ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ TOY ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
GERHARD REISCHL
της 24ης Μαΐου 1977 ( *1 )
Κύριε Πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
Στις 6 Νοεμβρίου 1971, η προσφεύγουσα της κύριας δίκης — την οποία γνωρίζουμε ήδη, διότι είναι η ίδια με τη διάδικο στη διαδικασία εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως 5/73 (απόφαση της 24ης Οκτωβρίου 1973, SLG. 1973, σ. 1091) — συνήψε με την εμπορική επιχείρηση του Βουλγαρικού κράτους «Rodapaimpex» σύμβαση πωλήσεως, που αφορούσε την παράδοση βουλγαρικού τυριού αιγός το τίμημα του οποίου συμφωνήθηκε σε γερμανικά μάρκα. Η εισαγωγή στο δυτικό Βερολίνο έγινε στις 24 Μαρτίου 1972. Επί της εισαγωγής αυτής επιβλήθηκαν νομισματικά εξισωτικά ποσά σύμφωνα με τον κανονισμό 974/71 (EE ειδ. έκδ. 03/006, σ. 192) που εκδόθηκε κατόπιν της ελευθερώσεως της συναλλαγματικής ισοτιμίας του μάρκου και του ολλανδικού φιορινιού η οποία αποφασίστηκε το Μάιο 1971. Ο εφαρμοστέος συντελεστής ήταν εκείνος που ίσχυε κατά την ημέρα της εισαγωγής, τον οποίο η Επιτροπή όρισε στον κανονισμό 548/72 της 16ης Μαρτίου 1972 (JO L 66 της 18.3.1972).
Κρίνοντας ότι η είσπραξη των εισφορών ήταν παράνομη, η προσφεύγουσα στην κύρια δίκη στράφηκε δικαστικώς κατά του Hauptzollamt του Berlin-Packhof, το οποίο είχε εκδώσει το ένταλμα πληρωμής, ενώπιον του Finanzgericht του Βερολίνου. Η διαδικασία αυτή κατέληξε στην έκδοση προδικαστικής αποφάσεως στην υπόθεση 5/73, την οποία ανέφερα ήδη και αφορούσε τη νομιμότητα του κανονισμού 974/71 και του κανονισμού 548/72 καθώς και του υπολογισμού του νομισματικού εξισωτικού ποσού που ίσχυε κατά την εποχή εκείνη. Απαντώντας στα ερωτήματα που είχαν τότε υποβληθεί, το Δικαστήριο — με την απόφασή του της 24ης Οκτωβρίου 1973 — δέχτηκε ότι, από την εξέταση, δεν προέκυψε κανένα στοιχείο «δυνάμενο να θίξει το κύρος του κανονισμού 974/71 του Συμβουλίου, ούτε τους κανονισμούς 1013/71, 1014/71 και 548/72 της Επιτροπής, που καθόριζαν τα κατά την εποχή εκείνη εφαρμοστέα εξισωτικά ποσά την οποία αφορούσαν τα υποβληθέντα ερωτήματα» (ήτοι 24 Μαρτίου 1972). Πάντως στην απόφαση που εξέδωσε κατόπιν στις 7 Φεβρουαρίου 1975, το Finanzgericht δεν ακολούθησε ακριβώς την προδικαστική απόφαση. Στηρίχθηκε αντιθέτως επί του εξισωτικού ποσού που ίσχυε κατά την εποχή της συνάψεως της συμβάσεως και μείωσε τη φορολογική επιβάρυνση της προσφεύγουσας κατά αντίστοιχο ποσό. Κατόπιν — δεδομένου ότι η γερμανική φορολογική υπηρεσία έκρινε ότι η προδικαστική απόφαση του Δικαστηρίου δεν είχε ορθώς εφαρμοστεί — η υπόθεση ήχθη, κατόπιν ασκήσεως «Revision», ενώπιον του Bundesfinanzhof, όπου προφανώς ακόμη εκκρεμεί.
Ήδη προηγουμένως, ήτοι κατά το Φεβρουάριο του 1974, η προσφεύγουσα της κύριας δίκης είχε κάνει μια προσπάθεια για να απαλλαγεί από το φορολογικό της χρέος. Υπέβαλε ενώπιον του Hauptzollamt Berlin-Packhof αίτηση αφέσεως και επιστροφής των νομισματικών εξισωτικών ποσών, επικαλούμενη την παράγραφο 131 του «Reich-sabgabenordnung» (γενικού γερμανικού νόμου περί φορολογίας), η οποία, όπως ίσχυε τότε, προέβλεπε τα εξής:
«Σε ορισμένες ειδικές περιπτώσεις, οι φόροι και άλλες παροχές σε είδος μπορούν να αφεθούν ολικώς ή μερικώς, όταν στη συγκεκριμένη ειδική περίπτωση η είσπραξή τους θα ήταν αντίθετη προς την επιείκεια· υπό την ίδια προϋπόθεση, οι φόροι και άλλες παροχές σε είδος που έχουν ήδη εισπραχτεί μπορούν να επιστραφούν ή να ληφθούν υπόψη (…)
Για ορισμένες κατηγορίες ομοειδών περιπτώσεων, μπορούν να εκδοθούν οδηγίες για την κατ' αναλογία εφαρμογή του εδαφίου 1.
Οι εξουσίες που απορρέουν τα εδάφια 1 και 2 ασκούνται από την ανώτερη φορολογική αρχή του δημοσίου που επιβάλλει τους φόρους ή από τις υπηρεσίες που ορίζονται από αυτή (…).»
Παρόμοια άφεση δημοσίων φόρων κατά το δοκούν προβλέπεται από το γερμανικό δίκαιο για διαφόρους λόγους. Αφενός, το δίκαιο αυτό επιτρέπει να προβάλλονται προσωπικοί λόγοι επιεικείας, όπως. π.χ. ορισμένοι λόγοι που αφορούν την προσωπική ζωή ή τη δυσχερή οικονομική κατάσταση. Αφετέρου, υπάρχουν λόγοι επιεικείας που χαρακτηρίζονται ως αντικειμενικοί. Πρόκειται κυρίως για παρόμοιους λόγους όταν — για να επαναλάβω τη διατύπωση της οδηγίας περί επιεικείας του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Υπουργείου Οικονομικών, το 1974, τμήμα Β II — «Μπορεί να συναχθεί από τη βούληση του νομοθέτη ότι, αν το προς επίλυση ζήτημα έπρεπε να είχε ρυθμιστεί σαφώς, θα είχε επιλυθεί κατά την έννοια του προβλεπομένου μέτρου επιεικείας. Ο σκοπός είναι να οδηγηθεί κανείς σε επιεική λύση σε ειδικές περιπτώσεις που'δεν μπορούν να προβλεφθούν από το νομοθέτη και των οποίων τα περιστατικά δεν μπορούν να υπαχθούν σε κάποια τυπολογία. Εξάλλου, οι αντικειμενικοί λόγοι επιεικείας καλύπτουν επίσης ορισμένες περιπτώσεις, στις οποίες η μη τήρηση της διαδικασίας ή η λήξη των προθεσμιών ασκήσεως προσφυγής έχουν ως αποτέλεσμα να γεννώνται φορολογικά χρέη τα οποία ουσιαστικά δεν δικαιολογούνται.»
Προς στήριξη της αιτήσεώς της, η προσφεύγουσα της κύριας δίκης δεν επικαλέστηκε παρά μόνο αντικειμενικούς λόγους επιεικείας: προέβαλε το πνεύμα και το σκοπό των κοινοτικών διατάξεων περί νομισματικών εξισωτικών ποσών και επικαλέστηκε ότι, στην περίπτωσή της, η είσπραξη της επιβαρύνσεως καταλήγει σε μη ηθελημένο από το κοινοτικό δίκαιο αποτέλεσμα. Πάντως η αίτηση αυτή απορρίφθηκε από το Hauptzollamt με την αιτιολογία ότι τα αποτελέσματα της εισπράξεως φόρου στην περίπτωση της προσφεύγουσας της κύριας δίκης είχαν εσκεμμένως γίνει δεκτά από τον κοινοτικό νομοθέτη. Η προσφεύγουσα της κύριας δίκης υπέβαλε κατά της αποφάσεως αυτής ένσταση ενώπιον της Oberfinanzdirektion του Βερολίνου και, όταν ούτε εκεί δικαιώθηκε, άσκησε τελικώς την προσφυγή ενώπιον του Finanzgericht του Βερολίνου ζητώντας την επιστροφή των νομισματικών εξισωτικών ποσών.
Το Finanzgericht έκρινε ότι δεν αποκλείεται a priori άφεση για λόγους επιεικείας, διότι τα νομισματικά εξισωτικά ποσά αποτελούν, κατά την κρίση του, σύστημα φορολογήσεως που επιβάλλεται σαφώς κατ' αποκοπή. Εξάλλου, έχει ορισμένες αμφιβολίες ως προς την υπάρχουσα νομολογία και ως προς την άποψη που έχει εκφραστεί επί του ζητήματος στη θεωρία. Για το λόγο αυτό, με Διάταξη της 23ης Νοεμβρίου 1976, ανέστειλε τη διαδικασία και παρέπεμψε, κατ' εφαρμογή του άρθρου 177, τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
1.
Έχει μία εθνική τελωνειακή αρχή το δικαίωμα και, ενδεχομένως, την υποχρέωση, να εφαρμόζει στις αιτήσεις αφέσεως, λόγω επιεικείας, επιβαρύνσεων που οφείλονται στην Κοινότητα, στη συγκεκριμένη περίπτωση (νομισματικών) εξισωτικών ποσών, το εθνικό δίκαιο (στη συγκεκριμένη περίπτωση την παράγραφο 131 του Reichsabgabenordnung);
2.
Σε περίπτωση αρνητικής απαντήσεως στο πρώτο ερώτημα: Υπάρχει νομική βάση, ενδεχομένως στο κοινοτικό δίκαιο, που να μπορεί να στηρίξει άφεση νομισματικών εξισωτικών ποσών για λόγους επιεικείας;
3.
Πώς ο κανόνας δικαίου που απορρέει από τη νομική αυτή βάση έχει ενδεχομένως διατυπωθεί, ενόψει της συγκεκριμένης περιπτώσεως που πρέπει να επιλυθεί;
4.
Ποια είναι η αρμόδια αρχή για να παράσχει ενδεχομένως άφεση για λόγους επιεικείας;
Επί των ερωτημάτων αυτών παρατηρώ τα εξής:
1.
Το πρώτο μεταξύ των ερωτημάτων αυτών απαιτεί καταρχάς δύο διευκρινίσεις.
Ομιλεί για «επιβαρύνσεις που οφείλονται στην Κοινότητα». Από τα συμφραζόμενα, πάντως, συνάγεται σαφώς ότι η έκφραση αυτή δεν πρέπει να νοηθεί κατά γράμμα, υπό την έννοια μόνο των δασμών που εισπράττει η Κοινότητα. Κατά την εποχή εκείνη αυτό δεν συνέβαινε με τις νομισματικές εξισωτικές επιβαρύνσεις. Πρόκειται συνεπώς μόνο για επιβαρύνσεις που εισπράττονται δυνάμει του κοινοτικού δικαίου.
Επιπλέον, όπως προκύπτει από τα πραγματικά περιστατικά, το ζήτημα πρέπει να περιοριστεί στο πρόβλημα της αφέσεως για αντικειμενικούς λόγους επιεικείας, κυρίως όταν η είσπραξη της επιβαρύνσεως φέρεται ως αντίθετη προς το σκοπό του νόμου και όταν γίνεται παρά την πρόθεση του νομοθέτη. Στην προκειμένη δίκη, δεν είναι συνεπώς αναγκαίο να εξεταστεί αν είναι δυνατόν να αντιμετωπιστεί η άφεση για προσωπικούς λόγους ή λόγω των αποτελεσμάτων ορισμένων τυπικών κανόνων ή κανόνων διαδικασίας.
Στο ερώτημα που έχει διευκρινιστεί κατά τον τρόπο αυτό, η προσφεύγουσα της κύριας δίκης προτείνει να δοθεί καταφατική απάντηση. Προσδίδει σημασία στο γεγονός ότι ο κοινοτικός κανονισμός δεν περιείχε παρά μόνο την εξουσία εισπράξεως νομισματικού εξισωτικού ποσού με τη συνέπεια, σύμφωνα με την προσφεύγουσα της κύριας δίκης, ότι τα εισπραχθέντα τέλη δυνάμει του γερμανικού κανονισμού περί εισπράξεως εξισωτικού φόρου για την υποστήριξη της γερμανικής γεωργίας, της 14ης Μαΐου 1971, συνιστούν επιβαρύνσεις του εθνικού δικαίου. Κατά την άποψή της, αυτό σημαίνει εξάλλου ότι η άφεση παρομοίων τελών για λόγους επιεικείας διέπεται από το γερμανικό δικονομικό δίκαιο. Ως προς το δικονομικό δίκαιο πράγματι, κατά πάγια νομολογία, (υπόθεση 33/76, Rewe-Zentralfinanz EG και Rewe-Zentral AG κατά Chambre d'Agriculture de la Sarre, απόφαση της 16ης Δεκεμβρίου 1976) έχει κριθεί ότι, εφόσον δεν υφίσταται κοινοτική ρύθμιση, η ρύθμιση του δικαιώματος αυτού υπάγεται στη δικαιοδοσία των κρατών μελών. Επιπλέον, πρέπει να γίνει αναφορά στη νομολογία που αφορά τις επίσημες γνωμοδοτήσεις δασμολογικής κατατάξεως, οι οποίες είναι δυνατές κατά το γερμανικό δίκαιο. Οι γνωμοδοτήσεις αυτές αναγνωρίστηκαν ως νόμιμες, αν και σε ορισμένες περιπτώσεις μπορούν να οδηγήσουν σε διιστάμενη εφαρμογή ως προς τις τελωνειακές εισπράξεις που απαιτούνται από το κοινό δασμολόγιο. Συνεπώς, η για λόγους επιεικείας άφεση επιβαρύνσεων που προβλέπονται από το κοινοτικό δίκαιο αποτελεί παρόμοια κατηγορία μέτρων εφαρμογής του δικαίου.
Η Επιτροπή και η Κυβέρνηση της Ομοσπονδιακής Γερμανίας υποστηρίζουν αντίθετη άποψη, βάσει της οποίας οι εκπρόσωποι τους — κυρίως ο εκπρόσωπος της Επιτροπής — προβάλλουν ότι τα κράτη μέλη δεν είχαν την εξουσία να ρυθμίσουν την άφεση για αντικειμενικούς λόγους επιεικείας, διότι η Κοινότητα είχε κάνει χρήση των αρμοδιοτήτων που της αναγνωρίστηκαν από τη Συνθήκη και ότι είχε καθορίσει όλες τις απαιτούμενες προϋποθέσεις για την είσπραξη επιβαρύνσεων. Υπό τις συνθήκες αυτές, δεν επιτρέπεται τα κράτη μέλη να θίγουν με εθνικά μέτρα το πεδίο εφαρμογής της κοινοτικής ρυθμίσεως. Η νομολογία εξάλλου είχε ήδη τονίσει την αρχή αυτή πολλές φορές σε παρόμοιες υποθέσεις.
Για την εκτίμηση της διαφοράς αυτής πρέπει κατά την άποψή μου να εκκινήσουμε από τις διαπιστώσεις που έγιναν με την απόφαση στην υπόθεση 5/73, που ήδη έχω παραθέσει. Στην απόφαση αυτή, το Δικαστήριο τόνισε ότι η κοινοτική ρύθμιση περί νομισματικών εξισωτικών ποσών, που αποτελεί αντικείμενο του κανονισμού 974/71, είχε θεσπιστεί δυνάμει του άρθρου 103 της Συνθήκης ΕΟΚ, ότι ήταν απαραίτητο να αποφευχθεί η μονομερής λήψη μέτρων και ότι τα θεσπισθέντα μέτρα κατ' εφαρμογή του άρθρου 103 ήταν απαραίτητα προς το συμφέρον της προστασίας των στόχων και των μηχανισμών της κοινής γεωργικής πολιτικής. Επειδή το κύρος της κοινοτικής ρυθμίσεως, στην οποία περιλαμβάνονται και οι διατάξεις εφαρμογής του κανονισμού 974/71 που θέσπισε η Επιτροπή, δεν αμφισβητήθηκε, είναι βέβαιο ότι τα κοινοτικά όργανα έκαναν ορθή χρήση των εξουσιών τους που τους αναγνωρίστηκαν από τη Συνθήκη. Επιπλέον, πρέπει να υπενθυμιστεί ότι ο κανονισμός 974/71 δεν είχε ασφαλώς χορηγήσει παρά μόνο μία αρμοδιότητα στα κράτη μέλη, αλλά ότι το άρθρο 7 του κανονισμού αυτού όριζε ρητώς ότι δεν μπορούσε να γίνει χρήση μερικώς ή προσωρινώς της άδειας που προβλέπεται στο κείμενο αυτό, συνεπώς ότι αποκκλίσεις μέσω εθνικών μέτρων δεν ήταν δυνατές.
Τέλος, δεν πρέπει να παραγνωρίζεται το γεγονός ότι, με την απόφαση στην υπόθεση 5/73 όπου το Δικαστήριο εξέτασε το κύρος του κανονισμού 974/71 και του κανονισμού της Επιτροπής που όρισε τα εξισωτικά ποσά για τα διάφορα προϊόντα, έγινε ρητώς δεκτό ότι η επιλογή ενιαίου και γενικού κριτηρίου για τον καθορισμό των εξισωτικών ποσών δεν ήταν επικριτέα. Το γεγονός — αναφέρεται ρητώς — ότι τα εξισωτικά ποσά δεν αντιστοιχούσαν ακριβώς σε κάθε περίπτωση στη νομισματική επίπτωση της ανατιμήσεως του γερμανικού μάρκου δεν συνιστούσε παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας.
Η προσφεύγουσα της κύριας δίκης ζητεί τώρα άφεση, για λόγους επιεικείας, των εξισωτικών ποσών που ορίστηκαν από την Κοινότητα. Προς στήριξη της εφαρμογής εθνικών κανόνων περί επιεικείας επικαλείται την οικονομία της κοινοτικής ρυθμίσεως και επ' αυτού — όπως ορθώς σημείωσε η Επιτροπή — προβάλλει κατά μεγάλο μέρος τα ίδια επιχειρήματα με τα επιχειρήματα στην υπόθεση 5/73, μεταξύ δε άλλων το γεγονός ότι η ανατίμηση του μάρκου δεν είχε επίδραση στη συμφωνία που κατάρτισε, δεδομένου ότι η Σύμβαση είχε συναφθεί με βάση το γερμανικό μάρκο.
Πρόκειται συνεπώς, ούτε λίγο ούτε πολύ, για τροποποίηση της κοινοτικής ρυθμίσεως που αποτέλεσε αντικείμενο κανονισμού απευθείας εφαρμοστέου και ο οποίος — όπως το Δικαστήριο δέχθηκε με την απόφασή του στην υπόθεση 43/72 (Merkuraußenhandels GmbH κατά Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, απόφαση της 24ης Οκτωβρίου 1973, SLG 1973, σ. 1055) — έχει γενικό χαρακτήρα. Η δικαίωση του αιτήματος θα ισοδυναμούσε με παρέμβαση στο πεδίο εφαρμογής της ρυθμίσεως αυτής και στη μερική αμφισβήτηση της εφαρμογής του κοινοτικού δικαίου.
Κατά την άποψή μου είναι φυσικά αμφισβητήσιμο το ότι παρόμοια στάση μπορεί να συμβιβαστεί με τους κανόνες που αφορούν την κατανομή των αρμοδιοτήτων μεταξύ Κοινότητας και κρατών μελών καθώς και με την υπεροχή του κοινοτικού δικαίου και την αρχή της ομοιόμορφης εφαρμογής του.
Προφανώς εσφαλμένα η προσφεύγουσα αναφέρθηκε σχετικά στην απόφαση επί της υποθέσεως 33/76, όπου αναγνωρίστηκε ότι, εφόσον λείπουν διατάξεις του κοινοτικού δικαίου, η ρύθμιση διαδικαστικών ζητημάτων βάρυνε την εθνική έννομη τάξη. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, δεν πρόκειται πράγματι για αποδοχή ορισμένων αποτελεσμάτων του ουσιαστικού δικαίου κατόπιν μη τηρήσεως εθνικών διατάξεων τύπου ή διαδικασίας· η προκειμένη υπόθεση αφορά αντιθέτως άφεση για λόγους επιεικείας, την οποία η προσφεύγουσα στηρίζει σε σκέψεις καθαρά ουσιαστικού δικαίου που αντλεί κυρίως από την οικονομία του νόμου.
Επίσης, λίγο πειστική είναι η αναφορά της προσφεύγουσας στη νομοθεσία περί του επιτρεπτού των επισήμων γνωμοδοτήσεων περί δασμολογικής κατατάξεως στις οποίες προβαίνουν οι εθνικές αρχές (απόφαση της 24ης Νοεμβρίου 1971, υπόθεση 3/71, Kurt Siemers και Co κατά Hauptzollamt Bad Reichenhall, SLG 1971, σ. 919). Παρόμοιες γνωμοδοτήσεις δεν απηχούν παρά μια προκαταβολική εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου, που μπορεί φυσικά επίσης να περιέχει σφάλματα, ενώ η για λόγους επιεικείας άφεση εισφορών που διέπονται από το κοινοτικό δίκαιο συνιστά παρέκκλιση από αυτό το κοινοτικό δίκαιο και θα κατέληγε στην τροποποίησή του.
Αντίθετα, είναι χρήσιμο να υπενθυμιστούν ορισμένες άλλες αποφάσεις που εκδόθηκαν σε υποθέσεις συγκρίσιμες και που έχουν σαφώς αποκλείσει την εφαρμογή εθνικών κανόνων περί επιεικείας ή άλλων εθνικών κανόνων που παρεκκλίνουν από το κοινοτικό δίκαιο. Τέτοια είναι η περίπτωση στην υπόθεση 31/70 (απόφαση της 15ης Δεκεμβρίου 1970, Deutsche Getreide und Futtermittel Handelgesellschaft MBH κατά Hauptzollamt Hamburg-Altona, SLG 1970, σ. 1055), που είχε ως αντικείμενο το πρόβλημα εισπράξεως εισφορών επί αραβοσίτου, του οποίου η ποιότητα χειροτέρευσε λόγω υγρασίας. Η αναφορά που έγινε από την Κυβέρνηση των Κάτω Χωρών στη δυνατότητα που υπάρχει κατά το ολλανδικό δίκαιο να μειωθεί το ποσοστό εισφοράς για λόγους επιεικείας αναγνωρίστηκε σιωπηρώς, αλλά όχι λιγότερο σαφώς, ως άνευ αποτελέσματος. Πρέπει επίσης να υπομνηστεί η απόφαση στην υπόθεση 18/72 (απόφαση της 30ής Νοεμβρίου 1972, NV Granaria Graaninkoopmaatschappij κατά Produktschap Voor Veevoeder, SLG 1972, σ. 1163), όπου το Δικαστήριο σαφώς δέχτηκε ότι οι εθνικές αρχές δεν μπορούσαν να εφαρμόσουν το εσωτερικό δίκαιο και, βάσει αυτού, να χορηγήσουν εξαιρέσεις από εισφορές για λόγους επιεικείας. Και η απόφαση αυτή προσθέτει — με απόλυτη σαφήνεια — ότι δεν είναι συμβιβαστό προς την ισχύουσα κατανομή των αρμοδιοτήτων, τα κράτη μέλη να θίγουν με εθνικά μέτρα την εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου. Τέλος, πρέπει επίσης να αναφερθεί η απόφαση στην υπόθεση 50/76 (απόφαση της 2ας Φεβρουαρίου 1977, Amsterdam Bulb BV κατά Produktschap Voor Siergewassen), όπου — ασφαλώς σε μια πιο απομακρυσμένη αλληλουχία — το Δικαστήριο έκρινε ότι οι εθνικές υπηρεσίες δεν μπορούν να χορηγήσουν απαλλαγές από κατώτατες τιμές που καθόρισε η Κοινότητα.
Συμπεραίνοντας, στο πρώτο ερώτημα δεν μπορεί κατά τη γνώμη μου να δοθεί παρά αρνητική απάντηση, δηλαδή ότι πρέπει να αναγνωριστεί ότι, στο πεδίο των νομισματικών εξισωτικών ποσών, που διέπεται εξ ολοκλήρου από την κοινοτική ρύθμιση, οι εθνικές αρχές δεν έχουν την εξουσία να ρυθμίσουν την άφεση για αντικειμενικούς λόγους επιεικείας, άσχετα αν οι εν λόγω φόροι καταλήγουν στην Κοινότητα ή σε άλλα κράτη μέλη.
2.
Με το δεύτερο ερώτημα ερωτάται αν υπάρχει κοινοτική νομική βάση δυνάμενη να στηρίξει την άφεση για λόγους επιεικείας, την οποία ζητεί η προσφεύγουσα. Επί του θέματος αυτού πρέπει να γίνει διάκριση — όπως ορθά παρατήρησε η Επιτροπή — μεταξύ γραπτού δικαίου και άγραφων αρχών του δικαίου, που μπορούν ενδεχομένως να απορρέουν από σύμπτωση των εθνικών δικαίων των κρατών μελών.
α)
Κατά πρώτον, όσον αφορά το γραπτό κοινοτικό δίκαιο, η Επιτροπή απέδειξε στο Δικαστήριο ότι δεν περιέχει γενική ρήτρα επιεικείας αντίστοιχη προς την ρήτρα της παραγράφου 131 του γερμανικού γενικού νόμου περί φόρων. Μόνο σε ορισμένες συγκεκριμένες περιπτώσεις γίνεται αναφορά στις αρχές της επιεικείας σε ειδικές διατά ξεις και τούτο κυρίως σε σχέση με μέτρα που αφορούν νομισματικά γεγονότα.
Έτσι η Επιτροπή παραπέμπει στον κανονισμό 1608/74 (JO 1974, L 170) που επιτρέπει τα κράτη μέλη να παραιτηθούν από νομισματικά εξισωτικά ποσά που έχουν θεσπιστεί ή αυξηθεί κατόπιν απροβλέπτων νομοθετικών μέτρων. Το ουσιώδες στοιχείο είναι πάντως το γεγονός ότι ο κανονισμός αυτός ισχύει μόνο για τις εισαγωγές ή εξαγωγές που πραγματοποιήθηκαν από τις 4 Ιουνίου 1973 και ότι αφορά μόνο τις συμβάσεις που συνάφθηκαν πριν από την έναρξη ισχύος των νομισματικών εξισωτικών ποσών — πράγμα που δεν ισχύει στη συγκεκριμένη περίπτωση. Οι κανόνες είναι ταυτόσημοι για το σύστημα που προβλέπει ο κανονισμός 2966/74 (JO 1974, L 316) ο οποίος, για μεταβατικά μέτρα που ελήφθησαν κατόπιν της αναστολής εφαρμογής του άρθρου 4 Β, παράγραφος 2 του κανονισμού 974/71, δεν περιέχει επίσης παρά εξουσιοδότηση για τις συμβάσεις που καταρτίστηκαν οριστικά ή επίσης για τον κανονισμό 2042/73 (JO 1973 L 207), που αφορούσε την περίπτωση καταστάσεων που δημιουργήθηκαν με την τροποποίηση του συστήματος και δεν μπορούσαν να προβλεφθούν.
Όσον αφορά το δίκαιο περί των πιστοποιητικών, πρέπει εξάλλου να αναφερθούν ορισμένοι κανονισμοί οι οποίοι απέκλειαν την κατάπτωση της εγγυήσεως σε περιπτώσεις ανωτέρας βίας ή άλλα κείμενα, όπως π.χ. οι κανονισμοί 1134/68 (JO 1968, L 188) και 556/76 (JO 1976, L 65), οι οποίοι, σε περίπτωση τροποποιήσεως προκαθορισμένων ποσών, προέβλεψαν την ακύρωση του πιστοποιητικού ή των καταλλήλων αντισταθμιστικών μέτρων. Παρόμοιες διατάξεις που προβλέπουν προσαρμογή των επιστροφών λόγω υποτιμήσεως του δολαρίου αναφέρονται επίσης στον κανονισμό 842/73 (JO 1973, L 81). Είναι πάντως προφανής η αδυ ναμία να συναχθεί από τις διατάξεις αυτές μία αρχή που μπορούσε να έχει σημασία για τη διαφορά της κύριας δίκης.
Υπό τις συνθήκες αυτές, είναι πράγματι θεμιτό να αναγνωριστεί ότι το γραπτό κοινοτικό δίκαιο δεν περιέχει καμία ρύθμιση η οποία — ακόμη και κατ' ανάλογη εφαρμογή — θα μπορούσε να δικαιολογήσει την άφεση νομισματικών εξισωτικών ποσών λόγω επιεικείας, κατά το παράδειγμα της παραγράφου 131 του γερμανικού γενικού νόμου περί φόρων.
β)
Σε σχέση με το άγραφο κοινοτικό δίκαιο, μπορεί κατά πρώτον να σκεφθεί κανείς την πρόταση κανονισμού που κατάρτισε η Επιτροπή περί επιστροφής ή αφέσεως τελών κατά την εισαγωγή ή την εξαγωγή. Το περιεχόμενό της — αν και ακόμη δεν κατέστη νόμος — θα μπορούσε να εμφανίσει ενδιαφέρον για τους κανόνες εκείνους οι οποίοι, λόγω της νομικής καταστάσεως η οποία επί του θέματος αυτού συμπίπτει μεταξύ των κρατών μελών, θα μπορούσαν από τώρα, όπως θεωρεί η Επιτροπή, να θεωρηθούν ως εθιμικό κοινοτικό δίκαιο. Η άποψη αυτή φαίνεται ορθή ως προς την άφεση στην περίπτωση εσφαλμένου καθορισμού τελών κατόπιν σφαλμάτων εγγραφής ή υπολογισμού ή άλλου είδους σφαλμάτων, για την περίπτωση αφέσεως σε περίπτωση ελαττωματικών εμπορευμάτων ή εμπορευμάτων που δεν έχουν τις συμφωνηθείσες ιδιότητες καθώς και για την άφεση σε ορισμένες ειδικές περιπτώσεις που αναφέρονται εν περιλήψει στον τίτλο Ε της προτάσεως κανονισμού. Η διαπίστωση αυτή επίσης εμφανίζει πάντως μικρό μόνον ενδιαφέρον, διότι η συγκεκριμένη περίπτωση που αποτελεί το αντικείμενο της κύριας δίκης δεν υπάγεται προφανώς σε κάποια από τις περιπτώσεις αυτές.
Με εμπεριστατωμένη ανάλυση του κοινοτικού δικαίου, η Επιτροπή απέδειξε επιπλέον ότι οι έννομες τάξεις των κρατών μελών δεν επιτρέπουν να συναχθεί γενική αρχή του δικαίου επιτρέπουσα να θεωρηθεί ότι ισχύει επί του παρόντος ένα σύστημα του είδους εκείνου όπως της παραγράφου 131 του γερμανικού γενικού νόμου περί φόρων το οποίο να αποτελεί τμήμα του κοινοτικού δικαίου.
Προφανώς παρόμοιο σύστημα δεν υπάρχει πράγματι — με εξαίρεση το δίκαιο του Λουξεμβούργου — παρά μόνο στις Κάτω Χώρες. Το δίκαιο του κράτους αυτού ορίζει όχι μόνο ορισμένες συνθήκες υπό τις οποίες πρέπει να γίνει η άφεση ή η επιστροφή τελών, αλλά περιέχει επίσης μία γενική διάταξη σύμφωνα με την οποία ο αρμόδιος υπουργός μπορεί να λάβει παρόμοια απόφαση κατά διακριτική ευχέρεια για λόγους επιεικείας.
Στη Μεγάλη Βρετανία, αντιθέτως, άφεση λόγω επιεικείας δεν είναι δυνατή. Υπάρχει μόνο μία σειρά περιπτώσεων που εμποδίζουν τη γένεση της φορολογικής υποχρεώσεως και η άφεση δεν είναι δυνατόν να νοηθεί σε ορισμένες περιπτώσεις παρά μόνο όταν πληρούνται ορισμένες προϋποθέσεις που καθορίζονται από το νόμο. Ούτε το ιταλικό δίκαιο γνωρίζει κατά διακριτική ευχέρεια αποφάσεις περί αφέσεως για λόγους επιεικείας, ούτε παρεκκλίσεις από υποχρεώσεις καταβολής για παρόμοιο λόγο· προβλέπει μόνο ορισμένες περιπτώσεις αφέσεως που είναι πάντως τελείως ξένες προς λόγους επιεικείας ως προς τον οφειλέτη. Στη Γαλλία υπάρχει ακόμη απαγόρευση αφέσεως δασμών. Εκ χαριστικής αιτίας άφεση ή μείωση είναι κατ' εξαίρεση δυνατές μόνο όταν πρόκειται για αμέσους φόρους, κατ' αποκλεισμό συνεπώς τελωνειακών δασμών ή παρόμοιων επιβαρύνσεων, και επιπλέον δεν μπορούν να χορηγηθούν για αντικειμενικούς λόγους επιεικείας. Όσον αφορά τέλος το βελγικό, το δανικό, και ιρλανδικό δίκαιο δεν πρόκειται μάλλον, κατά το μέρος που τα δίκαια αυτά προβλέπουν την άφεση, παρά για περιπτώσεις που ορίζονται σαφώς, οι οποίες επιπλέον υπάγονται, προφανώς, μάλλον στο δικονομικό δίκαιο. Για τις λεπτομέρειες παραπέμπω για όλα αυτά τα θέματα στην έκθεση που περιέχεται στις παρατηρήσεις της Επιτροπής και στον πίνακα που επισυνάπτεται σ' αυτήν. Το μόνο συμπέρασμα που μπορεί πράγματι να συναχθεί από όλες αυτές τις διαπιστώσεις είναι ότι μία γενική αρχή του δικαίου, το περιεχόμενο της οποίας θα αντιστοιχούσε προς το περιεχόμενο της παραγράφου 131 του γερμανικού γενικού νόμου περί φόρων, δεν υπάρχει στο κοινοτικό δίκαιο. Κατά το μέτρο που η πρόταση του εν λόγω κανονισμού βαίνει πιο πέρα και αφορά ρυθμίσεις που πλησιάζουν τουλάχιστον πολύ την παράγραφο 131 του γερμανικού νόμου ασφαλώς δημιουργεί νέο κοινοτικό δίκαιο. Για το λόγο αυτό δεν είναι επίσης δυνατό να γίνει λόγος για προσωρινό κενό που θα επέτρεπε να ληφθούν οι αρχές της γερμανικής αυτής διατάξεως ήδη από τώρα.
Συμπεραίνοντας, αυτό σημαίνει ότι στο δεύτερο ερώτημα πρέπει επίσης να δοθεί αρνητική απάντηση, πράγμα το οποίο ση μαίνει επίσης ότι τα ερωτήματα 3 και 4 δεν πρέπει να εξεταστούν.
Για το παραπέμπον δικαστήριο το συμπέρασμα συνεπώς είναι ότι, εξ απόψεως κοινοτικού δικαίου, η απόρριψη της αφέσεως για λόγους επιεικείας που ζήτησε η προσφεύγουσα δεν είναι επικριτέα. Λαμ-βάνοντας υπόψη τη σχετική νομολογία του Bundesfinanzhof, κατά την οποία η άφεση για λόγους επιεικείας δεν μπορεί να έχει ως σκοπό να αμβλύνει ορισμένα αποτελέσματα που έχουν γίνει αποδεκτά από το νομοθέτη (βλ. απόφαση της 2ας Σεπτεμβρίου 1964), θα μπορούσε επίσης να προστεθεί ότι, στη συγκεκριμένη περίπτωση, ακόμη και οι προϋποθέσεις υπό τις οποίες το γερμανικό δίκαιο εξαρτά παρόμοια άφεση δεν φαίνονται να πληρούνται. Κατά τη νομολογία στην οποία παρέπεμψα (απόφαση στην υπόθεση 5/73), είναι πράγματι σαφές ότι η κοινοτική ρύθμιση περί νομισματικών εξισωτικών ποσών έλαβε υπόψη τις έννομες συνέπειες που επέκρινε η προσφεύγουσα, δεχόμενη, προς το συμφέρον μιας επιμελούς και πραγματικής ρυθμίσεως ότι τα εξισωτικά ποσά εισπράττονται επίσης όταν δεν μπορεί να διαπιστωθεί επίπτωση των νομισματικών μέτρων. Στην περίπτωση της προσφεύγουσας, δεν θα μπορούσε συνεπώς να τεθεί ζήτημα απρόβλεπτης αυστηρότητας.
3.
Συμπεραίνοντας, προτείνω να δοθεί στην αίτηση του Finanzgericht Berlin για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως η εξής απάντηση:
α)
Οι εθνικές αρχές δεν έχουν την εξουσία να επιλαμβάνονται αιτήσεων αφέσεως νομισματικών εξισωτικών επιβαρύνσεων οι οποίες έχουν εισπραχτεί δυνάμει κοινοτικής ρυθμίσεως, σύμφωνα με εθνικούς κανόνες επιεικείας, όταν πρόκειται για αντικειμενικούς λόγους επιεικείας που συνεπάγονται ορισμένο περιθώριο εκτιμήσεως.
β)
Το κοινοτικό δίκαιο δεν περιέχει επί του παρόντος γενική νομική βάση δυνάμει της οποίας τέλη καθορισθέντα σύμφωνα με το κοινοτικό δίκαιο θα μπορούσαν να αφεθούν για αντικειμενικούς λόγους επιεικείας.
( *1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γερμανική.
Full & Egal Universal Law Academy