ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ
της 15ης Δεκεμβρίου 1976 ( *1 )
Στην υπόθεση 35/76,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση του PRETORE της SUSA προς το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογή του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, με την οποία ζητείται, στο πλαίσιο της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του παραπέμποντος δικαστηρίου μεταξύ
Simmenthal SpA, MONZA,
και
Ιταλικού Υπουργείου Οικονομικών,
η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς την ερμηνεία των άρθρων 9 επ., 30 επ., και 95 της Συνθήκης ΕΟΚ, καθώς και του άρθρου 12 του κανονισμού 14/64/ΕΟΚ και του άρθρου 22 του κανονισμού 805/68/ΕΟΚ,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ,
συγκείμενο από τους Η. Kutscher, πρόεδρο, Α. Μ. Donner και P. Pescatore, προέδρους τμήματος, J. Mertens de Wilmars, Μ. Sørensen, Α. J. Mackenzie Stuart, A. O'Keeffe, G. Bosco και A. Touffait δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: G. Reischl
γραμματέας: A. Van Houtte.
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
(το μέρος που περιέχει τα περιστατικά παραλείπεται)
Σκεπτικό
1
Με Διάταξη της 6ης Απριλίου 1976, που πρωτοκολλήθηκε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 22 Απριλίου του ιδίου έτους, ο PRETORE της SUSA υπέβαλε, δυνάμει του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, ορισμένα ερωτήματα ως προς την ερμηνεία των άρθρων 9 μέχρι 17, 30 μέχρι 36, και 95 της Συνθήκης ΕΟΚ, των άρθρων 12 του κανονισμού 14/64/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 5ης Φεβρουαρίου 1964, περί σταδιακής δημιουργίας κοινής οργανώσεως αγορών στον τομέα του βοείου κρέατος (GU αριθ. 34 της 27.2.1964, σ. 562) και 22 του κανονισμού 805/68/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 27ης Ιουνίου 1968, περί κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα του βοείου κρέατος (EE ειδ. έκδ. 03/003, σ. 72) καθώς και των διατάξεων δύο οδηγιών του Συμβουλίου 64/432/ΕΟΚ (EE ειδ. έκδ. 03/001, σ. 108) και 64/433/ΕΟΚ (EE ειδ. έκδ. 03/001, σ. 129), της 26ης Ιουνίου 1964, περί προβλημάτων υγειονομικού ελέγχου, της πρώτης σχετικής με τις ενδοκοινοτικές συναλλαγές βοοειδών και χοιροειδών, της δεύτερης σχετικής με τις ενδοκοινοτικές συναλλαγές νωπών κρεάτων.
2
Τα ερωτήματα αυτά ανέκυψαν στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ της ενάγουσας στην κύρια δίκη και της ιταλικής διοικήσεως που αφορούσε την απόδοση τελών εισπραχθέντων για κτηνιατρικό έλεγχο που διενεργήθηκε σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία σε παρτίδα βοείου κρέατος προοριζόμενου για την τροφή ανθρώπων και εισαχθέντος από τη Γαλλία στην Ιταλία στις 26 Ιουλίου 1973.
3
Κατά την ενάγουσα της κύριας δίκης, τα εισπραχθέντα τέλη είχαν εισπραχτεί αχρεωστήτως, διότι, αφενός, η διενέργεια υποχρεωτικών και συστηματικών υγειονομικών ελέγχων — όπως εν προκειμένω — συνιστά, από της εφαρμογής των οδηγιών περί υγειονομικού ελέγχου της 26ης Ιουνίου 1964, μέτρο ισοδυνάμου αποτελέσματος προς ποσοτικό περιορισμό απαγορευόμενο από τη Συνθήκη, απ' όπου απορρέει το παράνομο των εισπραχθέντων για το λόγο αυτό τελών, και αφετέρου, εν πάση περιπτώσει, η είσπραξη τελών για παρόμοιους ελέγχους συνιστά παράβαση των άρθρων 9 και 13 της Συνθήκης που απαγορεύουν την επιβολή κάθε επιβαρύνσεως ισοδυνάμου αποτελέσματος προς εισαγωγικούς δασμούς.
4
Οι οδηγίες αυτές, εναρμονίζοντας τις εθνικές διατάξεις περί υγειονομικού ελέγχου ορισμένων κρεάτων και των ζώων βοείου και χοιρείου είδους και προβλέποντας ότι τα μέτρα που εξασφαλίζουν τον έλεγχο αυτό πρέπει να λαμβάνονται στο κράτος μέλος αποστολής, κατέστησαν περιττούς και, επομένως, μη δικαιολογούμενους από το άρθρο 36 της Συνθήκης, τους συστηματικούς μεθοριακούς ελέγχους στα εν λόγω προϊόντα.
5
Η Κυβέρνηση της Ιταλικής Δημοκρατίας αμφισβητεί ότι οι υγειονομικοί έλεγχοι στους οποίους προβαίνει, όσον αφορά τα προϊόντα που διέπονται από τις οδηγίες, έχουν συστηματικό χαρακτήρα και προσκόμισε έγγραφα προσπαθώντας να αποδείξει ότι κάτι τέτοιο δεν συμβαίνει.
6
Συνεπώς, εξέφρασε αμφιβολίες όσον αφορά το κρίσιμο των υποβληθέντων ερωτημάτων.
7
Το άρθρο 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, βασιζόμενο επί ενός σαφούς διαχωρισμού των καθηκόντων μεταξύ του εθνικού δικαστηρίου και του Δικαστηρίου, δεν επιτρέπει στο τελευταίο ούτε να εξετάζει τα πραγματικά περιστατικά της συγκεκριμένης υποθέσεως ούτε να ελέγχει τους λόγους της αιτήσεως ερμηνείας.
8
Το Δικαστήριο, αρμόδιο να αποφαίνεται επί της ερμηνείας της Συνθήκης και των πράξεων που λαμβάνονται από τα κοινοτικά όργανα, δεν μπορεί να εφαρμόσει τις πράξεις αυτές στη συγκεκριμένη περίπτωση, καθόσον η εφαρμογή αυτή εμπίπτει στην αρμοδιότητα του εθνικού δικαστηρίου.
Επί του πρώτου ερωτήματος
9
Με το πρώτο ερώτημα ερωτάται αν τα άρθρα 30 επ. της Συνθήκης ΕΟΚ, το άρθρο 12 του κανονισμού 14/64/ΕΟΚ καθώς και το άρθρο 22 του κανονισμού 805/68/ΕΟΚ — αν ληφθούν υπόψη οι διατάξεις περί εναρμονίσεως των νομοθεσιών που θεσπίστηκαν με τις οδηγίες του Συμβουλίου 64/432/ΕΟΚ και 64/433/ΕΟΚ, για να έχει πλήρη αποτελέσματα η κοινή οργάνωση αγορών του βοείου κρέατος — πρέπει να ερμηνευτούν υπό την έννοια ότι υγειονομικός έλεγχος στα σύνορα, που εμφανίζει υποχρεωτικό και συστηματικό χαρακτήρα, συνιστά μέτρο ισοδυνάμου αποτελέσματος προς ποσοτικό περιορισμό επί των εισαγωγών και εξαγωγών, και από ποια ημερομηνία.
10
Το άρθρο 30 της Συνθήκης ΕΟΚ απαγορεύει τους ποσοτικούς περιορισμούς επί των εισαγωγών καθώς και όλα τα μέτρα ισοδυνάμου αποτελέσματος μεταξύ κρατών μελών.
11
Τα άρθρα 12 του κανονισμού 14/64/ΕΟΚ και 22 του κανονισμού 805/68/ΕΟΚ περιλαμβάνουν, όσον αφορά τα προϊόντα που καλύπτονται από την κοινή οργάνωση αγορών στον τομέα του βοείου κρέατος, ταυτόσημες απαγορεύσεις που τέθηκαν σε ισχύ κατά την ημερομηνία που όριζαν οι κανονισμοί αυτοί, πριν από το τέλος της μεταβατικής περιόδου.
12
Για να εμπίπτουν στην απαγόρευση των διατάξεων αυτών, αρκεί τα εν λόγω μέτρα να είναι ικανά να παρεμποδίσουν, άμεσα ή έμμεσα, πραγματικά ή δυνητικά, τις εισαγωγές μεταξύ κρατών μελών.
13
Οι προϋποθέσεις αυτές συντρέχουν, όσον αφορά τα ζώα και το κρέας που προορίζεται για τροφή ανθρώπων, όταν, σ' ένα κράτος μέλος, διενεργούνται μεθοριακοί υποχρεωτικοί υγειονομικοί έλεγχοι.
14
Λόγω κυρίως των προθεσμιών που είναι συμφυείς με τις πράξεις ελέγχου και τα πρόσθετα έξοδα μεταφοράς που μπορούν να προκύψουν για τον εισαγωγέα, οι εν λόγω έλεγχοι είναι ικανοί να καταστήσουν δυσκολότερες ή επαχθέστερες τις εισαγωγές.
15
Από αυτό έπεται ότι υγειονομικοί έλεγχοι — συστηματικοί ή όχι — διενεργούμενοι στα σύνορα κατά την εισαγωγή ζώων ή κρέατος που προορίζεται για τροφή ανθρώπων, συνιστούν μέτρα ισοδυνάμου αποτελέσματος προς ποσοτικούς περιορισμούς υπό την έννοια του άρθρου 30 της Συνθήκης, απαγορευόμενα από τη διάταξη αυτή, υπό την επιφύλαξη των εξαιρέσεων που προβλέπει το κοινοτικό δίκαιο και, ειδικότερα, το άρθρο 36 της Συνθήκης.
16
Η απαγόρευση παρόμοιων μέτρων άρχισε να ισχύει, υπό την επιφύλαξη της προαναφερθείσας εξαιρέσεως, όσον αφορά τα προϊόντα στα οποία αναφέρονται οι κανονισμοί 14/64 και 805/68 περί κοινής οργανώσεως αγορών στον τομέα του βοείου κρέατος, από την ημερομηνία ενάρξεως ισχύος των εν λόγω κανονισμών.
Επί του δευτέρου ερωτήματος
17
Στην περίπτωση που θα δοθεί καταφατική απάντηση στο πρώτο ερώτημα, το εθνικό δικαστήριο ερωτά αν το άρθρο 36 της Συνθήκης ΕΟΚ πρέπει να ερμηνευτεί υπό την έννοια ότι υγειονομικός έλεγχος, υποχρεωτικός και συστηματικός όπως αυτός που διενεργείται δυνάμει του άρθρου 32 του ενιαίου κειμένου των νόμων περί δημοσίας υγείας της Ιταλικής Δημοκρατίας, «δικαιολογείται» ακόμη μετά τη θέσπιση των οδηγιών που αναφέρθηκαν παραπάνω, περί εναρμονίσεως των νομοθεσιών περί δημοσίας υγείας.
18
Κατά το άρθρο 36 της Συνθήκης, εισάγεται εξαίρεση στην απαγόρευση των περιορισμών επί των εισαγωγών, εξαγωγών και διαμετακομίσεων, όταν μέτρα της φύσεως αυτής δικαιολογούνται από λόγους προστασίας της υγείας και της ζωής ανθρώπων και ζώων.
19
Δεδομένου ότι οι επιτρεπόμενοι από το άρθρο 36 περιορισμοί αποτελούν παρέκκλιση από τη θεμελιώδη αρχή της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων, είναι σύμφωνοι προς τη Συνθήκη μόνον εφόσον δικαιολογούνται, δηλαδή είναι αναγκαίοι για την επίτευξη των στόχων που επιδιώκει η διάταξη αυτή και κυρίως για την εξασφάλιση της προστασίας της υγείας και της ζωής των ανθρώπων.
20
Με το δεύτερο ερώτημα ερωτάται αν υποχρεωτικός και συστηματικός υγειονομικός έλεγχος στα σύνορα επί των εισαγωγών ζώων του βοείου και χοιρείου είδους και ορισμένων νωπών κρεάτων δικαιολογείται ακόμη υπό την έννοια του άρθρου 36 της Συνθήκης μετά τη λήξη της προθεσμίας που προβλέπουν οι οδηγίες 64/432 και 64/433 για την εναρμόνιση των μέτρων υγειονομικού ελέγχου που θεσπίστηκαν στα διάφορα κράτη μέλη, οι οποίες συμπληρώθηκαν, μεταξύ άλλων, από τις οδηγίες του Συμβουλίου 72/461 και 72/462, της 12ης Δεκεμβρίου 1972 (EE ειδ. έκδ. 03/008, σ. 236, και 03/009, σ. 3).
21
Για την εξάλειψη των εμποδίων στο ενδοκοινοτικό εμπόριο ζώων βοείου και χοιρείου είδους και νωπών κρεάτων το Συμβούλιο εναρμόνισε, με τις προαναφερθείσες οδηγίες, τα μέτρα υγειονομικού ελέγχου που ισχύουν στα κράτη μέλη, υποχρεώνοντας τα τελευταία να εναρμονίσουν, σύμφωνα με τους κανόνες των εν λόγω οδηγιών, τις σχετικές εθνικές διατάξεις.
22
Κατά την προφορική διαδικασία, ο εκπρόσωπος της Κυβέρνησης της Ιταλικής Δημοκρατίας προέβαλε ότι το άρθρο 36 επιφυλάσσει στην κυριαρχία των κρατών μελών τα θέματα στα οποία αναφέρεται και ότι η άσκηση, εκ μέρους του Συμβουλίου ή της Επιτροπής, ορισμένων κανονιστικών εξουσιών στον τομέα αυτό δεν μπορεί να συνεπάγεται παραίτηση των κρατών μελών από την αρμοδιότητά τους ή αφαίρεση της αρμοδιότητας αυτής.
23
Ορθώς η πέμπτη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 64/432/ΕΟΚ ορίζει: «ότι το δικαίωμα το οποίο έχουν τα κράτη μέλη, δυνάμει του άρθρου 36 της Συνθήκης, να συνεχίζουν να διατηρούν τις απαγορεύσεις ή τους περιορισμούς εισαγωγής, εξαγωγής ή διαμετακομίσεως οι οποίοι δικαιολογούνται για λόγους προστασίας της υγείας και της ζωής των ανθρώπων και των ζώων, δεν αφαιρεί εντούτοις την υποχρέωση που έχουν να πραγματοποιήσουν την προσέγγιση των διατάξεων, επί των οποίων βασίζονται οι απαγορεύσεις και οι περιορισμοί αυτοί, κατά το μέτρο που οι διαφορές των διατάξεων αυτών αποτελούν εμπόδιο για την εφαρμογή και τη λειτουργία της κοινής γεωργικής πολιτικής.»
24
Το άρθρο 36 δεν έχει ως σκοπό να επιφυλάσσει ορισμένα ζητήματα στην αποκλειστική αρμοδιότητα των κρατών μελών, αλλά δέχεται όπως οι εθνικές νομοθεσίες εισάγουν εξαίρεση από την αρχή της ελεύθερης κυκλοφορίας, κατά το μέτρο που αυτό εξακολουθεί να δικαιολογείται για την επίτευξη των στόχων που επιδιώκει το εν λόγω άρθρο.
25
Σύμφωνα με τη δεύτερη και τρίτη αιτιολογική σκέψη κάθε μιας από τις οδηγίες της 26ης Ιουνίου 1964, οι οδηγίες αποβλέπουν στην αύξηση της αποτελεσματικότητας των κανονισμών περί οργανώσεων αγορών στον τομέα του βοείου και χοιρείου κρέατος, αντικαθιστώντας «τα πολλαπλά και παραδοσιακά μέτρα προστασίας στα σύνορα με ένα ομοιόμορφο σύστημα το οποίο προορίζεται να διευκολύνει ιδίως τις ενδοκοινοτικές συναλλαγές».
26
Σύμφωνα με την τρίτη και τέταρτη αιτιολογική σκέψη, ο στόχος αυτός δεν μπορεί να επιτευχθεί παρά εξαλείφοντας τις διαφορές μεταξύ των εθνικών νομοθεσιών, «με την προσέγγιση των διατάξεων των κρατών μελών επί θεμάτων υγειονομικού ελέγχου».
27
Όσον αφορά τα ζωντανά ζώα, η προσέγγιση αυτή συνίσταται ουσιαστικά στην επιβολή της υποχρεώσεως στα κράτη μέλη αποστολής να μεριμνούν για την τήρηση σειράς υγειονομικών μέτρων που αποβλέπουν στο να εξασφαλίζουν, μεταξύ άλλων, ότι τα εξαγόμενα ζώα δεν συνιστούν πηγή διαδόσεως μεταδοτικών ασθενειών.
28
Όσον αφορά τα νωπά κρέατα, συνίσταται στην υποχρέωση τηρήσεως ομοιόμορφων όρων υγιεινής όσον αφορά τη μεταχείριση των κρεάτων στα σφαγεία και στα εργαστήρια τεμαχισμού καθώς και σχετικά με την αποθήκευση και μεταφορά.
29
Προκειμένου να παράσχουν στις αρμόδιες αρχές των κρατών μελών αποστολής τη διαβεβαίωση ότι τα εισαγόμενα ζώα ή κρέατα πληρούν τους προβλεπόμενους όρους υγιεινής, οι οδηγίες επιβάλλουν όπως τα εισαγόμενα εμπορεύματα συνοδεύονται αντιστοίχως από πιστοποιητικό υγειονομικού ελέγχου ή πιστοποιητικό καταλληλότητας που να βεβαιώνει την τήρηση και την εκτέλεση των υγειονομικών ελέγχων.
30
Πάντως, το άρθρο 6 της οδηγίας 64/432 (ζώα) επιτρέπει στη χώρα προορισμού να απαγορεύει την εισαγωγή ζώων στο έδαφος της αν διαπιστώθηκε, κατόπιν εξετάσεως που διενεργήθηκε σε μεθοριακό σταθμό από επίσημο κτηνίατρο, ότι τα ζώα αυτά πάσχουν, είναι ύποπτα ότι πάσχουν ή είναι μολυσμένα από ασθένεια που υπόκειται σε υποχρεωτική δήλωση, ή ότι δεν έχουν τηρηθεί οι διατάξεις των άρθρων 3 και 4 της οδηγίας.
31
Ομοίως, μπορούν να ληφθούν μέτρα απομονώσεως ως προς τα ζώα για τα οποία υπάρχει υποψία ότι έχουν προσβληθεί ή μολυνθεί από τις εν λόγω ασθένειες.
32
Επιπλέον, η ίδια αυτή διάταξη, προκειμένου να διευκολυνθούν οι έλεγχοι αυτοί, επιτρέπει σε κάθε κράτος μέλος να ορίσει τους μεθοριακούς σταθμούς που πρέπει να χρησιμοποιούνται για την είσοδο ζώων και να απαιτεί να του γνωστοποιείται εκ των προτέρων η εν λόγω είσοδος.
33
Ομοίως με το άρθρο 5, η οδηγία 64/433 (κρέατα) επιτρέπει στα κράτη μέλη να απαγορεύουν τη θέση σε κυκλοφορία στο έδαφός τους νωπών κρεάτων, όταν τα κρέατα αυτά αποδεικνύονται ακατάλληλα για κατανάλωση από ανθρώπους κατόπιν υγειονομικής επιθεωρήσεως που πραγματοποιήθηκε στη χώρα προορισμού ή δεν έχουν τηρηθεί οι διατάξεις του άρθρου 3 της οδηγίας.
34
Απ' όλες αυτές τις σκέψεις προκύπτει ότι το εναρμονισμένο σύστημα υγειονομικών ελέγχων που θεσπίστηκε με τις οδηγίες στηρίζεται στην ισοτιμία των υγειονομικών εγγυήσεων που απαιτούνται στο σύνολο των κρατών μελών, απ' όπου απορρέει συγχρόνως η εγγύηση προστασίας της υγείας και η ίση μεταχείριση των προϊόντων.
35
Στην προοπτική αυτή, το σύστημα έχει ως σκοπό να μεταθέσει τον έλεγχο προς το κράτος μέλος αποστολής και να αντικαταστήσει έτσι τα συστηματικά μέτρα προστασίας στα σύνορα με ενιαίο σύστημα ώστε να καταστήσει περιττούς τους πολλαπλούς μεθοριακούς ελέγχους, αφήνοντας συγχρόνως στο κράτος προορισμού τη δυνατότητα να μεριμνά ώστε να παρέχονται πράγματι οι εγγυήσεις που απορρέουν από το σύστημα ελέγχων το οποίο εναρμονίστηκε κατά τον τρόπο αυτό.
36
Από αυτό έπεται ότι οι συστηματικοί υγειονομικοί έλεγχοι στα σύνορα των προϊόντων που αφορούν οι προαναφερθείσες οδηγίες δεν είναι πλέον αναγκαίοι ούτε, κατά συνέπεια, δικαιολογούνται βάσει του άρθρου 36, από την τελευταία ημερομηνία που καθόρισαν οι οδηγίες για τη θέση σε ισχύ των αναγκαίων εθνικών διατάξεων προσαρμογής με τις διατάξεις των οδηγιών.
37
Πάντως, από το άρθρο 6 της οδηγίας 64/432 και το άρθρο 5 της οδηγίας 64/433 προκύπτει ότι οι οδηγίες αυτές επιφυλάσσουν στο κράτος μέλος προορισμού εξουσία εκτιμήσεως, όσον αφορά τους αναγκαίους ελέγχους, ώστε να διασφαλίζεται ότι τα εισαγόμενα ζώα ή νωπά κρέατα πληρούν τις προϋποθέσεις που προβλέπουν οι οδηγίες αυτές.
38
Καίτοι η συμμόρφωση προς τις προϋποθέσεις υγιεινής πρέπει, καταρχήν, να προκύπτει από τον έλεγχο των εγγράφων (πιστοποιητικό υγειονομικού ελέγχου, πιστοποιητικό καταλληλότητας) που συνοδεύουν υποχρεωτικά τα προϊόντα και μόνο, οι σποραδικές εξετάσεις κτηνιατρικής ή υγειονομικής φύσεως δεν αποκλείονται, υπό τον όρο ότι δεν πολλαπλασιάζονται σε σημείο που να συνιστούν συγκεκαλυμμένο περιορισμό στο εμπόριο μεταξύ των κρατών μελών.
39
Επιπλέον, εκτός από τις ρήτρες διασφαλίσεως που προβλέπουν τα άρθρα 9 της οδηγίας 64/432 και 8, παράγραφος 2, της οδηγίας 64/433, οι οποίες, κατά την Επιτροπή, δεν εμπίπτουν στο άρθρο 36, οι οδηγίες επιφυλάσσουν τον πλήρη έλεγχο στα κράτη μέλη για τις μη ρυθμιζόμενες περιπτώσεις (άρθρο 8 της οδηγίας 64/432, άρθρο 6, παράγραφος 1, της οδηγίας 64/433).
40
Εναπόκειται στα εθνικά δικαστήρια, τα οποία ενδεχομένως επιλαμβάνονται των διαφορών, να εκτιμούν, σε περίπτωση αμφισβητήσεως, αν οι μέθοδοι ελέγχου που υποβάλλονται στην κρίση τους είναι ασυμβίβαστες με τις επιταγές του άρθρου 36.
Επί του τρίτου ερωτήματος
41
Με το τρίτο ερώτημα ερωτάται αν οι χρηματικές επιβαρύνσεις που εισπράττονται για υγειονομικούς ελέγχους, είτε στα σύνορα μόνον επί των εισαγόμενων προϊόντων είτε για εσωτερικούς ελέγχους που διενεργούνται τόσο στα εισαγόμενα όσο και στα εγχώρια προϊόντα, συνιστούν επιβαρύνσεις ισοδυνάμου αποτελέσματος προς εισαγωγικούς δασμούς κατά την έννοια του άρθρου 9 και, επομένως, απαγορεύονται, ή εσωτερικούς φόρους που εμπίπτουν στον κανόνα της απαγόρευσης των διακρίσεων του άρθρου 95 της Συνθήκης.
42
Όπως έκρινε ήδη το Δικαστήριο με τις αποφάσεις του της 14ης Δεκεμβρίου 1972 (υπόθεση 29/72, MARIMEX, Racc., σ. 1309) και 5ης Φεβρουαρίου 1976 (υπόθ. 87/75, BRESIANI, Racc., σ. 129), θεωρούνται ως επιβαρύνσεις ισοδυνάμου αποτελέσματος προς εισαγωγικούς δασμούς οι χρηματικές επιβαρύνσεις που επιβάλλονται, λόγω υγειονομικού ελέγχου των προϊόντων, κατά τη διέλευσή τους από τα σύνορα.
Το πράγμα θα είχε διαφορετικά αν οι χρηματικές επιβαρύνσεις περιλαμβάνονταν σε γενικό σύστημα εσωτερικών τελών που πλήττουν συστηματικά τα εγχώρια και τα εισαγόμενα προϊόντα σύμφωνα με τα ίδια κριτήρια.
43
Ανταποκρίνονται στην έννοια των επιβαρύνσεων ισοδυνάμου αποτελέσματος προς εισαγωγικούς δασμούς οι επιβαρύνσεις που εισπράττονται για υγειονομικούς ελέγχους που διενεργούνται στα σύνορα επί εισαγομένων προϊόντων και που προστίθενται στους εσωτερικούς ελέγχους οι οποίοι διενεργούνται αδιακρίτως επί εγχωρίων και εισαγομένων προϊόντων.
44
Εξάλλου, εφόσον οι μεθοριακοί αυτοί έλεγχοι περιλαμβάνονται στη διοικητική δραστηριότητα του κράτους που έχει ως σκοπό να εξασφαλίζει, προς το γενικό συμφέρον, τη δημόσια υγεία και υγιεινή, δεν μπορούν να θεωρηθούν ως υπηρεσία παρεχόμενη στον εισαγωγέα δικαιολογούσα ως αντιπαροχή την είσπραξη χρηματικής επιβαρύνσεως.
45
Αντίθετα, οι επιβαρύνσεις που επιβάλλουν οι διάφορες δημόσιες αρχές για υγειονομικούς ελέγχους που διενεργούνται στο εσωτερικό των κρατών μελών, τόσο στα εγχώρια όσο και στα εισαγόμενα προϊόντα, συνιστούν εσωτερικούς φόρους που εμπίπτουν στην απαγόρευση των διακρίσεων του άρθρου 95 της Συνθήκης.
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ,
κρίνοντας επί των ερωτημάτων που του υπέβαλε ο PRETORE της SUSA με Διάταξη της 6ης Απριλίου 1976, αποφαίνεται:
1.
α)
Οι υγειονομικοί έλεγχοι — συστηματικοί ή όχι — που διενεργούνται στα σύνορα επ' ευκαιρία εισαγωγής ζώων ή κρέατος που προορίζεται για την ανθρώπινη κατανάλωση, συνιστούν μέτρα ισοδυνάμου αποτελέσματος προς ποσοτικούς περιορισμούς κατά την έννοια του άρθρου 30 της Συνθήκης, απαγορευόμενα από τη διάταξη αυτή, υπό την επιφύλαξη των εξαιρέσεων που προβλέπει το κοινοτικό δίκαιο και, ειδικότερα, το άρθρο 36 της Συνθήκης.
β)
Η απαγόρευση παρόμοιων μέτρων, υπό την επιφύλαξη της προαναφερθείσας εξαιρέσεως, ίσχυσε, όσον αφορά τα προϊόντα στα οποία αναφέρονται οι κανονισμοί 14/64 και 805/68 περί κοινής οργανώσεως αγορών στον τομέα του βοείου κρέατος, από την ημερομηνία ενάρξεως ισχύος των εν λόγω κανονισμών.
2.
Ενώ οι συστηματικοί υγειονομικοί έλεγχοι στα σύνορα επί των προϊόντων που αφορούν οι οδηγίες 64/432 και 64/433 δεν είναι πλέον αναγκαίοι ούτε, κατά συνέπεια, δικαιολογούνται βάσει του άρθρου 36, μετά τη λήξη των προθεσμιών που καθόρισαν οι οδηγίες για τη θέση σε ισχύ των αναγκαίων εθνικών διατάξεων για τη συμμόρφωση προς τις διατάξεις των οδηγιών και η συμμόρφωση προς τις προϋποθέσεις υγιεινής πρέπει, καταρχήν, να προκύπτει από τον έλεγχο των εγγράφων (υγειονομικό πιστοποιητικό, πιστοποιητικό καταλληλότητας) που συνοδεύουν υποχρεωτικά τα προϊόντα και μόνο, δεν αποκλείονται οι σποραδικές εξετάσεις κτηνιατρικής ή υγειονομικής φύσεως, υπό τον όρο ότι δεν πολλαπλασιάζονται σε σημείο που να συνιστούν συγκεκαλυμμένο περιορισμό στο εμπόριο μεταξύ των κρατών μελών.
3.
α)
Θεωρούνται ως φορολογικές επιβαρύνσεις ισοδυνάμου αποτελέσματος προς εισαγωγικούς δασμούς οι χρηματικές επιβαρύνσεις που επιβάλλονται, λόγω υγειονομικού ελέγχου των προϊόντων, κατά τη διέλευσή τους από τα σύνορα.
β)
Θα συνέβαινε διαφορετικά μόνον εάν οι χρηματικές επιβαρύνσεις εντάσσονταν σε γενικό σύστημα εσωτερικών τελών που πλήττουν συστηματικά τα εγχώρια και τα εισαγόμενα προϊόντα με βάση τα ίδια κριτήρια.
4.
Οι επιβαρύνσεις που επιβάλλουν οι διάφορες δημόσιες αρχές για υγειονομικούς ελέγχους που διενεργούνται στο εσωτερικό των κρατών μελών, τόσο στα εγχώρια όσο και στα εισαγόμενα προϊόντα, συνιστούν εσωτερικές φορολογικές επιβαρύνσεις που εμπίπτουν στην απαγόρευση των διακρίσεων του άρθρου 95 της Συνθήκης.
Kutscher
Donner
Pescatore
Mertens de Wilmars
Sørensen
Mackenzie Stuart
O'Keeffe
Bosco
Touffait
Κρίθηκε από το Δικαστήριο στο Λουξεμβούργο στις 15 Δεκεμβρίου 1976.
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 15 Δεκεμβρίου 1976.
Kutscher
Donner
Pescatore
Mertens de Wilmars
Sørensen
Mackenzie Stuart
O'Keeffe
Bosco
Touffait
Ο γραμματέας
Α. Van Houtte
Ο Πρόεδρος
Η. Kutscher
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η ιταλική.
Full & Egal Universal Law Academy