ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
HENRI MAYRAS
της 8ης Ιουνίου 1977 ( *1 )
Κύριε Πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
Η υπό κρίση προσφυγή κατά παραβάσεως που άσκησε η Επιτροπή κατά του Βασιλείου των Κάτω Χωρών οφείλεται σε «σοβαρές αμφιβολίες» που διατύπωσαν οι ολλανδικοί επαγγελματικοί κύκλοι ως προς τον υποχρεωτικό χαρακτήρα, κατά την έννοια του κοινοτικού δικαίου, των τελών που εισπράττονται για τον φυτοϋγειονομικό έλεγχο των φυτών και ορισμένων προϊόντων φυτικής προελεύσεως, προοριζόμενων ιδίως για φύτευση ή για πολλαπλασιασμό, τα οποία εξάγονται από τις Κάτω Χώρες προς άλλα κράτη μέλη και, δευτερευόντως, προς τρίτες χώρες.
Σε πολλές περιπτώσεις αξιώθηκε η επιστροφή των ποσών που είχαν εισπραχτεί κατ' αυτόν τον τρόπο κατά τη διάρκεια των τελευταίων ετών μερικές φορές σημειώθηκε επίσης άρνηση κάθε περαιτέρω καταβολής.
Δεδομένης της σημασίας των ποσών που τίθενται κατ' αυτόν τον τρόπο υπό αμφισβήτηση και για να τερματιστεί η τωρινή νομική αβεβαιότητα, η ολλανδική Κυβέρνηση ζήτησε από την Επιτροπή, υπό μορφή επείγοντος, να συνεχίσει χωρίς καθυστέρηση τη διαδικασία που κίνησε κατ' αυτής στις 15 Φεβρουαρίου 1971 βάσει του άρθρου 169. Αν αποδειχτεί ότι η είσπραξη των τελών αυτών είναι πράγματι ασυμβίβαστη προς τα άρθρα 12 και 16 της Συνθήκης, τα τέλη αυτά καταβλήθηκαν αχρεωστήτως μόνον από 1ης Ιανουαρίου 1962 ή, το αργότερο, από της ενάρξεως της ισχύος των κανονισμών περί κοινής οργανώσεως αγορών εκείνων από τα εν λόγω προϊόντα που καλύπτονται από τους κανονισμούς αυτούς.
Τα επίδικα τέλη εισπράττονται για ελέγχους που διενεργούνται σε εκτέλεση της διεθνούς Συμβάσεως για την προστασία των φυτών, που συνάφθηκε υπό την αιγίδα των Ηνωμένων Εθνών, στη Ρώμη, στις 6 Δεκεμβρίου 1951.
Το προοίμιο της Συμβάσεως αυτής αναφέρεται «στη χρησιμότητα μιας διεθνούς συνεργασίας για την καταπολέμηση των ασθενειών και μικροοργανισμών που προσβάλλουν τα φυτά και προϊόντα φυτικής προελεύσεως, ειδικότερα δε για την πρόληψη και διάδοση αυτών των ασθενειών και μικροοργανισμών πέραν των εθνικών συνόρων».
Δυνάμει του άρθρου I, παράγραφος 2 της Συμβάσεως αυτής, «κάθε συμβαλλόμενο κράτος οφείλει να επαγρυπνά, στο έδαφός του, για την εφαρμογή των μέτρων που επιτάσσει η παρούσα Σύμβαση».
Το άρθρο IV ορίζει ότι κάθε συμβαλλόμενο κράτος οφείλει να θεσπίσει τις αναγκαίες διατάξεις για τη δημιουργία μιας επίσημης οργανώσεως προστασίας των φυτών, επιφορτισμένης κυρίως με:
1)
τον έλεγχο των μη αποκομμένων φυτών
2)
τον έλεγχο της αποστολής φυτών και προϊόντων φυτικής προελεύσεως που αποτελούν αντικείμενο διεθνών συναλλαγών.
Προς τούτο, κάθε συμβαλλόμενο κράτος (άρθρο V) υποχρεούται να θεσπίσει τις αναγκαίες διατάξεις για την έκδοση πιστοποιητικών φυτοϋγειονομικού ελέγχου, τα οποία πρέπει να συμφωνούν τόσο προς την κανονιστική ρύθμιση για την προστασία των φυτών η οποία ισχύει στα άλλα συμβαλλόμενα κράτη όσο και προς τις επιταγές της Συμβάσεως.
«Ο έλεγχος των φυτών και η έκδοση των πιστοποιητικών διενεργούνται μόνο από υπαλλήλους που έχουν τα τεχνικά προσόντα και έχουν δεόντως εξουσιοδοτηθεί, ή υπό την εποπτεία τους, διαθέτοντες τα στοιχεία που είναι ίκανά να επιτρέψουν στις αρχές των χωρών εισαγωγής να δεχτούν τα εν λόγω πιστοποιητικά ως αξιόπιστα έγγραφα.»
Τα πιστοποιητικά που αφορούν φυτά προοριζόμενα προς φύτευση ή πολλαπλασιασμό, καθώς και άλλα φυτά και προϊόντα φυτικής προελεύσεως, πρέπει να καταρτίζονται σύμφωνα με το πρότυπο που υπάρχει σε παράρτημα της Συμβάσεως. Διαλαμβάνουν ιδίως ότι «η αποστολή θεωρείται σύμφωνη με τις φυτοϋγειονομικές κανονιστικές ρυθμίσεις που ισχύουν στη χώρα εισαγωγής, καθώς επίσης διευκρινίζεται στην πρόσθετη ενταύθα δήλωση ή άλλως». Τα πιστοποιητικά αυτά συνοδεύουν τις αποστολές που εισάγονται στο έδαφος κάθε συμβαλλομένου κράτους.
Σύμφωνα με το άρθρο VI, «κάθε συμβαλλόμενο κράτος έχει κάθε εξουσία να ρυθμίζει κανονιστικώς την εισαγωγή φυτών και προϊόντων φυτικής προελεύσεως, προκειμένου να εμποδίζει την είσοδο ασθενειών και μικροοργανισμών που προκαλούν επιδημίες φυτών στο έδαφός του».
Οι Κάτω Χώρες τήρησαν τις υποχρεώσεις τους, εκδίδοντας το από 24 Σεπτεμβρίου 1951 Βασιλικό Διάταγμα, περί κανονιστικής ρυθμίσεως της φυτοϋγειονομικής υπηρεσίας.
Το άρθρο 3 του κανονισμού αυτού ορίζει ότι οι δραστηριότητες της υπηρεσίας αυτής συνίστανται στο:
«…
β)
να ελέγχει, κατόπιν αιτήσεως ή αυτεπαγγέλτως, το έδαφος, τα φυτά, … σχετικά με την ύπαρξη επιβλαβών οργανισμών και να εκδίδει πιστοποιητικά βεβαιώνοντα ότι από τους ελέγχους αυτούς δεν αποκαλύφθηκαν επιβλαβείς οργανισμοί·
γ)
να ελέγχει, κατόπιν αιτήσεως ή αυτεπαγγέλτως, τις αποστολές φυτών που προορίζονται για εξαγωγή σχετικά με την ύπαρξη επιβλαβών οργανισμών και, κατόπιν εξετάσεως, να εκδίδει πιστοποιητικά βεβαιώνοντα ότι, από όσα γνωρίζει ο επιφορτισμένος με τον έλεγχο υπάλληλος, η εν λόγω αποστολή πληροί τις απαιτήσεις που καθορίζει η χώρα προορισμού.»
Κατά το άρθρο 7, οι έλεγχοι του άρθρου 3, β) και γ), κατά το μέτρο που διενεργούνται κατόπιν αιτήσεως των ενδιαφερομένων, συνεπάγονται την είσπραξη τέλους, σύμφωνα με τιμολόγιο που καθορίζει ο Υπουργός Γεωργίας.
Ο τύπος του φυτοϋγειονομικού πιστοποιητικού που χρησιμοποιείται στις Κάτω Χώρες βασίζεται κατ' ουσία στον τύπο πιστοποιητικού που είναι προσαρτημένος στη Σύμβαση.
Κατ' εφαρμογή του προαναφερθέντος άρθρου 7, το τιμολόγιο της φυτοϋγειονομικής υπηρεσίας καθορίστηκε με υπουργική απόφαση της 23ης Ιουνίου 1967, όπως τροποποιήθηκε τελευταία στις 27 Ιουνίου 1975. Το προοίμιο της πράξεως αυτής αναφέρεται επίσης στο άρθρο 9 της αποφάσεως του 1947 περί του ελέγχου των εξαγωγών δενδροκομικών προϊόντων (φυτωρίων), στο άρθρο 7 της αποφάσεως του 1951 περί του ελέγχου των εξαγωγών βολβών και κονδύλων φυτών και στο άρθρο 7 της αποφάσεως του 1974 περί του ελέγχου εξαγωγών πατάτας. Οι αποφάσεις αυτές απαγορεύουν την εξαγωγή των εν λόγω προϊόντων τα οποία, σύμφωνα με τα αποτελέσματα ελέγχου που διενεργήθηκε από τη φυτοϋγειονομική υπηρεσία, δεν πληρούν τις απαιτούμενες προδιαγραφές.
Με πάρα πολλές αποφάσεις του το Δικαστήριο έχει αναπτύξει και διευκρινίσει τις αρχές που διέπουν, σε σχέση προς τη Συνθήκη και την κοινοτική κανονιστική ρύθμιση, τα κτηνιατρικά, υγειονομικά και φυτο-ϋγειονομικά τέλη, τόσο κατά την εισαγωγή όσο και κατά την εξαγωγή, ασχέτως προελεύσεως ή προορισμού από και προς κράτη μέλη ή τρίτες χώρες.
Ειδικότερα, το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία να τροποποιήσει τη νομολογία αυτή με την προδικαστική απόφαση της 25ης Ιανουαρίου 1977, στην υπόθεση BAUHUIS, που εκδόθηκε κατά το χρόνο που ήταν ήδη εκκρεμής η παρούσα υπόθεση και το υπόμνημα αντικρούσεως της ολλανδικής Κυβερνήσεως δεν είχε ακόμα κατατεθεί.
Εξάλλου, η τελευταία είχε ήδη εκδηλώσει το ενδιαφέρον της για το ερώτημα αυτό με την υποβολή παρατηρήσεων στην υπόθεση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως CADSKY, στην οποία εκδόθηκε η από 26 Φεβρουαρίου 1975 απόφαση (REC. σ. 281), τις οποίες επαναλαμβάνει και διευρύνει στην παρούσα υπόθεση.
I —
Μέχρι σήμερα, το Δικαστήριο, για να αναγνωρίσει ότι ένα τέλος σαν το επίδικο στην παρούσα υπόθεση έχει το χαρακτήρα επιβαρύνσεως ισοδυνάμου προς δασμό αποτελέσματος, έχει πάντοτε θέσει ως προϋπόθεση ότι το τέλος αυτό πρέπει να είναι υποχρεωτικό.
Τώρα, η ολλανδική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι το εν λόγω τέλος δεν οφείλεται παρά λόγω του ελέγχου ο οποίος είναι εκούσιος και δεν συνδέεται νομικά με τη διέλευση των ολλανδικών συνόρων.
Αλλά, όπως το αναγνωρίζει η εν λόγω Κυβέρνηση, αν ο εξαγωγέας επιθυμεί να δει την αποστολή του να φθάνει με εύλογη ευχέρεια στον προορισμό της, οφείλει στην πράξη να ζητεί με αίτηση και να λαμβάνει εθνικό πιστοποιητικό φυτοϋγειονομικού ελέγχου, καθόσον το αποστελλόμενο προϊόν θα μπορέσει να διέλθει από τα σύνορα στο κράτος εισαγωγής μόνο αν πληρωθεί ο ειδικός αυτός όρος.
Μολονότι αληθεύει ότι ο έλεγχος διενεργείται μόνο κατόπιν αιτήσεως του εξαγωγέα και ότι το τέλος οφείλεται έστω και για φορτίο που ελέγχεται κατόπιν αιτήσεως, πλην όμως δεν εξήχθη συνεπεία απροβλέπτων περιστάσεων, και, τέλος, δεν προβλέπεται ρητώς — όπως προβλεπόταν στην υπόθεση CADSKY — ότι το εμπόρευμα πρέπει, κατά την έξοδό του από το κράτος εξαγωγής, να συνοδεύεται με πιστοποιητικό ελέγχου, η απαγόρευση εισαγωγής η οποία, βεβαίως, αποτελεί εμπόδιο στην είσοδο του εμπορεύματος στο κράτος προορισμού ισοδυναμεί με πραγματική ανάγκη συνοδείας της αποστολής με ένα τέτοιο πιστοποιητικό. Πράγματι, η εισαγωγή δεν θα επιτραπεί αν δεν συνοδεύεται με πιστοποιητικό που να βεβαιώνει ότι για τα εν λόγω προϊόντα «έχει πράγματι διαπιστωθεί ότι είναι απαλλαγμένα επιβλαβών οργανισμών και επικίνδυνων για τις καλλιέργειες ασθενειών».
Η ίδια η ολλανδική Κυβέρνηση αναγνώρισε αυτό σιωπηρώς με την από 28 Ιουνίου 1976 επιστολή της, στην οποία γράφει τα εξής : «εξάλλου, μικρή σημασία έχει ως προς το θέμα αυτό το ότι η εθνική νομοθεσία επιβάλλει τη διενέργεια φυτοϋγειονομικού ελέγχου κατά την εξαγωγή ή ότι ο έλεγχος αυτός διενεργείται μόνο κατόπιν αιτήσεως του εξαγωγέα». «Πράγματι, εκείνο που έχει σημασία είναι κυρίως η παροχή των εγγυήσεων που επιβάλλει το κράτος προορισμού» (υπόμνημα απαντήσεως, παράγραφος 10). Το κράτος εισαγωγής είναι μόνο διατεθειμένο να διακόψει τον έλεγχο των εισαγωγών και να «εμποδίζει στο ελάχιστο δυνατό το διεθνές εμπόριο» υπό την προϋπόθεση ότι ο έλεγχος αυτός διενεργείται στο κράτος καταγωγής. Έτσι, ο έλεγχος καθίσταται, στην πράξη αν όχι κατά νόμο, υποχρεωτικός. Η ολλανδική Κυβέρνηση το δέχεται προσθέτοντας: «Πρέπει πάντως να γίνει δεκτό ότι η πραγματοποίηση μιας τέτοιας εισαγωγής σπανίως μόνο έχει έννοια.»«Το γεγονός ότι το σύστημα ελέγχου είναι απολύτως αναγκαίο, σε πολλλές περιπτώσεις αποτελεί προεχόντως μια αλήθεια για όσους ενδιαφέρονται σχετικά πιο πολύ, δηλαδή τους εξαγωγείς.»
Εξάλλου, το τέλος που εισπράττεται για τους φυτοϋγειονομικούς ελέγχους δεν θεσπίστηκε σε εκτέλεση μιας κοινοτικής πράξης και ο έλεγχος αυτός δεν διενεργείται κατά τρόπο ομοιόμορφο, καθόσον κάθε φορά γίνεται σύμφωνα με τις ειδικές απαιτήσεις του κράτους εισαγωγής. Δεν πληροί επομένως τις δύο αυτές προϋποθέσεις που τέθηκαν, μεταξύ άλλων, με την απόφαση BAUHUIS έτσι ώστε να είναι δυνατή η εξαίρεση μιας επιβαρύνσεως από την απαγόρευση των άρθρων 12 και 16 της Συνθήκης. Έστω και αν ο έλεγχος είχε οργανωθεί στις Κάτω Χώρες για να μπορέσει το κράτος αυτό να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις που είχε αναλάβει επί πολύ υψηλού διεθνούς επιπέδου, οι υποχρεώσεις που ανελήφθησαν στο εν λόγω επίπεδο δεν ισοδυναμούν με κοινοτικές υποχρεώσεις, εν πάση περιπτώσει στις αμοιβαίες σχέσεις μεταξύ των Κάτω Χωρών και των λοιπών κρατών μελών.
Ούτε είναι επίσης βέβαιο ότι οι συστηματικοί έλεγχοι κατά την εισαγωγή, η κατάργηση των οποίων αποτέλεσε το σκοπό της Συμβάσεως, έχουν εξαφανιστεί στα άλλα κράτη μέλη, έστω και αν η διατήρηση ενός τέτοιου ελέγχου μπορεί να προσβληθεί από πλευράς κοινοτικού δικαίου.
Οι κοινοτικές διατάξεις που είχαν θεσπιστεί στον τομέα της φυτοϋγειονομικής προστασίας κατά το χρόνο που η Επιτροπή προσέφυγε στο Δικαστήριο (τρεις οδηγίες του Συμβουλίου της 8ης Δεκεμβρίου 1969, περί καταπολεμήσεως του καρκίνου της πατάτας, της καταπολεμήσεως του χρυσο-νηματώδους σκώληκος και της καταπολεμήσεως της ψείρας του Αγίου Ιωσήφ, EE ειδ. εκδ. 03/0005, σ. 19, 21 και 23) υποχρεώνουν τα κράτη μέλη να λάβουν ορισμένα ελάχιστα μέτρα για την καταπολέμηση και πρόληψη της διασποράς των επιβλαβών αυτών οργανισμών στο έδαφός τους, αλλά δεν περιέχουν διατάξεις περί εισπράξεως τελών.
Η οδηγία του Συμβουλίου της 21ης Δεκεμβρίου 1976 (EE ειδ. εκδ. τομ. 03/017, σ. 3) περί των μέτρων προστασίας κατά της εισαγωγής στα κράτη μέλη οργανισμών επιβλαβών για τα φυτά ή τα φυτικά προϊόντα, που εκδόθηκε κατά τη διάρκεια της εκκρεμοδικίας, ορίζει (άρθρο 7, παράγραφος 2) ότι «τα κράτη μέλη ορίζουν ότι τα φυτά, τα φυτικά προϊόντα ή τα άλλα αντικείμενα, που απαριθμούνται στο παράρτημα V, δεν δύνανται να εισαχθούν σε άλλο κράτος μέλος παρά μόνο αν συνοδεύονται από το πιστοποιητικό φυτοϋγειονομικού ελέγχου που εκδίδεται σύμφωνα με την παράγραφο 1 (…)».
Η οδηγία αυτή, που επιβάλλει επομένως φυτοϋγειονομικό έλεγχο στο κράτος εξαγωγής, κατά το μέτρο που πρόκειται για προϊόντα προοριζόμενα να διατεθούν στο εμπόριο σε άλλα κράτη μέλη, δεν προβλέπει ούτε επιτρέπει την είσπραξη επιβαρύνσεων για ένα τέτοιο έλεγχο.
Με τις παρατηρήσεις της στην υπόθεση BAUHUIS, η Επιτροπή διευκρίνισε εξάλλου ότι, όταν το Συμβούλιο εξέτασε την πρότα-σή της για την έκδοση οδηγίας, ορισμένα κράτη μέλη προσπάθησαν να παρεμβάλουν στο προταθέν κείμενο διάταξη επιτρέπουσα ή επιβάλλουσα στα κράτη μέλη την είσπραξη τελών για τους ελέγχους κατά την εξαγωγή όσον αφορά το ενδοκοινοτικό εμπόριο, πλην όμως η Επιτροπή αντετέθη στις τροποποιήσεις αυτές, αυτός δε είναι ο λόγος για τον οποίο έμεινε σε εκκρεμότητα τόσο μακρύ χρόνο η πρότασή της.
Ομοίως, σχετικά με το ενδοκοινοτικό εμπόριο νωπών κρεάτων πουλερικών, η οδηγία του Συμβουλίου 71/118 (EE ειδ. έκδ. 03/006, σ. 116) δεν προβλέπει καμιά χρηματική υποχρέωση εις βάρος των εμπορευομένων για υγειονομικούς ελέγχους που επιβάλλει η οδηγία αυτή.
Στην καλύτερη περίπτωση, κατά την εισαγωγή ορισμένων προϊόντων (βοοειδή και χοιρινά και το κρέας αυτών) προελεύσεως τρίτων χωρών, το άρθρο 12, παράγραφος 8 της οδηγίας του Συμβουλίου 172/462 (EE ειδ. εκδ. 03/009, σ. 3) ορίζει ότι «όλα τα έξοδα που δημιουργούνται από την εφαρμογή του παρόντος άρθρου (…) επιβαρύνουν τον αποστολέα, τον παραλήπτη ή τον εντολοδόχο τους, άνευ κρατικής αποζημιώσεως».
Κατά συνέπεια, μολονότι οι έλεγχοι στο κράτος εξαγωγής επιβάλλονται επί του παρόντος από το κοινοτικό δίκαιο, δεν έπεται ότι η είσπραξη επιβαρύνσεων για τους εν λόγω ελέγχους έχει κατ' ανάγκη επιτραπεί. Ο καθορισμός διαφοροποιήσεως σχετικά με το κόστος δικαιολογείται ανάλογα με το αν πρόκειται για ενδοκοινοτικό εμπόριο ή για εμπόριο με τρίτες χώρες, ομοίως δε προϊόντα διατιθέμενα στο εμπόριο εντός του κράτους δεν υπόκεινται σε τέλη όταν αποτελούν αντικείμενο ελέγχου.
Απ' αυτό προκύπτει ότι κατά το χρόνο που επελήφθη της υποθέσεως στο Δικαστήριο η εν λόγω επιβάρυνση ήταν υποχρεωτική, η δε υποχρέωση αυτή δεν απέρρεε από καμιά κοινοτική διάταξη· αποτελούσε επομένως μια «χρηματική επιβάρυνση μονομερώς επιβληθείσα» κατά την έννοια της αποφάσεως του Δικαστηρίου στην υπόθεση Επιτροπή κατά Ιταλικής Δημοκρατίας της 1ης Ιουλίου 1969 (REC. σ. 193).
II —
Δεν αμφισβητείται ότι η εν λόγω επιβάρυνση δεν εμπίπτει σε ένα γενικό σύστημα εσωτερικής φορολογίας, που περιλαμβάνει συστηματικά και σύμφωνα με τα ίδια κριτήρια τα εγχώρια και τα εξαγόμενα προϊόντα· πλήττει αποκλειστικά τα εμπορεύματα που υποβάλλονται σε έλεγχο προκειμένου να διέλθουν τα σύνορα του κράτους εισαγωγής.
Ακόμη και αν, αυστηρώς ειπείν, ο έλεγχος δεν έχει διενεργηθεί, για πρακτικούς προφανώς λόγους, στα ολλανδικά σύνορα και έστω και αν, στη θεωρία, τα εμπορεύματα μπορούν να διασχίσουν τα εν λόγω σύνορα χωρίς να συνοδεύονται από πιστοποιητικό, ο έλεγχος πρέπει να διενεργηθεί προτού διέλθουν τα σύνορα αυτά και η επιβάρυνση οφείλεται, εν πάση περιπτώσει, στις Κάτω Χώρες, ενώ δεν υπάρχει καμιά αντίστοιχη ρύθμιση για τα φυτικά προϊόντα που διατίθενται στο εμπόριο εντός της χώρας.
Το τέλος που εισπράττεται για την έκδοση του πιστοποιητικού φυτοϋγειονομικού ελέγχου αποτελεί επομένως κατ' αρχήν «επιβάρυνση ισοδυνάμου προς δασμό αποτελέσματος», υπό την επιφύλαξη του ερωτήματος αν αποτελεί επίσης μέτρο ισοδυνάμου προς ποσοτικό περιορισμό αποτελέσματος.
III —
Απομένει να εξεταστεί αν το εν λόγω τέλος, καίτοι αποτελεί «επιβάρυνση ισοδυνάμου αποτελέσματος», πρέπει επίσης να θεωρηθεί ως συμβιβαζόμενο με τα άρθρα 12 και 16 της Συνθήκης, λόγω του χαρακτήρα του ως ανταποδόσεως μιας «πράγματι παρασχεθείσας υπηρεσίας» στον εξαγωγέα κατά την έννοια της αποφάσεως BAUHUIS, κατόπιν π.χ. μιας «πράξεως ταριχεύσεως» ή «απολυμάνσεως ή θεραπείας απολυμάν-σεως».
Πριν από την απόφαση αυτή, το Δικαστήριο είχε κρίνει ότι το γεγονός ότι μια επιβάρυνση καλύπτει μόνο τα πραγματικά έξοδα του ελέγχου χωρίς να τα υπερβαίνει και ότι δεν επιρρίπτεται στον εισαγωγέα στερούνταν σημασίας για το χαρακτηρισμό της, υπό την προϋπόθεση ότι πληρούνταν όλα τα άλλα κριτήρια της επιβαρύνσεως ισοδυνάμου αποτελέσματος (απόφαση της 11ης Οκτωβρίου 1973, υπόθεση REWE, REC. σ. 1039· απόφαση της 5ης Φεβρουαρίου 1976, υπόθεση BRESCIANI, REC. σ. 129). Στην απόφαση της 26ης Φεβρουαρίου 1975, υπόθεση GADSKY, το Δικαστήριο έκρινε επίσης (σκέψη 8) ότι «το κατ' αυτόν τον τρόπο παρεχόμενο στα εθνικά προϊόντα πλεονέκτημα αφορά το γενικό συμφέρον όλων των εξαγωγέων, οπότε το προσωπικό συμφέρον καθ' ενός απ' αυτούς είναι στο σημείο αυτό τόσο αβέβαιο, ώστε μια επιβάρυνση που εισπράττεται για τον έλεγχο αυτό να μη μπορεί να θεωρηθεί ως αντιπαροχή συγκεκριμένου πλεονεκτήματος που απονέμεται πράγματι και ατομικώς».
Εντούτοις, στη σκέψη 6 της ίδιας απόφασης διευκρινίζεται ότι «δεν αποκλείεται, σε ορισμένες περιπτώσεις, μια συγκεκριμένη υπηρεσία, πράγματι παρεχόμενη, να είναι δυνατό να αποτελέσει αντικείμενο ενδεχόμενης αντιπαροχής ανάλογης προς την εν λόγω υπηρεσία (…) αυτό όμως μπορεί να συμβεί μόνο σε περιπτώσεις που δεν οδηγούν σε καταστρατήγηση των διατάξεων των άρθρων 9 και 16 της Συνθήκης».
Αξίζει πρώτον να σημειωθεί ότι το τέλος δεν θα μπορούσε ενδεχομένως να θεωρηθεί ως διαφεύγον την απαγόρευση των άρθρων 12 και 16 παρά αν αποδεικνυόταν ότι, σε όλες τις περιπτώσεις, ήταν βέβαιο ότι ο εισαγωγέας μπορούσε να επιρρίψει στον αλλοδαπό αποδέκτη το ποσό του τέλους. Αυτό όμως ουδόλως συντρέχει στην παρούσα περίπτωση.
Έστω και αν υποτεθεί ότι το τέλος συνίσταται στην αντιπαροχή μιας επίσημης υπηρεσίας με την οποία ο εξαγωγέας θα μπορούσε να «κερδίσει χρόνο και χρήμα», εισπράττεται επίσης χάριν του γενικού συμφέροντος των Κάτω Χωρών, που έχουν αναλάβει τις υποχρεώσεις που προβλέπει η Σύμβαση μόνο διότι τα φυτικά προϊόντα που εξάγονται από άλλα κράτη μέλη αποτελούν αντικείμενο φυτοϋγειονομικού ελέγχου πριν από την εξαγωγή τους.
Υπό τις περιστάσεις αυτές, η χρηματική αποτίμηση του πλεονεκτήματος που υποτίθεται ότι παρέχεται στον εξαγωγέα ποικίλλει ανάλογα με την κάθε εξαγωγή και για κάθε προϊόν προϋποθέτει γνώση της καταστάσεως της αγοράς και των όρων της συμβάσεως. Όπως ορθώς παρατήρησε ο γενικός εισαγγελέας REISCHL με τις παρατηρήσεις του στην υπόθεση BAUHUIS, σχετικά με τα ζώα, μπορεί να διερωτηθεί κανείς αν είναι ορθό και δίκαιο τα έξοδα μέτρων που αποβλέπουν στην πρόληψη ασθενειών και επομένως έχουν ληφθεί και προς το συμφέρον των παραγωγών πρέπει να επιβαρύνουν το εμπόριο και τελικώς επομένως τον καταναλωτή.
Στην πραγματικότητα, το τέλος αποτελεί την κατ' αποκοπή αντιπαροχή του ελέγχου που διενεργούν τα άλλα κράτη μέλη επί των προϊόντων που εξάγονται από τα κράτη αυτά προς τις Κάτω Χώρες.
Επομένως, δεν πρόκειται για ειδικό πλεονέκτημα προς τον εξαγωγέα, δυνάμενο να υπολογιστεί με ακρίβεια, και δεν υπερβαίνει το πραγματικό κόστος του ελέγχου για τον οποίο καταβάλλεται το τέλος.
Έστω και αν υποτεθεί ότι πρόκειται για υπηρεσία που πράγματι παρέχεται στον εξαγωγέα, είναι αδύνατο να διαπιστωθεί αν το ποσό του τέλους είναι ακριβώς ανάλογο προς την εν λόγω υπηρεσία και, το πιο σημαντικό, αν η αξία της υπηρεσίας δεν είναι κατώτερη από το ποσό του εισπραττόμενου τέλους.
Εξάλλου, η υποχρέωση διενέργειας φυτοϋγειονομικού ελέγχου πρέπει να επιβάλλεται και να εφαρμόζεται κατά τον ίδιο τρόπο σε όλα τα κράτη μέλη, οι δε λεπτομέρειες του ελέγχου αυτού πρέπει να είναι ομοιόμορφες. Αυτό δεν συνέβαινε ακριβώς υπό το κράτος της Συμβάσεως, καθόσον οι έλεγχοι διενεργούνταν στην αρχή σύμφωνα με τους φυτοΰγειονομικούς κανονισμούς των χωρών εισαγωγής.
Ακόμη και όταν όλα τα κράτη μέλη συμμορφωθούν προς τις διατάξεις της οδηγίας της 21ης Δεκεμβρίου 1976, πράγμα που μπορεί να γίνει σε δυο με τέσσερα χρόνια, οι έλεγχοι αυτοί δεν θα είναι εν πάση περιπτώσει οι ίδιοι με εκείνους που διενεργούνται επ' ευκαιρία της διαθέσεως στο εμπόριο και της μεταφοράς των ίδιων προϊόντων στο έδαφος του κράτους μέλους καταγωγής, έλεγχοι που δεν υφίστανται, ή τουλάχιστον στην ίδια έκταση, στις Κάτω Χώρες.
θα έπρεπε επίσης οι έλεγχοι που διενεργήθηκαν προηγουμένως από το κράτος εισαγωγής να αντικαθίστανται πράγματι από τους ελέγχους που διενεργούνται από το κράτος εξαγωγής (σκέψη 14 της αποφάσεως BAUHUIS)-σχετικά, δεν υφίσταται παρά «εύλογη» βεβαιότητα.
Όσον αφορά το επιχείρημα της Ολλανδικής Κυβερνήσεως ότι η εν λόγω κανονιστική ρύθμιση συμβάλλει στην ελευθέρωση του ενδοκοινοτικού εμπορίου, περιορίζομαι να απαντήσω ότι το εμπόριο αυτό θα διευκολυνόταν περισσότερο αν έλειπε κάθε χρηματική επιβάρυνση.
Ακόμη και αν η επίθεση μιας εθνικής σφραγίδας κατά την εξαγωγή — αν υποτεθεί ότι αυτό ήταν θεμιτό ελλείψει κοινοτικών κανόνων σχετικών με την ποιότητα των προϊόντων — μπορεί να προωθήσει την εξαγωγή των εγχώριων προϊόντων, το πλεονέκτημα αυτό δεν θεωρήθηκε με την απόφαση GADSKY ως υπηρεσία παρεχόμενη στον εξαγωγέα.
Η Ολλανδική Κυβέρνηση ισχυρίζεται τέλος ότι η κατάργηση κάθε εισφοράς των εμπορευομένων και η χρηματοδότηση μέσω κρατικών πόρων θα αποτελούσε στην πραγματικότητα συγκεκαλυμμένη ενίσχυση. Δεν αποκλείεται το γεγονός ότι το κόστος που συνεπάγονται οι έλεγχοι κατά την εξαγωγή να καλύπτεται άμεσα από το δημόσιο ταμείο παρά από τις εισπράξεις των παρα-δημοσιονομικών τελών μπορεί να προκαλέσει νοθεύσεις του ανταγωνισμού. Όμως, σε κάποια έκταση, οι «ενισχύσεις» που χορηγούνται κατ' αυτό τον τρόπο από τα κράτη μέλη αλληλοεξουδετερώνονται, αν κάθε κράτος μέλος αναλαμβάνει το κόστος παρόμοιων ελέγχων.
Αν παρ' όλ' αυτά υφίστανται νοθεύσεις του ανταγωνισμού, δεν είναι δυνατό να εξαλειφθούν με παρέκκλιση από την απαγόρευση των άρθρων 12 και 16, αλλά με εναρμόνιση του δικαίου. Όπως λέγει και η Επιτροπή, «εδώ είναι που οφείλει να επέμβει ο κοινοτικός νομοθέτης».
Πάντως, σύμφωνα με τη φύση των διατάξεων δυνάμει των οποίων εισπράττεται το τέλος, δυο περιπτώσεις μπορούν να διακριθούν:
—
είτε ότι ο έλεγχος επιβάλλεται μονομερώς από ένα κράτος μέλος βάσει του άρθρου 36, όπως, κατά τη γνώμη μου, συμβαίνει εν προκειμένω: στην περίπτωση αυτή το άρθρο 36 δεν δικαιολογεί την είσπραξη τελών για τα εμπορεύματα που υπόκεινται στον εν λόγω έλεγχο, τα οποία τέλη προορίζονται να καλύψουν τα έξοδα του ελέγχου: η είσπραξη αυτή δεν είναι αναπόφευκτα αναγκαία για την άσκηση της αρμοδιότητας που προβλέπει το άρθρο 36 (σκέψεις 13 και 14 της αποφάσεως BAUHUIS) -
—
είτε ο έλεγχος επιβάλλεται από κοινοτική διάταξη και είναι ομοιόμορφος, σκοπός που θα πραγματοποιηθεί όταν τα κράτη μέλη θα συμμορφωθούν με την οδηγία της 21ης Δεκεμβρίου 1976: στην περίπτωση αυτή, τα εισπραττόμενα για τον έλεγχο αυτό τέλη δεν αποτελούν επιβαρύνσεις ισοδυνάμου προς δασμούς αποτελέσματος κατά την εξαγωγή, υπό την προϋπόθεση ότι το ύψος τους δεν υπερβαίνει το πραγματικό κόστος του ελέγχου για τον οποίο εισπράττονται.
Όμως, το Δικαστήριο πρέπει να ασχοληθεί με την πρώτη από τις δύο αυτές περιπτώσεις: δεδομένου ότι είναι αβέβαιο αν το παρεχόμενο κατ' αυτόν τον τρόπο όφελος υφίσταται και μπορεί να μετρηθεί και λαμβανομένης υπόψη της ελλείψεως ομοιομορφίας των ελέγχων, θα έπρεπε να επικρατεί η αρχή της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων, τη σπουδαιότητα της οποίας έχει πάντοτε υπογραμμίσει μέχρι σήμερα το Δικαστήριο.
Επομένως, καταλήγω στο συμπέρασμα ότι, ανεξαρτήτως του ύψους τους, οι χρηματικές επιβαρύνσεις τις οποίες συνεπάγεται στις Κάτω Χώρες, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 1 της αποφάσεως του Υπουργού Γεωργίας και Αλιείας της 23ης Ιουνίου 1967, ο φυτοϋγειονομικός έλεγχος αποστολών φυτών και φυτικών προϊόντων προοριζομένων μόνο σε άλλα κράτη μέλη πρέπει να θεωρηθούν ως επιβαρύνσεις ισοδυνάμου προς δασμούς αποτελέσματος.
Προτείνω εξάλλου να καταδικαστεί το Βασίλειο των Κάτω Χωρών στα δικαστικά έξοδα.
( *1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γαλλική.
Full & Egal Universal Law Academy