοριστεί αν η εφαρμογή αυτών των άρθρων απαιτεί κάθε φορά την υποβολή νέας αιτήσεως παροχής συντάξεως, κατά τον οριζόμενο στα άρθρα 30, παράγραφος 1 του κανονισμού 4 και 36, παράγραφος 1 του κανονισμού 574/72 .»
2
Η διαφορά στην κύρια δίκη αφορά εργαζόμενο ιταλικής ιθαγένειας, ο οποίος είχε μισθωτή επαγγελματική δραστηριότητα, καταρχάς στο Βέλγιο και στη συνέχεια στην Ιταλία και ο οποίος, σύμφωνα με το άρθρο 30, παράγραφος 1 του κανονισμού 4, που ίσχυε τότε, υπέβαλε στον ιταλικό οργανισμό του τόπου κατοικίας του αίτηση χορηγήσεως συντάξεως αναπηρίας, ενώ — όπως το επιτρέπει η ιταλική νομοθεσία — δεν είχε ακόμα διακόψει τις επαγγελματικές του δραστηριότητες.
3
Το υποβληθέν ερώτημα πρέπει να επιτρέψει στον εθνικό δικαστή να επιλύσει το ζήτημα αν, προκειμένου να μπορεί να αξιώσει την αναλογική σύνταξη που του ανήκει λόγω των δραστηριότητών του στο Βέλγιο, ο ενδιαφερόμενος πρέπει, λόγω του ότι η βελγική νομοθεσία εξαρτά τη χορήγηση συντάξεως αναπηρίας από την προηγούμενη παύση κάθε επαγγελματικής δραστηριότητας, να υποβάλει δεύτερη αίτηση όταν θα έχει παύσει να εργάζεται.
1 ) Όσον αφορά την ερμηνεία του άρθρου 28, παράγραφος 1 στοιχεία f και g του κανονισμού 3 και του άρθρου 30, παράγραφος 1 του κανονισμού 4
4
Κατά την παράγραφο 1, στοιχείο f, του άρθρου 28, που έχει εφαρμογή στις παροχές αναπηρίας δυνάμει του άρθρου 26 του ιδίου κανονισμού, αν ο ενδιαφερόμενος δεν συγκεντρώνει, σε δεδομένη στιγμή, τις απαιτούμενες από όλες τις νομοθεσίες που έχουν εφαρμογή επ' αυτού προϋποθέσεις, αλλά πληροί τις προϋποθέσεις μιας μόνο από αυτές τις νομοθεσίες, χωρίς να παρίσταται ανάγκη προσφυγής σε περιόδους ασφαλίσεως που συμπληρώθηκαν υπό μία ή περισσότερες από τις άλλες νομοθεσίες, το ποσό της παροχής καθορίζεται δυνάμει της μόνης νομοθεσίας σε σχέση με την οποία παρέχεται το δικαίωμα και λαμβανομένων υπόψη των μόνων περιόδων που έχουν συμπληρωθεί υπ' αυτή τη νομοθεσία.
5
Σ' αυτή την περίπτωση, κατά το στοιχείο g της ίδιας παραγράφου, οι παροχές που έχουν ήδη καταβληθεί αναθεωρούνται σύμφωνα με τις διατάξεις του εδαφίου b της παραγράφου 1, εφόσον πληρούνται οι απαιτούμενες από μία ή περισσότερες από τις άλλες νομοθεσίες προϋποθέσεις, λαμβανομένου υπόψη του συνυπολογισμού των περιόδων που αναφέρεται στο άρθρο 27 του κανονισμού 3.
6
Αυτές οι διατάξεις, υπό την επιφύλαξη ότι το στοιχείο g συμβιβάζεται με το άρθρο 51 της Συνθήκης, αποσκοπούν αποκλειστικά στην ενδεχόμενη αναθεώρηση παροχής χορηγηθείσας σε κράτος μέλος βάσει της μόνης εθνικής νομοθεσίας, στην περίπτωση κατά την οποία, στη συνέχεια, πληρωθούν προϋποθέσεις χορηγήσεως των παροχών, που προβλέπει η νομοθεσία άλλου κράτους μέλους όπου ο ενδιαφερόμενος συμπλήρωσε περιόδους.
7
Επομένως, δεν αφορούν τον υπολογισμό και τις προϋποθέσεις χορηγήσεως αυτής της δεύτερης παροχής και είναι ξένες προς την κατάσταση που αναφέρει το εθνικό δικαστήριο.
8
Κατά την παράγραφο 1 του άρθρου 30 του κανονισμού 4, για να λάβει παροχές δυνάμει των άρθρων 26 έως 28 του κανονισμού, ο εργαζόμενος οφείλει να απευθύνει την αίτησή του στον οργανισμό του τόπου κατοικίας κατά τον οριζόμενο από τη νομοθεσία του τόπου κατοικίας τρόπο.
9
Αυτή η διάταξη θεσπίστηκε προς το σκοπό διοικητικής απλοποίησης προκειμένου να απαλλάξει τους διακινούμενους εργαζόμενους, που μπορούν να προβάλλουν δικαιώματα σε διάφορα κράτη μέλη, από την υποχρέωση να υποβάλλουν αίτηση χορηγήσεως των παροχών τις οποίες μπορούν να αξιώσουν στους οργανισμούς κάθε ενός από αυτά τα κράτη.
10
Για τον ίδιο σκοπό τα άρθρα 31 έως 34 ρυθμίζουν κατά ποιο τρόπο ο οργανισμός του τόπου κατοικίας εξετάζει το φάκελο της αιτήσεως, επιβεβαιώνει την ακρίβεια των παρεχόμενων από τον ενδιαφερόμενο πληροφοριών, και διαβιβάζει στη συνέχεια στους αρμόδιους οργανισμούς των άλλων κρατών μελών στα οποία συμπληρώθηκαν περίοδοι ασφαλίσεως, έντυπο που περιλαμβάνει τις αναγκαίες ενδείξεις για τον καθορισμό των δικαιωμάτων των εν λόγω ενδιαφερομένων, η δε διαβίβαση αυτού του εντύπου επέχει θέση διαβιβάσεως των δικαιολογητικών εγγράφων.
11
Όπως προκύπτει από αυτές τις διατάξεις, πληρούνται όλες οι τυπικές προϋποθέσεις οι σχετικές με την υποβολή αιτήσεως για το σύνολο των κρατών μελών όπου συμπληρώθηκαν περίοδοι ασφαλίσεως ή περίοδοι εξομοιούμενες προς περιόδους ασφαλίσεως, από τη στιγμή που η αίτηση υποβάλλεται κανονικά κατά τον καθοριζόμενο από τη νομοθεσία της χώρας κατοικίας τρόπο.
12
Οι οργανισμοί των άλλων κρατών μελών που επιλαμβάνονται στη συνέχεια, δεν οφείλουν, συνεπώς, πλέον να αποφανθούν επί του αν κατά ποιο τρόπο έπρεπε να επιληφθούν, αλλά απλώς οφείλουν να αποφασίσουν αν και σε ποιο χρονικό σημείο, ενόψει των πληροφοριακών στοιχείων που τους κοινοποιήθηκαν ή αυτών που δικαιούνται να ζητήσουν ως συμπληρωματικές πληροφορίες, ο εργαζόμενος συγκεντρώνει τις απαραίτητες ουσιαστικές προϋποθέσεις για να μπορεί να αξιώσει το πλεονέκτημα της παροχής για την οποία πρόκειται.
13
Η απαίτηση προηγουμένης παύσεως της δραστηριότητας συνιστά τέτοια ουσιαστική προϋπόθεση.
14
Αν, επομένως, προκύπτει από το προβλεπόμενο στο άρθρο 33 έντυπο, από τα έγγραφα που το συνοδεύουν ή από πληροφορίες συγκεντρωθείσες από τον οργανισμό του κράτους μέλους όπου ο ενδιαφερόμενος εργαζόμενος συμπλήρωσε περιόδους, ότι ο τελευταίος πληροί αυτή την προϋπόθεση το αργότερο κατά τη στιγμή κατά την οποία αυτός ο οργανισμός, επιληφθείς με τη διαβίβαση του φακέλου, αποφαίνεται, ο εν λόγω οργανισμός είναι από κάθε άποψη, σε θέση να εφαρμόσει, από την ημερομηνία της παύσεως της δραστηριότητας, τις διατάξεις της εθνικής του νομοθεσίας που εξαρτούν το δικαίωμα επί παροχής από ορισμένες προϋποθέσεις.
15
Πρέπει, επομένως, να δοθεί η απάντηση ότι όταν ένας διακινούμενος εργαζόμενος έχει υποβάλει αίτηση χορηγήσεως παροχής αναπηρίας στον οργανισμό του τόπου κατοικίας του και κατά τον τρόπο που καθορίζει η νομοθεσία του εν λόγω τόπου, δεν έχει ανάγκη να υποβάλει νέα αίτηση σε άλλο κράτος μέλος ακόμα και αν, κατά την εποχή της υποβολής της αιτήσεώς του, δεν συγκέντρωνε ακόμα όλες τις απαιτούμενες από τη νομοθεσία του δευτέρου κράτους για τη χορήγηση της παροχής ουσιαστικές προϋποθέσεις.
2) Όσον αφορά την ερμηνεία του άρθρου 49 του κανονισμού 1408/71 και του άρθρου 36, παράγραφος 1 του κανονισμού 574/72
16
Οι σκέψεις που ισχύουν για την ερμηνεία του άρθρου 28 του κανονισμού 3 ισχύουν για τον ίδιο λόγο και για την ερμηνεία του άρθρου 49 του κανονισμού 1408/71 το οποίο, και αυτό, αποσκοπεί κυρίως στην ενδεχόμενη αναθεώρηση παροχής που έχει ήδη χορηγηθεί βάσει της μόνης εθνικής νομοθεσίας, εφόσον πληρωθούν και οι προϋποθέσεις οι απαιτούμενες από άλλες νομοθεσίες στις οποίες ο ενδιαφερόμενος έχει υπαχθεί.
17
Η ερμηνεία που δόθηκε στο άρθρο 30 του κανονισμού 4, όσον αφορά την υποβολή νέας αιτήσεως χορηγήσεως συντάξεως, ισχύει επίσης και για το άρθρο 36, παράγραφος 1 του κανονισμού 574/72.
18
Πράγματι, η αντικατάσταση των λέξεων «κατά τον προβλεπόμενο τρόπο από τη νομοθεσία την οποία εφαρμόζει αυτός ο οργανισμός» από τις λέξεις «κατά το καθοριζόμενο από τη νομοθεσία της χώρας κατοικίας τρόπο» που χρησιμοποιεί το άρθρο 30 του κανονισμού 4 δεν ασκεί επιρροή όσον αφορά την ανάγκη υποβολής νέας αιτήσεως.
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ,
κρίνοντας επί του ερωτήματος που του υπέβαλε, με απόφαση της 6ης Οκτωβρίου 1975, το tribunal du travail των Βρυξελλών, αποφαίνεται:
1)
Η παράγραφος 1, στοιχεία f και g του άρθρου 28, του κανονισμού 3, υπό την επιφύλαξη το στοιχείο g να συμβιβάζεται με το άρθρο 51 της Συνθήκης, καθώς και το άρθρο 49 του κανονισμού 1408/71, αποσκοπούν αποκλειστικά στην ενδεχόμενη αναθεώρηση παροχής χορηγηθείσας σε ένα κράτος μέλος βάσει της μόνης εθνικής νομοθεσίας, στην περίπτωση κατά την οποία, στη συνέχεια, πληρωθούν οι προϋποθέσεις χορηγήσεως παροχών χορηγούμενων από τη νομοθεσία άλλου κράτους μέλους όπου ο ενδιαφερόμενος συμπλήρωσε περιόδους.
Αυτές οι διατάξεις δεν αφορούν, επομένως, τον υπολογισμό ούτε τις προϋποθέσεις χορηγήσεως των μεταγενέστερων αυτών παροχών.
2)
Όταν ένας διακινούμενος εργαζόμενος έχει υποβάλει αίτηση χορηγήσεως παροχής αναπηρίας στον οργανισμό του τόπου κατοικίας του και κατά τον τρόπο που καθορίζει η νομοθεσία του εν λόγω τόπου, όπως το προβλέπει το άρθρο 30, παράγραφος 1 του κανονισμού 4 ή η νομοθεσία την οποία εφαρμόζει αυτός ο οργανισμός, όπως το προβλέπει το άρθρο 36, παράγραφος 1 του κανονισμού 574/72, δεν έχει ανάγκη να υποβάλει νέα αίτηση σε άλλο κράτος μέλος ακόμα και αν, κατά την εποχή της υποβολής της αιτήσεως του, δεν συγκέντρωνε ακόμα όλες τις απαιτούμενες από τη νομοθεσία του δευτέρου κράτους για τη χορήγηση της παροχής ουσιαστικές προϋποθέσεις.
Lecourt
Kutscher
O'Keeffe
Dormer
Mertens de Wilmars
Sørensen
Mackenzie Stuart
Κρίθηκε από το Δικαστήριο στο Λουξεμβούργο στις 9 Μαρτίου 1976.
Δημοσιεύτηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 9 Μαρτίου 1976.
Lecourt
Kutscher
O'Keeffe
Dormer
Mertens de Wilmars
Sørensen
Mackenzie Stuart
Ο γραμματέας
Α. Van Houtte ,
Ο Πρόεδρος
R. Lecourt
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η γαλλική.
Full & Egal Universal Law Academy