ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ GERHARD REISCHL
της 9ης Ιουνίου 1977 ( *1 )
Κύριε Πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
Αντικείμενο της υποθέσεως, επί της οποίας διατυπώνω σήμερα την άποψή μου, είναι μία απόφαση της Επιτροπής που εκδόθηκε βάσει του άρθρου 85 της Συνθήκης ΕΟΚ. Αφορά σύστημα διανομής, για την πώληση των προϊόντων της, που καθιέρωσε η εταιρεία APPARATE-BAU-ANSTALT AUGUST SCHWER UND SÖHNE GMBH (SABA), η οποία κατασκευάζει στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας κυρίως δέκτες τηλεοράσεως, ραδιόφωνα και μαγνητόφωνα.
Το σύστημα αυτό περιλαμβάνει μία σειρά συμφωνιών που ισχύουν ή πρέπει να ισχύσουν ανάλογα με τις χώρες πωλήσεως.
Στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας και το Δυτικό Βερολίνο η πώληση διεξάγεται μέσω ειδικευμένων εμπόρων χονδρικής και λιανικής πώλησης. Σημασία γι' αυτούς έχουν οι όροι πωλήσεως για την εσωτερική αγορά, το πιστοποιητικό αναλήψεως υποχρεώσεων ΕΟΚ για εμπόρους χονδρικής πώλησης SABA, το πιστοποιητικό αναλήψεως υποχρεώσεως αποκλειστικής διανομής για εμπόρους χονδρικής πώλησης SABA, η στερεότυπη σύμβαση συνεργασίας, το πιστοποιητικό αναλήψεως υποχρεώσεως για ειδικευμένους εμπόρους λιανικής πώλησης SABA και το πιστοποιητικό αναλήψεως υποχρεώσεως αποκλειστικής διανομής για εμπόρους λιανικής πώλησης SABA.
Σε άλλα κράτη της ΕΟΚ η διανομή διεξάγεται μέσω αποκλειστικών αντιπροσώπων. Σημαντική γι' αυτούς είναι η στερεότυπη σύμβαση αποκλειστικής διανομής.
Ως προς το περιεχόμενο των συμφωνιών αυτών αναφέρομαι στην απόφαση της Επιτροπής. Θα εκθέσω — στο μέτρο που έχουν σημασία για την παρούσα υπόθεση — εν συντομία μόνο τα ακόλουθα:
Προέχει η υποχρέωση αποκλειστικής διανομής που ισχύει για τους εμπόρους χονδρικής πώλησης, τους αποκλειστικούς αντιπροσώπους και τους ειδικευμένους εμπόρους λιανικής πώλησης. Ακολουθεί η υποχρέωση να προμηθεύουν ως μεταπωλητές στην Κοινή Αγορά μόνο εμπόρους SABA.
Ως έμπορος χονδρικής πώλησης αναγνωρίζεται μόνον όποιος διατηρεί ειδικευμένο κατάστημα, συμβάλλει στην οργάνωση και ανάπτυξη του δικτύου διανομής SABA, συμμετέχει στο σύστημα εξυπηρέτησης και συνάπτει σύμβαση συνεργασίας με τη SABA. Κατά τη σύμβαση αυτή υφίσταται ειδικότερα η υποχρέωση να επιδιώκεται εύλογος κύκλος εργασιών με προϊόντα SABA και να υπογράφονται προκαταβολικά για ένα εξάμηνο συμβάσεις εφοδιασμού η τελευταία αυτή υποχρέωση τροποποιήθηκε κατά τη διάρκεια της διαδικασίας — θα επανέλθω επ' αυτού — ως προς το ότι ειδικές συμβάσεις εφοδιασμού πρέπει να συνάπτονται προκαταβολικά μόνο για τέσσερις μήνες και ότι κατά το τελευταίο τρίμηνο κάθε έτους πρέπει να συμφωνείται ο κύκλος εργασιών του επομένου έτους. Εκτός αυτών απαγορεύεται στους γερμανούς εμπόρους χονδρικής πώλησης να προμηθεύουν στην ομοσπονδιακή επικράτεια και το Δυτικό Βερολίνο τελικούς καταναλωτές. Εξαίρεση ισχύει μόνο για την προμήθεια βιομηχανιών, οπότε όμως πρέπει να τηρούνται ορισμένες προϋποθέσεις, οι οποίες επίσης τροποποιήθηκαν κατά τη διαδικασία.
Ως λιανέμπορος αναγνωρίζεται όποιος διατηρεί ειδικευμένο κατάστημα και διαθέτει χώρους πωλήσεως κατάλληλους για διαφήμιση και έκθεση καθώς και ειδικευμένο προσωπικό. Οι ειδικευμένοι λιανέμποροι SABA υποχρεούνται να διαθέτουν όσο το δυνατόν πληρέστερη ποικιλία εμπρευμάτων SABA, να επιδιώκουν εύλογο κύκλο εργασιών προϊόντων SABA, να διατηρούν αντίστοιχο απόθεμα, να εκθέτουν τις συσκευές κατά τρόπο ευπρόσωπο και να διαθέτουν υπηρεσία εξυπηρέτησης των πελατών, καθώς και να παρέχουν εγγυήσεις.
Η εταιρεία SABA, προκειμένου το σύστημα διανομής της να τύχει της απαλλαγής του άρθρου 85, παράγραφος 3 της Συνθήκης, υπέβαλε στην Επιτροπή από το 1962 έως το 1974 τις κοινοποιήσεις που προβλέπονται στον κανονισμό 17 (EE ειδ. έκδ. 08/01, σ. 25). Κατά τη διάρκεια της διοικητικής διαδικασίας τροποποιήθηκαν εν μέρει οι αρχικοί κανονισμοί.
Το Νοέμβριο 1973 παρενέβη στη διαδικασία με αίτησή της κατά το άρθρο 3 του κανονισμού 17 η προσφεύγουσα στην παρούσα δίκη. Πρόβαλε ενστάσεις κατά του συστήματος διανομής με την αιτιολογία ότι είναι έτσι διαμορφωμένο, ώστε αποκλείεται το χονδρεμπόριο με καταστήματα αυτοεξυπηρετήσεως — εμπόριο που διεξάγει και η προσφεύγουσα. Η παρέμβασή της είχε ως συνέπεια να τροποποιηθεί η απαγόρευση απευθείας εφοδιασμού των τελικών καταναλωτών που ίσχυε για τους γερμανούς χονδρεμπόρους έτσι ώστε η απαγόρευση αυτή να μην αφορά τους επαγγελματίες τελικούς καταναλωτές.
Κατά την τελική εκτίμηση του συστήματος διανομής η Επιτροπή κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ορισμένα από τα στοιχεία του δεν εμπίπτουν στο άρθρο 85, παράγραφος 1 της Συνθήκης ΕΟΚ. Αυτό ισχύει για τους όρους πωλήσεως στην εσωτερική αγορά, για την απαίτηση εξειδικευμένων προϊόντων που πρέπει να καλύπτουν οι έμποροι SABA, για την υποχρέωση συμμετοχής στην οργάνωση του δικτύου διανομής και στην εξυπηρέτηση των πελατών, καθώς και για την απαγόρευση που επιβάλλεται στους γερμανούς χονδρεμπόρους να εφοδιάζουν ιδιώτες τελικούς καταναλωτές στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας και το Δυτικό Βερολίνο.
Για άλλα στοιχεία έγινε δεκτό ότι εμπίπτουν στο άρθρο 85, παράγραφος 1, δηλαδή συνεπάγονται περιορισμό του ανταγωνισμού και του διακρατικού εμπορίου. Η Επιτροπή έκανε τη διαπίστωση αυτή ως προς τη σύμβαση συνεργασίας που συνάπτεται με τους χονδρεμπόρους και ως προς την υποχρέωση που ισχύει για τους εμπόρους λιανικής πώλησης να διαθέτουν όσο το δυνατόν πληρέστερη ποικιλία εμπορευμάτων SABA, να επιδιώκουν εύλογο κύκλο εργασιών με προϊόντα SABA και να διατηρούν αντίστοιχα αποθέματα. Κατά τη γνώμη της Επιτροπής αυτό ισχύει και για τη συμφωνία, βάσει της οποίας η SABA δεν εφοδιάζει εμπόρους που δεν ανήκουν στο σύστημα διανομής και οι έμποροι SABA δεν επιτρέπεται να εφοδιάζουν εμπόρους που δεν είναι αναγνωρισμένοι έμποροι SABA.
Κατά την άποψη της Επιτροπής πάντως, κατά το μέτρο που εμπλέκεται εδώ το άρθρο 85, παράγραφος 1, χωρεί και απαλλαγή κατά το άρθρο 85, παράγραφος 3. Η Επιτροπή κατέληξε στην κρίση αυτή, επειδή διαπίστωσε βελτιώσεις κατά την έννοια του άρθρου 85, παράγραφος 3, που είναι προς όφελος των καταναλωτών, επειδή δεν διέγνωσε περιορισμούς που δεν είναι απαραίτητοι για την επίτευξη των προαναφερθέντων πλεονεκτημάτων και επειδή, κατά την άποψή της, το σύστημα διανομής δεν παρέχει τη δυνατότητα καταργήσεως του ανταγωνισμού επί σημαντικού τμήματος των σχετικών προϊόντων.
Σύμφωνα με αυτά διατυπώθηκε στις 15 Δε-. κεμβρίου 1975 και η σχετική τελική απόφαση της Επιτροπής. Στο άρθρο 1 περιέχει αρνητική διαπίστωση για τους όρους πωλήσεως στην εσωτερική αγορά. Στο άρθρο 2 κηρύσσεται κατά το άρθρο 85, παράγραφος 3 ανεφάρμοστο το άρθρο 85, παράγραφος 1 επί του πιστοποιητικού αναλήψεως υποχρεώσεων ΕΟΚ για τους εμπόρους χονδρικής πώλησης SABA (όπως ίσχυε την 1η Ιουλίου 1974), επί της στερεότυπης σύμβασης αποκλειστικής διανομής (όπως ίσχυε το 1966/67), επί του πιστοποιητικού αναλήψεως υποχρεώσεως αποκλειστικής διανομής εμπόρων χονδρικής πώλησης SABA (όπως ίσχυε την 1η Ιουλίου 1974), επί της στερεότυπης σύμβασης συνεργασίας (όπως ίσχυε την 2α Ιανουαρίου 1974), επί του πιστοποιητικού αναλήψεως υποχρεώσεων ΕΟΚ ειδικευμένων εμπόρων λιανικής πώλησης SABA (όπως ίσχυε την 1η Ιουλίου 1974) και επί του πιστοποιητικού αναλήψεως υποχρεώσεως αποκλειστικής διανομής των ειδικευμένων εμπόρων λιανικής πώλησης SABA (όπως ίσχυε την 1η Ιουλίου 1974). Στην απόφαση εξάλλου ορίζεται ακόμα ότι η SABA πρέπει να υποβάλλει ετησίως εκθέσεις στην Επιτροπή σχετικά με συγκεκριμένες ενέργειες και ότι η απόφαση θα ισχύει μέχρι τις 21 Ιουλίου 1980.
Η METRO SB-GROSSMARKTE GMBH & Co., που είχε υποβάλει ένσταση, ενημερώθηκε για την έκβαση της διαδικασίας. Αυτό πραγματοποιήθηκε με έγγραφο της 14ης Ιανουαρίου 1976, στο οποίο επισυνάφθηκε η απόφαση.
Η εταιρεία METRO ωστόσο δεν ικανοποιήθηκε με το αποτέλεσμα αυτό. Με την πεποίθηση ότι η Επιτροπή δεν εφήρμοσε σωστά το άρθρο 85 της Συνθήκης ΕΟΚ, προσέφυγε στις 10 Μαρτίου 1976 στο Δικαστήριο. Με την προσφυγή της ζητεί να ακυρωθούν η απόφαση της Επιτροπής της 15ης Δεκεμβρίου 1975 και η απόρριψη της ενστάσεώς της, την οποία διαβλέπει η προσφεύγουσα μέσα από το έγγραφο της 14ης Ιανουαρίου 1976.
Πριν προχωρήσω στα αιτήματα αυτά, θα ήθελα ακόμα να αναφέρω ότι στη δίκη παρενέβησαν η εταιρεία SABA προς στήριξη της απόψεως της Επιτροπής και η Ένωση των εμπόρων χονδρικής πώλησης με καταστήματα αυτοεξυπηρέτησης που θεωρεί ορθή την άποψη της προσφεύγουσας.
I — Επί του παραδεκτού της προσφυγής
Πριν αναπτύξω τις απόψεις μου πάνω στη διαφορά αυτή, πρέπει να κάνω μερικές παρατηρήσεις επί του παραδεκτού της προσφυγής.
Το παραδεκτό της προσφυγής αμφισβητείται από την παρεμβαίνουσα. Κατά τη γνώμη της δεν μπορεί να λεχθεί ότι η απόφαση αφορά ατομικώς την προσφεύγουσα. Συγκεκριμένα την αφορά όπως όλους τους επιχειρηματίες που ενδιαφέρονται για τη διανομή των προϊόντων SABA και δεν πληρούν τις προϋποθέσεις του συστήματος διανομής. Τέτοιοι επιχειρηματίες όμως υπάρχουν χιλιάδες μέσα στην κοινή αγορά, δηλαδή κατά το πνεύμα της νομολογίας του Δικαστηρίου μπορεί να γίνει λόγος για μία κατηγορία αόριστα μόνο περιγραφόμενη.
Ενστάσεις ως προς το παραδεκτό πρόβαλε παράλληλα και η Επιτροπή. Αφορούν όμως μόνο το μέρος της προσφυγής που αναφέρεται στην απόρριψη της ενστάσεως της προσφεύγουσας με το έγγραφο της 14ης Ιανουαρίου 1976. Επ' αυτού η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι η ένσταση της προσφεύγουσας έτυχε επεξεργασίας στην απόφαση περί απαλλαγής και εν μέρει ελήφθη υπόψη. Η αποφασιστική νομική κατάσταση δημιουργήθηκε με την απόφαση αυτή· αντίθετα το έγγραφο της 14ης Ιανουαρίου 1976 συνιστά απλή εξήγηση της απόφασης και δεν έχει αυτοτελή νομική σημασία.
1.
Από τις ενστάσεις αυτές θα πραγματευτώ κατ' αρχάς εκείνη που προανέφερα δεύτερη — επειδή αυτό μου φαίνεται απλούστερο. Είναι — για να το πω αμέσως — βάσιμη.
Όπως εξέθεσα ήδη, οι αντιρρήσεις που προβλήθηκαν από τη METRO κατά τη διοικητική διαδικασία σχετικά με την υποχρέωση αποκλειστικής διανομής ελήφθησαν υπόψη και οδήγησαν σε ορισμένη τροποποίηση του συστήματος. Καθόσον δεν ελήφθησαν υπόψη, πρέπει να λεχθεί, ότι απερρίφθησαν σιωπηρά με την απόφαση περί απαλλαγής. Η απόφαση αυτή επομένως θέσπισε και ως προς την προσφεύγουσα τις καθοριστικές έννομες συνέπειες. Αντίθετα, το έγγραφο της 14ης Ιανουαρίου 1976 περιέχει μόνο ερμηνεία της απόφασης και την αιτιολογία, για ποιο λόγο δεν μπορούν να θεωρηθούν δικαιολογημένες οι περαιτέρω αντιρρήσεις της προσφεύγουσας. Η νομική κατάσταση που δημιουργήθηκε με την απόφαση περί απαλλαγής δεν επηρεάστηκε περισσότερο από το προαναφερθέν έγγραφο.
Ο δεύτερος λόγος της προσφυγής, ο οποίος εξάλλου προτάθηκε προληπτικά, ακριβώς επειδή η προσφεύγουσα δεν ήταν απολύτως βέβαιη για τη νομική κρίση, πρέπει ως εκ τούτου να απορριφθεί ως απαράδεκτος έχοντας υπόψη τη νομική φύση της πράξης, στην οποία αναφέρεται.
2.
Ως προς την άλλη ένσταση τίθεται το ερώτημα, αν η προσφεύγουσα, ως τρίτη μη συμμετέχουσα στο σύστημα διανομής, προς την οποία δεν απευθύνθηκε καν η απόφαση, όπως συνάγεται από το διατακτικό της, αλλά απλώς της γνωστοποιήθηκε, συγκεντρώνει τους όρους του άρθρου 173 της Συνθήκης ΕΟΚ για την άσκηση προσφυγής κατά της απόφασης περί απαλλαγής, αν δηλαδή η απόφαση την αφορά ατομικά και άμεσα.
α)
Δεν υπάρχουν πολλά να λεχθούν ως προς τη μη αμφισβητούμενη προϋπόθεση του «να την αφορά άμεσα».
Πρόκειται συγκεκριμένα για εξαίρεση από σύστημα διανομής, δηλαδή για την έγκριση της θέσης του σε εφαρμογή υπό την έννοια παροχής άδειας. Δεν υπάρχει ίχνος αμφιβολίας ότι το σύστημα εφαρμόζεται από τη SABA. Αυτό απεδείχθη κατά τη διαδικασία με την υπόδειξη ότι η SABA ζητεί από μη δικαιούχους δηλώσεις αποχής από τη διανομή προϊόντων SABA και απειλεί να προβεί σε δικαστικές ενέργειες, στις οποίες μάλιστα προέβη. Κατά τη γνώμη μου, αυτό αρκεί για να γίνει δεκτό ότι η απόφαση περί απαλλαγής έχει άμεσες επιπτώσεις — με την έννοια της ουσιαστικής αμεσότητας — στη νομική κατάσταση της προσφεύγουσας, ότι δηλαδή την αφορά άμεσα.
β)
Δυσκολότερο είναι το ερώτημα, αν μπορεί να γίνει δεκτό ότι η απόφαση αφορά ατομικά την προσφεύγουσα.
Σ' αυτό το σημείο θα μπορούσε κανείς να διστάσει, ερευνώντας τη νομολογία πάνω σε παρεμφερείς υποθέσεις επί θεμάτων ΕΟΚ η σχετική νομολογία ΕΚΑΧ πρέπει να μη ληφθεί υπόψη λόγω της διαφορετικής διαμόρφωσης του συστήματος εννόμου προστασίας της Συνθήκης ΕΚΑΧ — όπου δεν γίνεται λόγος για το αν μία πράξη αφορά κάποιον ατομικά. Πράγματι, δεν μπορεί να αγνοηθεί ότι η απαλλαγή έχει ως συνέπεια να αποκλείεται από τη διανομή καθένας που, λόγω της εμπορικής του δραστηριότητας, θα μπορούσε να συμμετέχει στη διανομή των προϊόντων SABA, δεν συγκεντρώνει όμως τις προϋποθέσεις του συστήματος. Όσον αφορά λοιπόν αυτή την κατηγορία μη συμμετεχόντων στο σύστημα μπορεί να πει κανείς ότι, κατά την έννοια της νομολογίας του Δικαστηρίου, πρόκειται μόνο για αόριστα περιγραφόμενη ομάδα και δεν είναι δυνατόν να προσδιοριστούν σαφώς, όσοι ανήκουν σ' αυτήν.
Έχω αμφιβολίες, μαζί με την Επιτροπή, αν η παρατήρηση αυτή είναι δεσμευτική και αν πρέπει πράγματι να οδηγήσει σε απόρριψη της προσφυγής ως απαράδεκτης.
Πρέπει κατ' αρχάς να γίνει δεκτό, ότι, χωρίς αμφιβολία, υφίσταται διαφορά μεταξύ των πραγματικών περιστατικών, τα οποία αφορά η προαναφερθείσα νομολογία, και των πραγματικών περιστατικών που μας ενδιαφέρουν εδώ: η νομολογία αυτή αφορούσε πάντοτε πράξεις που είχαν απευθυνθεί σε κράτη μέλη και απέβλεπαν στην έκδοση κυριαρχικών νομοθετικών πράξεων, ενώ εδώ πρόκειται για έγκριση συστήματος διανομής ιδιωτικού δικαίου. Η έκταση ισχύος των πράξεων, που ήταν αντικείμενο της νομολογίας, είναι τελείως διαφορετική από εκείνη που πρέπει να δεχθούμε στην προκειμένη περίπτωση κι έτσι μπορούν να δικαιολογηθούν διαφορετικά κριτήρια για να κριθεί το παραδεκτό της προσφυγής. Στην προκειμένη περίπτωση μπορεί να θεωρηθεί αρκετό ότι η επίδικη απόφαση εμφανίζει ισχυρά ατομικά στοιχεία, καθόσον εγκρίνει για ένα σύστημα διανομής κριτήρια, τα οποία γίνονται αντικείμενο ατομικών συμφωνιών ή αποκλείουν τέτοιες συμφωνίες.
Δεν πρέπει περαιτέρω να παραβλέπεται ότι το άρθρο 85 της Συνθήκης ΕΟΚ πρέπει να προστατεύει και τον ανταγωνισμό ως προς τρίτους που δεν συμμετέχουν σε συμφωνία. Εφόσον δεν τους αναγνωρίζεται δικαίωμα ασκήσεως προσφυγής, αποκλείεται πρακτικά σ' αυτές τις περιπτώσεις ο δικαστικός έλεγχος, διότι, κατά κανόνα, οι συμμετέχοντες στη συμφωνία δεν θα ασκήσουν προσφυγή στην περίπτωση της απαλλαγής. Ούτε και μπορεί — και ασφαλώς όχι με την ίδια δικαιολογία όπως σε υποθέσεις, όπου πρόκειται για εσωτερικού δικαίου κυριαρχικές εκτελεστικές διατάξεις — να υποδειχθεί η διαδικασία του άρθρου 177 και οι δυνατότητες δικαστικού ελέγχου που υφίστανται με το άρθρο αυτό. Στο δίκαιο του ανταγωνισμού συγκεκριμένα οι αφορμές για να κινηθούν οι εθνικές διαδικασίες, όταν πρόκειται για περιπτώσεις όπως η προκείμενη, δεν είναι εξίσου αυτονόητες, και στον τομέα αυτό πρέπει να προκαλεί σκέψεις η απώλεια χρόνου που οφείλεται στην παράκαμψη των εθνικών διαδικασιών με την παραπομπή στο Δικαστήριο κατά το άρθρο 177.
Θεωρώ ως εκ τούτου ότι μπορεί να υποστηριχτεί ότι σε δίκες επί θεμάτων ανταγωνισμού όπως η προκείμενη πρέπει να παραμερίζονται επιφυλάξεις σχετικά με το παραδεκτό της προσφυγής, τις οποίες αναμφίβολα μπορεί να έχει κανείς, και με τη σκέψη που υπογραμμίστηκε επανειλημμένα από τη νομολογία ότι το άρθρο 173 δεν πρέπει να ερμηνεύεται στενά, να αναγνωρίζεται δικαίωμα ασκήσεως προσφυγής στον καθένα, που λόγω της δραστηριότητάς του θα μπορούσε να συμμετέχει σε μια διανομή, αλλά, λόγω του εγκριθέντος συστήματος, αποκλείεται απ' αυτήν. Αυτό ισχύει αναμφισβήτητα για την προσφεύγουσα, η οποία διατηρεί πράγματι ιδιαίτερο τμήμα ηλεκτρονικών συσκευών ψυχαγωγίας.
Αν όμως δεν θέλει κανείς να προχωρήσει τόσο μακριά, μπορεί να σκεφθεί ότι για το θέμα, αν η απόφαση αφορά ατομικά την προσφεύγουσα, έχει σημασία και το γεγονός ότι η προσφεύγουσα κατέθεσε αίτηση στην Επιτροπή κατά του συστήματος διανομής σύμφωνα με το άρθρο 3 του κανονισμού 17, το οποίο, όπως είναι γνωστό, απαιτεί έννομο συμφέρον, ότι συμμετέσχε στη διαδικασία με γραπτή και προφορική ακρόαση και ότι ενημερώθηκε ιδιαιτέρως για την απόφαση περί απαλλαγής, πράγμα που μπορεί να λογισθεί ως κοινοποίηση των λόγων απόρριψης της αίτησής της, κατά την έννοια του άρθρου 6 του κανονισμού 99/63 (EE ειδ. έκδ. 08/01, σ. 37). Ακόμη κι αν το προαναφερθέν άρθρο 3 — στο οποίο αναφέρεται η SABA — επιτρέπει αιτήσεις μόνο όταν πρόκειται για διαπίστωση παραβάσεων των διατάξεων περί ανταγωνισμού, άρα όχι όταν πρόκειται για απαλλαγές ή έκδοση αρνητικής πιστοποίησης, δημιουργήθηκε ωστόσο για την προσφεύγουσα με την υποβολή της αιτήσεως τόσο στενή σχέση με την επίδικη διαφορά — επειδή η διαδικασία διαπιστώσεως παραβάσεως και χορηγήσεως απαλλαγής αποτέλεσαν μια ενότητα — ώστε να μπορεί να λεχθεί ότι η απόφαση που έκλεισε τη συνολική διαδικασία την αφορά κατά ιδιάζοντα τρόπο — και μάλιστα ατομικά.
Ως εκ τούτου νομίζω ότι δεν πρέπει να γίνει δεκτή η ένσταση απαραδέκτου που πρόβαλε η SABA και ότι δεν υπάρχει κανένα εμπόδιο για να εξεταστεί αν είναι βάσιμος ο κύριος λόγος της προσφυγής.
II — Επί της ουσίας
Η αντιμετώπιση του συστήματος διανομής SABA από την Επιτροπή επικρίνεται σε πολλά σημεία από την προσφεύγουσα. Κατ' αρχάς ισχυρίζεται — παραλείπω τώρα τις λεπτομέρειες — ότι η SABA έχει δεσπόζουσα θέση στην αγορά, πράγμα που προφανώς πρέπει να σημαίνει ότι η απόφαση δεν έπρεπε να στηριχτεί μόνο στο άρθρο 85 της Συνθήκης ΕΟΚ, αλλά έπρεπε να επικαλεστεί και το άρθρο 86. Προβάλλεται ακόμη αντίρρηση ως προς το ότι απαγορεύεται στους χονδρεμπόρους να προμηθεύουν απ' ευθείας μεγάλες οργανωμένες καταναλωτικές ομάδες, όπως εκκλησίες, σχολεία κ.λπ. και ότι μπορούν να εφοδιάζουν τους επαγγελματίες τελικούς καταναλωτές μόνο υπό πολύ περιοριστικούς όρους. Επικρίνεται περαιτέρω η ισχύουσα για τους χονδρεμπόρους υποχρέωση συνεργασίας, η οποία είναι ανεπίτρεπτη για το χονδρικό εμπόριο με καταστήματα αυτοεξυπηρετήσεως, καθώς και το γεγονός ότι μέσω του συστήματος — μέσω της υποχρεώσεως επιτεύξεως ορισμένου κύκλου εργασιών και μέσω της υποχρεώσεως ευπροσώπου εκθέσεως των προϊόντων — αποκλείονται μικρότεροι έμποροι. Η προσφεύγουσα θεωρεί εξάλλου ότι δεν μπορεί να λεχθεί ότι το σύστημα οδηγεί σε βελτίωση της διανομής στην πραγματικότητα είναι μειονεκτικό για τους καταναλωτές γιατί αποκλείει ιδίως τον ανταγωνισμό στις τιμές που κυρίως ενδιαφέρει τους καταναλωτές. Η προσφεύγουσα έχει τέλος τη γνώμη ότι εν πάση περιπτώσει τα χρονικά όρια της απαλλαγής υπολογίστηκαν πολύ γενναιόδωρα.
1.
Πριν προχωρήσω αναλυτικά στα σημεία αυτά, θέλω να εξετάσω δύο παρατηρήσεις που έκανε, δικαίως κατά τη γνώμη μου, η Επιτροπή.
Αφενός δεν πρέπει να λησμονηθεί ότι η κριτική ενός συστήματος, όπως το προκείμενο περιλαμβάνει δυσχερείς οικονομικές εκτιμήσεις. Ιδίως το ζήτημα, αν ο περιορισμός του ανταγωνισμού που συνδέεται με αυτό αντισταθμίζεται από ορισμένα πλεονεκτήματα, απαιτεί πολύπλοκους υπολογισμούς. Αυτό σημαίνει κατ' ανάγκη ότι ως προς το σημείο αυτό η Επιτροπή διαθέτει ευρύ πεδίο εκτιμήσεως και αυτό σημαίνει συγχρόνως αντίστοιχο περιορισμό του δικαστικού ελέγχου. Αυτό υπογραμμίστηκε ήδη από τη νομολογία πάνω στο δίκαιο του ανταγωνισμού της συνθήκης ΕΚΑΧ (υποθέσεις 36, 37, 38, 40/59 — «PRASIDENT», «GEITLING», «MAUSEGATT» και I. NOLD κατά Ανωτάτης Αρχής ΕΚΑΧ — απόφαση της 15ης Ιουλίου 1960, SLG 1960, σ. 922). Αυτό χαρακτηρίστηκε ως ορθό και για το δίκαιο του ανταγωνισμού της Συνθήκης ΕΟΚ στην απόφαση επί των υποθέσεων 56 και 58/64 (C0NSTEN GMBH και GRUNDIG-VERKAUFS-GMBH κατά Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, απόφαση της 13ης Ιουλίου 1966, SLG 1966, σ. 395). Έτσι το Δικαστήριο δεν μπορεί να υπεισέλθει σ' όλες τις λεπτομέρειες των αξιολογήσεων πρέπει κατά κύριο λόγο να διαπιστώσει, αν η απόφαση της Επιτροπής που στηρίχτηκε σ' αυτές μπορεί στο σύνολό της να γίνει δεκτή ή αν μπορούν να προβληθούν σοβαρές αντιρρήσεις κατ' αυτής.
Δεν πρέπει να παραβλέπεται εξάλλου ότι σημασία για την απόφαση της Επιτροπής έχει η αξιολόγηση που μπορούσε να γίνει κατά το χρόνο της εκδόσεως της, καθώς και η αξιολόγηση της περαιτέρω εξελίξεως όπως εμφανιζόταν κατά το χρόνο αυτό σύμφωνα με τα τότε γνωστά δεδομένα. Ως εκ τούτου, διαπιστώσεις που κατέστησαν δυνατές τώρα, δηλαδή ενάμιση χρόνο αργότερα, πρέπει να ληφθούν υπόψη με επιφυλακτικότητα. Αυτό ισχύει εν προκειμένω για την αξιολόγηση του ανταγωνισμού των τιμών, όπως διαμορφώθηκε μετά την καθιέρωση του συστήματος και ισχύει και για το γεγονός ότι αυξάνονται οι άλλοι κατασκευαστές που εφαρμόζουν ίδια ή παρεμφερή συστήματα διανομής. Θα επανέλθω επί των θεμάτων αυτών πιο κάτω.
2.
Κατά την έρευνα της κριτικής της προσφεύγουσας εισέρχομαι πρώτα στον ισχυρισμό ότι η SABA έχει δεσπόζουσα θέση στην αγορά ως προς ορισμένες ηλεκτρονικές συσκευές ψυχαγωγίας, ισχυρισμό, πίσω από τον οποίο κρύβεται, όπως είπα, η μομφή ότι το σύστημα διανομής έπρεπε να αξιολογηθεί κατά το άρθρο 86.
Η Επιτροπή αντέταξε σ' αυτό την υπόδειξη ότι στη σχετική αγορά υπάρχει μεγάλος αριθμός μικρών και μεσαίων κατασκευαστών, την παρατήρηση ότι μερικοί μεγάλοι πωλητές διαθέτουν — κάτι που δεν ισχύει για τη SABA — μεγάλη ποικιλία άλλων προϊόντων, τα οποία δεν μπορεί να απαρνηθεί το εμπόριο, καθώς και τη διαπίστωση ότι υπάρχουν στην αγορά και πολλά εισαγόμενα είδη που φέρουν σήματα διαφόρων χωρών. Απ' αυτά προκύπτει για το έτος 1974 το μερίδιο της SABA στην αγορά της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας να είναι 5 έως 10 % για τις διάφορες συσκευές, των δε άλλων κρατών μελών λιγότερο από 1 %. Αν περιοριστεί κανείς στους έγχρωμους δέκτες τηλεοράσεως, που αποτελούν το 60 % του κύκλου εργασιών της SABA, τότε συνάγεται ότι η SABA, επειδή υπάρχουν άλλοι επτά κατασκευαστές στην αγορά, έχει μερίδιο στην αγορά περίπου 7 %. Συνεπώς δεν μπορεί να γίνει λόγος για δεσπόζουσα θέση· αντίθετα, υπάρχει οξύς ανταγωνισμός μεταξύ των διαφόρων κατασκευαστών.
Η προσφεύγουσα δεν μπόρεσε ν' αντιτάξει σ' αυτό τίποτα ουσιαστικό. Περιορίστηκε να παρατηρήσει ότι δεν είναι ανταγωνιστές της SABA όλοι οι κατασκευαστές, τους οποίους ονόμασε η Επιτροπή, υπογράμμισε την ιδιαίτερη φήμη του σήματος SABA και ισχυρίστηκε — χωρίς να το εξειδικεύσει — ότι το μερίδιο της SABA στην αγορά είναι υψηλότερο απ' όσο υπολογίζει η Επιτροπή.
Κατόπιν αυτών πρέπει να αναρωτηθεί κανείς, αν η μομφή ότι αγνοήθηκε το άρθρο 86 της Συνθήκης ΕΟΚ — αν ο ισχυρισμός της προσφεύγουσας νοηθεί υπ' αυτή την έννοια — μπορεί να διατηρηθεί και στη συνέχεια. Σύμφωνα με τα πραγματικά περιστατικά που μας έγιναν γνωστά μπορεί να λεχθεί, ότι δεν υπάρχει κανένας λόγος να γίνει δεκτό ότι η SABA έχει δεσπόζουσα θέση στην αγορά, και γι' αυτό η συμπεριφορά της δεν πρέπει να αξιολογηθεί κατά το άρθρο 86.
3.
Όσον αφορά την αξιολόγηση του συστήματος διανομής υπό το φως του άρθρου 85, στο οποίο περιορίστηκε η Επιτροπή, πρέπει εκ των προτέρων να στραφούμε στα στοιχεία εκείνα, τα οποία, κατά τη γνώμη της Επιτροπής, δεν εμπίπτουν στο άρθρο 85, παράγραφος 1.
Αυτό αφορά την απαίτηση, οι έμποροι, που μπορούν να προμηθεύονται, να πληρούν ορισμένες εξειδικευμένες προϋποθέσεις. Αυτό ισχύει και για την απαγόρευση που επιβάλλεται στους χονδρεμπόρους να εφοδιάζουν ιδιώτες τελικούς καταναλωτές, κατά την οποία δεν είναι δυνατό να προμηθεύουν χονδρικούς αγοραστές που συνιστούν οργανωμένες μονάδες, όπως γηροκομεία, νοσοκομεία, τον Ερυθρό Σταυρό, εκκλησιαστικές εγκαταστάσεις και τα όμοια, και κατά την οποία ο εφοδιασμός των επαγγελματιών τελικών αγοραστών επιτρέπεται μόνο, όταν εξασφαλίζεται ότι θα ακολουθήσει χρήση για επαγγελματικούς σκοπούς.
Ως προς το πρώτο σημείο — που αφορά τον εφοδιασμό μόνον των εμπόρων που πληρούν ειδικές επαγγελματικές προϋποθέσεις — δεν ασκήθηκε κριτική. Είναι άλλωστε προφανές ότι ούτε και θα ήταν θεμελιωμένη. Η Επιτροπή έχει πράγματι δίκαιο, όταν λέει ότι δεν γεννιώνται επιφυλάξεις από πλευράς δικαίου του ανταγωνισμού επειδή οι προϋποθέσεις αυτές είναι σχετικά εύκολο να καλυφθούν και επειδή δεν συνδέεται με αυτές ποσοτικός περιορισμός, αλλά πρέπει να γίνει λόγος για ανοιχτό σύστημα, στο οποίο γίνονται δεκτοί όλοι όσοι πληρούν τις προϋποθέσεις.
Η προσφεύγουσα επέκρινε κυρίως τα άλλα δύο σημεία. Διαμαρτύρεται ότι οι περιορισμοί αυτοί καθιστούν αναγκαίους ελέγχους κατά τον εφοδιασμό. Τέτοιοι έλεγχοι όμως δεν είναι δυνατοί λόγω της δομής του χονδρικού εμπορίου με καταστήματα αυτοεξυπηρετήσεως και με τον τρόπο αυτό αποκλείεται το χονδρικό εμπόριο με καταστήματα αυτοεξυπηρετήσεως από τον ανταγωνισμό όσον αφορά τα προϊόντα SABA. Τονίζει περαιτέρω ότι, όσον αφορά τον εφοδιασμό χονδρικών αγοραστών που συνιστούν οργανωμένες μονάδες, πρόκειται για αθέμιτο περιορισμό της συνήθους δραστηριότητας του χονδρεμπορίου. Καθόσον ο εφοδιασμός επαγγελματιών τελικών καταναλωτών υπόκειται σε περιοριστικούς όρους, η προσφεύγουσα έχει επιπλέον τη γνώμη, ότι οι όροι αυτοί τόσο στην αρχική τους διατύπωση όσο και στην ηπιότερη μορφή, με την οποία διαμορφώθηκαν κατά τη διάρκεια της διαδικασίας, είναι ανεπίτρεπτοι όχι μόνο για τους εμπόρους χονδρικής πώλησης, αλλά και για τους επαγγελματίες τελικούς καταναλωτές.
α)
Αν αναρωτηθούμε κατ' αρχάς σε σχέση με αυτά, αν οι περιοριστικοί όροι που ισχύουν για τη δραστηριότητα του χονδρεμπορίου οδηγούν πράγματι σε αποκλεισμό του χονδρικού εμπορίου με καταστήματα αυτοεξυπηρετήσεως, επειδή λόγω της δομής του δεν είναι δυνατό να διεξάγονται οι απαραίτητοι έλεγχοι κατά την έξοδο των εμπορευμάτων και να ζητείται η υπογραφή βεβαιώσεως αναλήψεως υποχρεώσεων, τότε η απάντηση μπορεί να είναι μόνο αρνητική. Κατά τη γνώμη μου η προσφεύγουσα δεν απέδειξε πειστικά ότι το χονδρικό εμπόριο με καταστήματα αυτοεξυπηρετήσεως με τη σημερινή του δομή ή μετά περιορισμένες, όχι ριζικές, τροποποιήσεις δεν είναι σε θέση να καλύψει τις προϋποθέσεις που ισχύουν για το σύστημα διανομής και έτσι να συμμετάσχει στον ανταγωνισμό με προϊόντα SABA.
Είναι σημαντικό ότι το χονδρικό εμπόριο με καταστήματα αυτοεξυπηρετήσεως βρίσκεται υποχρεωμένο να περιορίσει ούτως ή άλλως τον κύκλο των αγοραστών, πρέπει δηλαδή να αποκλείσει τους ιδιώτες τελικούς καταναλωτές. Αυτό είναι αναγκαίο αν ληφθούν υπόψη μερικές διατάξεις του γερμανικού δικαίου (ο νόμος περί αθεμίτου ανταγωνισμού, ο νόμος περί εκπτώσεων, ο νόμος για το κλείσιμο των καταστημάτων και το διάταγμα σχετικά με την αναγραφή των τιμών). Ως εκ τούτου, χονδρικό εμπόριο με καταστήματα αυτοεξυπηρετήσεως μπορεί να διεξάγει — στην περίπτωση της προσφεύγουσας — μόνο όποιος είναι κύριος δελτίου αγορών και με τον τρόπο αυτό ελέγχεται — με την υποβολή δημοσίων βεβαιώσεων και μέσω ιδίων ελεγκτών επί τόπου — αν πρόκειται για επαγγελματική επιχείρηση. Έλεγχοι είναι όμως και πέραν αυτού απαραίτητοι για να συγκρατούν μέσα στα όρια καταχρήσεις, δηλαδή κάλυψη ιδιωτικής ανάγκης, καταχρήσεις που είναι ιδιαίτερα σημαντικές, όταν γίνονται δεκτοί χονδρικοί αγοραστές που συνιστούν οργανωμένες μονάδες και επαγγελματίες τελικοί καταναλωτές. Τέτοιοι έλεγχοι μπορούν να πραγματοποιούνται λογικά μόνο μετά την αγορά. Έτσι, η προσφεύγουσα δήλωσε κατά την ακρόαση ενώπιον της Επιτροπής, ότι σε περίπτωση αγορών από επαγγελματίες, το εμπόρευμα ελέγχεται και πάλι, ισχυρίστηκε δε και ενώπιον του OBERLANDESGERICHT του Αμβούργου — όπως συνάγεται από την απόφαση που εκδόθηκε στις 16 Δεκεμβρίου 1976 — ότι πριν από την προσέλευση στο ταμείο διεξάγονται ενδεικτικοί έλεγχοι για να διαπιστωθεί αν η αγορά προορίζεται πράγματι για επαγγελματική χρήση. Αν επιπλέον λάβει κανείς υπόψη ότι, κατά περίπτωση, είναι απαραίτητο κατά την έξοδο των εμπορευμάτων να εκδίδονται εγγυητικές κάρτες και ότι πρέπει να διεξάγεται έλεγχος κατά την αγορά από εξουσιοδοτημένα πρόσωπα — επειδή τέτοια αγορά, σύμφωνα με τους όρους πωλήσεως της προσφεύγουσας, επιτρέπεται μόνο περιορισμένα, τα πρόσωπα αυτά πρέπει να υπογράφουν κατά την έξοδο ειδικές δηλώσεις — τότε δεν φαίνεται λογικό, πώς δεν μπορούν να ενταχθούν στο σύστημα αυτό οι έλεγχοι, οι οποίοι εμφανίζονται ως απαραίτητοι, κατά το σύστημα διανομής της εταιρείας SABA. Γι' αυτό χρειάζεται συγκεκριμένα — ως προς τον αποκλεισμό χονδρικών αγοραστών που συνιστούν οργανωμένες ομάδες — απλή μνεία στο δελτίο αγορών και έλεγχος των εμπορευμάτων κατά την έξοδο. Οι επαγγελματίες τελικοί καταναλωτές πρέπει να υπογράφουν μόνο βεβαίωση αναλήψεως υποχρεώσεων περαιτέρω πρέπει να τους γίνεται έλεγχος, αν η αγορά πραγματοποιείται για επαγγελματικούς σκοπούς, πράγμα για το οποίο δεν απαιτείται έλεγχος της ίδιας της επιχείρησης, αλλά μάλλον αρκεί έλεγχος του δελτίου αγορών.
Είναι συνεπώς βέβαιο, ότι δεν μπορεί να λεχθεί, ότι οι αναφερθείσες ιδιομορφίες του συστήματος διανομής SABA αποκλείουν κατ' ανάγκη το χονδρικό εμπόριο με καταστήματα αυτοεξυπηρετήσεως και γι' αυτό δεν μπορεί να γίνει λόγος από την άποψη αυτή ούτε και για αισθητό περιορισμό του ανταγωνισμού.
β)
Όσον αφορά εξάλλου την από πλευράς δικαίου του ανταγωνισμού εκτίμηση του ότι απαγορεύεται να εφοδιάζονται από το χονδρεμπόριο οι χονδρικοί αγοραστές που συνιστούν οργανωμένες μονάδες και τους περιορισμούς που ισχύουν για τον εφοδιασμό επαγγελματιών τελικών καταναλωτών, πρέπει να παρατηρηθούν ειδικότερα τα ακόλουθα:
αα)
Επί του πρώτου σημείου έχω την εντύπωση ότι η υπόδειξη από την προσφεύγουσα του γερμανικού δικαίου της ευρεσιτεχνίας και του φορολογικού δικαίου, κατά το οποίο ο εφοδιασμός μεγάλων αγοραστών που συνιστούν οργανωμένες μονάδες, οι οποίοι θεωρούνται επαγγελματίες καταναλωτές, λογίζεται συνήθης δραστηριότητα του χονδρεμπορίου, έχει τόσο λίγη σημασία, όση και η επίκληση της οδηγίας της 25ης Φεβρουαρίου 1964 περί της πραγματοποιήσεως του δικαιώματος εγκαταστάσεως και της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών για τις δραστηριότητες που υπάγονται στο χονδρικό εμπόριο. Κατά της οδηγίας ειδικότερα, κατά την οποία ανήκει στις δραστηριότητες του χονδρεμπορίου ο εφοδιασμός των χονδρικών αγοραστών, σωστά αντέταξε, κατά τη γνώμη μου, η Επιτροπή ότι μόνος σκοπός της είναι να συμβάλει στην παρεμπόδιση δυσμενούς μεταχείρισης, όχι όμως να θεμελιώσει επιπλέον δικαιώματα για τους χονδρεμπόρους.
Τελικά όμως μπορούμε να αφήσουμε αυτό κατά μέρος. Αποφασιστική είναι συγκεκριμένα η διαπίστωση ότι το γεγονός ότι το χονδρεμπόριο αποκλείεται να εφοδιάζει χονδρικούς αγοραστές που συνιστούν οργανωμένες μονάδες δεν έχει αισθητές επιπτώσεις στην αγορά που ενδιαφέρει εδώ. Πράγματι, στον κλάδο των ηλεκτρονικών συσκευών ψυχαγωγίας δεν θα έπρεπε οι οργανωμένες μονάδες να θεωρούνται καν χονδρικοί αγοραστές και, καθόσον αυτό συμβαίνει, είναι ευνόητο ότι — όπως λ.χ. ο ομοσπονδιακός στρατός — απευθύνονται ευθέως στον κατασκευαστή. Ως εκ τούτου η προσφεύγουσα δεν μπόρεσε να αντικρούσει τον ισχυρισμό, ότι τέτοιες πωλήσεις καταλαμβάνουν μικρό μόνο μερίδιο του κύκλου εργασιών της.
Δικαιολογημένα λοιπόν μπορεί να δεχτεί κανείς ότι το στοιχείο αυτό του συστήματος διανομής δεν θίγει σημαντικά τις συνθήκες ανταγωνισμού και ότι ως εκ τούτου — σύμφωνα με όσα ανέπτυξε η Επιτροπή, δεν θεμελιώνεται ούτε αισθητός περιορισμός του διακρατικού εμπορίου — βάσιμα έγινε δεκτό ότι το άρθρο 85, παράγραφος 1 της Συνθήκης ΕΟΚ δεν εφαρμόζεται εν προκειμένω.
ββ)
Ο περιορισμός της δυνατότητας εφοδιασμού επαγγελματιών τελικών καταναλωτών, όπως ισχύει κατά το σύστημα διανομής SABA, πρέπει να εξεταστεί πρώτα μέσα στο πλαίσιο των διατάξεων του γερμανικού δικαίου που ήδη αναφέρθηκαν (νόμος περί αθεμίτου ανταγωνισμού, νόμος για το κλείσιμο των καταστημάτων, διάταγμα για την αναγραφή των τιμών).
Προς το συμφέρον του θεμιτού ανταγωνισμού και της προστασίας του καταναλωτή παίρνουν ως βάση διαχωρισμό των εργασιών μεταξύ χονδρικού και λιανικού εμπορίου. Επί μέρους προβλήματα χρειάζονται περαιτέρω διευκρίνιση. Φαίνεται όμως ότι έχει επικρατήσει ειδικά στη νομολογία μια αυστηρή τάση ως προς τον όρο «τελικός καταναλωτής», τον οποίο εφοδιάζει το λιανικό εμπόριο βαθμιαία συγκαταλέγονται σ' αυτούς και επιχειρηματίες, οι οποίοι αγοράζουν για κάλυψη ιδιωτικών αναγκών ή αναγκών ξένων προς τον κλάδο. Παραπέμπω σχετικά στην απόφαση του OBERLANDESGERICHT του Αμβούργου της 16ης Δεκεμβρίου 1976, που προσκομίστηκε στο Δικαστήριο, παραπέμπω ακόμα σε μια επίσης προσκομισθείσα απάντηση της Ομοσπονδιακής Κυβέρνησης σε κοινοβουλευτική ερώτηση και αναφέρομαι στο άρθρο «CASH-AND-CARRY BETRIEBE ZWISCHEN GROSS- UND EINZELHANDEL» που περιλαμβάνεται στο περιοδικό WETTBEWERB IN RECHT UND PRAXIS 1977, σ. 69 επ. Σύμφωνα με αυτά πρέπει να λαμβάνεται μέριμνα, ώστε οι έμποροι χονδρικής πώλησης να προμηθεύουν κυρίως μεταπωλητές και επαγγελματίες καταναλωτές υπό την προαναφερθείσα έννοια. Με άλλα λόγια, ισχύουν ήδη κατά το γερμανικό δίκαιο αυστηρά κριτήρια, ώστε να αποκλείεται ο εφοδιασμός πραγματικών τελικών καταναλωτών από το χονδρικό εμπόριο με καταστήματα αυτοεξυπηρετήσεως, όπου είναι ιδιαίτερα μεγάλος τέτοιος κίνδυνος, όταν επιτρέπεται η είσοδος στους επαγγελματίες αγοραστές σε ευρεία κλίμακα.
Περαιτέρω έχει σημασία, και μάλιστα ακόμα μεγαλύτερη, ότι το σύστημα διανομής SABA στηρίζεται σε σαφή διαχωρισμό των εργασιών των εμπόρων χονδρικής και λιανικής πώλησης. Το χονδρεμπόριο πρέπει να παρέχει ειδικές υπηρεσίες για την προώθηση των πωλήσεων και να συμβάλλει στη διαμόρφωση του δικτύου διανομής. Σ' αυτό πρέπει να συγκεντρώσει την προσοχή του, ενώ υπερβολικός αριθμός συναλλαγών με άλλους συνεργάτες εκτός από τους αποκλειστικούς μεταπωλητές αποτελεί εμπόδιο σ' αυτό. Λόγω αυτών των ειδικών υπηρεσιών επιτρέπονται στο χονδρεμπόριο και μεγαλύτερα περιθώρια κέρδους. Κατά τη γνώμη μου πρέπει να γίνει άνευ ετέρου δεκτό ότι, αν αγνοηθούν τα όρια μεταξύ εμπορίου χονδρικής και λιανικής πώλησης, το αποτέλεσμα θα ήταν δυσμενής μεταχείριση του καταναλωτή και νόθευση του ανταγωνισμού επί ζημία του εμπορίου λιανικής πώλησης. Αν άρχιζε έτσι ανταγωνισμός μεταξύ εμπορίου χονδρικής και λιανικής πώλησης, θα μειωνόταν το ενδιαφέρον του χονδρεμπορίου για τη διανομή των προϊόντων SABA με αποτέλεσμα τη χειροτέρευση της εξυπηρετήσεως των πελατών. Γι' αυτό γίνεται κατανοητό, γιατί καταβάλλεται πολλή προσοχή, ώστε το χονδρεμπόριο να μην εφοδιάζει καθαυτό καταστήματα λιανικής πώλησης και έτσι εξηγείται και το ότι ο εφοδιασμός επαγγελματιών τελικών καταναλωτών από το χονδρεμπόριο εξαρτάται από το αν τα αγορασθέντα προϊόντα προορίζονται για την επιχείρηση. Δεν αντιλαμβάνομαι, πώς θα μπορούσε ν' αμφισβητηθεί αυτό από τη σκοπιά του δικαίου του ανταγωνισμού.
Εφόσον συμφωνεί κανείς με την άποψη αυτή, δεν έχει να αντιτάξει τίποτα και κατά των υποχρεώσεων που επιβάλλονται στον προμηθευτή και τον αγοραστή στο πλαίσιο αυτό προς διασφάλιση της επιτευχθείσας οριοθέτησης.
Έτσι προβλέπεται, όπως είναι γνωστό, για τον επιχειρηματία η υποβολή δηλώσεως — αρχικά γινόταν από τον προϊστάμενο της επιχειρήσεως, από τις αρχές δε του 1977 και από νόμιμο αντιπρόσωπο — στην οποία αναγράφεται ο σκοπός χρήσεως, με την οποία βεβαιώνεται ότι τα εμπορεύματα προορίζονται αποκλειστικά για εσωτερική ιδία χρήση της επιχειρήσεως και σύμφωνα με την οποία αποκλείεται μεταβίβαση σε τρίτους για διάστημα δύο ετών. Ο χονδρέμπορος πρέπει να ελέγχει την ύπαρξη επιχειρήσεως και τις δηλώσεις ως προς το σκοπό χρήσεως. Κατά την αρχική διατύπωση της συμβάσεως αναλήψεως υποχρεώσεως αποκλειστικής διανομής των χονδρεμπόρων SABA ο χονδρέμπορος έπρεπε να μεριμνά, ώστε τα προϊόντα SABA να χρησιμοποιούνται μόνο για εκείνους τους επαγγελματικούς σκοπούς της επιχείρησης που μπορούν να εξυπηρετούν την οικονομική αποδοτικότητά της· κατά τη νεώτερη διατύπωση πρέπει μόνο να βεβαιώνει, καταβάλλοντος την επιμέλεια τακτικού εμπόρου, ότι η χρήση εξυπηρετεί τον επαγγελματικό σκοπό της επιχείρησης. Αν αυτό ερμηνευθεί λογικά, δεν σημαίνει παρά τη διαπίστωση ότι υφίσταται πραγματική σχέση με την επιχείρηση και ότι οι δηλώσεις του επαγγελματία τελικού καταναλωτή φαίνονται αξιόπιστες. Αυτό θα μπορούσε πράγματι να έχει εύλογη σχέση με τον επιδιωκόμενο σκοπό που δεν δημιουργεί επιφυλάξεις από πλευράς δικαίου του ανταγωνισμού.
Αν όμως έχει κανείς τη γνώμη ότι η αρχική διατύπωση της δήλωσης αναλήψεως υποχρεώσεων υπήρξε υπερβολικά αυστηρή και μπορούσε να εμποδίσει τη σύναψη εμπορικών συμφωνιών, τότε ακριβώς γι' αυτό μπορεί να οδηγηθεί στη σκέψη ότι στερείται σημασίας από πλευράς δικαίου του ανταγωνισμού, διότι λόγω της εκτάσεώς της δύσκολα θα μπορούσε να έχει αισθητές επιπτώσεις.
Ως προς τα στοιχεία του συστήματος διανομής, για τα οποία η Επιτροπή δέχτηκε ότι δεν εμπίπτουν στο άρθρο 85, παράγραφος 1 της Συνθήκης ΕΟΚ, όλα αυτά με οδηγούν στο συμπέρασμα ότι η αξιολόγηση της Επιτροπής δεν μπορεί να καταπολεμηθεί βάσιμα.
4.
Σ' άλλη παράγραφο πιο κάτω θ' ασχοληθώ με τα στοιχεία, για τα οποία η Επιτροπή έχει τη γνώμη ότι, ναι μεν εμπίπτουν στο άρθρο 85, παράγραφος 1 της Συνθήκης ΕΟΚ, δικαιολογείται όμως απαλλαγή κατά το άρθρο 85, παράγραφος 3.
Για ποια ακριβώς πρόκειται, εξέθεσα στην αρχή. Είναι η υποχρέωση που ισχύει για το χονδρέμπορο να επιδιώκει ορισμένο κύκλο εργασιών με προϊόντα SABA, να συνάπτει μακροπρόθεσμες συμβάσεις προμηθείας προϊόντων και να καταβάλλει προσπάθειες για την ανάπτυξη του δικτύου διανομής. Είναι εξάλλου η υποχρέωση που ισχύει για τους ειδικευμένους εμπόρους λιανικής πώλησης να πραγματοποιούν ορισμένο κύκλο εργασιών, να διαθέτουν όσο το δυνατό πληρέστερη ποικιλία των προϊόντων SABA και να εκθέτουν τα προϊόντα αυτά κατά τρόπο ευπρόσωπο.
Η προσφεύγουσα έχει επ' αυτού τη γνώμη ότι στην πραγματικότητα δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις απαλλαγής του άρθρου 85, παράγραφος 3: δεν υπάρχει βελτίωση της παραγωγής ή της διανομής των προϊόντων, δεν προκύπτουν οφέλη για τον καταναλωτή και ειδικότερα καταργείται ο ανταγωνισμός στις τιμές για τα προϊόντα SABA. Ισχυρίστηκε συγκεκριμένα ότι οι όροι της σύμβασης συνεργασίας είναι απαράδεκτοι για το χονδρικό εμπόριο με καταστήματα αυτοεξυπηρετήσεως· ως εκ τούτου αυτό το χονδρικό εμπόριο αποκλείεται από τη διανομή και το γεγονός αυτό αποβαίνει σε βλάβη του καταναλωτή. Προς την ίδια κατεύθυνση επιδρά και ο οφειλόμενος στο σύστημα διανομής αποκλεισμός μικρών εμπόρων, ο εφοδιασμός των οποίων μπορούσε να πραγματοποιείται από το χονδρικό εμπόριο με καταστήματα αυτοεξυπηρετήσεως. Η προσφεύγουσα ισχυρίζεται ακόμη ότι το σύστημα έχει ως συνέπεια να περιορίζονται οι έμποροι σε είδη ενός σήματος· έτσι οι καταναλωτές — και αυτό είναι επίσης μειονέκτημα — στερούνται της επιθυμητής επιλογής και αντικειμενικών συμβουλών. Η Επιτροπή δεν έλαβε ή δεν έλαβε επαρκώς υπόψη ότι τέτοιου είδους συστήματα διανομής θα εισάγονται βαθμιαία από κατασκευαστές ηλεκτρονικών συσκευών ψυχαγωγίας, πράγμα που θα επιτείνει τις υποδειχθείσες επιπτώσεις στην αγορά, και αγνόησε ακόμη ότι κατά το δίκαιο ANTI-TRUST των Ηνωμένων Πολιτειών ασκείται πολύ αυστηρή κριτική γι' αυτά τα επιλεκτικά συστήματα διανομής.
Πάνω σ' αυτά τα κεφάλαια διαφοράς πρέπει, κατά την άποψή μου, να γίνουν οι ακόλουθες παρατηρήσεις.
α)
Κατ' αρχάς πρέπει να γίνουν ορισμένες διευκρινίσεις, ώστε η αξιολόγηση των περιορισμών του ανταγωνισμού και των πλεονεκτημάτων που συνδέονται με το σύστημα διανομής να τεθεί σε ορθή βάση. Φαίνεται πράγματι βέβαιο ότι οι όροι του συστήματος δεν είναι τόσο αυστηροί, όσο τους παρουσιάζει η προσφεύγουσα.
—
Έτσι δεν ζητείται ούτε από τους εμπόρους χονδρικής πώλησης ούτε από τους εμπόρους λιανικής πώλησης να πραγματοποιούν ορισμένο τμήμα του κύκλου εργασιών τους με συσκευές SABA γίνεται μάλλον λόγος για εύλογο κύκλο εργασιών. Ο προσδιορισμός του εύλογου εξαρτάται από το μερίδιο αγοράς της SABA στο σχετικό κλάδο πρέπει εξάλλου να λαμβάνεται υπόψη η οικονομική ανάπτυξη. Γι' αυτό το σκοπό προδήλως δεν ακολουθούνται άκαμπτοι κανόνες· αντίθετα τα μέρη διαπραγματεύονται μέχρις ορισμένου σημείου τις απαραίτητες αξίες.
—
Όσον αφορά τις μακροπρόθεσμες συμβάσεις προμηθείας, που πρέπει να συνάπτουν οι χονδρέμποροι, κατά το εγκεκριμένο κείμενο του συστήματος διανομής, μέτρα εκ των προτέρων πρέπει να λαμβάνονται μόνο για ένα εξάμηνο. Αυτό είναι καθοριστικό πρέπει συνεπώς να μη ληφθεί υπόψη η νέα αυστηρότερη ρύθμιση, που δεν αποτελεί αντικείμενο της διαδικασίας και κατά την οποία, ανεξάρτητα από τις συμβάσεις προμηθείας για ένα τετράμηνο, πρέπει να συνάπτεται εκάστοτε σύμβαση για τον ετήσιο κύκλο εργασιών.
Κατά τη γνώμη μου πρέπει ακόμη να γίνει δεκτό ότι πρόκειται για σχετικά σύντομο χρονικό διάστημα, το οποίο επιτρέπει οπωσδήποτε προσαρμογή στη μεταβαλλόμενη κατάσταση της αγοράς. Μας δόθηκε επιπλέον η διαβεβαίωση — και η προσφεύγουσα δεν μπόρεσε να αντιτάξει τίποτα σ' αυτό — ότι η εφαρμογή είναι ελαστική, επιτρέπονται δηλαδή αποκλίσεις και γίνονται δεκτές αναπροσαρμογές. Ακούσαμε ότι σε 30 έως 40 % των περιπτώσεων η πρόταση προμηθείας SABA τροποποιείται σε συνομιλίες με τους χονδρεμπόρους· αφορμή γι' αυτό δίνεται και από το ότι η SABA έχει ρητή υποχρέωση να προμηθεύει εμπόρευμα ανάλογα με τις ανάγκες της αγοράς, δηλαδή να λαμβάνει υπόψη τις επιθυμίες και τα συμφέροντα των καταναλωτών.
—
Είναι περαιτέρω σημαντικό ότι γενικά ερμηνεύεται με ευρύτητα η ρήτρα ότι πρέπει να διατηρείται όσο το δυνατό πληρέστερη ποικιλία των προϊόντων SABA. Αυτό προέκυψε από έρευνες της αγοράς, επί των οποίων θα επανέλθω παρακάτω.
β)
Μετά απ' αυτά και επειδή η υποχρέωση για διατήρηση ευπροσώπων χώρων πωλήσεως είναι σχετικά εύκολο να τηρηθεί, δικαιολογούνται σοβαρές αμφιβολίες ως προς την άποψη ότι το σύστημα διανομής αποκλείει πολλούς μικρούς εμπόρους από την πώληση προϊόντων SABA. Παρ' όλα αυτά, σύμφωνα με τα στοιχεία που δόθηκαν κατά τη διαδικασία, υπάρχουν στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας και το Δυτικό Βερολίνο περίπου 9000 ειδικευμένοι έμποροι λιανικής πώλησης.
Μου φαίνεται ακόμη αμφίβολο ότι οι όροι της σύμβασης συνεργασίας είναι δυσβάσταχτοι για το χονδρικό εμπόριο με καταστήματα αυτοεξυπηρέτησης. Τουλάχιστον όσον αφορά τα μέτρα μακροπρόθεσμης πρόβλεψης πρέπει να γίνει δεκτό ότι είναι πειστική η άποψη ότι είναι απολύτως συνήθη στο χονδρεμπόριο προς ίδιο συμφέρον για τη διασφάλιση έγκαιρου εφοδιασμού.
Αν όμως το χονδρικό εμπόριο με καταστήματα αυτοεξυπηρέτησης δεν μπορεί πράγματι να συμμετέχει στο σύστημα διανομής, επειδή γι' αυτό προέχει η ελαστική διαμόρφωση της ποικιλίας των ειδών και δεν γεννιέται θέμα να ανταποκριθεί στην αξίωση της SABA για πωλήσεις, τότε ισχύει σε κάθε περίπτωση η διαπίστωση ότι οι συνέπειες που προκαλούνται έτσι σε θέματα ανταγωνισμού παραμένουν περιορισμένες. Αυτό μπορεί να λεχθεί, επειδή παρ' όλα αυτά υπάρχουν στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας σύμφωνα με τα προσκομισθέντα αριθμητικά στοιχεία περίπου 100 χονδρέμποροι SABA και επειδή εκτός αυτού η προσφεύγουσα δεν μπόρεσε να αποδείξει ότι ο κύκλος εργασιών της στις ηλεκτρονικές συσκευές ψυχαγωγίας στηρίζεται κατά μεγάλο μέρος σε πωλήσεις σε μεταπωλητές.
γ)
Σχετικά μ' αυτά πρέπει κανείς να υπογραμμίσει περαιτέρω ότι φαίνεται εξαιρετικά πειστική η άποψη ότι συμβάσεις συνεργασίας και προώθησης των πωλήσεων, όπως αυτές που μας ενδιαφέρουν εδώ, έχουν ιδιαίτερη αξία ακριβώς για μικρούς κατασκευαστές με ευρεία ειδίκευση. Μετά από όσα ακούσαμε κατά τη διαδικασία για μερίδια της αγοράς και διάρθρωση της παραγωγής, αυτό πρέπει να ισχύει για τη SABA. Έτσι ενδείκνυται ευθύς εξ αρχής μια καλοπροαίρετη έρευνα των συμβάσεων συνεργασίας, οι οποίες συνάπτονται με χονδρεμπόρους.
δ)
Όσον αφορά την αξίωση βελτιώσεως της παραγωγής και της διανομής, στην οποία αποδίδεται μεγάλη σημασία από το άρθρο 85, παράγραφος 3, δεν είναι δυνατόν, μετά απ' όσα έγιναν γνωστά κατά τη διαδικασία, να αμφισβητηθεί σοβαρά ότι τα αποτελέσματα αυτά συνδέονται με το σύστημα διανομής, ειδικότερα με τη σύμβαση συνεργασίας και ότι αποβαίνουν σε όφελος του καταναλωτή.
Οι προβλεπόμενες μακροπρόθεσμες συμβάσεις προμηθείας και η στενή σχέση παροχής συμβουλών που υπάρχει με τους χονδρεμπόρους επιτρέπουν ορθολογικό προγραμματισμό της παραγωγής, δηλαδή παραγωγή με ευνοϊκό κόστος και ταχεία προσαρμογή στις προσδοκίες των καταναλωτών. Όπως ορθά τόνισε η Επιτροπή, ασφαλώς ο έντονος ανταγωνισμός ανάμεσα στα προϊόντα διαφόρων σημάτων μεριμνά, ώστε να μετατίθεται πραγματικά στον καταναλωτή το ορθολογικό αποτέλεσμα που έχει επιτευχθεί μ' αυτό τον τρόπο.
Μπορεί να γίνει λόγος για βελτίωση της διανομής, επειδή το σύστημα αποβλέπει σε ορθολογική οργάνωση της διανομής, αδιάληπτο εφοδιασμό και άψογη εξυπηρέτηση των πελατών. Δεν μπορεί βέβαια κανείς να αρνηθεί ότι η υποχρέωση προς διανομή έχει ως αποτέλεσμα περιορισμό του αριθμού των εμπόρων, οι οποίοι πωλούν προϊόντα SABA αλλά παρ' όλα αυτά το δίκτυο διανομής παραμένει αρκετά πυκνό, συγκρίνοντάς το λοιπόν με το ευδιάκριτο πλεονέκτημα δεν μπορεί να γίνει λόγος για σοβαρό μειονέκτημα. Σχετικά, έχει ειδικότερα σημασία ότι οι ιδιαίτερες προσπάθειες ενός εμπόρου για προϊόντα ορισμένου σήματος έχουν ως συνέπεια να βρίσκεται πάντοτε στη διάθεση των καταναλωτών ικανοπονητική ποικιλία σύμφωνα με τις πιο πρόσφατες εξελίξεις. Η ανάγκη παράλληλα διατηρήσεως σημαντικού αποθέματος μπορεί να οδηγήσει στον ανταγωνισμό INTERBRAND και στο να απολαύουν οι καταναλωτές εκπτώσεων επί των τιμών. Εξάλλου, δεν συνδέεται κατ' ανάγκη μ' αυτό αποκλεισμός από προϊόντα άλλων σημάτων, δηλαδή η μονομερής διαμόρφωση της προσφοράς και η απουσία παροχής αντικειμενικών συμβουλών. Πράγματι, καμία από τις ρήτρες των συμφωνιών δεν επηρεάζει αναγκαστικά προς αυτή την κατεύθυνση, και, όπως γνωρίζει ο καθένας, είναι πολύ συνηθισμένο και απαραίτητο για το ειδικό εμπόριο να διαθέτει προϊόντα πολλών σημάτων όπως εξηγήθηκε στη δίκη, οι ειδικευμένοι χονδρέμποροι διαθέτουν κατά κανόνα προϊόντα επτά έως δέκα γερμανικών σημάτων και παράλληλα εισαγόμενα προϊόντα άλλων σημάτων.
ε)
Ιδιαίτερη σημασία απέδωσε η προσφεύγουσα, σε συνάρτηση με το άρθρο 85, παράγραφος 3, στη μομφή της ότι η Επιτροπή δεν έλαβε ικανοποιητικά υπόψη τις αρνητικές συνέπειες επί των συνθηκών ανταγωνισμού, δηλαδή δεν επρόσεξε, μήπως «παρέχονται δυνατότητες καταργήσεως του ανταγωνισμού επί σημαντικού τμήματος των σχετικών προϊόντων». Σχετικά με το θέμα αυτό είναι σημαντικό ότι βαθμιαία καθιερώνονται από τους κατασκευαστές ηλεκτρονικών συσκευών ψυχαγωγίας παρεμφερή συστήματα διανομής και έχει σημασία ότι λείπει ο ανταγωνισμός τιμών μεταξύ των προϊόντων SABA.
—
Όσον αφορά κατ' αρχάς την άποψη ότι η Επιτροπή αγνόησε ότι όλοι οι ανταγωνιστές της SABA καθιέρωσαν ή σκόπευαν να καθιερώσουν τέτοια συστήματα διανομής και ότι δεν έλαβε υπόψη τον τρόπο με τον οποίο το σύνολο των επιλεκτικών συστημάτων διανομής επέδρασε άμεσα στο χονδρικό εμπόριο με καταστήματα αυτοεξυπηρετήσεως, έχω την εντύπωση ότι η επίκριση στο σημείο αυτό είναι αδικαιολόγητη.
Κάλλιστα μπορεί να γίνει δεκτό ότι η Επιτροπή έλαβε υπόψη το γεγονός αυτό, κατά το μέρος που ίσχυαν συστήματα διανομής κατά το χρόνο εκδόσεως της απόφασης — εν μέρει ίσχυαν μάλιστα ήδη απαλλαγές γι' αυτά. Η Επιτροπή τόνισε σχετικά κατά τη διαδικασία, ότι επρόκειτο για διαφορετικές μορφές, επειδή οι στρατηγικές πωλήσεων ήταν διαφορετικές δεν περιελάμβαναν όλες τόσο αυστηρές δεσμεύσεις, όπως το σύστημα διανομής SABA, ιδίως οι υποχρεώσεις για προώθηση των πωλήσεων δεν υφίσταντο παντού με τέτοια συχνότητα.
Ορθώς εξάλλου εξήγησε η Επιτροπή ότι γι' αυτό το λόγο η περιγραφείσα κατάσταση μπορεί να θεωρηθεί ότι μάλλον δεν δημιουργεί ανησυχίες, επειδή η αύξηση συστημάτων διανομής οδηγεί οπωσδήποτε σε τόνωση του ανταγωνισμού INTER-BRAND. Μπόρεσε τέλος να υπογραμμίσει ότι παρακολουθεί με προσοχή την εξέλιξη και ότι έχει τη δυνατότητα, αν οι συνθήκες της αγοράς μεταβληθούν κατά τρόπο ασυμβίβαστο με το άρθρο 85, παράγραφος 1, αυξηθούν δηλαδή παρεμφερή συστήματα με πολύ υψηλές αξιώσεις, να επανεξετάσει τη στάση της και, αν χρειαστεί, να επέμβει γρήγορα.
—
Επί της καταργήσεως του ανταγωνισμού, για την οποία δεν επιτρέπεται να παρέχεται καμία δυνατότητα, κατά το άρθρο 85, παράγραφος 3, για σημαντικό τμήμα των σχετικών προϊόντων, η Επιτροπή ορθώς ισχυρίστηκε, κατά τη γνώμη μου, ότι σαφώς εννοείται ο ανταγωνισμός μεταξύ προϊόντων του κλάδου των ηλεκτρονικών συσκευών ψυχαγωγίας, δηλαδή ο ανταγωνισμός INTER-BRAND. Τουλάχιστον αυτό ισχύει για τις συνθήκες της αγοράς, όπως υφίστανται στην προκειμένη περίπτωση, όταν δηλαδή ένας κατασκευαστής κατέχει σχετικά μικρό μόνο μερίδιο της αγοράς. Κατά τη γνώμη μου, είναι προφανές ότι ο ανταγωνισμός αυτός δεν περιορίζεται από ένα επιλεκτικό σύστημα διανομής. Μπορεί μάλιστα να λεχθεί ότι ο ανταγωνισμός εντείνεται, όταν οι έμποροι συγκεντρώνουν την προσοχή τους σε προϊόντα ενός ή μερικών σημάτων και ενδιαφέρονται ιδιαίτερα για την πώλησή τους. Έτσι δεν προέκυψαν ενδείξεις, ότι ο ανταγωνισμός αυτός μειώθηκε εξαιτίας του συστήματος διανομής.
Αν στην προκειμένη περίπτωση ενδιέφερε ο ανταγωνισμός INTER-BRAND, τότε θα έπρεπε να συμφωνήσουμε με την Επιτροπή ότι είναι εκ προοιμίου αυτονόητη η παραδοχή ότι ο ανταγωνισμός αυτός λειτουργεί με σύστημα διανομής, όπως αυτό που μας ενδιαφέρει εδώ. Αυτό μπορεί να λεχθεί, επειδή το σύστημα δεν προβλέπει μέτρα σχετικά με τις τιμές και επειδή πρόκειται για ανοικτό σύστημα με μεγάλο αριθμό εμπόρων, στους οποίους συγκαταλέγονται ανταγωνιστές, όπως μεγάλα καταστήματα. Δεν προσκομίστηκε πάντως καμιά απόδειξη ότι στο σύστημα διανομής γίνονται δεκτοί μόνον έμποροι που δεν ανταγωνίζονται καθόλου και ακόμη είναι βέβαιο ότι η Επιτροπή θα μπορούσε να εναντιωθεί σ' αυτό βασιζόμενη στις υποχρεώσεις που περιέχονται στην απόφασή της.
Περαιτέρω διαπιστώνεται ότι η προσφεύγουσα δεν πέτυχε να υποδείξει ούτε αρκετά σημαντικά στοιχεία για διαφορετική αξιολόγηση. Συγκεκριμένα ανέθεσε τη διεξαγωγή ερεύνης των τιμών, κατά την οποία προέκυψαν διαφορές στις τιμές των εμπόρων προϊόντων SABA το πολύ 1 %. Η έρευνα αυτή όμως, που περιορίστηκε σε μερικές μόνο πόλεις, σε μικρό αριθμό εμπόρων και σε λίγα προϊόντα, έχει πολύ στενή βάση. Αλλη εικόνα εξάλλου δίνουν οι έρευνες που ανατέθηκαν από την εταιρεία SABA στο ινστιτούτο ψυχολογίας της αγοράς, οι οποίες αφορούσαν σημαντικό αριθμό εμπόρων σε μερικές πυκνοκατοικημένες βιομηχανικές περιοχές του RUHR. Σύμφωνα με αυτές υφίστανται πράγματι εν μέρει σημαντικές διαφορές στις τιμές μεταξύ μεμονωμένων εμπόρων. Η αξία τους δεν εξαφανίζεται ούτε και μετά την υπόδειξη ορισμένων ασυμφωνιών στην οποία προέβη η προσφεύγουσα. Το να συμπεράνει κανείς απ' αυτό ότι η SABA επηρέασε τον καθορισμό των τιμών, είναι κατά τη γνώμη μου εσφαλμένο τουλάχιστον επειδή σύμφωνα με την επιστολή αναθέσεως της εντολής, που μας επιδείχθηκε, παρασχέθηκε στους ερωτηθέντες εμπόρους η εγγύηση ότι θα παραμείνουν ανώνυμοι και επειδή στην έκθεση για την έρευνα αναφέρεται ρητά ότι οι συνεργάτες του ινστιτούτου σημείωσαν οι ίδιοι τις τιμές σύμφωνα με την αναγραφή των τιμών πάνω στις συσκευές.
Για το λόγο αυτό η απόφαση περί της απαλλαγής δεν μπορεί, κατά τη γνώμη μου, να προσβληθεί με την αιτιολογία ότι αγνόησε την κατάργηση του ανταγωνισμού κατά την έννοια του άρθρου 85, παράγραφος 3.
στ)
Έτσι νομίζω ότι από τη σκοπιά του άρθρου 85 η προσβαλλόμενη απόφαση μπορεί να διατηρηθεί. Η κρίση αυτή δεν κλονίζεται ούτε και από μία υπόδειξη που έκανε η προσφεύγουσα σχετικά με τη νομολογία επί θεμάτων αντι-τράστ των Ηνωμένων Πολιτειών, κατά την οποία — αυτό μάλλον συνάγεται από την υπόθεση SCHWINN — η υποχρέωση που επιβάλλεται σε χονδρεμπόρους να προμηθεύουν ορισμένους μόνο εμπόρους, είναι καθαυτή ανεπίτρεπτη. Κατά τη γνώμη μου — μπορώ εδώ να παραλείψω τις λεπτομέρειες — η Επιτροπή κατέδειξε πειστικά ότι η δικαστική αυτή απόφαση δεν βοηθεί κατά τίποτε την προκείμενη υπόθεση. Συγκεκριμένα βρισκόμαστε μπροστά σε νομική κατάσταση διαφορετικής μορφής, ακόμη δε και το ιστορικό εμφανίζει σημαντικές διαφορές, πλην του ότι η απόφαση της οποίας έγινε επίκληση και η ερμηνεία της αμφισβητούνται, απ' ό, τι φαίνεται, και στις ΗΠΑ.
5.
Απομένει ένα ακόμη σημείο της επίκρισης, δηλαδή η άποψη ότι το περιθώριο της απαλλαγής υπολογίστηκε πολύ γενναιόδωρα. Πάνω σ' αυτό δεν χρειάζονται μακροσκελείς παρατηρήσεις, κυρίως επειδή οι σχετικοί ισχυρισμοί της προσφεύγουσας είναι μάλλον σύντομοι.
Ναι μεν είναι αφενός σωστό ότι οι συνθήκες της αγοράς μεταβάλλονται ταχέως και γι' αυτό διαπιστώσεις επί θεμάτων που αναφέρονται στο δίκαιο του ανταγωνισμού ισχύουν συχνά μόνο για περιορισμένο χρονικό διάστημα. Εξάλλου η Επιτροπή υπογράμμισε ότι στην προκειμένη περίπτωση πρόκειται για δύσκολο υπολογισμό των οικονομικών επιπτώσεων ενός πολύπλοκου συστήματος, για το οποίο δεν μπορούσε να ληφθεί υπόψη μια πολύ σύντομη περίοδος. Αναμφίβολα η Επιτροπή διαθέτει επ' αυτού του σημείου σημαντικά όρια διακριτικής εξουσίας. Δεν βλέπω καμία ένδειξη ότι την χρησιμοποίησε κατά τρόπο πλημμελή.
Σ' αυτό προστίθεται και ότι με την απόφαση επιβλήθηκαν ορισμένες υποχρεώσεις στη SABA. Η από την απόφαση πηγάζουσα υποχρεωτική ετήσια έκθεση επιτρέπει στην Επιτροπή να ελέγχει την πρακτική της συνεργασίας της SABA με τους εμπόρους και ενδεχομένως να επεμβαίνει.
Για όλους αυτούς τους λόγους καμία αντίρρηση δεν μπορεί να προβληθεί κατά της διάρκειας ισχύος της απόφασης περί απαλλαγής.
III —
Τελειώνοντας δεν μπορώ παρά να προτείνω ν' απορριφθεί ως απαράδεκτη η προσφυγή της METRO καθόσον αναφέρεται στο έγγραφο της 14ης Ιανουαρίου 1976 και ως αβάσιμη καθόσον στρέφεται κατά της απόφασης περί απαλλαγής.
( *1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γερμανική.
Full & Egal Universal Law Academy