ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
JEAN-PIERRE WARNER
της 30ής Νοεμβρίου 1976 ( *1 )
Κύριέ Πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
Μεταξύ αυτών των δύο υποθέσεων, η μια, η υπόθεση 33/76, που θα ονομάζω για λόγους ευκολίας «η γερμανική υπόθεση», ήχθη ενώπιον του Δικαστηρίου με αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως βάσει του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, που υπέβαλε το BUNDESVERWALTUNGSGERICHT, ενώ η άλλη, η υπόθεση 45/76, που θα ονομάζω «η ολλανδική υπόθεση», έφθασε ενώπιον του Δικαστηρίου με αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως από το COLLEGE VAN BEROEP VOOR HET BEDRIJFSLEVEN. Κατ' ουσία, οι δύο υποθέσεις θίγουν το ίδιο ζήτημα, δηλαδή: αν κράτος μέλος, κατά παράβαση του κοινοτικού δικαίου, εισέπραξε, είτε λόγω εισαγωγής προελεύσεως από άλλο κράτος μέλος ή λόγω εξαγωγής προς ένα τέτοιο κράτος, από έμπορο χρηματική επιβάρυνση αποτελέσματος ισοδύναμου προς δασμό, μπορεί αυτό το κράτος, στο πλαίσιο της διαδικασίας αναζητήσεως του αχρεωστήτως καταβληθέντος που κινήθηκε ενώπιον των δικαστηρίων του από τον εν λόγω έμπορο, να προβάλει τη λήξη προθεσμίας που καθορίζεται από το δικό του εθνικό δίκαιο;
Οι προσφεύγουσες στη γερμανική υπόθεση είναι η REWE-ZENTRALFINANZ EG και η REWE ZENTRAL AG (που αποκαλώ από κοινού «REWE») και το καθού είναι το LANDWIRTSCHAFTSKAMMER (γεωργικό επιμελητήριο) του Σάαρ. Το τέλος, για το οποίο πρόκειται εδώ, είναι το τέλος που επιβάλλεται λόγω φυτοϋγειονομικού ελέγχου εισαγομένων μήλων, που το Δικαστήριο εξέτασε στην υπόθεση 39/73, REWE ZENTRALFINANZ κατά LANDWIRTSCHAFTSKAMMER WESTFALEN-LIPPE, ECR 1973, σ. 1039. Ενθυμείστε, κύριοι δικαστές, ότι η υπόθεση αυτή αφορούσε εισαγωγές προελεύσεως Ιταλίας που είχε διενεργήσει η REWE το Μάρτιο 1970.
Η παρούσα διαδικασία αφορά εισαγωγές από τη Γαλλία που είχε πραγματοποιήσει προηγουμένως η REWE. Για. τις εισαγωγές αυτές επιβλήθηκε στη REWE το τέλος για το οποίο πρόκειται με πράξεις που εξέδωσε το LANDWIRTSCHAFTSKAMMER του Σάαρ τον Οκτώβριο και Νοέμβριο 1968, κατόπιν δε τον Ιανουάριο 1969. Βάσει των συνδυασμένων διατάξεων των άρθρων 58, 68 έως 70 και 79 του VERWALTUNGSGERICHTSORDNUNG, τα τέλη αυτά καθίστανται οριστικά και εκτελεστά αν, μέσα σε προθεσμία ενός μήνα ή υπό ορισμένες προϋποθέσεις ενός έτους, δεν προσβληθούν με «ένσταση» ενώπιον της αρχής η οποία τα επέβαλε. Εν προκειμένω, η REWE δεν υπέβαλε ενστάσεις κατά της εν λόγω επιβολής τέλους παρά μόνο το Φεβρουάριο του 1973, δηλαδή σαφώς μετά τη λήξη κάθε προθεσμίας. Οι εκπρόθεσμες αυτές ενστάσεις απορρίφθηκαν από το LANDWIRTSCHAFTSKAMMER το Μάρτιο 1973 και η REWE άσκησε προσφυγή ενώπιον του VERWALTUNGSGERICHT του Σάαρ ζητώντας: 1) την ακύρωση των εν λόγω πράξεων επιβολής τέλους και των αποφάσεων του Μαρτίου 1973 περί απορρίψεως των ενστάσεων της και 2) την απόδοση των τελών που κατέβαλε σύμφωνα με τις πράξεις αυ-τές.
Με απόφαση της 29ης Μαρτίου 1974 το VERWALTUNGSGERICHT απέρριψε την ένσταση της REWE. Η REWE άσκησε τότε έφεση κατά αυτής της αποφάσεως ενώπιον του OBERVERWALTUNGSGERICHT του Σάαρ, το οποίο με απόφαση της 7ης Οκτωβρίου 1974 απέρριψε την έφεση. Η REWE έχει τώρα ασκήσει αναίρεση ενώπιον του BUNDESVERWALTUNGSGERICHT.
Το LANDWIRTSCHAFTSKAMMER ποτέ δεν αμφισβήτησε ότι η είσπραξη των επιδίκων τελών ήταν παράνομη. Πράγματι τα τέλη ήταν παράνομα, όχι όμως όπως προβλήθηκε, δυνάμει του άρθρου 13, παράγραφος 2, της Συνθήκης, διότι η διάταξη αυτή δεν είχε άμεσο αποτέλεσμα κατά τη διάρκεια της μεταβατικής περιόδου, η οποία έληξε την 31η Δεκεμβρίου 1969 (πρβλ. την υπόθεση 94/74, IGAV κατά ENCC, ECR 1975, σ. 713, σκέψη 26, και την υπόθεση 87/75, BRESCIANI κατά AIDF, ECR 1976, σ. 140, σκέψη 14). Η είσπραξη των εν λόγω τελών ήταν παράνομη δυνάμει του άρθρου 13, παράγραφος 1, του κανονισμού 159/66/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 25ης Οκτωβρίου 1966«περί συμπληρωματικών διατάξεων σχετικά με την κοινή οργάνωση αγοράς στον τομέα των οπωροκηπευτικών». Καθόσον έχει σχετικώς σημασία το άρθρο αυτό όριζε:
«Για τα προϊόντα που αναφέρονται στο παράρτημα 1 “που περιελάμβανε τα μήλα εκτός από τα μήλα για την παρασκευή μηλίτη” οι δασμοί και φόροι ισοδύναμου αποτελέσματος, καθώς και κάθε ποσοτικός περιορισμός και μέτρο ισοδύναμου αποτελέσματος που εφαρμόζονται στις σχέσεις μεταξύ κρατών μελών καταργούνται από την 1η Ιανουαρίου 1967.»
Η άποψη του LANDWIRTSCHAFTSKAMMER ήταν σταθερή στο ότι το δικαίωμα της REWE να ζητήσει την ακύρωση των προσβαλλομένων πράξεων επιβολής τέλους και την απόδοση των τελών που είχαν καταβληθεί σε εκτέλεση αυτών των πράξεων δεν μπορούσε να ασκηθεί λόγω των διατάξεων του VERWALTUNGSGERICHTSORDNUNG που ανέφερα. Η άποψη αυτή επιβεβαιώθηκε από το VERWALTUNSGERICHT, κατόπιν δε από το OBERVERWALTUNGSGERICHT. Και τα δύο δικαστήρια απέρριψαν το επιχείρημα της REWE, η οποία αντιθέτως προβάλλει ότι το κοινοτικό δίκαιο της παρέχει δικαίωμα να επιδιώξει την απόδοση των αδικαιολογήτως εισπραχθέντων ποσών και ότι το δικαίωμα αυτό δεν μπορεί να εξαφανιστεί από οποιαδήποτε διάταξη της εθνικής νομοθεσίας.
Στην παραπεμπτική του Διάταξη το BUNDESVERWALTUNGSGERICHT τονίζει ότι και αυτό έχει τη γνώμη ότι το επιχείρημα της REWE πρέπει να απορριφθεί. Σαν δικαστήριο «του οποίου οι αποφάσεις δεν υπόκεινται σε ένδικα μέσα του εσωτερικού δικαίου», θεώρησε εντούτοις ότι ήταν υποχρεωμένο, βάσει της τρίτης παραγράφου του άρθρου 177, να παραπέμψει την απόφαση στο Δικαστήριο, ιδίως επειδή οι απόψεις που έχουν διατυπώσει γερμανοί συγγραφείς υποστηρίζουν την επιχειρηματολο-γία της REWE.
Το πρώτο και κύριο ερώτημα που το BUNDESVERWALTUNGSGERICHT υπέβαλε στο Δικαστήριο έχει ως εξής:
«Σε περίπτωση που η διοίκηση κράτους μέλους παραβαίνει την απαγόρευση επιβολής επιβαρύνσεων αποτελέσματος ισοδύ-ναμου προς δασμό (άρθρα 5, 9 και 13, παράγραφος 2, της Συνθήκης ΕΟΚ) ο ενδιαφερόμενος κοινοτικός πολίτης έχει κατά το κοινοτικό δίκαιο αξίωση: α) ακυρώσεως ή ανακλήσεως της διοικητικής πράξεως, β) και/ή επιστροφής του καταβληθέντος ποσού, ακόμα και όταν η διοικητική πράξη κατέστη απρόσβλητη λόγω απωλείας προθεσμιών;»
Το BUNDESVERWALTUNGSGERICHT προσθέτει δύο επικουρικά ερωτήματα, που είναι διατυπωμένα ως εξής:
«2.
Ισχύει αυτό τουλάχιστον, όταν το Δικαστήριο έχει ήδη αναγνωρίσει την παράβαση της κατά το κοινοτικό δίκαιο απαγόρευσης ;
3.
Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως, ως προς την ύπαρξη δικαιώματος επιστροφής κατά το κοινοτικό δίκαιο, είναι η αξίωση αυτή καταβολής έντοκη και, αν ναι, από ποιο χρονικό σημείο και για ποιο ποσό;»
Στην ολλανδική υπόθεση προσφεύγουσα είναι η COMET BV (που θα ονομάζω «COMET») και καθού είναι το PRODUKTSCHAP VOOR SIERGEWASSEN (οργανισμός δημοσίου δικαίου σχετικά με την οργάνωση των οικονομικών δραστηριοτήτων στον τομέα των διακοσμητικών φυτών). Το τέλος που αφορά αυτή η διαφορά είναι μία επιβάρυνση που επιβλήθηκε σύμφωνα με μία κανονιστική απόφαση του PRODUKTSCHAP του 1956 σχετικά με τις εξαγωγές βολβών και κονδύλων ανθέων με προορισμό τη Γερμανία. Το τέλος αυτός προοριζόταν για τη χρηματοδότηση της διαφήμισης των ολλανδικών βολβών και κονδύλων στη Γερμανία. Είναι βέβαιο ότι η επιβολή αυτού του τέλους κατέστη παράνομη την 1η Ιουλίου 1968, ημερομηνία κατά την οποία τέθηκε σε ισχύ ο κανονισμός (ΕΟΚ) 234/68 του Συμβουλίου, της 27ης Φεβρουαρίου 1968«περί ιδρύσεως κοινής αγοράς στον τομέα των ζώντων φυτών και των προϊόντων της ανθοκομίας». Το άρθρο 10, παράγραφος 1, αυτού του κανονισμού ορίζει, καθόσον έχει σημασία εδώ:
«Απαγορεύεται στο εσωτερικό εμπόριο της Κοινότητος :
—
η είσπραξη παντός δασμού ή φορολογικής επιβαρύνσεως ισοδυνάμου αποτελέσματος·
—
…» (EE ειδ. έκδ. 03/003, σ. 27)
Παρά αυτή τη διάταξη, το PRODUKTSCHAP, με πράξεις επιβολής τέλους που απηύθυνε στην COMET τον Ιούλιο και Σεπτέμβριο 1969, αξίωσε από αυτή την καταβολή τέλους για τις εξαγωγές που διενήργησε στη Γερμανία το φθινόπωρο 1968 και την άνοιξη 1969. Δυνάμει του άρθρου 33 του WET ADMINISTRATIEVE RECHTSP-RAAK BEDRUFSORGANISATIE (ολλανδικός νόμος περί των διοικητικών ενδίκων μέσων σχετικά με την οργάνωση της οικονομικής δραστηριότητας — που ονομάζεται συντομογραφικά νόμος ARBO), η προθεσμία για την άσκηση ενδίκου μέσου κατά παρόμοιων αποφάσεων επιβολής τέλους είναι τριάντα μέρες. Η COMET δεν προσέβαλε εντούτοις τις επίδικες πράξεις μέσα στην προθεσμία αυτή· κατέβαλε το τέλος που της είχε ζητηθεί και μόλις το 1975 προέβη σε διαβήματα για να αναγνωριστεί ότι δεν ήταν υποχρεωμένη στην καταβολή αυτού του τέλους. Τα διαβήματα αυτά κατέληξαν στην προσφυγή που εκκρεμεί ήδη ενώπιον του COLLEGE VAN BEROEP VOOR HET BEDRLTFSLEVEN, ενώπιον του οποίου το PRODUKTSCHAP υποστήριξε πράγματι ότι το αίτημα προσκρούει στο άρθρο 33 του νόμου ARBO, ενώ η COMET, για να αντικρούσει αυτόν τον αμυντικό ισχυρισμό, προέβαλε ένα παρόμοιο επιχείρημα με εκείνο που προέβαλε η REWE στη γερμανική υπόθεση.
Όπως φαίνεται, ένα παρόμοιο επιχείρημα απορρίφθηκε από το COLLEGE σε μια προηγούμενη υπόθεση (VAN HAASTER κατά PRODUKTSCHAP VOOR SIERGEWASSEN, NJAB 1975, 149, σ. 373 επ.), από δε την παραπεμπτική του Διάταξη συνήγαγα ότι θα το απέρριπτε επίσης και στην παρούσα υπόθεση, αν δεν είχε προκαλέσει την προσοχή του η παραπομπή προς το Δικαστήριο του BUNDESVERWALTUNGSGERICHT στη γερμανική υπόθεση.
Το ερώτημα που το COLLEGE υπέβαλε στο Δικαστήριο έχει ως εξής:
«Στην περίπτωση που ιδιώτης προσβάλλει ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου απόφαση εθνικού οργάνου λόγω μη συμφωνίας με το κοινοτικό δίκαιο, υπάρχει διάταξη ή αρχή του κοινοτικού δικαίου που να παρεμποδίζει να του αντιταχθεί η παρέλευση προθεσμίας προς άσκηση ενδίκου μέσου που προβλέπεται από το εθνικό δίκαιο, είτε υπό την έννοια ότι ο δικαστής δεν μπορεί να κηρύξει το ένδικο μέσο που άσκησε ο ενδιαφερόμενος ως απαράδεκτο, λόγω μη τηρήσεως αυτής της προθεσμίας, είτε υπό την άλλη έννοια ότι η διοίκηση δεν μπορεί να επικαλεστεί την παρέλευση αυτής της προθεσμίας για να στηρίξει την άρνησή της να επανεξετάσει την απόφαση;»
Δεν αμφιβάλλω, κύριοι δικαστές, ότι διατάξεις όπως αυτές του άρθρου 13, παράγραφος 1, του κανονισμού 159/66 και του άρθρου 10, παράγραφος 1, του κανονισμού 234/68, που κατήργησαν ή απαγόρευσαν επιβαρύνσεις ισοδύναμου αποτελέσματος προς δασμούς από μια ορισμένη ημερομηνία στερούν από το κύρος της την εθνική νομοθεσία που επιδιώκει την επιβολή παρόμοιων επιβαρύνσεων μετά από αυτή την ημερομηνία. Δεν αμφιβάλλω επίσης ότι παρόμοιες διατάξεις παράγουν άμεσο αποτέλεσμα στο νομικό σύστημα των κρατών μελών υπό την έννοια ότι παρέχουν στους ιδιώτες δικαιώματα που τα εθνικά δικαστήρια οφείλουν να προστατεύουν.
Έχω πάντως τη γνώμη ότι εναπόκειται στην εθνική νομοθεσία κάθε κράτους μέλους να καθορίσει τη φύση και την έκταση των μέσων παροχής εννόμου προστασίας με τα οποία μπορούν να ευοδωθούν οι αξιώσεις αυτές ενώπιον των δικαστηρίων αυτού του κράτους. Πλούσια νομολογία του Δικαστηρίου στηρίζει αυτή τη γνώμη. Από το 1960 και ιδίως στην υπόθεση 6/60, HUMBLET κατά Βελγίου, ECR 1960, σ. 559, το Δικαστήριο δέχτηκε ότι όταν κράτος μέλος αξιώνει από υπάλληλο της ΕΚΑΧ καταβολή φόρου εισοδήματος ύψους ασυμβίβαστου με το πρωτόκολλο περί των προνομίων και ασυλιών αυτής της Κοινότητας, εναπόκειται στην εσωτερική νομοθεσία αυτού του κράτους να καθορίσει αν ο ενδιαφερόμενος μπορεί να αξιώσει την απόδοση των επιπλέον καταβληθέντων φόρων και αν έχει δικαίωμα τόκων. Στην υπόθεση 28/67, MOLKEREI-ZENTRALE WESTFALEN κατά HAUPTZOLLAMT PADERBORN, ECR 1968, σ. 198, στη σ. 154, και στην υπόθεση 34/67, LUCK κατά HAUPTZOLLAMT Kön, στο ίδιο σ. 245, το Δικαστήριο έκρινε ότι εναπόκειται στα αρμόδια δικαστήρια κάθε κράτους μέλους να αποφασίσουν, κατά τους κανόνες του εθνικού τους δικαίου, ποια είναι η καταλληλότερη οδός για την προστασία των δικαιωμάτων που παρέχονται στους ιδιώτες από το άρθρο 95 της Συνθήκης ΕΟΚ. Ομοίως, στην υπόθεση 13/68, SALGOIL κατά Ιταλικού Δημοσίου, στο ίδιο σ. 453, δέχτηκε ότι τα δικαιώματα που παρέχονται στους ιδιώτες βάσει του άμεσου αποτελέσματος των άρθρων 31 και 32 της Συνθήκης πρέπει να αξιολογούνται σύμφωνα με τα κριτήρια του εθνικού δικαίου προκειμένου να καθοριστεί το αρμόδιο δικαστήριο κράτους μέλους για την εξασφάλιση της τηρήσεως τους. Στις υποθέσεις 120/73 LORENZ κατά Γερμανικού Δημοσίου, ECR. 1973, σ. 1471, 121/73, MARK-MANN κατά Γερμανικού Δημοσίου, στο ίδιο σ. 1495, και 141/73, LOHREY κατά Γερ-μανικού Δημοσίου, στο ίδιο, σ. 1527, το Δικαστήριο έκρινε ότι εναπόκειται στην εθνική έννομη τάξη κάθε κράτους μέλους να καθορίσει τα νομικά μέσα με τα οποία εξασφαλίζεται το άμεσο αποτέλεσμα της δεύτερης φράσης του άρθρου 93 της Συνθήκης. Τέλος, στην υπόθεση 60/75, RUSSO κατά ΑΙΜΑ, ECR 1976, σ. 45, το Δικαστήριο δέχτηκε ότι όταν ανεξάρτητος παραγωγός έχει υποστεί ζημία λόγω παρεμβάσεως κράτους μέλους ασυμβίβαστης με την κοινή οργάνωση των γεωργικών αγορών οι συνέπειες, όσον αφορά την ευθύνη αυτού του κράτους μέλους έναντι του, καθορίζονται σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο αυτού του κράτους.
Νομίζω, αν μπορώ να εκφραστώ κατ' αυτό τον τρόπο, ότι οι αποφάσεις αυτές είναι απολύτως λογικές. Όταν το κοινοτικό δίκαιο περιορίζεται να απαγορεύει το ένα ή το άλλο είδος πράξεων εκ μέρους κράτους μέλους και να ορίζει ότι οι ιδιώτες δικαιούνται να επικαλεστούν αυτή την απαγόρευση ενώπιον των εθνικών τους δικαστηρίων, χωρίς να καθορίζει τα ένδικα μέσα ή τις διαδικασίες που υφίστανται για το σκοπό αυτό, δεν υπάρχει πράγματι εναλλακτική δυνατότητα ως προς την εφαρμογή των ενδίκων μέσων και των διαδικασιών που ορίζονται από την εθνική νομοθεσία. Οι προσφεύγουσες υποστήριξαν ότι το να επιτρέπεται η εφαρμογή του εθνικού δικαίου σε παρόμοιες περιστάσεις ισοδυναμεί με το επιτρέπεται σε αυτό να υποσκελίζει το κοινοτικό δίκαιο. Δεν νομίζω ότι είναι σωστός αυτός ο χαρακτηρισμός της καταστάσεως. Αντιλαμβάνομαι την εν λόγω κατάσταση σα μία περίπτωση στην οποία το κοινοτικό δίκαιο και το εθνικό δίκαιο ενεργούν σε συνδυασμό μεταξύ τους, δηλαδή ότι το δεύτερο καταλαμβάνει το χώρο όταν το πρώτο τον εγκαταλείπει, παράγοντας έτσι τα αποτελέσματά του.
Υπάρχουν και άλλα πεδία στα οποία απαντά παρόμοια κατάσταση. Ένα παράδειγμα παρέχεται από την υπόθεση 35/74, MUTUALITÉS CHRÉTIENNES κατά RZEPA, ECR 1974, σ. 1241, στην οποία δικαίωμα αναζητήσεως που παρέχεται από κοινοτικό κανονισμό στον τομέα της κοινωνικής ασφάλισης κρίθηκε ότι υπόκειται σε κάθε κράτος μέλος στην προθεσμία που τάσσει το εθνικό δίκαιο αυτού του κράτους. Ένα άλλο παράδειγμα περιέχεται στην υπόθεση 26/74, ROQUETTE κατά Επιτροπής, ECR 1976, σ. 677. Στην υπόθεση αυτή το Δικαστήριο έκρινε ότι όταν σε εμπορευόμενο επιβάλλονται αχρεωστήτως τέλη που προβλέπονται από τους κοινοτικούς κανονισμούς, το ζήτημα αν ο ενδιαφερόμενος έχει δικαίωμα αναζητήσεως με/ή χωρίς τόκους επιλύεται, ελλείψει κάθε σχετικής κοινοτικής διατάξεως, σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο. Κατά κάποιο τρόπο η λύση αυτή επιβάλλεται ακόμη περισσότερο στις παρούσες υποθέσεις, καθόσον βρισκόμαστε εδώ προ, όχι τελών που επιβάλλονται από το κοινοτικό δίκαιο, αλλά τελών που επιβάλλονται από τις εθνικές νομοθεσίες.
Εκ μέρους των προσφευγουσών αναφέρθηκαν πολλές αποφάσεις του Δικαστηρίου. Δεν νομίζω όμως ότι οποιαδήποτε από αυτές τις αποφάσεις περιέχει τίποτε περισσότερο από την επιβεβαίωση των δύο αρχών της υπεροχής του κοινοτικού δικαίου και του άμεσου αποτελέσματός του υπό τις κατάλληλες συνθήκες. Όμως, εδώ δεν πρόκειται, κατά τη γνώμη μου, για καμία από αυτές τις αρχές. Μία απόφαση που αναφέρθηκε ιδιαίτερα είναι αυτή που εκδόθηκε στην υπόθεση 166/73, RHEINMUHLEN DÜSSELDORF κατά EINFUHR- UND VORRAT-SSTELLE FUR GETREIDE UND FUTTER-MITTEL, ECR 1974, σ. 33. Υποστηρίχθηκε ότι από αυτή την απόφαση καταφαίνεται ότι το κοινοτικό δίκαιο είναι ικανό να εκτοπίσει το εθνικό δικονομικό δίκαιο. Έτσι είναι πράγματι, αλλά το κρίσιμο σημείο στην υπόθεση αυτή είναι το γεγονός ότι η διάταξη του εθνικού δικαίου για την οποία επρόκειτο θεωρήθηκε ότι εκτοπίζεται, καθόσον ήταν ασυμβίβαστη με μια ρητή διάταξη του κοινοτικού δικονομικού δικαίου, δηλαδή του άρθρου 177. Οι προσφεύγουσες, για να στηρίξουν το επιχείρημά τους ότι υπάρχει και εδώ παρόμοια περίπτωση ασυμβιβάστου, αναγκάστηκαν να ισχυριστούν, καθώς ανέφερα, ότι το κοινοτικό δίκαιο όχι μόνο στερεί από το κύρος της την εθνική νομοθεσία που προβλέπει τα τέλη που τους επιβλήθηκαν, αλλά και ότι αυτό το ίδιο τους παρέχει δικαίωμα ενδίκου προσφυγής προς επιστροφή αυτών των τελών και ότι το δικαίωμα αυτό δεν μπορεί να περιοριστεί από οποιαδήποτε διάταξη του εθνικού δικαίου. Για τους λόγους που έχω ήδη επισημάνει δεν νομίζω ότι οι προσφεύγουσες απέκτησαν οποιοδήποτε αυτοτελές δικαίωμα προσφυγής αυτής της φύσεως από το κοινοτικό δίκαιο: νομίζω ότι το εθνικό τους δίκαιο έπρεπε να προβλέψει τα ένδικα μέσα που δικαιούνται συνεπεία της ελλείψεως κύρους της εν προκειμένω φορολογικής νομοθεσίας. Πάντως, ακόμα και αν υπάρχει ένα τέτοιο αυτοτελές δικαίωμα προσφυγής που γεννάται από το κοινοτικό δίκαιο, παραμένει το γεγονός ότι δεν υπάρχει κοινοτικό δικονομικό δίκαιο που να ρυθμίζει την άσκηση αυτού του δικαιώματος, ούτε, επομένως, διάταξη του κοινοτικού δικαίου με την οποία το εθνικό δικονομικό δίκαιο θα μπορούσε να θεωρηθεί ως ασυμβίβαστο. Η λογική κατάληξη της επιχειρηματολογίας των προσφευγουσών είναι πράγματι ότι δεν υπάρχει απολύτως καμία προθεσμία που να εφαρμόζεται ως προς το δικαίωμά τους προσφυγής. Το συμπέρασμα αυτό θα ήταν ασυμβίβαστο με την κοινή παράδοση των νομικών συστημάτων των κρατών μελών που έγκειται στην υλοποίηση της αρχής «INTEREST REI PUBLICAE UT SIT FINIS LITIUM», μεταξύ άλλων, εξαρτώντας το δικαίωμα προσφυγής από προθεσμίες (ακόμη και αν αυτές, όπως τόνισε η Επιτροπή, διαφέρουν αισθητά), όπως επίσης και με τη γενική θεώρηση του κοινοτικού δικαίου όπως εκφράζεται στο άρθρο 173 της Συνθήκης ΕΟΚ, στο άρθρο 43 του Οργανισμού του Δικαστηρίου και σε πολυάριθμες άλλες διατάξεις. Η REDUCTIO AD ABSURDUM της επιχειρηματολογίας των προσφευγουσών καταλήγει στο συμπέρασμα ότι ένδικο μέσο προς επιστροφή των εν λόγω τελών δεν θα μπορούσε να απορριφθεί από το αρμόδιο εθνικό δικαστήριο για οποιοδήποτε λόγο δικονομικού δικαίου ούτε καν, παραδείγματος χάρη — όπως στο αγγλικό δίκαιο —, λόγω παρελκυστικής διαδικασίας (WANT OF PROSECUTION).
Οι προσφεύγουσες επικαλέστηκαν επίσης δύο γνωστές αποφάσεις που εξέδωσαν τα εθνικά δικαστήρια και ιδίως την απόφαση του βελγικού Ακυρωτικού στην υπόθεση ΕΤΑΤ BELGE κατά SA FROMAGERIE FRANCO-SUISSE «LE SKI» (J.T. 1971, σ. 460) και την απόφαση του γαλλικού ακυρωτικού στην υπόθεση ADMINISTRATION DES DOUANES κατά SOCIÉTÉ CAFÉS JACQUES VABRE (D. 1975, J. 497). Και οι δύο αυτές αποφάσεις επιβεβαίωσαν την υπεροχή του κοινοτικού δικαίου επί του εθνικού δικαίου, ακόμη και όταν το εθνικό δίκαιο πηγάζει από νόμο μεταγενέστερο της Συνθήκης, επίσης δε και με τις δύο αποφάσεις αναγνωρίστηκε το άμεσο αποτέλεσμα του κοινοτικού δικαίου, αλλά δεν νομίζω ότι και οι δύο αποφάσεις εξέτασαν το ζήτημα που τίθεται εδώ. Στη γαλλική υπόθεση έγινε πράγματι δεκτό ότι το αίτημα της αναιρεσίβλητης έπρεπε να περιοριστεί στην απόδοση των ποσών που είχαν καταβληθεί κατά τη διάρκεια της περιόδου που αντιστοιχούσε στην προθεσμία που προβλέπει ο γαλλικός νόμος. Στη βελγική υπόθεση το αίτημα αποδόσεως στηριζόταν ρητά στο άρθρο 1235 του βελγικού αστικού κώδικα, το κύριο δε ζήτημα ήταν αν ο μεταγενέστερος νόμος μπορεί να καταργήσει δικαιώματα που έλκει η αναιρεσίβλητη από αυτό το άρθρο. Όταν λέω ότι σε τέτοιες περιπτώσεις τα ένδικα μέσα και οι διαδικαστικές διατάξεις που εφαρμόζονται καθορίζονται από το εσωτερικό δίκαιο δεν εννοώ βεβαίως μ' αυτό ότν η νομοθεσία κράτους μέλους μπορεί ελεύθερα να στερεί από τα ένδικα μέσα που τους παρέχει αυτή τα πρόσωπα που υπέστησαν ζημία συνεπεία παραβάσεως του κοινοτικού δικαίου από αυτό το κράτος.
Συμπεραίνοντας, κύριοι δικαστές, θεωρώ ότι στο πρώτο ερώτημα που σας υπέβαλε το BUNDESVERWALTUNGSGERICHT, καθώς και στο μοναδικό ερώτημα που σας υπέβαλε το COLLEGE VAN BEROEP VOOR HET BEDRIJFSLEVEN, πρέπει να δώσετε αρνητική απάντηση.
Υπό αυτό το πρίσμα, το τρίτο ερώτημα που υπέβαλε το BUNDESVERWALTUNGSGERICHT δεν έχει πλέον αντικείμενο. Πρέπει εντούτοις να εξετάσω σύντομα το δεύτερο ερώτημα.
Κατά τη γνώμη μου, τα δικαιώματα των ιδιωτών να επιδιώξουν επιστροφή των τελών που τους επιβλήθηκαν κατά παράβαση του κοινοτικού δικαίου δεν μπορούν να εξαρτώνται από την ύπαρξη ή μη αποφάσεως του Δικαστηρίου (είτε πρόκειται για απόφαση που εκδίδεται βάσει του άρθρου 170 ή του άρθρου 177 της Συνθήκης) σχετικά με τα ιδιαίτερα εν προκειμένω τέλη. Το Δικαστήριο αποφαίνεται ποιο είναι το δίκαιο· δεν το δημιουργεί. Η Ιταλική Κυβέρνηση σας ζήτησε επίμονα, κύριοι δικαστές, να αποφανθείτε, κατ' αναλογία προς την υπόθεση 43/75, DEFRENNE κατά SABENA, ECR 1976, σ. 455, ότι το άμεσο αποτέλεσμα των διατάξεων του κοινοτικού δικαίου που απαγορεύει την επιβολή επιβαρύνσεων ισοδυνάμου αποτελέσματος προς δασμούς δεν μπορεί να προβληθεί σε καμία από τις παρούσες υποθέσεις, καθόσον τα τέλη για τα οποία πρόκειται εδώ δεν χαρακτηρίστηκαν ότι εμπίπτουν στην απαγόρευση είτε μέσω οδηγίας της Επιτροπής είτε κατόπιν αποφάσεως του Δικαστηρίου. Ελπίζω ότι δεν εκτίθε-μαι στη μομφή της έλλειψης αβρότητας έναντι της Ιταλικής Κυβερνήσεως ή των εκπροσώπων της, επειδή δεν θα αναλύσω λεπτομερώς την επιχειρηματολογία που αναπτύχθηκε εξ ονόματι της ως προς το μέρος αυτό της υπόθεσης. Τη γνωρίζετε καλά, κύριοι δικαστές. Νομίζω ότι μπορώ να περιοριστώ να πω ότι, κατά τη γνώμη μου, η υπόθεση DEFRENNE ήταν διαφορετική. Ο λόγος για τον οποίο το Δικαστήριο περιόρισε στην υπόθεση αυτή τα αναδρομικά αποτελέσματα της απόφασής του ήταν ότι απειράριθμα πρόσωπα της Κοινότητας, ιδίως ιδιώτες εργοδότες, είχαν πλανηθεί ως προς τις υποχρεώσεις τους συνεπεία της συμπεριφοράς των κοινοτικών οργάνων και των κυβερνήσεων των κρατών μελών. Υπήρχε βάσιμος λόγος φόβου ότι, αν άρχιζαν εκ νέου διαπραγματεύσεις σε ήδη συμφωνηθέντα, το αποτέλεσμα θα ήταν οικονομικές δυσχέρειες, ακόμα και πτωχεύσεις σε ευρεία κλίμακα. Η κατάσταση στις παρούσες υποθέσεις, που δεν αφορούν παρά την απόδοση από τα κράτη μέλη τελών που δεν έπρεπε να είχαν ποτέ εισπράξει, δεν είναι παρόμοια.
( *1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η αγγλική.
Full & Egal Universal Law Academy