ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
GERHARD REISCHL
της 23ης Νοεμβρίου 1976 ( *1 )
Κύριε Πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
Η παρούσα υπόθεση έχει ως αντικείμενο την ερμηνεία του άρθρου 16 της Συνθήκης ΕΟΚ, δυνάμει της οποίας τα κράτη μέλη έπρεπε να καταργήσουν μεταξύ τους το αργότερο στο τέλος του πρώτου σταδίου τους εξαγωγικούς δασμούς και τις φορολογικές επιβαρύνσεις ισοδυνάμου αποτελέσματος.
Στο τέλος του έτους 1970, ο ενάγων στην κύρια δίκη, επιχειρηματίας εγκατεστημένος στις Κάτω Χώρες, εισήγαγε στη χώρα αυτή χοίρους προελεύσεως άλλων κρατών μελών. Εξ άλλου, από τον Αύγουστο 1966 ώς τον Ιούλιο 1971 εξήγαγε σ' άλλα κράτη μέλη χοίρους, χοίρους εκτροφής, βοοειδή, βοοειδή εκτροφής και ίππους καταγωγής Κάτω Χωρών. Σύμφωνα με τον ολλανδικό νόμο περί ζώων και τις εκτελεστικές του διατάξεις, κατά τις οποίες τα ζώα που προορίζονται για εισαγωγή και εξαγωγή πρέπει να υποβάλλονται σε έλεγχο που διενεργεί η κτηνιατρική υπηρεσία, διεξήχθησαν έλεγχοι επί των εν λόγω εμπορευμάτων. Προς το σκοπό αυτό έπρεπε να καταβάλει ο ενάγων τέλη που έχουν καθοριστεί λεπτομερώς από τον Υπουργό Γεωργίας. Θεωρώντας παράνομη αυτή την επιβάρυνση, ήγειρε ο ενάγων αγωγή κατά του Ολλανδικού Δημοσίου περί αποδόσεως του καταβληθέντος ποσού.
Κατά το μέτρο που επρόκειτο περί εισαγωγής, ο ενάγων θεωρεί την επιβάρυνση αυτή ως φορολογική επιβάρυνση ισοδυνάμου αποτελέσματος και επικαλείται το γεγονός ότι η σχετική απαγόρευση, που ισχύει για το ενδοκοινοτικό εμπόριο, έχει καταστεί άμεσα ενεργός από 1ης Ιανουαρίου 1970. καθόσον επλήγησαν αυτές οι εξαγωγές θεωρεί ότι οι επιβαρύνσεις είναι φορολογικές επιβαρύνσεις ισοδυνάμου αποτελέσματος με εξαγωγικούς δασμούς. Σχετικώς, καθόσον αφορά το ενδοκοινοτικό εμπόριο, η απαγόρευση κατέστη πλήρως και άμεσα ενεργός από 1ης Ιανουαρίου 1962.
Κατά της απόψεως αυτής προβάλλει το Ολλανδικό Κράτος διάφορες αντιρρήσεις.
Προβάλλει ότι ο έλεγχος λόγω εισαγωγής αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα ολλανδικού γενικού συστήματος υγειονομικών ελέγχων και ότι τα τέλη που εισπράττονται για τον έλεγχο αυτό υπάγονται επίσης σ' ένα γενικό σύστημα, γιατί εφαρμόζονται ωσαύτως και επί των εγχωρίων ζώων. επί του θέματος αυτού, επισημαίνοντας τη βεβαίωση της ολλανδικής κυβερνήσεως ότι τα επίδικα τέλη δεν μπορούν να συγκριθούν με διάφορα εθνικά τέλη των οποίων το επίπεδο ποικίλλει από δήμο σε δήμο, το παραπέ-μπον δικαστήριο της Χάγης κατέληξε με προσωρινή απόφαση στην κρίση ότι επρόκειτο πράγματι για επιβάρυνση ισοδυνάμου αποτελέσματος.
Όσον αφορά την εξέταση των ζώων κατά την εξαγωγή, η ολλανδική κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι οι υπηρεσίες που παρασχέθηκαν σχετικώς αποτελούν πλεονέκτημα για τον εξαγωγέα, ο οποίος αποκτά έτσι την εγγύηση ότι μπορεί να εξαγάγει τα εξετασθέντα ζώα στις άλλες χώρες της ΕΟΚ. Τα τέλη που εισπράττονται για το σκοπό αυτό καλύπτουν αποκλειστικά τα έξοδα και συνεπώς πρέπει να λογισθούν ως αντάλλαγμα παροχής παρασχεθείσας από τη διοίκηση. Επ' αυτού σημειώνει το παραπέμπον δικαστήριο, ότι στην πραγματικότητα δεν μπορεί να γίνει λόγος για πλεονέκτημα κατά την έννοια αυτών που νομολόγησε το Δικαστήριο στην υπόθεση 24/68 (Επιτροπή κατά Ιταλικής Δημοκρατίας, απόφαση της 1ης Ιουλίου 1969, SLG. 1969, σ. 193), διότι το ίδιο το ολλανδικό κράτος αναγνώρισε ότι η αξιολόγηση είναι αβέβαιη και ότι είναι ανεξακρίβωτο ένα συγκεκριμένο πλεονέκτημα.
Το ολλανδικό κράτος προβάλλει στη συνέχεια ότι ο τρόπος που ενήργησε είναι σύμφωνος με μια αρχή οικονομικής πολιτικής, σύμφωνα με την οποία τα δαπανηθέντα για ένα προϊόν έξοδα πρέπει να τα φέρει το προϊόν και οι καταναλωτές του. Το δικαστήριο δεν υιοθέτησε ούτε αυτή την άποψη, με τη σκέψη ότι τα έξοδα που συνδέονται με τον κτηνιατρικό έλεγχο ενεργούνται για το γενικό συμφέρον, δηλαδή για την προστασία της ζωής των ανθρώπων και των ζώων.
Εξάλλου, το δικαστήριο αντέκρουσε το επιχείρημα κατά το οποίο, όταν καλυφθούν τα έξοδα του κτηνιατρικού ελέγχου από γενικούς κρατικούς πόρους θα πρέπει να γίνει λόγος για κεκαλυμμένες και αθέμιτες ενισχύσεις σύμφωνα με τη Συνθήκη, λέγοντας ότι η είσπραξη τελών που πλήττουν τους εξαγωγείς μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα δυσμενείς διακρίσεις, αφού το εμπόρευμα βρίσκεται έτσι σε κατάσταση δυσμενή στην αγορά της χώρας προορισμού. Επιπλέον, δεν αποδείχτηκε ότι μετά τον κτηνιατρικό έλεγχο τα εξαχθέντα ζώα βρίσκονται σε καλύτερη κατάσταση στη χώρα προορισμού.
Τέλος, το γεγονός ότι η οδηγία του Συμβουλίου 64/432 (ABL. 1964, σ. 1977), για την οποία έγινε λόγος στην υπόθεση Simmenthal, προβλέπει έλεγχο λόγω εξαγωγής των βοοειδών και χοιροειδών, προβλημάτισε το παραπέμπον δικαστήριο. Ασφαλώς, απέκλινε στο να μη δώσει σημασία στο γεγονός αυτό. Σχετικώς, αναφέρθηκε στην απόφαση επί της υποθέσεως 29/72 (SpA Marimex κατά ιταλικής δημοσιονομικής διοικήσεως, απόφαση της 14ης Δεκεμβρίου 1972, SLG. 1972, σ. 1309), και δέχτηκε ότι η πλήρωση των υποχρεώσεων που τάσσει η οδηγία δεν σημαίνει αναγκαστικά ότι πρέπει να επιβληθούν επίσης τέλη για το λόγο αυτό. Εξάλλου, το δικαστήριο επικαλέστηκε το γεγονός ότι η οδηγία είχε ακριβώς το σκοπό να καταργήσει τα εμπόδια στην κυκλοφορία των εμπορευμάτων και ότι η επιβολή τελών, που θα έπρεπε να λογισθεί ως έμμεσο εμπόδιο, θα συμφωνούσε δυσχερώς με το σκοπό αυτό. Πάντως, εφόσον το Δικαστήριο δεν έχει λάβει ρητώς θέση μέχρι τώρα στο πρόβλημα αυτό, το Arrondissementsrechtbank της Χάγης ανέβαλε, με παρεμπίπτουσα απόφαση της 10ης Μαΐου 1976, να αποφανθεί και υπέβαλε στο Δικαστήριο τα ακόλουθα ερωτήματα:
«Οι χρηματικές επιβαρύνσεις που επιβάλλονται από ένα κράτος μέλος για λόγους υγειονομικού ελέγχου κεφαλών ζώων προοριζομένων να αποσταλούν σ' άλλο κράτος μέλος πρέπει να λογισθούν ως φορολογικές επιβαρύνσεις ισοδυνάμου αποτελέσματος με εξαγωγικούς δασμούς όταν οι χρηματικές αυτές επιβαρύνσεις εξυπηρετούν την κάλυψη του πραγματικού κόστους υγειονομικού ελέγχου που διενεργείται κατόπιν αποφάσεως της εθνικής αρχής χωρίς να το υπερβαίνουν
α)
(προκειμένου περί βοοειδών ή χοιροει-δών)
σ' εκτέλεση των υποχρεώσεων που έχει επιβάλει το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας στο κράτος μέλος αποστολής, με την οδηγία 64/432/ΕΟΚ της 26ης Ιουνίου 1984, ή
β)
(προκειμένου περί βοοειδών ή χοιροει-δών)
σ' εκτέλεση των υποχρεώσεων που αναφέρονται στο στοιχείο α και επιπλέον για να διαπιστωθεί ότι τα εν λόγω βοοειδή ή χοιροειδή πληρούν τις ειδικές προϋποθέσεις τις οποίες απαιτεί το κράτος μέλος προορισμού για την εισαγωγή τους, ή
γ)
(προκειμένου περί άλλων ζώων, πλην βοοειδών και χοιροειδών)
για να διαπιστωθεί ότι τα εν λόγω ζώα πληρούν τις προϋποθέσεις που απαιτεί το κράτος μέλος προορισμού για την εισαγωγή τους;»
Από τις σκέψεις του παραπέμποντος δικαστηρίου συνάγεται ότι οι επίδικες επιβαρύνσεις καταβάλλονται λόγω υποχρεωτικού κτηνιατρικού ελέγχου που διεξάγεται κατά την εξαγωγή πρίν από τη διέλευση των συνόρων. Αντιθέτως, δεν επιβάλλονται σε προϊόντα που διατίθενται στο εμπόριο στο εσωτερικό της χώρας. Συνεπώς δεν πρέπει να λογισθούν ως τμήμα γενικού φορολογικού συστήματος, δυνάμει του οποίου τα προϊόντα που διατίθενται στο εμπόριο στο εσωτερικό της χώρας και τα εξαγόμενα εμπορεύματα πλήττονται συστηματικά σύμφωνα με τα ίδια κριτήρια. Εξάλλου, τα τέλη δεν πρέπει να θεωρηθούν ως αντάλλαγμα παρασχεθείσας από τη διοίκηση υπηρεσίας.
Αν γίνει δεκτή αυτή η άποψη, δεν θα πρέπει να υπάρχει αμφιβολία σύμφωνα με τη μέχρι τώρα νομολογία του Δικαστηρίου επί του θέματος αυτού - νομίζω ότι δεν χρειάζεται περισσότερη θεμελίωση - ότι τα επίδικα τέλη πρέπει να χαρακτηριστούν ως επιβαρύνσεις ισοδυνάμου αποτελέσματος. Το μόνο ζήτημα που τίθεται είναι λοιπόν μήπως μπορούν να δικαιολογηθούν βάσει της Συνθήκης. Κατά την άποψη του παραπέμποντος δικαστηρίου της Χάγης, για τη λύση του ζητήματος αυτού πρέπει να ληφθούν υπόψη οι σκέψεις που αναφέρονται στα προαναφερθέντα ερωτήματα. Συμφωνώ όμως με την Επιτροπή, ότι είναι ορθό να μη περιορισθεί η έρευνα σ' αυτά τα σημεία. Αφού το δικαστήριο που εξέδωσε την παραπεμπτική Διάταξη σχημάτισε προσωρινή μόνο κρίση και ενόψει των ισχυρισμών της ολλανδικής κυβερνήσεως στην εκκρεμή δίκη η έρευνα πρέπει μάλλον να διευρυνθεί και να επεκταθεί επίσης στα θέματα που το δικαστήριο απέρριψε, με την παραπεμπτική του απόφαση, ως στερουμένων σημασίας. Θα πρέπει λοιπόν να ερευνηθεί ωσαύτως το ζήτημα μήπως τα επίμαχα τέλη μπορούν να θεωρηθούν ως αντάλλαγμα των παρασχε-θεισών από τη διοίκηση υπηρεσιών, κατόπιν να ερευνηθεί αν η επιβολή τους είναι σύμφωνη με μια γενική αρχή οικονομικής πολιτικής και μπορεί επομένως να δικαιολογηθεί, τέλος δε αν μπορεί να προβληθεί η αντίρρηση κατά της καταργήσεως τους, ότι αντιβαίνει στις διατάξεις της Συνθήκης ΕΟΚ περί ενισχύσεων, διότι στην περίπτωση αυτή θα επρόκειτο για επιδότηση από κρατικούς πόρους.
1.
Αρχίζω την εξέταση της υποθέσεως από τον ισχυρισμό ότι τα επίδικα τέλη καλύπτουν μόνο τα πραγματικά έξοδα του ελέγχου, χωρίς να τα υπερβαίνουν.
Σχετικώς, αρκεί η παραπομπή στην επί του θέματος αυτού νομολογία του Δικαστηρίου, δηλαδή στις αποφάσεις που εκδόθηκαν επί των υποθέσεων 39/73 (Rewe-Zentralfinanz GmbH κατά Διευθυντού του Γεωργικού Επιμελητηρίου της Βεστφαλίας -Λίππε, απόφαση της 11ης Οκτωβρίου 1973, SLG. 1973, σ. 1049) και 87/75 (Conceria Daniele Bresciani κατά Ιταλικής Δημοσιονομικής Διοικήσεως, απόφαση της 5ης Φεβρουαρίου 1976, SLG. 1976, σ. 129). Οι αποφάσεις αυτές δείχνουν καθαρά ότι το μνημονευθέν γεγονός δεν έχει καμία σημασία για το χαρακτηρισμό, όταν συντρέχουν όλα τα άλλα κριτήρια μιας επιβαρύνσεως ισοδυνάμου αποτελέσματος.
2.
Όσον αφορά το γεγονός ότι αυτοί οι έλεγχοι προβλέπονται στο κράτος εξαγωγής από οδηγία του Συμβουλίου, επιθυμώ να τονίσω ευθύς εξαρχής ότι είναι αδύνατον να διακρίνει κανείς στο γεγονός αυτό δικαιολογία για την επιβολή τελών.
Καταρχάς είναι ενδιαφέρον ότι η εν λόγω οδηγία του Συμβουλίου 64/432 που προβλέπει τους κτηνιατρικούς ελέγχους στο κράτος εξαγωγής, καθόσον αφορά τα βοοειδή και χοιροειδή που πρέπει να διατεθούν στο εμπόριο σ' άλλα κράτη μέλη, δεν προβλέπει ούτε επιτρέπει την επιβολή αντιστοίχων τελών στην ενδοκοινοτική κυκλοφορία των εμπορευμάτων. Αντιθέτως, άλλως έχουν τα πράγματα με την οδηγία 72/462 (EE ειδ. έκδ. τόμ. 03/009, σ. 3) περί των υγειονομικών προβλημάτων και των υγειονομικών μέτρων κατά τις εισαγωγές ζώων του βοείου και χοιρείου είδους και νωπών κρεάτων προελεύσεως τρίτων χωρών. Το άρθρο 12, παράγραφος 8 ορίζει σαφώς ότι «όλα τα έξοδα που δημιουργούνται από την εφαρμογή του παρόντος άρθρου, συμπεριλαμβανομένης της σφαγής και της καταστροφής των ζώων, επιβαρύνουν τον αποστολέα, τον παραλήπτη ή τον εντολοδόχο τους, άνευ κρατικής αποζημιώσεως». Απ' αυτό συνάγεται ότι όσον αφορά το ενδοκοινοτικό εμπόριο αφενός και τις εισαγωγές προελεύσεως τρίτων χωρών αφετέρου, έχει θεσπιστεί ηθελημένα μια διαφορά σχετικά με τη ρύθμιση του κόστους.
Εξάλλου, ορθώς παρατηρεί η Επιτροπή ότι μια πράξη του Συμβουλίου δεν θα μπορούσε ποτέ να επιτρέψει τέλη με ισοδύναμα αποτελέσματα προς δασμούς στην ενδοκοινοτική κυκλοφορία των εμπορευμάτων πράγματι, και ο κοινοτικός νομοθέτης είναι δεσμευμένος από την αρχή της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων. Όταν θεωρήθηκαν επιτρεπτές παρεκκλίσεις από την αρχή αυτή - όπως στη νομισματική αντιστάθμιση που έπαιζε ρόλο στην υπόθεση 10/73 (Rewe-Zentral AG κατά Hauptzollamt Kehl, απόφαση της 24ης Οκτωβρίου 1973, SLG. 1973, σ. 1175) - αυτό συνέβη μόνο κατά το μέτρο όπου επρόκειτο για εξαιρετικές καταστάσεις και όπου ήταν αναγκαίο να διασφαλιστεί η λειτουργία της κοινής αγοράς παρόλες τις επελθούσες δυσχέρειες. Κατά τη γνώμη μου, είναι προφανές ότι δεν αρμόζει τέτοια κρίση για την επιβολή τελών επ' ευκαιρία κτηνιατρικών ελέγχων.
Τέλος, η απόφαση που εκδόθηκε στην υπόθεση 63/74 (W. Cadsky SpA κατά Istituto nazionale per il commercio estero, απόφαση της 26ης Φεβρουαρίου 1975, SLG. 1975, σ. 281) και αφορά συγγενή θέματα, έχει επίσης ενδιαφέρον από την άποψη αυτή. Επρόκειτο για ελέγχους εξαγωγής που προορίζονταν να διασφαλίσουν την τήρηση ορισμένων ποιοτικών προδιαγραφών, αλλά και κοινών κανόνων διαθέσεως στο εμπόριο. Κι όμως, ένα τέλος που επιβλήθηκε για το σκοπό αυτό κρίθηκε ως παράνομο τέλος ισοδυνάμου αποτελέσματος με δασμό. Το Δικαστήριο δέχτηκε ότι είναι χωρίς σημασία το ότι το τέλος επιβάλλεται κατά την εκτέλεση μέτρων που προβλέπονται στην κοινοτική νομοθεσία. Η ίδια αρχή πρέπει να ισχύσει και στην παρούσα υπόθεση.
3.
Μια τρίτη σκέψη που, κατά τη γνώμη του παραπέμποντος δικαστηρίου της Χάγης, θα μπορούσε να ληφθεί υπόψη ως δικαιολογία, είναι το ότι οι έλεγχοι διενεργούνται επίσης προς το σκοπό να διασφαλιστεί ότι τα εξαγόμενα εμπορεύματα είναι σύμφωνα με τις καθορισμένες από το κράτος προορισμού προϋποθέσεις. Σχετικώς, πρόκειται προφανώς για ελέγχους που το κράτος εισαγωγής μπορεί ακόμη να διενεργήσει αυτό το ίδιο, παρόλη την κοινοτική ρύθμιση για την οποία γίνεται λόγος στην υπόθεση Simmenthal. Εξάλλου, πρέπει να σκεφθεί κανείς και το άρθρο 104 της πράξεως προσχωρήσεως κατά το μέτρο που πρόκειται για εξαγωγή στα νέα κράτη μέλη.
Σχετικώς, ο εκπρόσωπος της ολλανδικής κυβερνήσεως προέβαλε ορθώς ότι, για διευκόλυνση του εμπορίου και αποφυγή παραλόγων μέτρων, ιδίως αχρήστων μεταφορών, θα έπρεπε να διεξάγονται οι έλεγχοι αυτοί κατά την αποστολή. Δεν φαίνεται λοιπόν ανακριβές το να μη θεωρηθούν αυτοί οι έλεγχοι ως μέτρα ισοδυνάμου αποτελέσματος με ποσοτικούς περιορισμούς, κατά την έννοια του άρθρου 34 της Συνθήκης ΕΟΚ, ή να χαρακτηριστούν ως δικαιολογημένοι, σύμφωνα με το άρθρο 36. Καθόσον αφορά το τελευταίο αυτό άρθρο, μπορεί να θεωρηθεί ευκταία μια ευρεία ερμηνεία, κατά την οποία τα μέτρα που αποβλέπουν στην προστασία του ίδιου του πληθυσμού του ενδιαφερομένου κράτους μέλους δεν είναι τα μόνα που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη, τούτο δε κυρίως διότι κατά βάθος δεν πρόκειται για τίποτε άλλο παρά για μετατόπιση από το κράτος εισαγωγής στο κράτος εξαγωγής των εμποδίων στο εμπόριο που επιτράπηκαν. Αλλά το ζήτημα του επιτρεπτού αυτών των ελέγχων στο κράτος εξαγωγής, από την άποψη των άρθρων 34 και 36, μπορεί τελικά να παραμείνει εκκρεμές, αφού πρέπει να γίνει δεκτό, ότι εν πάση περιπτώσει, η άποψη της Επιτροπής, κατά την οποία δεν είναι ασφαλώς δυνατό να βρεθεί με τον τρόπο αυτό δικαιολογία για την επιβολή τελών, είναι ορθή.
Στην πραγματικότητα μπορεί να λεχθεί ότι αν, ήδη για τους ελέγχους που διεξάγονται κατ' εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου, δεν είναι επιτρεπτή η επιβολή τέλους, πολύ περισσότερο πρέπει να έχει έτσι το πράγμα για τους ελέγχους που διεξάγονται βάσει αμιγώς εθνικών διατάξεων. Εξάλλου, πρέπει να υπενθυμιστεί η απόφαση που εκδόθηκε στην υπόθεση 29/72 - Marimex - κατά την οποία είναι προφανές ότι δεν επιτρέπεται η επιβολή τελών στα σύνορα, ακόμη και όταν επιτρέπονται δυνάμει του άρθρου 36 της Συνθήκης ΕΟΚ υγειονομικοί έλεγχοι, των οποίων τα έξοδα καλύπτονται μ' αυτά τα τέλη. Αυτό πρέπει προφανώς να εφαρμοστεί τόσο στις εισαγωγές, όσο και στις εξαγωγές και στους ελέγχους που διεξάγονται γι' αυτές, γιατί αλλιώς η μετατόπιση των ελέγχων στο κράτος εξαγωγής θα κατέληγε στον εξοβελισμό των αποτελεσμάτων της αποφάσεως Marimex.
4.
Μολονότι φαίνεται ότι κανένα από τα στοιχεία που αναφέρονται στη Διάταξη παραπομπής δεν επαρκεί για να δικαιολογήσει την επιβολή τελών, πρέπει να ερευνηθεί ακόμη - όπως το έχω αναγγείλει - αν οι απόψεις που συζητήθηκαν επικουρικώς στην κύρια υπόθεση και στις οποίες επανήλθε πάλι η ολλανδική κυβέρνηση στην παρούσα δίκη, οδηγούν σ' άλλο συμπέρασμα.
α)
Για το σκοπό αυτό θα πρέπει καταρχάς να ερευνηθεί η σκέψη ότι τα τέλη δεν είναι τίποτε άλλο παρά το αντάλλαγμα παρασχεθείσας από τη διοίκηση υπηρεσίας. Επ' αυτού, η ολλανδική κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι μπορεί να γίνει λόγος για υπηρεσία παρεχομένη ατομικά και πραγματικά όταν το κράτος βοηθεί τους εξαγωγείς να υπερπηδήσουν τα εμπόδια που υφίστανται από το κοινοτικό δίκαιο ή που τα άλλα κράτη διατηρούν νομίμως στο πεδίο των υγειονομικών ελέγχων. Το προς εξαγωγή προϊόν αποκτά έτσι αύξηση της αξίας του, από την οποία προκύπτει συγκεκριμένο πλεονέκτημα του οποίου η αριθμητική αποτίμηση προϋποθέτει ασφαλώς γνώση των συνθηκών της αγοράς και των όρων της συμβάσεως, διότι απ' αυτά εξαρτάται το διαφυγόν κέρδος για το οποίο μπορεί να γίνει λόγος σε περίπτωση μη εξαγωγής.
Κατά τη γνώμη μου ούτε αυτή η επιχειρηματολογία είναι ουσιώδης. Αφενός είναι συζητήσιμο το γεγονός ότι υφίστανται δυσχέρειες για την αριθμητική αποτίμηση του φερομένου πλεονεκτήματος, το οποίο δεν έχει την ίδια σημασία για κάθε εξαγωγέα. Υπενθυμίζω προς τούτο τις διαπιστώσεις που έγιναν στην υπόθεση 24/68 (Επιτροπή της ΕΟΚ κατά Ιταλικής Δημοκρατίας, απόφαση της 1ης Ιουλίου 1969, SLG. 1969, σ. 193), σύμφωνα με τις οποίες ένα τέλος δεν μπορεί να λογισθεί ως αντάλλαγμα ιδιαιτέρων υπηρεσιών παρασχεθεισών από τη διοίκηση όταν πρόκειται για γενικό πλεονέκτημα και προπαντός δύσκολο στην αποτίμηση. Εξάλλου, υποστηρίχτηκε ορθώς, ότι στην πραγματικότητα επρόκειτο για μέτρα προοριζόμενα στην καταπολέμηση των επιδημιών και ότι ο αγώνας αυτός ασκείται για το γενικό συμφέρον. Σχετικά παραπέμπω στην απόφαση που εκδόθηκε επί της υποθέσεως 87/75 που περιέχει αυτή τη σκέψη. Κατά συνέπεια, η άποψη ότι οι υγειονομικοί έλεγχοι είναι υπηρεσίες που παρέχονται στον εισαγωγέα απορρίφθηκε επίσης και κατά λογική συνέπεια κρίθηκε ορθό να φέρει το κοινό τα έξοδα που προξενήθηκαν κατ' αυτό τον τρόπο. Τέλος, η απόφαση επί της υποθέσεως 63/74 παρουσιάζει ενδιαφέρον. Στην απόφαση αυτή υπογραμμίζεται ρητώς ότι οι έλεγχοι λόγω εξαγωγής δεν συνιστούν υπηρεσίες παρεχόμενες στον εξαγωγέα. Αφού φαίνεται τόσο δύσκολο να εκτιμηθεί το προσωπικό συμφέρον των εξαγωγέων, θα έπρεπε καλύτερα να γίνει δεκτό ότι αυτά τα μέτρα ενθαρρύνσεως των εξαγωγών εφαρμόζονται υπέρ του γενικού συμφέροντος.
β)
Κατά τη γνώμη της ολλανδικής κυβερνήσεως, η γενική αρχή της οικονομικής πολιτικής, σύμφωνα με την οποία τα έξοδα που προκαλούνται προς το συμφέρον ενός προϊόντος πρέπει να βαρύνουν το προϊόν αυτό και τους καταναλωτές του, πρέπει επίσης να ληφθεί υπόψη ως δικαιολογητικός λόγος. Σχετικώς, δηλαδή επί του προβλήματος του «κοινωνικού κόστους», των «εξωτερικών αρνητικών συνεπειών» και της «internalisation of external costs», ακούστηκαν κατά το διάστημα της προφορικής διαδικασίας μακρές και εντυπωσιακές αγορεύσεις με πολλές παραπομπές στη βιβλιογραφία των οικονομικών επιστημών που δεν είναι πάντα εύληπτη. Εξάλλου, έγινε προσπάθεια να αποδειχτεί πως εφαρμόζεται αυτός ο κανόνας στην πράξη, είτε αναγνωρίζοντας την αρχή της προστασίας περιβάλλοντος ότι ο ρυπαίνων πληρώνει - σχετικώς υφίσταται και σύσταση του Συμβουλίου του 1975 - είτε επιρρίπτοντας τα έξοδα της υποδομής στον κυκλοφοριακό τομέα σ' αυτούς που τον χρησιμοποιούν.
Εδώ είναι αμφίβολο αν είναι δίκαιο και ορθό να επιβάλλονται τα έξοδα για μέτρα που εξυπηρετούν την πρόληψη των επιδημιών στα ζώα και που συνεπώς λαμβάνονται προς το συμφέρον των γεωργών, κατόχων των ζώων, εις βάρος του εμπορίου από το οποίο προέρχονται αυτοί οι κίνδυνοι, τελικώς άρα εις βάρος των καταναλωτών, οι οποίοι και δεν ωφελούνται άμεσα. Όπως υπογράμμισε η Επιτροπή, άλλο σπουδαίο στοιχείο είναι ότι, αν μπορεί να γίνεται λόγος για γενική αρχή με τέτοιο περιεχόμενο, πρόκειται πάντως για αρχή της οικονομικής πολιτικής, ενώ δεν αποδείχτηκε ότι ο κανόνας αυτός ισχύει επίσης ως νομική αρχή. Στην πραγματικότητα, τα παραδείγματα που παρέθεσε η ολλανδική κυβέρνηση που αφορούν πραγματικά περιστατικά μερικώς διαφορετικά δεν είναι ικανά να παράσχουν αυτή την απόδειξη ούτε είναι πολυάριθμα. Αντιθέτως, από το κοινοτικό δίκαιο μπορούν να αρυσθούν ενδείξεις που συνηγορούν κατά της ισχύος της αρχής στο πεδίο αυτό. Εν προκειμένω παρουσιάζουν ενδιαφέρον προπαντός οι αποφάσεις επί του ζητήματος πότε μπορούν να λογισθούν τα τέλη ως αντιπαροχή ατομικών υπηρεσιών. Σύμφωνα με τις αποφάσεις αυτές, πρέπει να ερευνάται αν υφίσταται πραγματικό και επιδεκτικό μετρήσεως πλεονέκτημα για το προϊόν και από την άποψη αυτή αποκλείονται τα μέτρα που, όπως η υγειονομική προστασία, λαμβάνονται υπέρ του γενικού συμφέροντος.
Μπορεί επίσης, να γίνει επίκληση της αποφάσεως Marimex, όπως το κάνει η ενάγουσα, και να συναχθεί από το γεγονός ότι, σύμφωνα με την απόφαση αυτή, κρίθηκαν νόμιμοι οι έλεγχοι, όχι όμως και τα τέλη που επιβλήθηκαν γι' αυτούς, ότι οι αρχές που ανέφερε η ολλανδική κυβέρνηση, σύμφωνα με τις οποίες το προϊόν φέρει τα έξοδα, δεν εφαρμόζονται στο πεδίο αυτό. Τέλος, θεωρώ επίσης πειστική μια παρατήρηση της Επιτροπής, ότι κι αν αναγνωριστεί η ακρίβεια της μνημονευθείσας αρχής, όταν τίθεται το ζήτημα της εκτιμήσεως της σημασίας της στη σχέση μεταξύ αυτής της αρχής και της αρχής της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων, δύσκολα θα μπορούσε να δοθεί η απάντηση, ότι η τελευταία αυτή αρχή, της οποίας τη σημασία πάντα υπογράμμισε το Δικαστήριο στη νομολογία του, θα έπρεπε να υποχωρήσει.
γ)
Έτσι απομένει να εξεταστεί το επιχείρημα κατά το οποίο η απαγόρευση επιβολής τελών θα κατέληγε στο να πρέπει να πληρώνονται τα έξοδα των υγειονομικών ελέγχων λόγω εξαγωγής με κρατικά κεφάλαια. Πράγματι, η ανάληψη από το κράτος των εξόδων διαθέσεως στο εμπόριο δεν θα ήταν τίποτε άλλο από συγκεκαλυμμένη ενίσχυση των εξαγωγών που θα μπορούσε να οδηγήσει σε στρεβλώσεις του ανταγωνισμού και συνεπώς θα ήταν ασυμβίβαστη με το άρθρο 92 της Συνθήκης.
Σ' αυτά προβάλλει η Επιτροπή την αντίρρηση - η οποία και με έπεισε - ότι η συλλογιστική της ολλανδικής κυβερνήσεως δεν συμβιβάζεται με την απαίτηση ενιαίας ερμηνείας της Συνθήκης. Στην πραγματικότητα, δεν μπορεί να μη γίνει δεκτό ότι, καθόσον αφορά τα έξοδα μιας ενέργειας που επιτρέπεται από τη Συνθήκη, αφενός, το άρθρο 16 απαγορεύει να επιβαρύνουν τον εξαγωγέα, ενώ αφετέρου, το άρθρο 92 απαγορεύει τη χρηματοδότηση με κρατικά κεφάλαια. Η κατάργηση τελών που παραβιάζουν το κοινοτικό δίκαιο δεν μπορεί ν' απαγορεύεται σύμφωνα με το άρθρο 92. Εξάλλου, παρουσιάζει ενδιαφέρον το ότι η ενάγουσα προέβαλε ότι η χρηματοδότηση του ελέγχου με κρατικά κεφάλαια δεν θα κατέληγε σε στρέβλωση του ανταγωνισμού διότι ανάλογα τέλη δεν επιβάλλονται στο αμιγώς εσωτερικό εμπόριο των κρατών μελών. Κατά συνέπεια, το παραπέμπον δικαστήριο της Χάγης δεν έκρινε ως αποδειχθέν ότι η κατάργηση του τέλους θα συνεπήγετο διακρίσεις, αλλ' αντιθέτως δέχτηκε ότι η επιβολή του θα επέφερε δυσμενή διάκριση στις αγορές του κράτους εισαγωγής. Κατά τα λοιπά, όσον αφορά το τελευταίο ζήτημα, θα πρέπει να γίνει δεκτό, όπως δέχεται και η Επιτροπή, ότι η προδικαστική διαδικασία δεν αρμόζει για τέτοιες έρευνες, δηλαδή για τη διαπίστωση στρεβλώσεων ανταγωνισμού. Στην περίπτωση που θα γινόταν πράγματι τέτοιος λόγος, όταν δηλαδή στο κράτος αποστολής τα έξοδα ελέγχου πλήττουν το ελεγχόμενο προϊόν, δεν θα μπορούσε εν πάση περιπτώσει να θεραπευθεί το πράγμα με παρέκκλιση από την απαγόρευση του άρθρου 16, αλλά μόνο με προσπάθειες εναρμονίσεως του δικαίου. Ίσως αυτό να κατέληγε στο να χρηματοδοτούν τους ελέγχους και τα οικεία κράτη προορισμού με κρατικά κεφάλαια· νοητά είναι όμως και κοινοτικά μέτρα εναρμονίσεως όσον αφορά το ζήτημα της καλύψεως των εξόδων.
5.
Καταλήγοντας, φαίνεται ότι τέλη που επιβάλλονται για ελέγχους λόγω εξαγωγής, σαν αυτούς που μας ενδιαφέρουν εν προκειμένω, δεν συμβιβάζονται με το άρθρο 16 της Συνθήκης ΕΟΚ. Το παραπέμπον δικαστήριο της Χάγης πρέπει να συναγάγει τα σχετικά συμπεράσματα, λαμβάνοντας υπόψη ότι η κατάργηση τελών αντικειμένων στο άρθρο 16 έπρεπε να γίνει το αργότερο ώς το πρώτο στάδιο της μεταβατικής περιόδου και ότι από την 1η Ιανουαρίου 1962 υφίστατο απαγόρευση υπό την έννοια αυτή που ίσχυε άμεσα.
6.
Προτείνω λοιπόν να δοθεί η ακόλουθη απάντηση στο ερώτημα που έθεσε το Arrondissementsrechtbank te Den Haag:
Μια οικονομική επιβάρυνση, που πλήττει μονομερώς κατά τη διέλευση των συνόρων εμπορεύματα που εξάγονται σ' άλλα κράτη μέλη, αποτελεί επιβάρυνση ισοδυνάμου αποτελέσματος με δασμό. Το αυτό ισχύει όταν οι επιβαρύνσεις επιβάλλονται επ' ευκαιρία υποχρεωτικών κτηνιατρικών ελέγχων λόγω εξαγωγής, που συμβιβάζονται με το κοινοτικό δίκαιο ή που προβλέπονται από αυτό.
( *1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γερμανική.
Full & Egal Universal Law Academy