ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ TOY ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
GERHARD REISCHL
της 3ης Μαΐου 1977 ( *1 )
Κύριε πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
Οι δύο διαδικασίες εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως (υπόθεση 77/76 και υπόθεση 105/76), για τις οποίες αναπτύσσονται σήμερα κοινές προτάσεις επειδή δημιουργούν εν μέρει τα ίδια προβλήματα αλλά και επειδή οι δύο υποθέσεις εξετάστηκαν στο πλαίσιο ενιαίας προφορικής διαδικασίας, αφορούν την ερμηνεία του κοινοτικού δικαίου σε σχέση με ιταλική κανονιστική ρύθμιση για την αγορά της ζάχαρης. Τα κύρια χαρακτηριστικά αυτής της ρύθμισης είναι ήδη γνωστά από άλλες υποθέσεις, ιδίως από τη σημαντική δίκη για τη ζάχαρη (συνεκδικασθείσες υποθέσεις 40 έως 48, 50, 54 έως 56, 111, 113 και 114/73, COOPERATIEVE VERENIGING «SUIKER UNIE» UA και λοιποί κατά Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, απόφαση της 16.12.1975, Slg. 1975, σ. 1663 και επ.). Κατά συνέπεια μπορούμε να περιοριστούμε εδώ στις εξής συνοπτικές προκαταρκτικές παρατηρήσεις.
Πριν από την έναρξη ισχύος της κοινής οργάνωσης αγοράς στον τομέα της ζάχαρης (κανονισμός 1009/67 του Συμβουλίου της 18ης Δεκεμβρίου 1967, JO 308 της 18.12.1967, σ. 1), οι τιμές στην ιταλική αγορά της ζάχαρης ρυθμίζονταν ήδη επισήμως με τον καθορισμό ανώτατων τιμών. Το επίπεδο των τιμών αυτών ήταν υψηλότερο από το επίπεδο τιμών των άλλων κρατών μελών. Αυτό οφειλόταν στο ότι το κόστος παραγωγής ήταν υψηλότερο στην Ιταλία -εν προκειμένω έχουν ορισμένη σημασία διάφορες κλιματολογικές ιδιορρυθμίες που βλάπτουν την παραγωγή τεύτλων, καθώς και η δομή της μεταποιητικής βιομηχανίας. Εν όψει αυτής της καταστάσεως δόθηκε άδεια στην Ιταλία με το άρθρο 34 του κανονισμού 1009/67 να χορηγεί, μέχρις ορισμένου ανώτατου ποσού, ενισχύσεις προσαρμογής στους παραγωγούς τεύτλων και στη βιομηχανία μεταποιήσεως του προϊόντος αυτού. Το καθεστώς αυτό εφαρμοζόταν αρχικώς μέχρι την περίοδο εμπορίας 1974-1975· όμως, με το άρθρο 38 της νέας οργάνωσης αγοράς στον τομέα της ζάχαρης (κανονισμός 3330/74 του Συμβουλίου, της 19.12.1974, EE ειδ. έκδ. τ. 03/11, σ. 134), η άδεια παρατάθηκε έως την περίοδο εμπορίας 1979-1980.
Προκειμένου να ανευρεθούν οι αναγκαίοι για την ενίσχυση πόροι, μία πράξη που θέσπισε το 1968 το ιταλικό διυπουργικό Συμβούλιο τιμών (CIP) προέβλεψε την επιβολή προσαυξήσεως επί της τιμής (SOVRAP-PREZZO) της λευκής ζάχαρης είτε εγχώριας παραγωγής είτε αλλοδαπής καταγωγής, την οποία καταβάλλουν οι καταναλωτές υπέρ ενός εξισωτικού ταμείου που συστήθηκε επίσης από το CIP. Οι δραστηριότητες — εκτός από τις ενισχύσεις παραγωγής — που χρηματοδοτήθηκαν κατ' εφαρμογή της αρχικής κανονιστικής ρύθμισης από το προϊόν αυτής της προσαυξήσεως επί της τιμής αναφέρθηκαν λεπτομερώς από την Επιτροπή (σ. 8 του υπομνήματος της στη γαλλική γλώσσα). Τα παραπάνω μέτρα διατηρήθηκαν κατά τις επόμενες περιόδους εμπορίας — ο καθορισμός της προσαυξήσεως επί της τιμής γινόταν κάθε φορά κατά την έναρξη της περιόδου εμπορίας — και εφαρμόζονται ακόμη και σήμερα. Για την περίοδο εμπορίας 1975-1976, η προσαύξηση ανερχόταν σε 56 λιρέτες ανά χιλιόγραμμο· για την περίοδο 1976-1977, έφθασε τις 70 λιρέτες ανά χιλιόγραμμο.
Εξάλλου πρέπει να μνημονευθεί η πράξη που θέσπισε στις 2 Ιουλίου 1976 το CIP, αν και αφορά μόνο την υπόθεση 77/76. Κατά την πράξη αυτή, οι ιταλικές επιχειρήσεις υποχρεώνονταν να δηλώσουν τα αποθέματα ζάχαρης που είχαν στις 2 Ιουλίου 1976 (κατά το μεσονύκτιο), εφόσον επρόκειτο για ποσότητες άνω των 500 χιλιόγραμμων. Τα αποθέματα αυτά επιβαρύνθηκαν με έκτακτη προσαύξηση επί της τιμής (SOVRAPPREZZO STRAORDINARIO) 37,842 λιρετών ανά χιλιόγραμμο εάν δεν είχε καταβληθεί η προσαύξηση των 56 λιρετών ανά χιλιόγραμμο, και 51,842 λιρετών άνά χιλιόγραμμο εάν η παραπάνω προσαύξηση είχε ήδη καταβληθεί. Από το παραπάνω μέτρο απαλλάσσονταν τα αποθέματα των μεταποιητικών επιχειρήσεων καθόσον αποτελούσαν τα 2/12 της κατανάλωσης κατά την περίοδο εμπορίας 1975-1976 καθώς και η μετουσιωμένη ζάχαρη που προορίζεται για ζωοτροφές.
Η επιχείρηση CUCCHI, ενάγουσα στην κύρια δίκη στην υπόθεση 77/76, ανέθεσε στην επιχείρηση AVEZ, τον Ιούνιο του 1976, να εισαγάγει για λογαριασμό της από την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας ορισμένη ποσότητα κρυσταλλικής ζάχαρης. Η εισαγωγή πραγματοποιήθηκε τον Ιούνιο και υποβλήθηκε στην προσαύξηση που μνημονεύθηκε. Τέλη Ιουνίου του 1976 παραδόθηκαν στην επιχείρηση CUCCHI τα πρώτα εμπορεύματα τα υπόλοιπα αποθηκεύτηκαν από την επιχείρηση AVEZ και επρόκειτο να παραδοθούν στις 17 Ιουλίου.
Η επιχείρηση CUCCHI κατέβαλε την προσαύξηση των 56 λιρετών ανά χιλιόγραμμο με την οποία επιβαρύνθηκε η πρώτη παράδοση. Όταν η επιχείρηση AVEZ ζήτησε την καταβολή της έκτακτης προσαυξήσεως για την παράδοση των υπολοίπων εμπορευμάτων η επιχείρηση CUCCHI αρνήθηκε να την καταβάλει. Κατά τη γνώμη της τόσο η προσαύξηση επί της τιμής όσο και η έκτακτη προσαύξηση επί της τιμής ήταν ασυμβίβαστες προς τις διατάξεις του κοινοτικού δικαίου και για το λόγο αυτό άσκησε αγωγή με την οποία ζήτησε να της επιστραφεί η προσαύξηση επί της τιμής που κατέβαλε και να αναγνωριστεί ότι δεν ήταν υποχρεωμένη να καταβάλει την έκτακτη προσαύξηση επί της τιμής.
Στη δεύτερη υπόθεση, που είχε ως συνέπεια την αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως, 105/76, η εταιρία INTERZUCCHERI πώλησε τον Οκτώβριο του 1976 στην επιχείρηση REZZANO Ε CAVASSA ζάχαρη που εισήχθη από τη Γαλλία. Κατόπιν αυτού ζήτησε την καταβολή της προσαυξήσεως επί της τιμής που στην περίπτωση αυτή ανερχόταν σε 70 λιρέτες ανά χιλιόγραμμο λαμβάνοντας υπόψη την ημερομηνία εισαγωγής. Επειδή η εταιρία REZZANO αρνήθηκε την καταβολή — επικαλούμενη και αυτή το κοινοτικό δίκαιο — η εταιρία INTERZUCCHERI άσκησε εναντίον της αγωγή ενώπιον της PRETURA του RECCO.
Στην πρώτη υπόθεση η FEDERAZIONE NAZIONALE COMMERCIO ALIMENTARE (FEDERGROSSISTI) — SINDICATO NAZIONALE ZUCCHERO άσκησε παρέμβαση υπέρ της ενάγουσας στην κύρια δίκη, ενώ η ASSOCIAZIONE NAZIONALE TRA GLI INDUSTRIALI DELLO ZUCCHERO DEL LIEVITO Ε DELL'ALCOOL άσκησε παρέμβαση επίσης υπέρ της ενάγουσας στη δεύτερη υπόθεση.
Δεδομένου ότι οι διάδικοι αντλούσαν επιχειρήματα από το κοινοτικό δίκαιο, τα δικαστήρια που επιλήφθηκαν των διαφορών αποφάσισαν και στις δύο περιπτώσεις να αναστείλουν την έκδοση οριστικής αποφάσεως και να υποβάλουν αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως.
Κατά συνέπεια το Δικαστήριο πρέπει να αποφανθεί επί των ακολούθων ερωτημάτων στην υπόθεση 77/76:
I — Όσον αφορά γενικώς τη θέσπιση προσαυξήσεως επί της τιμής
1)
Το άρθρο 13, παράγραφος 2 της Συνθήκης της Ρώμης, το άρθρο 21, παράγραφος 2 του κανονισμού 3330/74 (περί κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα της ζάχαρης), καθώς και το άρθρο 20, παράγραφος 2 του κανονισμού 1009/67 (που αντικαταστάθηκε από τον παραπάνω κανονισμό) πρέπει να ερμηνευτούν υπό την έννοια ότι απαγορεύεται, κατά τις συναλλαγές μεταξύ των κρατών μελών για τα προϊόντα που αναφέρονται στους παραπάνω κανονισμούς, η επιβολή χρηματικής επιβαρύνσεως που εμφανίζει τα ακόλουθα χαρακτηριστικά:
α)
επιβάλλεται σε κάθε ποσότητα ζάχαρης τόσο εγχώριας παραγωγής όσο και εισαγόμενη συμφώνως προς πράξη που εξέδωσε εθνική αρχή·
β)
το προϊόν που αποφέρει εισπράττεται από δημόσιο οργανισμό και ωφελεί αποκλειστικά τους παραγωγούς τεύτλων και τις ζαχαροβιομηχανίες που έχουν την έδρα τους στο έδαφος του κράτους που επιβάλλει την επιβάρυνση (βλ. την πράξη CIP 1195 της 22.6.1968 και τις διαδοχικές τροποποιήσεις της)·
γ)
αποτελεί τμήμα συστήματος ενισχύσεων για τις οποίες υπάρχουν ειδικές διατάξεις της κοινοτικής νομοθεσίας . (άρθρο 34 του κανονισμού 1009/67· άρθρο 38 του κανονισμού 3330/74 και άρθρο 4 του κανονισμού 1487/76)·
δ)
ουδέποτε εγκρίθηκε από κοινοτικό όργανο και ουδέποτε εφαρμόστηκε συμφώνως προς τη διαδικασία του άρθρου 41 του κανονισμού 1009/67 ή του άρθρου 36 του κανονισμού 3330/74.
2)
Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο ερώτημα 1, η απαγόρευση επιβολής της εν λόγω χρηματικής επιβαρύνσεως πρέπει να θεωρηθεί ότι ισχύει από την έναρξη ισχύος του κανονισμού 1009/67/ΕΟΚ ή από κάποια άλλη ημερομηνία;
3)
Οι κατ' ιδίαν επιχειρηματίες που εισήγαγαν ζάχαρη (ή τα προϊόντα που αναφέρονται στους πιο πάνω κανονισμούς ΕΟΚ) από άλλες χώρες μέλη της κοινής αγοράς δικαιούνται, αφότου ισχύει η απαγόρευση, να μην καταβάλουν τη μνημονευθείσα στο ερώτημα 1 χρηματική επιβάρυνση και, κατά συνέπεια, να ζητήσουν την απόδοσή της σε περίπτωση καταβολής;
4)
Δεδομένου ότι από το 1968 ο τομέας της ζάχαρης υπόκειται στην κοινοτική κανονιστική ρύθμιση (κανονισμός 1009/67 και ήδη κανονισμός 3330/74) η οποία επιφυλάσσει υπέρ των Κοινοτικών οργάνων σχεδόν αποκλειστική κανονιστική αρμοδιότητα, η επιβολή χρηματικής επιβαρύνσεως που εμφανίζει τα χαρακτηριστικά που περιγράφηκαν πιο πάνω στο ερώτημα 1 συνιστά οπωσδήποτε παράβαση του άρθρου 40, παράγραφος 3, εδάφιο 2 της Συνθήκης, κατά το οποίο η κοινή οργάνωση των γεωργικών αγορών«πρέπει να αποκλείει κάθε διάκριση μεταξύ παραγωγών ή καταναλωτών εντός της Κοινότητος»;
II — Όσον αφορά την έκτακτη προσαύξηση επί της τιμής
5)
Η κοινοτική κανονιστική ρύθμιση που μνημονεύθηκε στα πιο πάνω ερωτήματα παραβιάζεται και όταν χρηματική επιβάρυνση — που επιβάλλεται παράλληλα στη ζάχαρη εγχώριας παραγωγής και στην εισαγόμενη ζάχαρη — εισπράττεται εν μέρει, δηλαδή όσον αφορά τη ζάχαρη που εισάγεται από άλλες χώρες μέλη της Κοινότητας, όχι επ' ευκαιρία της εισαγωγής, αλλά όταν η ζάχαρη έχει ήδη αποθηκευτεί από τις επιχειρήσεις που προέβησαν στην εισαγωγή ή από τις επιχειρήσεις (εμπορικές ή βιομηχανικές) που αγόρασαν από τις προηγούμενες ζάχαρη εισαγωγής;
6)
Βάσει των γενικών αρχών του δικαίου, οι οποίες πρέπει να διέπουν την κοινοτική νομοθεσία και νομολογία, οι διατάξεις που περιέχονται στον κανονισμό 3330/74 (ιδίως οι διατάξεις των άρθρων 33 έως 44) και οι διατάξεις που περιέχονται στα άρθρα 1 έως 8 και 38 έως 43 της Συνθήκης της Ρώμης πρέπει να ερμηνευτούν υπό την έννοια ότι είναι α-παράδεκτη και απαγορεύεται η επιβολή χρηματικής επιβαρύνσεως που εισπράττεται τόσο επί της εγχώριας παραγωγής όσο και επί της εισαγόμενης ζάχαρης σύμφωνα με τα ακόλουθα κριτήρια:
α)
επιβάλλεται με πράξη της κυβερνήσεως χωρίς προηγούμενη άδεια των κοινοτικών οργάνων
β)
επιβάλλεται χωρίς να ακολουθηθεί η διαδικασία που προβλέπει το άρθρο 36 του κανονισμού 3330/74/ΕΟΚ·
γ)
επιβάλλεται «εφάπαξ» και εκτάκτως·
δ)
εφαρμόζεται στη ζάχαρη που είναι αποθηκευμένη στις επιχειρήσεις α-μέσως και κατά συνέπεια αναδρομικώς, καθόσον δεν τους επιτρέπει να επιλέξουν μεταξύ αγοράς της ζάχαρης άρα και επιβολής της επιβαρύνσεως ή υπαναχωρήσεως από την αγορά της ζάχαρης και επομένως απαλλαγής από την επιβάρυνση·
ε)
επιβάλλεται κατά τη μετάβαση από τη μία ζαχαρική περίοδο στην άλλη χωρίς να υφίστανται οι αναφερόμενοι στο άρθρο 33 του κανονισμού 3330/74 λόγοι που δικαιολογούν τη λήψη μέτρων κατά τη διαδικασία που προβλέπει το άρθρο 36 του παραπάνω κανονισμού·
στ)
επιβάλλεται υπό το διφορούμενο όρο «έκτακτη προσαύξηση επί της τιμής» ενώ κατ' ουσία πρόκειται για φόρο που χαρακτηρίζεται ως «TASSA DI SFIORAMENTO SULLO ZUCCHERO» («φόρος υπερβάσεως που πλήττει τη ζάχαρη») ο οποίος κατά το παρελθόν επιβαλλόταν πάντοτε απευθείας μέσω κοινοτικών μέτρων (κανονισμός 769/69 του Συμβουλίου κανονισμός 1344/71 της Επιτροπής) ή τουλάχιστον η επιβολή του εγκρινόταν από τα κοινοτικά όργανα (κανονισμός 834/74 που έδωσε αφορμή για την απόφαση που εκδόθηκε στην υπόθεση 27/75, REY SODA).
7)
Οι κοινοτικές διατάξεις που απαριθμήθηκαν πιο πάνω παρέχουν στους επιχειρηματίες που — σύμφωνα με την εθνική κανονιστική ρύθμιση — υπόκεινται στην προαναφερθείσα χρηματική επιβάρυνση, το δικαίωμα να μην την κατα-βάλουν (και αν την κατέβαλαν να την αναζητήσουν) τόσο ως προς τα αποθέματα ζάχαρης εγχώριας παραγωγής όσο και ως προς τα αποθέματα ζάχαρης εισαγωγής ή μήπως το δικαίωμα να μην καταβάλουν (καθώς και το δικαίωμα να αναζητήσουν ενδεχομένως ό, τι κατέβαλαν) εφαρμόζεται μόνο για τις ποσότητες ζάχαρης που εισήχθησαν από χώρες μέλη της ΕΟΚ και αποθηκεύτηκαν είτε στις επιχειρήσεις που τις εισήγαγαν είτε σε άλλες επιχειρήσεις (εμπορικές ή βιομηχανικές) που τις αγόρασαν από τις επιχειρήσεις που τις εισήγαγαν;
8)
Βάσει των κοινοτικών διατάξεων που αναφέρθηκαν στο ερώτημα 6 και σύμφωνα με τις γενικές αρχές που πρέπει να διέπουν την κοινοτική νομοθεσία και νομολογία, μπορεί να θεωρηθεί νόμιμη η αναδρομική υπαγωγή κατηγορίας πολιτών σε χρηματική επιβάρυνση της οποίας τα έσοδα ευνοούν άλλες κατηγορίες πολιτών με τους οποίους έχουν αντίθετα οικονομικά και εμπορικά συμφέροντα;
Στην υπόθεση 105/76 στην οποία τίθεται μόνο ζήτημα κύρους της προσαυξήσεως επί της τιμής, τα ερωτήματα που υποβλήθηκαν έχουν ως εξής:
1)
Το άρθρο 13, παράγραφος II της Συνθήκης της Ρώμης, το άρθρο 21, παράγραφος 2 του κανονισμού 3330/74 (περί κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα της ζάχαρης), καθώς και το άρθρο 20, παράγραφος 2 του κανονισμού 1009/67 ΕΟΚ (που αντικαταστάθηκε από τον προηγούμενο), πρέπει να ερμηνευτούν υπό την έννοια ότι απαγορεύουν την επιβολή, κατά τις συναλλαγές μεταξύ των κρατών μελών για τα προϊόντα που αναφέρονται στους πιο πάνω κοινοτικούς κανονισμούς, χρηματικής επιβαρύνσεως επί της ζάχαρης που φέρει τα χαρακτηριστικά του «SOVRAPPREZZO» (που θεσπίστηκε και διέπεται από την απόφαση 1195 του CIP της 22.6.1968 η οποία τροποποιήθηκε διαδοχικά από τις αποφάσεις του CIP 1222 της 20.6.1969, 9 της 30.6.1960, 15 της 30.6.1971, 7 της 3.8.1972, 9 της 26.6.1973, 28 της 28.6.1974, 19 της 7.8.1975, 20 της 1.7.1976 και 24 της 1.10.1976):
α)
η οποία, δυνάμει αποφάσεως της εθνικής αρχής, επιβάλλεται σε κάθε ποσότητα ζάχαρης είτε εγχώριας παραγωγής είτε εισαγωγής,
β)
και της οποίας το προϊόν διατίθεται εν μέρει στους παραγωγούς τεύτλων που είναι εγκατεστημένοι στο έδαφος του κράτους που επιβάλλει το φόρο, εν μέρει στις βιομηχανίες ζάχαρης που είναι επίσης εγκατεστημένες στο έδαφος του ιδίου κράτους και εν μέρει για την κάλυψη διαφόρων επιβαρύνσεων (μεταξύ των οποίων και τα διαχειριστικά έξοδα του CASSA CONGUAGLIO ZUCCHERO);
2)
Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο ερώτημα 1, η απαγόρευση επιβολής της προαναφερθείσης χρηματικής επιβαρύνσεως εφαρμόζεται από την έναρξη ισχύος του κανονισμού 1009/67/ΕΟΚ ή από κάποια άλλη ημερομηνία;
3)
Οι ιδιώτες επιχειρηματίες που εισήγαγαν ζάχαρη (ή τα αναφερόμενα στον πιο πάνω κανονισμό προϊόντα) από άλλες χώρες μέλη της κοινής αγοράς έχουν, αφότου ισχύει η απαγόρευση, το δικαίωμα να μην καταβάλουν την αναφερόμενη στο ερώτημα 1 χρηματική επιβάρυνση και, επομένως, στην περίπτωση κατά την οποία εχώρησε η καταβολή, να ζητήσουν την επιστροφή των καταβληθέντων;
4)
Δεδομένου ότι από το 1968 ο τομέας της ζάχαρης υπόκειται στην κοινοτική γεωργική νομοθεσία (κανονισμός 1009/67 και ήδη κανονισμός 3330/74), η επιβολή χρηματικής επιβαρύνσεως, που φέρει τα χαρακτηριστικά που περιγράφηκαν στο ερώτημα 1, συνιστά οπωσδήποτε παράβαση του άρθρου 40, παράγραφος 3, εδάφιο 2 της Συνθήκης, κατά το οποίο η κοινή οργάνωση των γεωργικών αγορών «πρέπει να αποκλείει κάθε διάκριση μεταξύ παραγωγών ή καταναλωτών εντός της Κοινότητος»;
Τα ερωτήματα αυτά επιβάλλουν τις ακόλουθες παρατηρήσεις:
1.
Το πρώτο ερώτημα που υποβλήθηκε στις δύο υποθέσεις αφορά την έννοια «φορολογική επιβάρυνση ισοδυνάμου αποτελέσματος προς δασμό». Αυτή πρέπει να οριστεί σε σχέση με την προσαύξηση επί της τιμής που επίσης επιβάλλεται στην εισαγόμενη ζάχαρη και της οποίας το πλαίσιο λογικής περιγράφηκε πιο πάνω. Στη συγκεκριμένη περίπτωση πρέπει να ληφθεί υπόψη το γεγονός — η διευκρίνιση αυτή προκύπτει από την υπόθεση 77/76 — ότι το προϊόν της προσαυξήσεως επί της τιμής ωφελεί αποκλειστικά τη βιομηχανία ζάχαρης και τους παραγωγούς τεύτλων του κράτους μέλους που επιβάλλει την εισφορά, ότι αποτελεί τμήμα συστήματος ενισχύσεων επί του οποίου εφαρμόζονται ιδιαίτερες διατάξεις της κοινοτικής νομοθεσίας, ότι δεν εγκρίθηκε από τα κοινοτικά όργανα και ότι δεν θεσπίστηκε συμφώνως προς τη διαδικασία του άρθρου 41 του κανονισμού 1009/67 ή ενδεχομένως του άρθρου 36 του κανονισμού 3330/74.
Η προσαύξηση επί της τιμής εισπράττεται ομοίως επί της εισαγόμενης και της εγχώριας ζάχαρης. Οδηγούμαστε, κατά συνέπεια, στο να κρίνουμε αυτή τη ρύθμιση βάσει του άρθρου 95 της Συνθήκης ΕΟΚ κατά το οποίο:
«Κανένα κράτος μέλος δεν επιβάλλει άμεσα ή έμμεσα στα προϊόντα άλλων κρατών μελών εσωτερικούς φόρους οποιασδήποτε φύσεως, ανωτέρους από εκείνους που επιβαρύνουν άμεσα ή έμμεσα τα ομοειδή εθνικά προϊόντα.»
Εάν ωστόσο τα παραπέμποντα δικαστήρια θέλησαν να αναφερθούν στο άρθρο 13 της Συνθήκης ΕΟΚ και στις αντίστοιχες διατάξεις των οργανώσεων αγοράς σχετικά με την απαγόρευση των φορολογικών επιβαρύνσεων ισοδύναμου αποτελέσματος προς δασμούς, δηλαδή στην εφαρμογή μιας διατάξεως για την οποία η νομολογία όρισε (βλέπε παραδείγματος χάρη την απόφαση που εκδόθηκε στις 18.6.1975 στην υπόθεση 94/74, INDUSTRIA GOMMA ARTICOLI VARI, IGAV, κατά ΕΝΤΕ NAZIONALE PER LA CELLULOSA Ε PER LA CARTA, ENCC, Slg. 1975, σ. 699) ότι δεν μπορεί να εφαρμοστεί μαζί με το άρθρο 95, τούτο οφείλεται σε δύο παλαιότερες αποφάσεις που αφορούσαν μία παρεμφερή κανονιστική ρύθμιση και εξέταζαν με βάση εκείνο το πλαίσιο εάν είχε ενδεχομένως εφαρμογή το άρθρο 13, παράγραφος 2 της Συνθήκης ΕΟΚ.
Οι υποθέσεις αυτές αφορούσαν τον ιταλικό οργανισμό ΕΝΤΕ NAZIONALE PER LA CELLULOSA Ε PER LA CARTA και το καθεστώς των φόρων και ενισχύσεων που συνδεόταν σχετικά. Όσον αφορά τα μέτρα αυτά (το χαρτί και τα ανάλογα προϊόντα πλήττονται με εισφορά της οποίας τα έσοδα χρησιμοποιούνται για τη χρηματοδότηση ορισμένων δραστηριοτήτων έρευνας και βελτιώσεως στον τομέα της παραγωγής χάρτου και κυτταρίνης, καθώς και για επιχορηγήσεις υπέρ του δημοσιογραφικού χάρτου) κατά μία απόφαση που εκδόθηκε στις 19 Ιουνίου 1973 (υπόθεση 77/72, CARMINE CAPOLONGO κατά AZIENDA AGRICOLA MAYA, Slg. 1973, σ. 621 και επ.) όρισε ότι κατά την ερμηνεία της έννοιας «φορολογική επιβάρυνση ισοδυνάμου αποτελέσματος προς εισαγωγικό δασμό», μπορεί να χρειάζεται να ληφθεί υπόψη η περαιτέρω διάθεση των εισπραττόμενων χρηματικών επιβαρύνσεων. Υπό την έννοια αυτή θα μπορούσε να αντιμετωπιστεί περίπτωση εφαρμογής της όταν χρηματική επιβάρυνση διατίθεται αποκλειστικά «για τη χρηματοδότηση δραστηριοτήτων που ωφελούν ειδικά τα εγχώρια φορολογούμενα προϊόντα…», δηλαδή όταν αποδεικνύεται ότι η επιβάρυνση «συνιστά πράγματι» για το εθνικό προϊόν «την αντιπαροχή των ευεργετημάτων ή ενισχύσεων που λαμβάνει». Στη δεύτερη απόφαση που ενδιαφέρει εν προκειμένω και η οποία αφορούσε το ίδιο πρόβλημα (εκδόθηκε στις 18.6.1975 στην υπόθεση 94/74, INDUSTRIA GOMMA ARTICOLI VARI, IGAV κατά ΕΝΤΕ NAZIONALE PER LA CELLULOSA Ε PER LA CARTA, ENCC, Slg. 1975, σ. 179 και επ.) το Δικαστήριο έκρινε ότι θα μπορούσε να αντιμετωπιστεί περίπτωση εφαρμογής του άρθρου 13 της Συνθήκης ΕΟΚ εάν η περιορισμένη σε συγκεκριμένα προϊόντα εισφορά «διετίθετο αποκλειστικά για τη χρηματοδότηση δραστηριοτήτων που ωφελούν ειδικά τα εγχώρια φορολογούμενα εγχώρια προϊόντα με αποτέλεσμα να συμψηφίζεται ολικώς ή μερικώς η φορολογική επιβάρυνση την οποία υφίστανται». Η απόφαση αυτή τόνισε επίσης ότι παρόμοιος χαρακτηρισμός προϋποθέτει «ότι υφίσταται σαφής αντιστοιχία μεταξύ, αφενός, της επιβολής φορολογικής εισφοράς που εισπράττεται αδιακρίτως επί των προϊόντων που αφορά, εγχώριων ή εισαγόμενων, και αφετέρου του ευεργετήματος που εξασφαλίζεται υπέρ των εγχώριων μόνο προϊόντων μέσω πόρων που προέρχονται από την ίδια εισφορά».
Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο στη συζήτηση επί της υποθέσεως που εκκρεμεί τώρα ενώπιον του Δικαστηρίου δέσποσε το ερώτημα ποιο είναι το ακριβές πεδίο μέσα στο οποίο ισχύει η νομολογία αυτή και εάν θα πρέπει να περισταλεί ή ακόμη να αντιμετωπιστεί διεύρυνσή του.
Οι διάδικοι που υποστηρίζουν την άποψη κατά την οποία η προσαύξηση επί της τιμής θα πρέπει να χαρακτηριστεί ως φορολογική επιβάρυνση ισοδύναμου αποτελέσματος προς δασμό βασίζονται κυρίως στο ότι κατά την προαναφερθείσα απόφαση αρκεί τα φορολογούμενα εγχώρια προϊόντα να απολαύουν μερικής απαλλαγής χάρη στην παροχή ευεργετημάτων που εξασφαλίζονται μέσω πόρων προερχόμενων από την εισφορά. Σημαντικό στοιχείο εν προκειμένω αποτελεί το γεγονός ότι η συνολική επιβάρυνση που πλήττει την εγχώρια ζάχαρη υπερβαίνει καταφανώς τα ποσά που χορηγούνται ευθέως ως ενισχύσεις προς την ιταλική βιομηχανία ζάχαρης. Αλλωστε, οι υποστηρικτές αυτής της άποψης ισχυρίστηκαν ότι πρέπει επίσης να ληφθούν υπόψη οι επιδοτήσεις που χορηγούνται στους παραγωγούς τεύτλων μέσω πόρων προερχόμενων από την εισφορά. Κατά τη γνώμη τους, υπέρ αυτού συνηγορεί όχι μόνο το γεγονός ότι η ζάχαρη και τα τεύτλα αποτελούν αντικείμενο κοινής οργανώσεως αγοράς αλλ' επίσης και το ότι είναι βέβαιο ότι οι ενισχύσεις που χορηγούνται στους παραγωγούς τεύτλων ωφελούν έμμεσα τη βιομηχανία ζάχαρης λόγω ιδίως μειώσεως της τιμής της πρώτης ύλης και του γεγονότος ότι οι ενισχύσεις αυτές ευνοούν την επέκταση της εγχώριας παραγωγής τεύτλων. Αν ληφθούν υπόψη οι περιστάσεις αυτές δεν προκύπτει μόνο συμψηφισμός των φορολογικών επιβαρύνσεων αλλ' ακόμη και πρόσθετη ενίσχυση, επειδή το σύνολο των πόρων που προέρχονται από την προσαύξηση επί της τιμής υπερβαίνει την επιβάρυνση που πλήττει την εγχώρια βιομηχανία ζάχαρης.
Στην άποψη αυτή αντιτάσσεται η άποψη που υποστηρίζεται ιδίως από την Επιτροπή και την Κυβέρνηση της Ιταλικής Δημοκρατίας οι οποίες τάσσονται υπέρ μιας συσταλτικής ερμηνείας των αναφερθεισών αποφάσεων και κατά της γνώμης συμφώνως προς την οποία θα αρκούσε και μερική απαλλαγή υπέρ των εγχώριων προϊόντων. Κατά τη γνώμη τους, εφαρμογή του άρθρου 13 πρέπει να αντιμετωπίζεται μόνο εάν το προϊόν του φόρου ωφελεί αποκλειστικά και άμεσα την εγχώρια παραγωγή και εάν επιπλέον προκύπτει ολική απαλλαγή των εγχώριων προϊόντων ώστε να μπορεί πράγματι να γίνει λόγος για φορολογία που πλήττει αποκλειστικά τα εισαγόμενα προϊόντα.
Λαμβάνοντας υπόψη την παρούσα διαφορά και τα επιχειρήματα που προτάθηκαν σχετικά με αυτή, προτείνω στο Δικαστήριο να διευκρινίσει τη νομολογία του ή ακόμη να την περιορίσει περισσότερο κατά την έννοια που υποδεικνύει η Επιτροπή. Δύο στοιχεία συνηγορούν υπέρ αυτού. Αφενός η ανάγκη να αποσαφηνιστούν ορισμένες έννοιες, πράγμα που επιβάλλεται ιδίως για τις θεμελιώδεις διατάξεις περί τελωνειακής ενώσεως που επιδέχονται απ' ευθείας εφαρμογή μόνο μια τέτοια αποσαφήνιση επιτρέπει πράγματι να αποφευχθούν οι σημαντικές δυσχέρειες πρακτικής εφαρμογής που η Επιτροπή ανέφερε διεξοδικώς. Αφετέρου η άποψη ότι κατά βάθος είναι εύλογο να εφαρμοστεί το άρθρο 95, που επικαλέστηκα στην αρχή των προτάσεών μου, στις οριακές περιπτώσεις των φόρων υπέρ τρίτων τούτο ισχύει πολύ περισσότερο διότι και το εν λόγω άρθρο αποτελεί διάταξη που εφαρμόζεται απ' ευθείας, όπως εκ νέου τόνισε το Δικαστήριο στην απόφαση που εξέδωσε στην υπόθεση 74/76 (IANELLI Ε VOLPI SPA, Μιλάνο, κατά DITTA PAOLO MERONI, Μιλάνο, απόφαση της 22.3.1977).
Επομένως, στο μέτρο που ο προορισμός της εισφοράς ασκεί κάποια επιρροή, η έννοια «φορολογική επιβάρυνση ισοδυνάμου αποτελέσματος προς δασμό» πρέπει να συναρτάται προς την ταύτιση φορολογούμενων προϊόντων και εγχώριων προϊόντων που απολαύουν ευεργετήματος. Άλλωστε, σε αυτό ακριβώς το στοιχείο φαίνεται να αναφέρεται η απόφαση που εκδόθηκε στην υπόθεση 94/74, όταν επικαλείται τις δραστηριότητες που ωφελούν ειδικά τα εγχώρια φορολογούμενα εγχώρια προϊόντα, πράγμα που αποκλείει την παροχή έμμεσου ευεργετήματος διά της οδού των χρησιμοποιούμενων πρώτων υλών. Επ' αυτού μπορεί επίσης να αναφερθεί η απόφαση που εκδόθηκε στην υπόθεση 45/75 (REWEZENTRALE DES LEBENSMITTEL-GROSSHANDELS GMBH κατά κατά HAUPTZOLLAMT LANDAU / PFALZ, απόφαση της 17ης Φεβρουαρίου 1976, Slg. 1976, σ. 193) καθόσον τονίζει ως προς το άρθρο 95 ότι πρέπει να γίνεται σύγκριση της φορολογίας των προϊόντων «τα οποία, ευρισκόμενα στο ίδιο στάδιο παραγωγής ή εμπορίας, εμφανίζουν ανάλογες ιδιότητες έναντι των καταναλωτών και ανταποκρίνονται στις ίδιες ανάγκες». Κατά συνέπεια δεν υπάρχει λόγος να ληφθεί υπόψη στην εκδικαζόμενη υπόθεση το ευεργέτημα που παρέχεται στους παραγωγούς τεύτλων. Η άποψη αυτή πρέπει να γίνει δεκτή ιδίως επειδή φαίνεται άκρως αμφίβολο, εάν ληφθούν υπόψη το καθεστώς των τιμών που ισχύει για τα τεύτλα και η απόκλιση συμφερόντων μεταξύ παραγωγών τεύτλων και βιομηχανίας ζάχαρης, ότι το ευεργέτημα που παρέχεται στους παραγωγούς τεύτλων ασκεί κάποια επίδραση επί του κόστους της βιομηχανίας ζάχαρης. Και ακόμη επειδή άλλα έμμεσα αποτελέσματα — όπως η διατήρηση και επέκταση της παραγωγής τεύτλων κοντά στις βιομηχανίες μεταποιήσεως — δεν μπορούν να προσδιοριστούν παρά τόσον ατελώς ώστε να μη λαμβάνονται βεβαίως υπό-. ψη στο πλαίσιο του άρθρου 13.
Επιπλέον πρέπει να τονιστεί ότι το άρθρο 13 εφαρμόζεται μόνο όταν στα φορολογούμενα εγχώρια προϊόντα παρέχονται ευεργετήματα τέτοιας εκτάσεως ώστε να προκύπτει ολοσχερής απαλλαγή τους. Αυτό το έχει ήδη προτείνει ο γενικός εισαγγελέας TRABUCCHI με τις προτάσεις του στην υπόθεση 94/74, αποδεικνύοντας προσηκόντως ότι το άρθρο 13 εφαρμόζεται σε περιστάσεις όπως οι επίδικες μόνο εάν πρόκειται για περίπτωση «καταστρατηγήσεως του περιεχομένου του νόμου». Σε αυτήν ακριβώς την άποψη αναφέρεται, στην απόφαση που εκδόθηκε στην υπόθεση 77/72, και το τμήμα της φράσεως κατά το οποίο η απαγόρευση του άρθρου 13 αφορά κάθε φόρο που πλήττει ειδικά τα εισαγόμενα προϊόντα και όχι τα ομοειδή εγχώρια. Επιπλέον, μόνον η αντίληψη αυτή μπορεί να θεραπεύσει την έλλειψη σαφήνειας ορισμένων εννοιών καθώς και τις δυσχέρειες οριοθέτησης σε σχέση με το άρθρο 95.
Κατά συνέπεια, είμαι πεπεισμένος ότι το πρώτο ερώτημα πρέπει να απαντηθεί συμφώνως προς τις προτάσεις της Επιτροπής, ότι δηλαδή εισφορά που καταλαμβάνει με τα ίδια κριτήρια τόσο τα εγχώρια προϊόντα όσο και τα εισαγόμενα μπορεί να θεωρηθεί ως φορολογική επιβάρυνση ισοδύναμου αποτελέσματος προς δασμό, κατά την έννοια του άρθρου 13 της Συνθήκης ΕΟΚ, μόνο εάν το προϊόν της εισφοράς ωφελεί αποκλειστικά τα φορολογούμενα εγχώρια προϊόντα, εάν το φορολογούμενο προϊόν συμπίπτει με το εγχώριο προϊόν στο οποίο παρέχεται το ευεργέτημα και εάν το ευεργέτημα που παρέχεται στα εγχώρια προϊόντα καταλήγει στην ολική απαλλαγή τους από την επιβάρυνση που επιβλήθηκε. Κατόπιν αυτού πρέπει ακόμη να αποδειχθεί — το συμπέρασμα όμως αυτό θα συναχθεί προφανώς από το εθνικό δικαστήριο — ότι η προσαύξηση επί της τιμής που θέσπισε το CIP δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως φορολογική επιβάρυνση ισοδύναμου αποτελέσματος προς δασμό. Και τούτο διότι το προϊόν της εισφοράς δεν διατίθεται αποκλειστικά στην εγχώρια βιομηχανία ζάχαρης, αλλά κατά το μεγαλύτερο μέρος του ωφελεί επίσης τους παραγωγούς τεύτλων ανεξαρτήτως του γεγονότος ότι η βασική κανονιστική ρύθμιση δεν αποκλείει τη χρησιμοποίησή του για άλλους σκοπούς. Άλλωστε ούτε και οι ενισχύσεις που παρέχονται στη βιομηχανία ζάχαρης φαίνεται να ισοδυναμούν με ολική απαλλαγή από τη φορολογική επιβάρυνση. Πράγματι, σύμφωνα με τα στοιχεία που αναφέρθηκαν κατά τη διαδικασία, οι ενισχύσεις αντιπροσωπεύουν συνολικά μόνο 28 δισεκατομμύρια λιρέτες έναντι φορολογικής επιβαρύνσεως 75 δισεκατομμυρίων λιρετών που πλήττει την εγχώρια παραγωγή.
2.
Κατά τη γνώμη μου, ωστόσο, δεν πρέπει να αρκεστούμε στο να απαντήσουμε αρνητικά στο πρώτο ερώτημα. Αντιθέτως, μου φαίνεται χρήσιμο να αφιερώσω μερικές παρατηρήσεις στο άρθρο 95 της Συνθήκης ΕΟΚ και στα συναφή ζητήματα προκειμένου να μπορέσουν τα εθνικά δικαστήρια να κρίνουν προσηκόντως τα πραγματικά περιστατικά, και τούτο πολύ περισσότερο διότι κατά τη συζήτηση έγινε ρητή αναφορά στα ζητήματα αυτά.
Οι παρατηρήσεις αυτές θα είναι καταρχήν πολύ σύντομες. Έτσι μία απόφαση που εκδόθηκε προσφάτως στην υπόθεση 74/76 (IANELLI Ε VOLPI SPA κατά DITTA PAOLO MERONI, απόφαση της 22ας Μαρτίου 1977) όρισε ότι το άρθρο 95 δεν εφαρμόζεται μόνο στις εισφορές με τις οποίες το κράτος εξασφαλίζει τα γενικά έσοδά του. Δεδομένου ότι διατυπώνεται γενικώς, το άρθρο 95 μπορεί επίσης να εφαρμοστεί και σε τέλη που εισπράττονται από άλλους οργανισμούς δημοσίου δικαίου χωρίς να αποκλείονται οι ειδικοί φόροι που επιβάλλονται σε κάποιο προϊόν και οι φόροι που διατίθενται για κάποιο ιδιαίτερο σκοπό. Αλλωστε δεν υπάρχει αμφιβολία ότι το άρθρο 95 δεν απαιτεί μόνο απλή σύγκριση των επιβαρύνσεων αλλά και επιτρέπει να ληφθούν υπόψη τα ευεργετήματα που παρέχονται στα φορολογούμενα προϊόντα μέσω πόρων προερχόμενων από το φόρο. Εάν αυτό συμβαίνει συστηματικά, είναι δυνατό — όπως ανέφερε ο γενικός εισαγγελέας TRABUCCHI με τις προτάσεις του στην υπόθεση 94/74 (IGAV κατά ENCC, απόφαση της 18ης Ιουνίου 1975, Slg. 1975, σ. 699) — τα εισαγόμενα προϊόντα να υπόκεινται εμμέσως σε φόρο μεγαλύτερο από εκείνο που επιβάλλεται στα ομοειδή εγχώρια προϊόντα που απολαύουν του ευεργετήματος. Ωστόσο, για λόγους ασφαλείας του δικαίου, που στην περίπτωση κανόνων άμεσης εφαρμογής είναι σημαντικοί, μου φαίνεται εξίσου αμφίβολο εάν μπορούν να ληφθούν υπόψη έμμεσες επιπτώσεις που αποτιμώνται δυσχερώς, όπως αυτές που ενδεχομένως συναντώνται στην εκδικαζόμενη υπόθεση υπό μορφή παροχής ευεργετημάτων για την πρώτη ύλη. Εάν βασιστούμε στους αριθμούς που ανέφερε κατά τη συζήτηση η Επιτροπή — κατά την περίοδο εμπορίας 1975-1976 η προσαύξηση επί της τιμής ήταν 56 λιρέτες έναντι ενισχύσεως στη βιομηχανία ζάχαρης ποσού 21,56 λιρετών και κατά την περίοδο εμπορίας 1976-1977 η προσαύξηση επί της τιμής ήταν 70 λιρέτες έναντι ενισχύσεως ποσού 27,06 λιρετών — οδηγούμαστε πράγματι στο να υποθέσουμε — καθόσον εναπόκειται στο παραπέμπον δικαστήριο να προβεί στην οριστική διαπίστωση — ότι το άρθρο 95 εφαρμόζεται διότι η εγχώριας παραγωγής ζάχαρη υφίσταται μικρότερη επιβάρυνση από αυτή που επιβάλλεται στην εισαγόμενη.
Αλλά μετά από την πρώτη αυτή διαπίστωση πρέπει ακόμη να διερωτηθούμε εάν κατά την αξιολόγηση πρέπει να ληφθεί υπόψη το γεγονός — το στοιχείο αυτό υπάρχει στα ερωτήματα των παραπεμπόντων δικαστηρίων — ότι τα ευεργετήματα που παρέχονται στην ιταλικής παραγωγής ζάχαρη καλύπτονται από κοινοτική πράξη.
Η Κυβέρνηση της Ιταλικής Δημοκρατίας ισχυρίστηκε επ' αυτού ότι ήταν ελεύθερη να καθορίσει το σύστημα χρηματοδοτήσεως επειδή η Κοινότητα είχε περιοριστεί στην έγκριση και τον προσδιορισμό ανώτατου ποσού της ενισχύσεως και επειδή δεν επρόκειτο για κοινοτική αλλά για εθνική ενίσχυση. Λαμβάνοντας υπόψη ότι, πριν αρχίσει να ισχύει η οργάνωση αγοράς, η τιμή της ζάχαρης είχε ήδη χρησιμοποιηθεί για τη χρηματοδότηση τέτοιων μέτρων, λαμβάνοντας υπόψη ότι η παραπάνω τιμή δεν μεταβλήθηκε καθόλου σε σχέση με την αύξηση του κόστους ζωής και τέλος λαμβάνοντας υπόψη ότι η δημοσιονομική κατάσταση του κράτους δεν επέτρεπε χρηματοδότηση από τον προϋπολογισμό, η ιταλική κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι έκρινε σκόπιμο να φορολογήσει ομοιομόρφως την κατανάλωση ζάχαρης. Σε καμιά περίπτωση δεν θα μπορούσε να τεθεί ζήτημα περαιτέρω ενισχύσεως του ανταγωνιστικού πλεονεκτήματος της εισαγόμενης ζάχαρης διά της απαλλαγής της από τη φορολογία, πολύ περισσότερο που οι εισαγωγές εμφάνιζαν αυξητική τάση.
Ωστόσο, μου είναι δύσκολο να συμμεριστώ ως προς το σημείο αυτό την άποψη της Κυβερνήσεως της Ιταλικής Δημοκρατίας και τούτο για τους ακόλουθους λόγους.
Καταρχήν, αξίζει να σημειωθεί ότι το άρθρο 38 του κανονισμού 3330/74 (EE ειδ. έκδ. 03/011, σ. 134), που επιτρέπει τις εθνικές ενισχύσεις, πρέπει να ερμηνευτεί συσταλτικά ακριβώς επειδή παρεκκλίνει από τη γενική απαγόρευση των ενισχύσεων που, δυνάμει του κανονισμού 3330/74, εφαρμόζεται επίσης στην κοινή οργάνωση αγοράς στον τομέα της ζάχαρης. Επομένως καλύπτει μόνο τις επιπτώσεις των παρεχόμενων ευεργετημάτων χωρίς να ορίζει τίποτε ως προς το κύρος ενός συγκεκριμένου τρόπου χρηματοδοτήσεως. Εξάλλου, πρέπει να υπενθυμιστεί αυτό που αναγνώρισε το Δικαστήριο με τη μνημονευθείσα απόφαση που εξέδωσε στην υπόθεση 74/76: όταν είναι δυνατό να απομονωθούν ορισμένα στοιχεία ενός συστήματος ενισχύσεων και όταν τα στοιχεία αυτά δεν είναι αναγκαία για την πραγματοποίηση του επιδιωκόμενου σκοπού, θα πρέπει να κριθούν βάσει ειδικών διατάξεων. Στην εκδικαζόμενη υπόθεση αυτό ισχύει για τον τρόπο χρηματοδοτήσεως της ενισχύσεως. Τέλος, δικαιολογημένα έγινε αναφορά στην απόφαση που εκδόθηκε στην υπόθεση 47/69 (Γαλλική Δημοκρατία κατά Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, απόφαση της 25ης Ιουνίου 1970, SLG. 1970, σ. 487), σχετικά με το καθεστώς γαλλικού φόρου υπέρ τρίτων που κατ' ουσίαν επιδίωκε να ενισχύσει την εγχώρια κλωστοϋφαντουργική βιομηχανία. Στην απόφαση αυτή το Δικαστήριο τόνισε ότι πρέπει να εξεταστεί εάν συμφωνεί προς το άρθρο 95 της Συνθήκης ο τρόπος χρηματοδοτήσεως μιας ενισχύσεως και αποφάνθηκε ότι, ναι μεν μια ενίσχυση μπορεί να είναι νόμιμη, οι διαταραχές όμως που προκαλεί είναι δυνατό να επιτείνονται από τον τρόπο χρηματοδοτήσεως της. Εάν αληθεύει ότι η περίπτωση αυτή διαφέρει από την παρούσα υπόθεση καθόσον, κατά το γαλλικό καθεστώς, το μέγεθος των ενισχύσεων εξαρτιόταν από την απόδοση του φόρου, ωστόσο κατά τη γνώμη μου δεν είναι αυτή η καθοριστική διαφορά — πράγματι δεν υφίσταται τέτοια εξάρτηση στο σύστημα της προσαυξήσεως επί της τιμής — αλλά το γεγονός και μόνο ότι ο τρόπος χρηματοδοτήσεως επιτείνει, όπως και στην εκδικαζόμενη υπόθεση, το αποτέλεσμα της διακρίσεως σε βάρος των εισαγόμενων προϊόντων.
Στην απάντηση επί του πρώτου ερωτήματος μπορεί να προστεθεί περαιτέρω ότι το άρθρο 95 της Συνθήκης ΕΟΚ είναι δυνατό να χρησιμοποιηθεί κατά την αξιολόγηση της προσαυξήσεως επί της τιμής και ότι — πέρα από το ζήτημα εάν η παρεχόμενη ενίσχυση τηρεί το εγκεκριμένο από την Κοινότητα πλαίσιο — το γεγονός ότι η υποστήριξη που παρέχεται στην εγχώριας παραγωγής ζάχαρη απολαύει κατά κάποιο τρόπο της ευλογίας του κοινοτικού δικαίου δεν δικαιολογεί την υφιστάμενη διαφορά κατά τη φορολογία της εγχώριας παραγωγής ζάχαρης αφενός και της εισαγομένης ζάχαρης αφετέρου.
3.
Συνεπώς παρέλκει πλέον η εξέταση των ερωτημάτων 2 και 3 που υπέβαλαν τα παραπέμποντα δικαστήρια. Πράγματι, τα ερωτήματα αυτά εκκινούν από την υπόθεση ότι η προσαύξηση επί της τιμής θεωρείται ως φορολογική επιβάρυνση ισοδύναμου αποτελέσματος προς δασμό. Κατόπιν αυτού, το Δικαστήριο οφείλει να καθορίσει το χρόνο από τον οποίο ισχύει η απαγόρευση επιβολής φορολογικών επιβαρύνσεων ισοδύναμων προς δασμούς. Ακόμη θα πρέπει να αποφανθεί ως προς το εάν οι επιχειρηματίες που εισήγαγαν ζάχαρη από άλλες χώρες μέλη της Κοινότητας μετά την έναρξη ισχύος της απαγορεύσεως είχαν το δικαίωμα να μην καταβάλουν τη χρηματική επιβάρυνση ή, εφόσον την κατέβαλαν, να ζητήσουν την απόδοσή της.
Ωστόσο είναι δυνατό να αντιμετωπιστεί περίπτωση διαφορετικής ερμηνείας των πιο πάνω ερωτημάτων και αξιολογήσεώς τους βάσει του άρθρου 95. Εάν αυτή η άποψη υιοθετηθεί — και τα όσα αναπτύχθηκαν σχετικά με το πρώτο ερώτημα σίγουρα μας προτρέπουν να το πράξουμε — μπορούν να διατυπωθούν οι ακόλουθες παρατηρήσεις ως προς τα ερωτήματα 2 και 3.
Η νομολογία έχει ήδη ορίσει — αναφέρομαι στις αποφάσεις που εκδόθηκαν στις υποθέσεις 57/65 (ALFONS LÜTTICKE GMBH κατά HAUPTZOLLAMT SAARLOUIS, απόφαση της 16.6.1966, Slg. 1966, σ. 265) και 47/75 (REWE-ZENTRALE DES LEBENSMITTELGROSSHANDELS GMBH κατά HAUPTZOLLAMT LANDAU/PFALZ, απόφαση της 17.2.1976, Slg. 1976, σ. 183 — ότι το άρθρο 95, παράγραφος 1 της Συνθήκης ΕΟΚ έχει άμεση εφαρμογή και δημιουργεί υπέρ των ιδιωτών δικαιώματα που τα εθνικά δικαστήρια οφείλουν να διαφυλάσσουν. Όσον αφορά τις διατάξεις που είχαν εφαρμογή κατά την έναρξη ισχύος της Συνθήκης, εν πάση περιπτώσει, η παράγραφος 1 του άρθρου 95 εφαρμόζεται πλήρως από την αρχή του δεύτερου σταδίου, δηλαδή από την 1η Ιανουαρίου 1962.
Εάν ιδιώτες επικαλούνται τη διάταξη αυτή μετά την έναρξη ισχύος της, τούτο σημαίνει βεβαίως ότι πρέπει να θεωρηθεί παράνομη η επιβολή φόρων που παραβιάζουν το άρθρο 95. Επιπλέον, όταν οι φόροι έχουν ήδη καταβληθεί, το άμεσο αποτέλεσμα αυτής της διατάξεως επιβάλλει, από απόψεως κοινοτικού δικαίου, την επιστροφή τους. Πάντως δεν συμμερίζομαι την άποψη της Κυβερνήσεως της Ιταλικής Δημοκρατίας κατά την οποία είναι αδύνατη η επίκληση της άμεσης εφαρμογής για ποσά που καταβλήθηκαν προτού χαρακτηριστεί κατά τρόπο αδιαμφισβήτητο η εν λόγω εισφορά. Στην πραγματικότητα μία τέτοια πράξη δεν έχει συστατικό χαρακτήρα· όπως δέχτηκε το Δικαστήριο, πρόκειται απλώς για υπαγωγή των περιστατικών στον προσήκοντα κανόνα δικαίου (RECHTSSUBSUMPTION). Ωστόσο, μπορεί να ασκεί κάποια επίδραση το γεγονός ότι σημαντικές προθεσμίες έχουν ήδη λήξει συμφώνως προς το εθνικό δίκαιο. Το πρόβλημα αυτό ανέκυψε στην υπόθεση 45/75. Επιπλέον, πρέπει να υπενθυμίσω — πράγμα που το Δικαστήριο τόνισε στην υπόθεση 74/76 — ότι το εθνικό δικαστήριο είναι αρμόδιο να καθορίσει εάν φόρος που δημιουργεί διάκριση πρέπει να θεωρηθεί ως μη οφειλόμενος στο σύνολό του ή μόνον κατά το μέρος που πλήττει βαρύτερα το εισαγόμενο προϊόν σε σχέση με το εγχώριο.
Νομίζω ότι οι πιο πάνω παρατηρήσεις απαντούν επαρκώς στα ερωτήματα 2 και 3.
4.
Η ανάπτυξή μου ως προς το τέταρτο ερώτημα που υποβλήθηκε από τα παραπέμποντα δικαστήρια μπορεί να είναι και αυτή σχετικά σύντομη. Όπως γνωρίζετε, το ερώτημα αυτό θέτει το ζήτημα εάν χρηματική επιβάρυνση που φέρει τα χαρακτηριστικά που περιγράφουν τα δικαστήρια, αποτελεί παράβαση του άρθρου 40, παράγραφος 3, εδάφιο 2 της Συνθήκης ΕΟΚ που αποκλείει κάθε διάκριση μεταξύ παραγωγών ή καταναλωτών.
Εν προκειμένω η Επιτροπή επισημαίνει δικαίως ότι τα πραγματικά περιστατικά, όπως εμφανίζονται στην εκδικαζόμενη υπόθεση, μπορούν να κριθούν βάσει σειράς ειδικών διατάξεων που λαμβάνουν επίσης υπόψη την αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων, όπως για παράδειγμα τα άρθρα 12 και επόμενα, 30 και επόμενα ή 95 της Συνθήκης ΕΟΚ. Εξάλλου, είναι επίσης δυνατό να αντιμετωπιστεί περίπτωση εφαρμογής των διατάξεων περί κρατικών ενισχύσεων καθόσον η υποστήριξη που παρέχεται στην εγχώρια παραγωγή μέσω της προσαυξήσεως επί της τιμής κείται πέραν όσων επέτρεψε η Κοινότητα.
Από την άποψη αυτή δεν φαίνεται πράγματι αναγκαίο να εξεταστεί και το ερώτημα ως προς την ερμηνεία του άρθρου 40, παράγραφος 3, εδάφιο 2. Επομένως, παρέλκει η απάντηση ως προς το εάν το άρθρο αυτό εφαρμόζεται μόνο στα μέτρα που έχουν ληφθεί στο πλαίσιο κοινής οργανώσεως αγοράς και όχι στα μέτρα που ελήφθησαν έξω από αυτό το πλαίσιο ή εάν είναι δυνατό να γίνει επίκληση του άρθρου 40 — πράγμα που με τις προτάσεις μου στην υπόθεση 52/76 (BENEDETTI κατά MUNARI F.LLI SAS, απόφαση της 3ης Φεβρουαρίου 1977) έκρινα ότι μπορεί να υποστηριχτεί όταν τα εθνικά μέτρα επηρεάζουν τους σκοπούς και τη λειτουργία μιας κοινής οργανώσεως αγοράς.
5.
Οι διαπιστώσεις που έγιναν μέχρις εδώ απαντούν κατ' ουσίαν στα προβλήματα που τέθηκαν κατά την προδικαστική υπόθεση 105/76. Τα ερωτήματα στα οποία απομένει να δοθεί απάντηση αναφέρονται μόνο στην υπόθεση 77/76. Αντικείμενό τους είναι η έκτακτη προσαύξηση επί της τιμής και αφορούν την αξιολόγηση, από διάφορες απόψεις, του αν αυτή συμβιβάζεται με το κοινοτικό δίκαιο.
α)
Η ιταλική ρύθμιση που μας ενδιαφέρει εδώ συνίστατο στην επιβολή εισφοράς επί των αποθεμάτων ζάχαρης που υπήρχαν στην Ιταλία στις 2 Ιουλίου 1976 εκτός από ορισμένες ποσότητες που κατείχαν οι επιχειρήσεις μεταποιήσεως. Το ποσό της εισφοράς ήταν 37,842 LIT ανά χιλιόγραμμο, εάν δεν είχε ακόμη καταβληθεί η προσαύξηση επί της τιμής των 56 LIT ανά χιλιόγραμμο, και 51,842 LIT ανά χιλιόγραμμο εάν η προσαύξηση επί της τιμής είχε ήδη καταβληθεί. Στην πρώτη περίπτωση — όπως απέδειξε η Επιτροπή — το ποσό της εισφοράς ήταν ίσο με τη διαφορά μεταξύ των τιμών της ζάχαρης οι οποίες υπολογίζονταν βάσει της ισοτιμίας της λιρέτας που ίσχυε πριν από την 1η Ιουλίου 1976 και των τιμών οι οποίες υπολογίζονταν βάσει της νέας «πράσινης λιρέτας» που ίσχυε από την 1η Ιουλίου 1976 δυνάμει του κανονισμού 1020/76. Στη δεύτερη περίπτωση το ποσό της εισφοράς αντιστοιχούσε στην προαναφερθείσα διαφορά και επιπλέον στη διαφορά μεταξύ της παλαιάς προσαυξήσεως επί της τιμής (56 LIT ανά χιλιόγραμμο) και της νέας προσαυξήσεως επί της τιμής (70 LIT ανά χιλιόγραμμο). Αντιθέτως, η αύξηση σε λογιστικές μονάδες της τιμής παρεμβάσεως της ζάχαρης, καθώς και ο καθορισμός της νέας ανώτατης τιμής της ζάχαρης στην Ιταλία, που όπως φαίνεται υπερέβαινε από την 1η Ιουλίου 1976 κατά 80 λιρέτες την τιμή της προηγούμενης περιόδου εμπορίας, δεν άσκησαν καμιά επίδραση στον καθορισμό του ποσού της εισφοράς.
β)
Είναι προφανές ότι, προκειμένου να αξιολογηθούν νομικώς οι παράγοντες αυτοί, μπορεί να αγνοηθεί το μέρος της εισφοράς που αντιστοιχεί στη διαφορά μεταξύ παλαιάς και νέας προσαυξήσεως επί της τιμής. Δικαίως τονίζει η Επιτροπή ότι εν προκειμένω αρκεί η αξιολόγηση της προσαυξήσεως επί της τιμής βάσει του άρθρου 95 της Συνθήκης. Συνεπώς, η εξέταση μπορεί να περιοριστεί στο ερώτημα σχετικά με το μέρος της εισφοράς που αντιστοιχεί στην αύξηση της τιμής η οποία προκύπτει από την εφαρμογή της νέας ισοτιμίας της λιρέτας. Επομένως αντιμετωπίζουμε το πρόβλημα εάν τα κράτη μέλη έχουν το δικαίωμα να θεσπίσουν τέτοια εξισορροπητικά μέτρα κατά τη μετάβαση από τη μία ζαχαρική περίοδο στην άλλη ή εάν αυτά εμπίπτουν στην αρμοδιότητα της Κοινότητας και άρα μπορούν να ληφθούν μόνο εφόσον συμφωνούν τα κοινοτικά όργανα.
Η Κυβέρνηση της Ιταλικής Δημοκρατίας και η ιταλική βιομηχανία ζάχαρης κρίνουν ότι το μέτρο που θεσπίστηκε δεν είναι επικριτέο από απόψεως κοινοτικού δικαίου. Κατά τη γνώμη τους, η έκτακτη προσαύξηση επί της τιμής είναι της ιδίας φύσεως και επιτελεί την ίδια λειτουργία με την προσαύξηση επί της τιμής. Υποστηρίζουν ότι ορίζεται κατά την έναρξη της περιόδου εμπορίας βάσει της προβλεπόμενης καταναλώσεως ζάχαρης — η οποία καθορίζει την απόδοση της εισφοράς — και της αναμενόμενης παραγωγής — η οποία καθορίζει τους αναγκαίους για την ενίσχυση πόρους. Εν προκειμένω μπορεί να γίνουν σφάλματα-είναι δυνατό, παραδείγματος χάρη, το Ταμείο να εμφανίσει έλλειμμα επειδή η κατανάλωση ζάχαρης δεν απέφερέ τα αναγκαία κονδύλια για την ενίσχυση. Κατά τη γνώμη τους σε αντίθεση με τα προηγούμενα έτη, αυτό ακριβώς συνέβη κατά τη λήξη της περιόδου εμπορίας 1975-1976. Ωστόσο, υπό τις προϋποθέσεις αυτές, πάντοτε κατά την ιταλική κυβέρνηση και την ιταλική βιομηχανία ζάχαρης, ήταν επόμενο να επιχειρηθεί εκ των υστέρων επανόρθωση μέσω της έκτακτης προσαυξήσεως επί της τιμής. Κρίθηκε λοιπόν προσφορότερο να μην επιδιωχθεί συμψηφισμός με την επιβολή υψηλότερης προσαυξήσεως κατά την επόμενη περίοδο εμπορίας, πράγμα που συνεπάγεται σημαντική καθυστέρηση, αλλά να φορολογηθούν τα υφιστάμενα κατά τη λήξη της περιόδου εμπορίας αποθέματα τα οποία επρόκειτο, διά της επιβολής προσαυξήσεως επί της τιμής, να χρησιμοποιηθούν για τη χρηματοδότηση της ενίσχυσης και τα οποία διαφορετικά θα απέφεραν στους κατόχους τους αδικαιολόγητα κέρδη. Επομένως, κατά τη γνώμη τους, δεν πρόκειται καθόλου για μέτρο που αφορά την οργάνωση της αγοράς αλλ' απλώς για μέτρο εξισώσεως των τιμών. Υποστηρίζουν ιδίως ότι το επίμαχο μέτρο επιδιώκει διαφορετικό σκοπό από εκείνο των μέτρων που αναφέρονται στο άρθρο 33 του κανονισμού 3330/74. Κατά τους όρους της διατάξεως αυτής επιδιώκεται πράγματι η αποφυγή διαταραχών στο μέλλον κατά συνέπεια, τα πρόσφορα για το σκοπό αυτό μέτρα πρέπει να θεσπίζονται ή να εξαγγέλλονται κατά τον ενδεικνυόμενο χρόνο ώστε να αποθαρρύνεται η δημιουργία υπερβολικών αποθεμάτων. Αντιθέτως, η έκτακτη προσαύξηση επί της τιμής ορίστηκε μετά τη λήξη της περιόδου εμπορίας.
Η Επιτροπή υπήρξε επ' αυτού κάπως αμφιρρεπής στις προτάσεις της — αυτή πάντως την εντύπωση έδιδαν όσα ανέφερε για την έννοια του άρθρου 33 του κανονισμού 3330/74 και για τη διαπίστωση ότι η έκτακτη προσαύξηση επί της τιμής δεν κάλυπτε ολόκληρη την αύξηση της τιμής της ζάχαρης στην Ιταλία. Αντιθέτως, έλαβε πολύ σαφή θέση επί των ερωτημάτων που της υπέβαλε το Δικαστήριο, ιδίως κατά την προφορική διαδικασία. Έκτοτε υποστηρίζει σταθερά την άποψη ότι το μέτρο που θεσπίστηκε δεν εμπίπτει στην αρμοδιότητα των κρατών μελών, ότι αντιθέτως επιβάλλεται να υπάρξουν πρωτοβουλίες επί κοινοτικού πεδίου και ότι, κατά συνέπεια, στην περίπτωση αυτή θα πρέπει να παρέμβουν η Επιτροπή και η Επιτροπή Διαχείρισης κατά τη διαδικασία που προβλέπει η κοινή οργάνωση αγοράς στον τομέα της ζάχαρης (άρθρο 35 και επ. του κανονισμού 3330/74).
Συμμερίζομαι τη γνώμη της Επιτροπής, αφού προηγουμένως στάθμισα τα υπέρ και τα κατά.
Ένα πρώτο σημαντικό επιχείρημα προκύπτει εν προκειμένω από την απόφαση που εκδόθηκε στην υπόθεση 23/75 (REY SODA κατά CASSA CONGUAGLIO ZUCCHERO, απόφαση της 30ής Οκτωβρίου 1975, Slg. σ. 1279). Η ομοιότητα μεταξύ της έκτακτης προσαυξήσεως επί της τιμής και του τότε επίδικου μέτρου είναι εκπληκτική. Αντικείμενο της δίκης ήταν και τότε η αύξηση της τιμής της ιταλικής ζάχαρης ύστερα από τον καθορισμό νέας ισοτιμίας της ιταλικής λιρέτας. Το επίμαχο μέτρο είχε σκοπό να επιτύχει εξίσωση των τιμών να καλύψει, δηλαδή τη διαφορά τιμής στην οποία προσέβλεπαν οι κάτοχοι αποθεμάτων ζάχαρης. Θα επέτρεπε ακόμη την παροχή πρόσθετης ενισχύσεως στους παραγωγούς τεύτλων. Πέραν αυτού καθιερώνονταν παρεκκλίσεις υπέρ ορισμένων επιχειρήσεων μεταποιήσεως της ζάχαρης όσον αφορά τα αποθέματα που προορίζονταν για άμεση μεταποίηση. Ωστόσο, είναι σημαντικό ότι η προαναφερθείσα υπόθεση είχε ως αντικείμενο μέτρο που θεσπίστηκε από την Κοινότητα. Αξίζει εξάλλου να επισημανθεί ότι επικρίθηκε το γεγονός ότι αφέθηκε στις εθνικές αρχές να καθορίσουν ορισμένους βασικούς κανόνες ουσίας. Δεδομένου ότι το τότε επίμαχο άρθρο 37 του κανονισμού 1009/67 αντιστοιχεί στο άρθρο 33 του κανονισμού 3330/74, συνάγεται ότι τα κράτη μέλη δεν είναι εξουσιοδοτημένα να ενεργούν υπό παρόμοιες περιστάσεις και ότι τα κοινοτικά όργανα οφείλουν να παρέμβουν για να καθορίσουν τους βασικούς κανόνες ουσίας.
Όσον αφορά το προαναφερθέν άρθρο 33 κατά το οποίο:
«Οι διατάξεις που είναι αναγκαίες για να αποφευχθεί η διαταραχή της αγοράς της ζάχαρης, μετά από μία αναπροσαρμογή του επιπέδου των τιμών κατά τη μετάβαση από τη μία ζαχαρική περίοδο στην άλλη, δύνανται να θεσπίζονται κατά τη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 36»,
είναι κατά πάσα πιθανότητα ακριβές ότι κύριος σκοπός του είναι η αποφυγή διαταραχών που θίγουν τον εφοδιασμό της αγοράς. Από την άποψη αυτή, είναι αναμφιβόλως αναγκαίο να θεσπιστούν στον κατάλληλο χρόνο τα πρόσφορα μέτρα ώστε να αποθαρρύνεται η δημιουργία υπερβολικών αποθεμάτων από τους κατόχους αποθεμάτων ζάχαρης. Φρονώ ωστόσο ότι δεν έγκειται αποκλειστικά σε αυτό το νόημα του άρθρου 33 του κανονισμού 3330/74. Διαταραχές μπορούν να εκδηλωθούν και με άλλο τρόπο, παραδείγματος χάρη όσον αφορά τη διάρθρωση των τιμών η οποία μπορεί να απειληθεί από αποθέματα ζάχαρης της προηγουμένης περιόδου εμπορίας με λιγότερο υψηλή τιμή κόστους. Υπό το πρίσμα αυτό είναι ακριβές ότι το άρθρο 33 μπορεί άριστα να εφαρμοστεί και μετά την έναρξη της ζαχαρικής περιόδου. Όπως ορθά τόνισε η Επιτροπή, επιβάλλεται όχι συσταλτική αλλ' αντιθέτως διασταλτική ερμηνεία του άρθρου 33. Αλλωστε αυτό ακριβώς υποδεικνύουν όχι μόνον οι αιτιολογικές σκέψεις του κανονισμού 3330/74, όταν επικαλούνται γενικώς την ανάγκη μεταβατικών μέτρων κατά τη μετάβαση από τη μία ζαχαρική περίοδο στην άλλη, αλλ' επίσης το γεγονός ότι η απόφαση που εκδόθηκε στην υπόθεση 23/75 σχετικά με την αντίστοιχη διάταξη του κανονισμού 1009/67 τονίζει ότι δυνάμει αυτής της διατάξεως η Επιτροπή διαθέτει ευρεία αρμοδιότητα, τα όρια της οποίας πρέπει να καθορίζονται βάσει των ουσιωδών σκοπών της κοινής οργανώσεως αγοράς και λιγότερο βάσει του γράμματος της εξουσιοδοτήσεως. Επομένως, η ακριβής έννοια του άρθρου 33 του κανονισμού 3330/74 είναι ότι, όταν οι αναπροσαρμογές του επιπέδου των τιμών δημιουργούν προβλήματα κατά τη μετάβαση από τη μία ζαχαρική περίοδο στην άλλη, οι αναγκαίες λύσεις πρέπει πάντοτε να αναζητούνται στο κοινοτικό πεδίο.
Πέραν αυτού, δεν πρέπει να λησμονείται ότι η αναπροσαρμογή του επιπέδου των ιταλικών τιμών κατά την έναρξη της περιόδου εμπορίας 1976-1977 οφειλόταν στην αναπροσαρμογή της ισοτιμίας της λιρέτας που αποφασίστηκε από το Συμβούλιο υπουργών. Βεβαίως δεν θα μπορούσε να γίνει δεκτή η μερική κατάργηση του αποτελέσματος τέτοιων μέτρων από καθαρά εθνικές ρυθμίσεις. Στην αντίθετη περίπτωση, θα γινόταν δεκτή μια άνιση ανάπτυξη της κοινής αγοράς. Επιπλέον, το γεγονός ότι τέτοια εθνικά μέτρα αποτελούν επέμβαση στη διάρθρωση των οργανώσεων αγοράς των οποίων το βάρος φέρει η Κοινότητα καταφαίνεται σαφώς όταν αναλογιστεί κανείς το δεσμό που υπάρχει με το σύστημα των εξισωτικών ποσών που εφαρμόζεται στις εισαγωγές από άλλα κράτη μέλη και ρυθμίζεται από την Κοινότητα. Τέλος — και αυτό συνηγορεί επίσης υπέρ της κοινοτικής αρμοδιότητας — πρέπει να επισημανθεί ότι κατά τη θέσπιση τέτοιων μέτρων τα όργανα της Κοινότητας είναι αρμόδια να αποφασίζουν για τη χρησιμοποίηση των κονδυλίων τους στο πλαίσιο της κοινής αγροτικής πολιτικής και να προβλέπουν, παραδείγματος χάρη — υπενθυμίζω εκ νέου την υπόθεση 23/75 —, τη χορήγηση πρόσθετης ενισχύσεως στους αγρότες παραγωγούς.
Κατά συνέπεια και λαμβάνοντας υπόψη τη θεμελιώδη αρχή του κοινοτικού γεωργικού δικαίου, κατά την οποία στο πλαίσιο των κοινών οργανώσεων αγοράς τα κράτη μέλη καθορίζουν μόνο τις λεπτομέρειες εφαρμογής χωρίς όμως να μπορούν να προσθέσουν κανένα καθοριστικό στοιχείο, πρέπει να συναχθεί το συμπέρασμα ότι η θέσπιση έκτακτης προσαυξήσεως επί της τιμής, κατά τη μετάβαση από τη μία ζαχαρική περίοδο στην άλλη, ως μέτρο που συνδέεται στενά με την οργάνωση αγοράς, κείται εκτός του πεδίου αρμοδιότητας των κρατών μελών. Εδώ δεν είναι πλέον δυνατή οιαδήποτε μονομερής ενέργεια· εάν πρόκειται να σχηματιστεί η πεποίθηση ότι τα μεταβατικά μέτρα είναι αναγκαία για την αποφυγή αδικιών, υπάρχει μόνον η δυνατότητα αναλήψεως πρωτοβουλιών στο κοινοτικό πεδίο και αναζητήσεως λύσεως κατά τη διαδικασία που προβλέπει το κοινοτικό δίκαιο.
γ)
Βάσει των διδαγμάτων που συνάγονται από τη δεύτερη ομάδα ερωτημάτων στην υπόθεση 77/76, έχω τη γνώμη ότι περιττεύει η εξέταση του άρθρου 95 της Συνθήκης ΕΟΚ και υπό το πρίσμα αυτό. Επίσης έχω τη γνώμη ότι δεν χρειάζεται να προστεθούν άλλες παρατηρήσεις ως προς την απαγόρευση διακρίσεως, ούτε ως προς το γεγονός ότι προσδόθηκε άμεσο αποτέλεσμα στην έκτακτη προσαύξηση επί της τιμής, πράγμα που οδήγησε την ενάγουσα στην κύρια δίκη να επικαλεστεί παράβαση της αρχής που απαγορεύει την αναδρομική ισχύ.
Για την πληρότητα αυτής της εξέτασης και προκειμένου να παρασχεθεί στο εθνικό δικαστήριο η δυνατότητα συναγωγής συμπερασμάτων από τις σκέψεις που προηγούνται, πρέπει ίσως να προστεθεί ότι το εθνικό δικαστήριο μπορεί αναμφιβόλως να χρησιμοποιήσει τις παραπάνω σκέψεις στο πλαίσιο της διαδικασίας στην κύρια δίκη. Με άλλα λόγια, ο ιδιώτης μπορεί να επικαλεστεί την έλλειψη νομιμότητας εθνικού μέτρου που προκύπτει από διατάξεις κοινοτικού κανονισμού που εφαρμόζονται απ' ευθείας. Ανάλογα με τα πραγματικά περιστατικά και τις διατάξεις του εθνικού δικαίου, το εθνικό δικαστήριο μπορεί να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η επίδικη εισφορά δεν πρέπει να καταβληθεί ή ότι πρέπει να επιστραφεί εάν ήδη καταβλήθηκε. Εν προκειμένω, οι παρατηρήσεις που διατυπώθηκαν επ' ευκαιρία του πρώτου ερωτήματος ισχύουν και εδώ.
6.
Κατά συνέπεια, στο σύνολο των ζητημάτων που τέθηκαν στις υποθέσεις 77/76 και 105/76 πρέπει να δοθούν οι ακόλουθες απαντήσεις:
α)
Εθνική εισφορά που καταλαμβάνει με τα ίδια κριτήρια τόσο τα εγχώρια όσο και τα εισαγόμενα προϊόντα μπορεί να θεωρηθεί ως φορολογική επιβάρυνση ισοδύναμου αποτελέσματος προς δασμό μόνο όταν διατίθεται αποκλειστικά για τη χρηματοδότηση δραστηριοτήτων που ωφελούν ειδικά το πληττόμενο εγχώριο προϊόν, όταν υπάρχει ταύτιση μεταξύ του φορολογούμενου προϊόντος και του εγχώριου το οποίο ωφελείται και όταν η επιβάρυνση που πλήττει το εγχώριο προϊόν συμψηφίζεται εξ ολοκλήρου από την ωφέλεια που του παρέχεται. Αλλωστε, ακόμη και όταν το αποτέλεσμα του ευεργετήματος καλύπτεται από τις διατάξεις του κοινοτικού δικαίου ως προς τις ενισχύσεις, τέτοιου είδους εισφορές πρέπει να κρίνονται βάσει του άρθρου 95 της Συνθήκης ΕΟΚ που έχει και αυτό άμεσο αποτέλεσμα και γεννά υπέρ των ιδιωτών δικαιώματα τα οποία οφείλουν να διαφυλάσσουν τα εθνικά δικαστήρια. Σε περίπτωση εφαρμογής του άρθρου 95, το εθνικό δικαστήριο είναι εν προκειμένω αρμόδιο να καθορίσει εάν η εισφορά δεν μπορεί να επιβληθεί στο σύνολό της ή μόνο κατά το μέρος που πλήττει βαρύτερα το εισαγόμενο προϊόν ή εάν πρέπει ενδεχομένως να επιστραφεί.
β)
Σε περίπτωση αναπροσαρμογής του επιπέδου των κοινοτικών τιμών, όπως αυτές έχουν εκφραστεί σε εθνικό νόμισμα, οι διατάξεις που είναι αναγκαίες για να αποφευχθούν διαταραχές της αγοράς και για να επιτευχθεί εξίσωση των τιμών, συμφώνως προς τις διατάξεις του άρθρου 33 του κανονισμού 3330/74, κατά τη μετάβαση από τη μία ζαχαρική περίοδο στην άλλη, μπορούν να θεσπιστούν μόνο από την Επιτροπή, κατά τη διαδικασία που προβλέπει ο προαναφερθείς κανονισμός. Οι ιδιώτες μπορούν να επικαλεστούν τις προαναφερθείσες διατάξεις ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων προκειμένου να υποστηρίξουν ότι δεν οφείλονται τα εξισωτικά ποσά που προβλέπονται από καθαρά εθνικά μέτρα και που θεσπίστηκαν κατά παράβαση των εν λόγω διατάξεων.
( *1 ) Γλώσσα τσυ πρωτοτύπου: η γερμανική.
Full & Egal Universal Law Academy