ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
HENRI MAYRAS
της 9ης Νοεμβρίου 1976 ( *1 )
Κύριε Πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
Η μεταξύ του Jozef de Wolf, εκτελωνιστή στο Turnhout (Βέλγιο) και της εταιρίας Harry Cox, με έδρα το Boxmeer (Κάτω Χώρες) διαφορά είναι ασήμαντη, εφόσον αφορά την πληρωμή τιμολογίου 8 φλορι-νιών και 30 centimes που ο εν λόγω εκτελωνιστής ισχυριζόταν ότι του όφειλε η ολλανδική εταιρία. Αυτό όμως δεν έχει σημασία. Αυτή η ασήμαντη υπόθεση προκάλεσε αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως που υπέβαλε το Hoge Raad των Κάτω Χωρών, επί της ερμηνείας των διατάξεων της Συμβάσεως των Βρυξελλών της 27ης Σεπτεμβρίου 1968, των σχετικών με την αναγνώριση και την εκτέλεση δικαστικών αποφάσεων, των οποίων η εξέταση θα μας οδηγήσει στο να λυθεί σημαντικό σημείο του κοινοτικού δικαίου.
Ο De Wolf άρχισε με την προσαγωγή του οφειλέτου του ενώπιον του juge de paix (ειρηνοδίκη) του πρώτου canton του Turnhout που είναι το δικαστήριο της δικής του κατοικίας. Το εν λόγω δικαστήριο, θεωρώντας ότι είναι αρμόδιο, καταδίκασε ερήμην την εναγομένη στην πληρωμή αυτού του τιμολογίου, σε κατ' αποκοπή αποκατάσταση της ζημίας εκ 500 βελγικών φράγκων, καθώς και στα έξοδα του δικογράφου καθορισθέντα σε 15 φλορίνια, καθώς και στην καταβολή των νομίμων τόκων και των δικαστικών εξόδων, καθορισθέντων συνολικά σε 913 βελγικά φράγκα.
Μπορεί να υποτεθεί ότι η εν λόγω απόφαση κοινοποιήθηκε στην εναγομένη, αλλά αυτή δεν αντέδρασε. Η σύγκριση της ημερομηνίας της, της ημερομηνίας κοινοποιήσεως της και της προθεσμίας ανακοπής πρέπει να επιτρέψουν τη διαπίστωση ότι κατέστη εκτελεστή στο Βέλγιο και αποτελεί δεδικασμένο.
Αλλο όμως ζήτημα είναι αν η Απόφαση μπορούσε να εκτελεστεί στο Βέλγιο. Χρειάζεται προσοχή ώστε να αποφεύγεται η σύγχυση μεταξύ των αποτελεσμάτων της αποφάσεως και των θετικών πράξεων ή των εννόμων μέσων που πρέπει να χρησιμοποιηθούν για να επιτευχθεί η πραγματική της εκτέλεση: αυτά εξαρτώνται, τόσο από απόψεως τύπου όσο και ουσίας, από τη νομοθεσία της χώρας όπου πρέπει να εκτελεστεί η Απόφαση, από τον τόπο όπου ευρίσκονται τα αγαθά που πρέπει να κατασχεθούν και, πρωτ' απ' όλα, από την ίδια την ύπαρξη αγαθών που μπορούν να αποτελέσουν το αντικείμενο αναγκαστικής εκτελέσεως. Είναι πιθανό ότι η ολλανδική εταιρία δεν κατείχε αγαθά προς εκτέλεση στο Βέλγιο -για το λόγο αυτό, ο ενάγων αναγκάστηκε να απευθυνθεί στα δικαστήρια των Κάτω Χωρών.
Αντί, ωστόσο, να περιοριστεί στο να ζητήσει την εκτέλεση της εν λόγω αποφάσεως σ' αυτή τη χώρα, κατά την προβλεπόμενη από τα άρθρα 31 και επόμενα της Συμβάσεως διαδικασία, ο Wolf προτίμησε να αρχίσει την υπόθεση «ab ονο» και να εναγάγει τον αντίδικό του ενώπιον του Kanton-rechter του Boxmeer, δικαστήριο της κατοικίας του τελευταίου (άρθρο 2, εδάφιο 1 της Συμβάσεως), από το οποίο ζήτησε, επικαλούμενος συγχρόνως την εκδοθείσα υπέρ αυτού βελγική απόφαση, να αποφανθεί επί της ουσίας, δηλαδή να καταδικάσει εκ νέου την εταιρία Harry Cox στην καταβολή των οφειλομένων ποσών εντόκως. Στηρίχθηκε, προς το σκοπό αυτό, στο άρθρο 431 του ολλανδικού κώδικα πολιτικής δικονομίας που επιτρέπει μια τέτοια αγωγή όταν η εκτέλεση της αποφάσεως του αλλοδαπού δικαστή δεν είναι δυνατή.
Αυτή τη φορά, η εναγομένη παρέστη. Το Δικαστήριο, όμως, έχοντας αμφιβολίες ως προς το συμφέρον του ενάγοντος να επιτύχει απόφαση του ολλανδού δικαστού επί της ουσίας, εφόσον διέθετε, κατ' αυτό, τα άρθρα 11 και 12 της βελγο-ολλανδικής συμβάσεως εκτελέσεως της 28ης Μαρτίου 1925, που επιτρέπουν να επιτυγχάνεται η εκτέλεση στις Κάτω Χώρες εκδοθεισών στο Βέλγιο αποφάσεων, αποφάσισε, με παρεμπίπτουσα απόφαση της 7ης Ιανουαρίου 1975, να επανεξετάσει τον ενάγοντα επί των λόγων που τον ωθούσαν να επιτύχει, επιπλέον της αποφάσεως του Βέλγου δικαστή, απόφαση του ολλανδού δικαστή που γι' αυτόν ήταν αλλοδαπός.
Στην τελική του απόφαση της 8ης Ιουλίου 1975, ο δικαστής του Boxmeer αρχίζει με τη διόρθωση προφανούς λάθους που είχε διαπράξει στην απόφαση της 7ης Ιανουαρίου: δεν ήταν η βελγο-ολλανδική σύμβαση που θα μπορούσε να επικαλεστεί ο ενάγων, αλλά η κοινοτική σύμβαση της 27ης Σεπτεμβρίου 1968 η οποία, δυνάμει του άρθρου της 55, αντικαθιστά τη διμερή σύμβαση, καθώς και θα μπορούσε να επικαλεστεί τον ολλανδικό εκτελεστικό νόμο της 4ης Μαρτίου 1972, που τέθηκε σε ισχύ την 1η Φεβρουαρίου 1973.
Περαιτέρω, ο δικαστής διαπιστώνει ότι «τίποτα δεν λέει ότι η βελγική απόφαση δεν πρέπει να “αναγνωριστεί” στις Κάτω Χώρες χωρίς να παρίσταται ανάγκη ιδιαίτερης διαδικασίας, κατά την έννοια του άρθρου 26, παράγραφος 1, της Συμβάσεως». Εντούτοις, ενώ οι διατάξεις της Συμβάσεως και του ολλανδικού νόμου της 4ης Μαΐου 1972 είχαν εφαρμογή, στην περίπτωση που ο de Wolf θα ζητούσε, κατά την οριζόμενη από τα εν λόγω κείμενα διαδικασία, όπως η απόφαση του βέλγου δικαστή περιβληθεί τον εκτελεστήριο τύπο και εκτελεστεί, αυτό θα κόστιζε, όπως εκθέτει ο ενάγων, τουλάχιστον 340 φλορίνια εις βάρος της εναγομένης.
Για το λόγο αυτό, συνεχίζει το Kantonrechter, ο ενάγων έχει δίκαιο να μη ζητήσει όπως η βελγική απόφαση περιβληθεί τον εκτελεστήριο τύπο και, ορθώς, ζητεί από τον ολλανδό δικαστή να αποφανθεί εκ νέου επί της ουσίας, δυνάμει του άρθρου 431, εδάφιο 2, του ολλανδικού κώδικα πολιτικής δικονομίας: η με αυτόν τον τρόπο εκτέλεση θα κοστίσει λιγότερο στην εναγομένη. Κατά συνέπεια, οι δύο διάδικοι έχουν συμφέρον να επιτευχθεί, επιπλέον της αποφάσεως του βέλγου δικαστή, απόφαση του ολλανδού δικαστή.
Περαιτέρω, ο ολλανδός δικαστής προβαίνει στην «αναγνώριση» νομοτύπως της αποφάσεως του βέλγου δικαστή: δεδομένου ότι η εναγομένη δεν ισχυρίστηκε ότι η αναγνώριση αυτής της αποφάσεως είναι αντίθετη προς την ολλανδική έννομη τάξη (άρθρο 27 της Συμβάσεως) — διότι οι περί δικαιοδοσίας του δικαστηρίου του κράτους προελεύσεως κανόνες δεν αφορούν τη δημόσια τάξη (άρθρο 28, τελευταίο εδάφιο) — και ότι δεν προσκομίστηκε η απόδειξη ότι η εναγομένη εκπλήρωσε νομίμως την οφειλή της, ο δικαστής αναφέρει ότι ο ενάγων έχει νόμιμο συμφέρον να αναγνωριστεί η ύπαρξη της απαιτήσεως του, διαπιστώνει ότι η βελγική απόφαση πρέπει να «αναγνωριστεί» και συνάγει από αυτό αμέσως ότι η αγωγή είναι βάσιμη. Καταδικάζει την εναγομένη να καταβάλει στον ενάγοντα το ορισθέν από το βέλγο δικαστή ποσό. Όμως, δεδομένου ότι κατά τη διάρκεια της δίκης ο ενάγων είχε μειώσει την απαίτησή του, συνισταμένη από το κεφάλαιο και τους τόκους, στο ποσό των 1500 φλορινιών, περιορίζει σ' αυτό το ποσό το επιβληθέν εις βάρος της εναγομένης, κηρύσσει την απόφασή του προσωρινώς εκτελεστή παρά την άσκηση εφέσεως και, τέλος, καταδικάζει την εναγομένη στα έξοδα, ενώ τα δικαστικά έξοδα στα οποία υποβλήθηκε ο ενάγων καθορίστηκαν σε 105,30 φλορίνια, από τα οποία 30 φλορίνια ως δικηγορική αμοιβή του πληρεξουσίου του «ad litem».
Όμως, ήδη προηγουμένως, στηριζόμενος σε άλλη απόφαση του ιδίου ειρηνοδικείου του Turnhout, που εκδόθηκε την ίδια ημερομηνία της 28ης Μαΐου 1974, ο de Wolf είχε επιχειρήσει να χρησιμοποιήσει την ίδια μέθοδο, απευθυνόμενος στο Kantonrechter του Tilburg για την αναζήτηση απαιτήσεως της ιδίας φύσεως επί άλλης ολλανδικής επιχειρήσεως. Ο δικαστής, όμως, αυτός διαπίστωσε ότι ο ενάγων ζητούσε στην πραγματικότητα, υπό τη μορφή αναγνωρίσεως αποφάσεως εκδοθείσας στο Βέλγιο, την εκτέλεση στις Κάτω Χώρες αυτής της αποφάσεως. Είχε κρίνει ότι ο ενάγων δεν διέθετε, προς το σκοπό αυτό, παρά τη δυνατότητα να υποβάλει αίτηση εκτελέσεως, σύμφωνα με τον τίτλο III της Συμβάσεως και ότι οι διατάξεις κοινού δικαίου του άρθρου 431, εδάφιο 2, του ολλανδικού κώδικα πολιτικής δικονομίας, που επιτρέπουν στα ολλανδικά δικαστήρια να εκδικάσουν εκ νέου την ουσία διαφοράς που έχει ήδη επιλυθεί από αλλοδαπό δικαστή, δεν μπορούσαν να εφαρμοστούν εφόσον το ολλανδικό δικαστήριο είχε δικαιοδοσία, δυνάμει της συμβάσεως, για να περιβάλει με τον εκτελεστήριο τύπο απόφαση εκδοθείσα από δικαστή συμβαλλομένου κράτους. Κατά συνέπεια, ο δικαστής του Tilburg κήρυξε την αγωγή απαράδεκτη.
Ο γενικός εισαγγελέας του Hoge Raad των Κάτω Χωρών, ειδοποιηθείς από το δικαστικό επιμελητή στον οποίο ο de Wolf είχε αναθέσει την προάσπιση των συμφερόντων του ενώπιον του ειρηνοδίκη του Tilburg, άσκησε αναίρεση προς το συμφέρον του νόμου κατά της αποφάσεως — που είχε καταστεί οριστική — του δικαστή του Boxmeer, η οποία προφανώς αντέφασκε προς την εκδοθείσα από το δικαστή του Tilburg απόφαση.
Έτσι, το ανώτατο ολλανδικό δικαστήριο καλεί το Δικαστήριο να αποφανθεί επί του αν το άρθρο 31 της Συμβάσεως των Βρυξελλών — σε συνδυασμό ή όχι με άλλες διατάξεις αυτής της Συμβάσεως —, εμποδίζει ο ενάγων που πέτυχε, εντός συμβαλλομένου κράτους, υπέρ αυτού απόφαση, η οποία μπορεί να περιβληθεί τον εκτελεστήριο τύπο κατά την έννοια του άρθρου 31 σε άλλο συμβαλλόμενο κράτος, να ζητήσει από το δικαστή αυτού του κράτους, δυνάμει του άρθρου 26 της Συμβάσεως, να αποφανθεί εκ νέου επί της ουσίας και να καταδικάσει τον εναγόμενο σε ό, τι ήδη αυτός καταδικάστηκε στο πρώτο κράτος, αν εξάλλου υποτεθεί ότι ο εν λόγω δικαστής έχει δικαιοδοσία για να επιληφθεί αυτής της αγωγής, σύμφωνα με τις διατάξεις της Συμβάσεως.
Το πρόβλημα, τιθέμενο με αυτόν τον τρόπο, μου φαίνεται ότι αφορά περισσότερο το άρθρο 26 της Συμβάσεως, παρά το άρθρο 31. Επομένως, θα οδηγηθώ στο να εξετάσω αυτό το κείμενο.
Αυτό που καλείται «δεύτερο σκέλος» της Συμβάσεως με το οποίο πρέπει να ασχοληθώ, αφορά την εκτέλεση των αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις. Όπως, όμως, αναφέρει ο Droz στο σύγγραμμά του «οι διατάξεις της Συμβάσεως, οι σχετικές με την αναγνώριση, είναι θεμελιώδεις. Πράγματι, αυτές είναι οι διατάξεις που επιτρέπουν την υλοποίηση της “κυκλοφορίας των αποφάσεων” εντός της Κοινότητας, που αποτελεί ένα από τους ουσιώδεις στόχους της Συμβάσεως. Οι διαδικαστικοί κανόνες που έχουν θεσπιστεί για την εκτέλεση, αν προέρχονται από την ίδια πρόθεση, εξαρτώνται πλήρως από τους ουσιαστικούς κανόνες που έχουν τεθεί για την αναγνώριση. Μπορεί να γίνει αναγνώριση χωρίς εκτέλεση, ενώ ουδέποτε είναι δυνατό να επιτευχθεί η εκτέλεση χωρίς αναγνώριση». «Η Σύμβαση, αναφέρει επίσης ο Droz, καθιερώνει τη διάκριση μεταξύ αναγνωρίσεως και εκτελέσεως. Η αναγνώριση προσδίδει δεδικασμένο στην αλλοδαπή απόφαση, ενώ η εκτέλεση συνίσταται στο να της προσδώσει, επιπλέον, την εκτελεστότητα». Πρόκειται περί των εννόμων μέσων και τρόπων που είναι αναγκαία για την επίτευξη της αναγνωρίσεως που οι συντάκτες της Συμβάσεως πρωτ' απ' όλα θέλησαν να απλοποιήσουν, να επισπεύσουν και να ενοποιήσουν. Προσπάθησαν να «αφαιρέσουν κάθε τοπικό χαρακτήρα» από τις προϋποθέσεις που διέπουν την αναγνώριση των αποφάσεων και να «κοινοτικοποιήσουν» την αναγνωριστική ισχύ που συνδέεται με αυτήν καθορίζοντας την ακολουθητέα προς επίτευξή της διαδικασία.
Τόσο κατά την έκθεση του Jenard, όσο και κατά τη γνώμη των σχολιαστών που είχαν πρόσβαση στις προπαρασκευαστικές εργασίες, μέχρι του τελευταίου σταδίου που προηγήθηκε της υπογραφής της Συμβάσεως, το άρθρο 1 χρησιμοποιούσε την ακόλουθη διατύπωση:
«Η παρούσα Σύμβαση εφαρμόζεται αυτεπαγγέλτως σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις ανεξάρτητα από το είδος του δικαστηρίου.»
Η λέξη «αυτεπαγγέλτως» καταργήθηκε την τελευταία στιγμή κατόπιν αιτήσεως της γερμανικής αντιπροσωπείας για λόγους δυσχερειών περί τη μετάφραση. Όμως, αντί της εφαρμογής «αυτεπαγγέλτως» της Συμβάσεως, φαίνεται ότι, στην προκειμένη περίπτωση, πρόκειται περί του αποκλειστικού χαρακτήρα που πρέπει — ή όχι — να αποδοθεί στο άρθρο 26. Εν πάση περιπτώσει, το θεσπισθέν από τη Σύμβαση σύστημα περί αναγνωρίσεως μου φαίνεται ότι είναι το ακόλουθο:
Το άρθρο 26, πρώτο εδάφιο, ορίζει ότι απόφαση που εκδίδεται σε συμβαλλόμενο κράτος αναγνωρίζεται στα υπόλοιπα συμβαλλόμενα κράτη «χωρίς ιδιαίτερη διαδικασία». Οι συντάκτες της Συμβάσεως θέλησαν, μ' αυτόν τον τρόπο, να τονίσουν, κατά τον πλέον ρητό τρόπο, ότι απόφαση που εκδίδεται στα έξι κράτη έχει αυτομάτως ισχύ δεδικασμένου σε όλο το έδαφος της Κοινότητας, από την ημέρα που η απόφαση εκδόθηκε στο κράτος προελεύσεως.
Αυτή, όμως, η αρχή της αυτόματης αναγνωρίσεως αμέσως μετριάζεται και ρυθμίζεται με τη συνέχεια του άρθρου 26. Πράγματι, δεν παράγει αυτοδικαίως τα αποτελέσματά της παρά εφόσον δεν υφίσταται αμφισβήτηση ως προς αυτήν.
Η συνέχεια της εν λόγω διατάξεως αφορά, επομένως, την αναγνώριση των αποφάσεων που ενδεχομένως αμφισβητηθούν.
Θέτω, καταρχάς, εκτός της περιπτώσεως κατά την οποία δεν γίνεται επίκληση της αναγνωρίσεως παρά παρεμπιπτόντως ενώπιον δικαστηρίου συμβαλλομένου κράτους ή, όπως αναφέρει το γερμανικό κείμενο, την περίπτωση κατά την οποία η απόφαση αυτού του δικαστηρίου εξαρτάται (abhangt) από την αναγνώριση: σε μια τέτοια περίπτωση, το άρθρο 26 τρίτο εδάφιο, διευκρινίζει ότι το δικαστήριο αυτό έχει διεθνή δικαιοδοσία να κρίνει σχετικά.
Αν πρόκειται περί αναγνωρίσεως, ως κυρίου αιτήματος αμφισβητουμένης αποφάσεως, το άρθρο 26, δεύτερο εδάφιο, συνεπάγεται επιλογή του διαδίκου υπέρ του οποίου εκδόθηκε η απόφαση στο κράτος προελεύσεως: μπορεί ή να ζητήσει την εκτέλεση της αποφάσεως σύμφωνα με τα τμήματα 2 και 3 του τίτλου III, ή να ζητήσει να διαπιστωθεί ότι η απόφαση πρέπει να αναγνωριστεί, πάντοτε όμως τηρώντας τη διαδικασία των τμημάτων 2 και 3 του τίτλου III. Εν πάση περιπτώσει, το κύρος της αλλοδαπής αποφάσεως εμποδίζει την άσκηση νέας αγωγής που έχει το ίδιο αντικείμενο και αφορά τους ίδιους διαδίκους, ενώπιον των δικαστηρίων άλλου συμβαλλομένου κράτους.
Ένας διάδικος, για να έχει συμφέρον στο να ζητήσει την αναγνώριση, ως κύριο αίτημα, πρέπει να υποτεθεί ότι πρόκειται περί αποφάσεως που δεν μπορεί να εκτελεστεί, κατά κύριο λόγο, που δεν μπορεί να «εκτελεστεί» στο έδαφος του συμβαλλομένου κράτους όπου εκδόθηκε. Αυτό μου φαίνεται ότι είναι η περίπτωση της εκδοθείσας από το βέλγο δικαστή αποφάσεως.
Αυτή την περίπτωση ρητώς αφορά το άρθρο 26, δεύτερο εδάφιο. Οι συντάκτες της Συμβάσεως δεν ήθελαν η περίπτωση αυτή να μη περιληφθεί στη Συνθήκη. Πράγματι, η σιωπή τους επ' αυτού του σημείου θα είχε, αναμφιβόλως, υποχρεώσει τα έξι κράτη ή τα εθνικά τους δικαστήρια, όπως συνέβαινε προηγουμένως, είτε να διατηρήσουν είτε να θεσπίσουν εθνικές διαδικασίες που κατ' ανάγκη θα διέφεραν από κράτος σε κράτος. Αν η Σύμβαση δεν είχε ρυθμίσει αυτή την περίπτωση και εάν, κατά το δίκαιο συμβαλλομένου κράτους, δεν υφίστατο «αίτηση αναγνωρίσεως ως κύριο αίτημα», οι δικαστές αυτού του κράτους θα έπρεπε να «επεκτείνουν» τους κανόνες εκτελέσεως της Συμβάσεως σε απόφαση, εκδοθείσα σε άλλο συμβαλλόμενο κράτος, ώστε να επιτραπεί να παράγουν τα αποτελέσματά της στο κράτος τους. Σε ορισμένα κράτη, φαίνεται ότι είναι δυνατό να ασκηθεί αγωγή καλούμενη «απευθείας αγωγή επί της αλλοδαπής αποφάσεως»: γίνεται επίκληση εκδοθείσας στην αλλοδαπή αποφάσεως προς στήριξη αγωγής που έχει το ίδιο αντικείμενο με την εκδικασθείσα στην αλλοδαπή ο ενάγων, αντί να ζητήσει την περιαφή του εκτελεστήριου τύπου, ή την αναγνώριση της αλλοδαπής αποφάσεως, προτιμά να εγείρει νέα αγωγή βάσει της αλλοδαπής αποφάσεως.
Για να αποφευχθούν αυτοί οι δισταγμοί, το άρθρο 26, δεύτερο εδάφιο, της Συμβάσεως προβλέπει ότι κάθε ενδιαφερόμενος που επικαλείται ως κύριο αίτημα την αναγνώριση μπορεί να ζητήσει, κατά τη διαδικασία που προβλέπεται στα τμήματα 2 και 3 του παρόντος τίτλου, να διαπιστωθεί ότι η απόφαση πρέπει να αναγνωριστεί, εκτός αν προτιμά να προσφύγει στη διαδικασία της περιαφής του εκτελεστήριου τύπου.
Ο όρος «μπορεί» που χρησιμοποιείται στο άρθρο 26, δεύτερο εδάφιο, δεν επιτρέπει αυταπάτες. Ασφαλώς, κάθε ενδιαφερόμενος διάδικος είναι ελεύθερος να χρησιμοποιήσει ή να μη χρησιμοποιήσει αυτή τη διαδικασία. Όμως, αν αποβλέπει στην απλή αναγνώριση αλλοδαπής αποφάσεως και όχι, απλώς, στην επίκληση της αποδεικτικής της δυνάμεως, που μπορεί πράγματι να ληφθεί υπόψη εκτός του πλαισίου οποιασδήποτε «αναγνωρίσεως», και αν αυτή η απόφαση αμφισβητείται («ως τοιαύτη» αναφέρει το σε γερμανική γλώσσα κείμενο του άρθρου 26, δεύτερο εδάφιο), δεν μπορεί να επιτύχει την αναγνώρισή της παρά προσφεύγοντας στην οριζόμενη με τη Σύμβαση διαδικασία.
Μ' αυτή την προοπτική, η χρησιμοποίηση του όρου «μπορεί» δεν αφήνει, επομένως, επιλογή τρίτης οδού. Επίσης δεν έχει συνέπειες η χρησιμοποίηση αυτού του όρου (kunnen) στο σε ολλανδική γλώσσα κείμενο του άρθρου 31, ενώ, στις άλλες γλώσσες, η εκτέλεση εμφανίζεται ως αυτοδίκαια, υπό τον όρο εννοείται τηρήσεως των τιθεμένων με τη Σύμβαση όρων. Επίσης, στο σε γερμανική γλώσσα κείμενο του άρθρου 26, δεύτερο εδάφιο, η λέξη «kann», δηλαδή «μπορεί», χρησιμοποιείται υπό την έννοια ότι το δικαστήριο συμβαλλομένου κράτους, όταν γίνεται επίκληση της αναγνωρίσεως ενώπιόν του παρεμπιπτόντως, έχει δικαιοδοσία να επιληφθεί αυτής. Τα στις άλλες γλώσσες κείμενα, αντιθέτως, καθιστούν αυτή τη δικαιοδοσία επιτακτικό κανόνα. Κανένας, επομένως, δεν θα διενοείτο να υποστηρίξει ότι αυτή η δικαιοδοσία ανήκει στη διάκριση του επιληφθέντος δικαστηρίου.
Ως προς τους λόγους που είχε να ενεργήσει όπως το έπραξε, ο de Wolf ανέφερε ότι, η εν λόγω διαδικασία ήταν λιγότερο δαπανηρή της διαδικασίας των τμημάτων 2 και 3 του τίτλου III. Δεδομένου ότι αυτός ο λόγος φάνηκε καθοριστικός για το δικαστή του Boxmeer, και προκάλεσε το δισταγμό του Hoge Raad, πρέπει να γίνουν επ' αυτού ορισμένες διευκρινίσεις.
Και πρώτον, λιγότερο δαπανηρή για ποιον; Πρέπει να σημειωθεί ότι, παρόλον ότι η διαδικασία ενώπιον του Kantonrechter κόστισε 105,30 φλορίνια για τον ενάγοντα, το εν λόγω ποσό υπέστη τελικά η ηττηθείς εναγομένη.
Επίσης, παρόλον ότι τα έξοδα της αιτήσεως περιαφής του εκτελεστήριου τύπου (ή αναγνωρίσεως της αποφάσεως) κατά τη διαδικασία των τμημάτων 2 και 3 του τίτλου III — και της εκτελέσεως — ανέρχονται κατ' ελάχιστο όριο σε 340 φλορίνια, τελικά αυτό το ποσό θα υφίστατο η εναγομένη.
Είναι θελκτικό ο ενάγων να κήδεται των συμφερόντων της εναγομένης, εκτός αν θεωρηθεί ότι, συμμορφούμενος προς τη διαδικασία της Συμβάσεως, θα είχε προκαλέσει στην αντίδικό του έξοδα χωρίς εύλογη αιτία ή κακοβούλως στην απόδοση των οποίων θα μπορούσε να καταδικαστεί. Υφίστατο απλούστερο μέσο για τον ενάγοντα, εφόσον φρόντιζε τόσο να αποφύγει η αντίδικός του έξοδα, δηλαδή να την εναγάγει από την αρχή ενώπιον του δικαστηρίου της κατοικίας του στις Κάτω Χώρες. Μπορούσε να το πράξει, ακόμα και αν υφίστατο παρέκταση της διεθνούς δικαιοδοσίας υπέρ του βέλγου δικαστή. Η εναγομένη, από την πλευρά της, διέθετε πολύ απλό μέσο να αποφύγει περιττά έξοδα, αρκούσε να πληρώσει το τιμολόγιο, το αργότερο μετά την έκδοση της βελγικής αποφάσεως.
Από την πλευρά τους, οι συντάκτες της Συμβάσεως έπραξαν ό, τι ήταν δυνατό για να μειώσουν τα σχετικά με τη διαδικασία εκτελέσεως έξοδα σε ελάχιστο όριο συμβιβάσιμο με την ταχύτητα, την ασφάλεια και την αποτελεσματικότητα αυτής της διαδικασίας. Το άρθρο III του προσηρτημένου στη Σύμβαση του πρωτοκόλλου ορίζει ότι:
«Καμία επιβάρυνση φορολογική ή τέλος, ανάλογα με την αξία της διαφοράς, δεν επιβάλλεται στο κράτος εκτελέσεως κατά τη διαδικασία χορηγήσεως του εκτελεστήριου τύπου.»
Εντούτοις, δυνάμει του άρθρου 7, 3 του ολλανδικού εκτελεστικού νόμου, τα άρθρα 56 έως 58 του κώδικα πολιτικής δικονομίας έχουν εφαρμογή στη διαδικασία της κοινοτικής περιαφής του εκτελεστήριου τύπου. Αυτές οι διατάξεις αφορούν, κατά γενικό τρόπο, το σύστημα των δικαστικών εξόδων, των σχετικών με την περιαφή του εκτελεστήριου τύπου στις αλλοδαπές αποφάσεις.
Αφετέρου, η εκπροσώπευση των διαδίκων ενώπιον του Arrondissementsrechtbank παραμένει υποχρεωτική κατά το άρθρο 2 του εκτελεστικού νόμου. Δεδομένου ότι φαίνεται, ότι οι εν λόγω διατάξεις έχουν ως αποτέλεσμα να καθιστούν τη διαδικασία εκτελέσεως σχετικώς δαπανηρή όσον αφορά, τουλάχιστον, την αναζήτηση μικρών απαιτήσεων, εκφράζεται η ευχή όπως διαρρυθμιστούν στο μέλλον κατά τρόπο που η εν λόγω διαδικασία να καθίσταται περισσότερο προσιτή.
Νομίζω, πράγματι, ότι τα συμβαλλόμενα κράτη έχουν καθήκον να λαμβάνουν όλα τα χρήσιμα μέτρα για να διευκολύνουν την πρακτική εφαρμογή της Συμβάσεως.
Ακόμα και αν γίνει δεκτό ότι η προσφυγή στη διαδικασία ad hoc που θεσπίζει η Σύμβαση είναι δαπανηρότερη για τον ενάγοντα, αυτή η διαπίστωση δεν θα μπορούσε να συνεπάγεται ακυρότητα.
Πράγματι, η σύναψη της Συμβάσεως μεταξύ των συμβαλλομένων κρατών συνεπάγε ται a priori, τουλάχιστον μπορεί να υποτεθεί, την οργάνωση καλυτέρου συστήματος, στο σύνολό του, παρά τα διμερή ή πολυμερή προϋφιστάμενα συστήματα. Ασφαλώς, η εν λόγω Σύμβαση εντάσσεται σε εθνικά διαδικαστικά συστήματα με τα οποία πρέπει να συντονίζεται. Αν και, συνολικά, οι διατάξεις της Συμβάσεως υλοποιούν σύστημα ευνοϊκότερο από το σύστημα του κοινού ολλανδικού δικαίου, δεν αποκλείεται, ευχαρίστως το δέχομαι, ότι, επί ορισμένων ειδικών σημείων, το τελευταίο περιελάμβανε πιο φιλελεύθερες διατάξεις.
Όμως, όπως παρατηρεί η Επιτροπή, οι διατάξεις μιας τέτοιας εκτελεστικής συμβάσεως είναι αδιαίρετες. Προκειμένου να αποφευχθεί όπως η αναγνώριση προσκρούσει σε εκτιμήσεις διαφορετικές, ανάλογα με την κατάσταση των εθνικών νομοθεσιών, η Σύμβαση θέσπισε σύστημα αυτόματης αναγνώρισης. Δεν πρέπει να προσκομίζονται παρά τα προβλεπόμενα στο άρθρο 46 έγγραφα, δηλαδή το αντιπεφωνημένο αντίγραφο της επικαλουμένης αποφάσεως και έγγραφο αποδεικνύον τη νομότυπη κοινοποίηση του εισαγωγικού της δίκης εγγράφου στον ερημοδικήσαντα. Δεν υφίσταται καν ανάγκη να αποδειχθεί ότι η απόφαση είναι εκτελεστή. Όμως, το αντιστάθμισμα αυτών των διευκολύνσεων και το προφανές πλεονέκτημα που προκύπτει από την έλλειψη κάθε δικαιώματος αναθεωρήσεως (άρθρο 29), κάθε ελέγχου των κανόνων συγκρούσεως νόμων και δικαιοδοσίας (άρθρο 28), είναι η αυστηρή τήρηση της διαδικασίας των τμημάτων 2 και 3 του τίτλου III και ο αποκλειστικός χαρακτήρας της εν λόγω διαδικασίας.
Η πραγματοποιηθείσα με τη Σύμβαση ισορροπία θα διεκόπτετο αν ένας διάδικος θα μπορούσε, κατά το συμφέρον του, να προσφεύγει συγχρόνως στο σύστημα της Συμβάσεως και στο εθνικό σύστημα της περιαφής του εκτελεστήριου τύπου.
Το να γίνει δεκτό ότι είναι δυνατό να προσφεύγει κανείς, όπως το έπραξε ο ενάγων, σ' αυτή τη μορφή «απλουστευμένης αναγνωρίσεως» του ολλανδικού ιδιωτικού διεθνούς δικαίου, συνεπάγεται ότι θα πρέπει επίσης να εφαρμοστούν οι κοινοί κανόνες του εν λόγω δικαίου, ως προς τους λόγους αρνήσεως της αναγνωρίσεως και όχι οι απλουστευμένοι κανόνες της Συμβάσεως. Όπως αναφέρει ο Droz, «φαίνεται ότι η μέριμνα της ορθής απονομής της δικαιοσύνης απαιτεί να αποφεύγεται η ανάμιξη των κανόνων του κοινού δικαίου με τους κανόνες της Συμβάσεως». Δεν ανήκει, επομένως, σε κανένα το δικαίωμα να επικαλείται τις αρχές του κοινού δικαίου επί του θέματος για να αποφεύγει το σύστημα της Συμβάσεως που επιβάλλεται σε όλα τα συμβαλλόμενα κράτη. Πράγματι, δεν μπορεί να έχει διαφορετικά αποτελέσματα ανάλογα με τα κράτη μέλη. Εν εναντία περιπτώσει θα διακυβευόταν σοβαρά η αποτελεσματικότητά της και η ομοιόμορφη εφαρμογή της.
Σε ένα από τα κράτη όπου φαίνεται να γίνεται δεκτή «απευθείας αγωγή βάσει αλλοδαπής αποφάσεως», ο νομοθέτης ρητώς απέκλεισε τη δυνατότητα ασκήσεως μιας τέτοιας αγωγής στις αμοιβαίες σχέσεις με τις χώρες με τις οποίες το εν λόγω κράτος συνδέεται με σύμβαση εκτελέσεως. Αναφέρομαι στο Foreign judgments Act του 1933 που έχει πάντοτε εφαρμογή στις σχέσεις που απορρέουν από τη Σύμβαση εκτελέσεως που συνήφθη το 1967 μεταξύ του Ηνωμένου Βασιλείου και των Κάτω Χωρών.
Πράγματι, όπως προκύπτει από το άρθρο 6 του εν λόγω νόμου, οι αποφάσεις που επιδικάζουν ένα ποσό και μπορούν να αναγνωριστούν δεν μπορούν να περιβληθούν τον εκτελεστήριο τύπο, στο Ηνωμένο Βασίλειο, με άλλο τρόπο εκτός της διαδικασίας «registration» που σ' αυτό το κράτος επέχει θέση της περιαφής του εκτελεστήριου τύπου και που συνιστά, στο παρόν στάδιο του ισχύοντος στο Ηνωμένο Βασίλειο δικαίου, το αντίστοιχο της κοινοτικής εκτελέσεως.
Επομένως, ο de Wolf πέτυχε, με πράγματι καταχρηστική διαδικασία, υπό την μορφή νέας αγωγής επί της ουσίας, απόφαση αναγνωρίσεως, ως κύριο αίτημα, της υπέρ αυτού εκδοθείσας από βελγικό δικαστήριο αποφάσεως.
Πράγματι, ο δικαστής του Boxmeer, αν είχε την πρόθεση να θεωρήσει την αγωγή, της οποίας είχε επιληφθεί, ως αποβλέπουσα σε νέα καταδίκη, έπρεπε να παραμείνει εκτός του πεδίου εφαρμογής της Συμβάσεως και να μη δεχθεί τη βελγική απόφαση παρά ως αποδεικτικό στοιχείο για να μορφώσει την κρίση του.
Στην πραγματικότητα, όμως, προέβη σε ρητή εφαρμογή του άρθρου 26, θεωρώντας, καταρχάς, ότι έπρεπε να προβεί στην αναγνώριση, ως κύριο αίτημα, της εν λόγω αλλοδαπής αποφάσεως. Δεχόμενος, έτσι, το συμφυές με αυτή την απόφαση δεδικασμένο, τοποθετήθηκε στο πλαίσιο του τίτλου III της Συμβάσεως. Με αυτόν τον τρόπο, όφειλε απλώς να ενεργήσει σύμφωνα με το άρθρο 31 και να περιβάλει την απόφαση — αν γίνει δεκτό ότι είχε δικαιοδοσία για να το πράξει, πράγμα που δεν συμβαίνει — με τον εκτελεστήριο τύπο.
Υιοθέτησε, κατά γράμμα, την απόφαση του βέλγου δικαστή, που όχι μόνο είχε υπέρμετρη επίδραση, ουσιώδη για την επίλυση της διαφοράς, αλλά και συνιστούσε την αποκλειστική υποστήριξη του ενάγοντος. Ασφαλώς, τροποποίησε το διατακτικό της αλλοδαπής αποφάσεως, περιορίζοντας το επιδικασθέν ποσό και μετατρέποντάς το σε εθνικό νόμισμα, δεν πρόκειται, όμως, περί αποφάσεως αληθώς νέας, ανταποκρινόμενης σε αίτημα πράγματι διαχωριζόμενο από το πρώτο.
Αυτός, όμως, ο δικαστής, προέβη επίσης σε μερική εφαρμογή της Συμβάσεως- εξήτασε, σύμφωνα με το άρθρο 27 της Συμβάσεως, αν η αιτουμένη αναγνώριση ήταν αντίθετη προς την ολλανδική δημόσια τάξη. Ανέφερε ότι η εναγομένη δεν επικαλέστηκε καν ασυμβίβαστο τέτοιας φύσεως και διαπίστωσε ότι δεν υφίστατο ασυμβίβαστο στην προκειμένη περίπτωση. Ενώ, όμως, σε καμιά περίπτωση, η αλλοδαπή απόφαση δεν μπορεί να αποτελέσει το αντικείμενο αναθεωρήσεως επί της ουσίας (άρθρο 29), ο ολλανδός δικαστής επέτρεψε στην εναγο μένη να υποβάλει παρατηρήσεις, πράγμα που αποκλείεται από το άρθρο 34, πρώτο εδάφιο. Ακόμη και αν η εν λόγω αναθεώρηση, στην προκειμένη περίπτωση, κατέληξε σε επικύρωση της αλλοδαπής αποφάσεως, ήταν δυνατό η νέα αυτή εξέταση επί της ουσίας να καταλήξει σε αποτέλεσμα αντίθετο ή εν μέρει αντίθετο, εκτός βεβαίως της περιπτώσεως εν τω μεταξύ εξοφλήσεως του χρέους, πράγμα που θα συνεπαγόταν λύση ασυμβίβαστη προς την πρώτη απόφαση.
Εννοείται ότι, αυτή δεν είναι παρά η προσωπική μου γνώμη περί της αποφάσεως που αποτελεί το αντικείμενο της αναιρέσεως και στο Hoge Raad εναπόκειται να αποφανθεί.
Από την πλευρά μου, προτείνω στο Δικαστήριο να αποφανθεί ότι:
Σε περίπτωση αμφισβητήσεως, η αναγνώριση, ως κύριο αίτημα, δικαστικής αποφάσεως, κατά την έννοια του άρθρου 26 της Συμβάσεως της 27ης Σεπτεμβρίου 1968, δεν μπορεί να λάβει χώρα κατά την προβλεπόμενη στα τμήματα 2 και 3 του τίτλου III της εν λόγω Συμβάσεως διαδικασία.
( *1 ) Γλώσσα του προπούπου: η γαλλική.
Full & Egal Universal Law Academy