ΑΠΟΦΑΣΗ TOY ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ
της 15ης Δεκεμβρίου 1976 ( *1 )
Στην υπόθεση 41/76,
που έχει ως αντικείμενο του COUR D'APPEL του DOUAI, κατ' εφαρμογή του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, με την οποία ζητείται, στο πλαίσιο της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του παραπέμποντος δικαστηρίου μεταξύ αφενός
Suzanne Donckerwolcke, συζύγου Criel, διαχειρίστριας εταιρίας, κατοίκου HEUSDEN (Βέλγιο),
Henri Schou, εξαγωγέα και διαχειριστή εταιρίας, κατοίκου SAINT-DENIS-WESTREM (Βέλγιο),
και
Procureur de la République στο tribunal de grande instance de Lille και Directeur général des douanes et droits indirects, με έδρα το Παρίσι,
η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς την ερμηνεία της έννοιας «μέτρα ισοδυνάμου αποτελέσματος προς ποσοτικούς περιορισμούς επί των εισαγωγών» κατά τα άρθρα 30 και επόμενα της Συνθήκης ΕΟΚ,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ,
συγκείμενο από τους Η. Kutscher, πρόεδρο, Α. Μ. Donner και P. Pescatore, προέδρους τμήματος, J. Mertens de Wilmars, Μ. Sørensen, Α. J. Mackenzie Stuart, A. O'Keeffe, G. Bosco και A. Touffait, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: F. Capotorti
γραμματέας: Α. Van Houtte
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
(το μέρος που περιέχει τα περιστατικά παραλείπεται)
Σκεπτικό
1
Με απόφαση της 7ης Απριλίου 1976, που περιήλθε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 13 Μαΐου 1976, το COUR D'APPEL του DOUAI υπέβαλε δυνάμει του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ δύο ερωτήματα ως προς την ερμηνεία κυρίως των άρθρων 9, 30 και 115 της Συνθήκης ΕΟΚ καθόσον αφορούν την κατάργηση των περιορισμών στην ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων εντός της Κοινότητας ως προς τα προϊόντα προελεύσεως τρίτων χωρών που έχουν τεθεί σε ελεύθερη κυκλοφορία σε ένα από τα κράτη μέλη.
Από την απόφαση παραπομπής προκύπτει ότι οι κατηγορούμενοι στην κύρια δίκη, έμποροι εγκατεστημένοι στο Βέλγιο εισήγαγαν στη Γαλλία κατά τα έτη 1969 και 1970 συνθετικά υφάσματα και σάκκους συσκευασίας προελεύσεως Λιβάνου και Συρίας που τέθηκαν κανονικά σε ελεύθερη κυκλοφορία στο Βέλγιο και κατόπιν εισήχθησαν στη Γαλλία βάσει κοινοτικών πιστοποιητικών κυκλοφορίας DD1 τα οποία εξεδόθησαν από τις βελγικές τελωνειακές αρχές.
2
Είναι βέβαιο ότι τα εν λόγω πιστοποιητικά κυκλοφορίας που βεβαιώνουν την κανονική υπαγωγή του εμπορεύματος στις διατάξεις της ελεύθερης κυκλοφορίας κατά την έννοια του άρθρου 9, παράγραφος 2, της Συνθήκης, δεν περιέχουν ένδειξη ως προς την αρχική καταγωγή του προϊόντος.
3
Κατά την εισαγωγή στη Γαλλία υπεβλήθη για τα εμπορεύματα διασάφηση βάσει εθνικού εντύπου των γαλλικών τελωνείων, καλουμένου D3, ως προερχόμενα από το έδαφος της οικονομικής ενώσεως Βελγίου-Λουξεμβούργου επί του οποίου και είχαν τεθεί σε ελεύθερη κυκλοφορία.
4
Δεδομένου ότι οι γαλλικές αρχές αποκάλυψαν την αρχική καταγωγή των εν λόγω εμπορευμάτων, οι εκκαλούντες, με απόφαση που εξέδωσε στις 19 Ιουνίου 1975 το TRIBUNAL CORRECTIONNEL της LILLE, καταδικάστηκαν λόγω παραβάσεως της τελωνειακής νομοθεσίας σε ποινές φυλακίσεως με αναστολή ενός και τριών μηνών αντιστοίχως, σε πρόστιμο ίσο προς την αξία των εισαχθέντων εμπορευμάτων που επιβλήθηκε αντί της δημοσιεύσεώς τους επειδή δεν κατέστη δυνατό να κατασχεθούν καθώς και σε ένα ακόμη πρόστιμο ίσο προς το διπλάσιο της αξίας των ίδιων εμπορευμάτων.
Από τη δικογραφία προκύπτει ότι η γαλλική νομοθεσία προβλέπει για τα προϊόντα που δεν περιλαμβάνονται ακόμη στην κοινή εμπορική πολιτική μέτρα τελωνειακής επιτήρησης που συνίστανται, ως προς τα προϊόντα που έχουν τεθεί σε ελεύθερη κυκλοφορία δυνάμει των διατάξεων της Συνθήκης, στην υποχρέωση του εισαγωγέα να δηλώσει στο έντυπο D3 όχι μόνο το κράτος στο οποίο διατέθηκαν προς κατανάλωση αλλά και την αρχική τους καταγωγή.
5
Αυτές οι δηλώσεις, που συνδέονται με την έκδοση αδειών εισαγωγής, επιτρέπουν στις τελωνειακές αρχές να παρακολουθούν την εξέλιξη των εισαγωγών εμπορευμάτων που υπόκεινται στην παραπάνω διαδικασία επιτήρησης και να επισημαίνουν έτσι τις ενδεχόμενες εκτροπές του εμπορίου προκειμένου να επιτύχουν τη θέσπιση από την Επιτροπή μέτρων προστασίας δυνάμει του άρθρου 115 της Συνθήκης.
6
Εν όψει αυτής ακριβώς της πραγματικής και νομικής καταστάσεως το COUR D'APPEL υπέβαλε τα ακόλουθα ερωτήματα:
1.
Η απαίτηση του κράτους εισαγωγής να αναγράφεται επί του εντύπου διασαφήσεως η χώρα καταγωγής των προϊόντων που τελούν υπό καθεστώς ελεύθερης κυκλοφορίας και των οποίων η νομική κατάσταση από απόψεως κοινοτικού δικαίου βεβαιώνεται από το κοινοτικό πιστοποιητικό κυκλοφορίας αποτελεί μέτρο ισοδύναμο προς ποσοτικό περιορισμό;
2.
Η εθνική νομοθεσία η οποία απαιτεί, για την εισαγωγή υφαντουργικών προϊόντων προερχομένων από κράτος μέλος στο οποίο βρίσκονται σε ελεύθερη κυκλοφορία καταγομένων όμως από τρίτη χώρα, αίτηση για τη χορήγηση αδείας εν όψει ενδεχομένης εφαρμογής του άρθρου 115 της Συνθήκης περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας συνιστά μέτρο ισοδύναμο προς ποσοτικό περιορισμό:
α)
κατά τη μεταβατική περίοδο·
β)
από της λήξεως της μεταβατικής περιόδου και ειδικότερα μεταξύ 1ης Ιανουαρίου και 2ας Ιουνίου 1970;
7
Τα παραπάνω ερωτήματα πρέπει να εξεταστούν καταρχάς βάσει των κανόνων που εφαρμόζονται μετά τη λήξη της μεταβατικής περιόδου.
Ως προς το οριστικό καθεστώς
8
Τα υποβληθέντα ερωτήματα αφορούν τις διατάξεις που πρέπει να εφαρμοστούν σε προϊόντα καταγόμενα από τρίτες χώρες που δεν έχουν ακόμη υπαχθεί στις διατάξεις της κοινής εμπορικής πολιτικής και τα οποία, αφού τέθηκαν σε ελεύθερη κυκλοφορία εντός κράτους μέλους, επανεξετάζονται σε άλλο κράτος μέλος.
9
Τα ερωτήματα αυτά αφορούν ειδικότερα το αν συμβιβάζονται με τη Συνθήκη μέτρα επιτήρησης που θεσπίζει μονομερώς το κράτος εισαγωγής πριν του επιτραπεί παρέκκλιση από τους κανόνες της ελεύθερης ενδοκοινοτικής κυκλοφορίας δυνάμει του άρθρου 115, εδάφιο 1, δεύτερη περίοδος.
10
Τα εν λόγω μέτρα επιτήρησης συνίστανται στην υποχρέωση του εισαγωγέα να δηλώνει την αρχική καταγωγή του εισαγομένου εμπορεύματος και στην έκδοση αδείας εισαγωγής.
11
Τα παραπάνω ερωτήματα πρέπει να απαντηθούν βάσει των διατάξεων της Συνθήκης περί τελωνειακής ενώσεως και των στενά συνεχομένων με αυτές διατάξεων περί κοινής εμπορικής πολιτικής.
12
Κατά το άρθρο 9 της Συνθήκης η Κοινότητα βασίζεται επί τελωνειακής ενώσεως που εκτείνεται στο σύνολο των εμπορικών συναλλαγών μεταξύ των κρατών μελών.
13
Κατά την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου, τα μέτρα που προβλέπονται για την απελευθέρωση των ενδοκοινοτικών συναλλαγών εφαρμόζονται πανομοιότυπα τόσο στα προϊόντα καταγωγής κρατών μελών όσο και στα προϊόντα προελεύσεως τρίτων χωρών που βρίσκονται σε «ελεύθερη κυκλοφορία» εντός της Κοινότητας.
14
Ως προϊόντα που βρίσκονται σε ελεύθερη κυκλοφορία νοούνται τα προϊόντα τα οποία, προερχόμενα από τρίτες χώρες, εισήχθησαν κανονικά σε οιοδήποτε από τα κράτη μέλη συμφώνως προς τις επιταγές του άρθρου 10.
15
Από το άρθρο 9 προκύπτει ότι, όσον αφορά την ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων εντός της Κοινότητας, τα προϊόντα που απολαύουν ελεύθερης κυκλοφορίας εξομοιώνονται οριστικώς και καθ' όλα με τα προϊόντα καταγωγής κρατών μελών.
16
Από την εξομοίωση αυτή προκύπτει ότι οι διατάξεις του άρθρου 30 περί καταργήσεως των ποσοτικών περιορισμών και κάθε μέτρου ισοδυνάμου αποτελέσματος εφαρμόζονται αδιακρίτως επί των προϊόντων που κατάγονται από την Κοινότητα και επί των προϊόντων που τέθηκαν σε ελεύθερη κυκλοφορία εντός οιουδήποτε κράτους μέλους, ανεξαρτήτως της αρχικής καταγωγής των προϊόντων αυτών.
17
Τα μέτρα ισοδυνάμου αποτελέσματος προς ποσοτικούς περιορισμούς που απαγορεύει η Συνθήκη, περιλαμβάνουν κάθε εμπορική κανονιστική ρύθμιση των κρατών μελών ικανή να παρεμποδίσει άμεσα ή έμμεσα, πραγματικά ή δυνητικά το ενδοκοινοτικό εμπόριο.
18
Η διάταξη αυτή εμποδίζει την εφαρμογή επί των ενδοκοινοτικών σχέσεων μιας εθνικής νομοθεσίας που θα εξακολουθούσε να απαιτεί, έστω και εντελώς τυπικά, τη χορήγηση αδειών εισαγωγής ή την εφαρμογή οποιασδήποτε παρόμοιας πρακτικής.
19
Επιπλέον το άρθρο 9, παράγραφος 2, αποκλείει κάθε διοικητική πρακτική με την οποία διαφοροποιείται το καθεστώς κυκλοφορίας των εμπορευμάτων αναλόγως προς το αν κατάγονται από την Κοινότητα ή αν, καταγόμενα από τρίτες χώρες, τέθηκαν σε ελεύθερη κυκλοφορία σε ένα από τα κράτη μέλη, δεδομένου ότι οι δύο κατηγορίες προϊόντων υπάγονται αδιακρίτως σε ένα και το αυτό καθεστώς ελεύθερης κυκλοφορίας.
20
Κατά συνέπεια, το πιστοποιητικό κυκλοφορίας DD1 που θέσπισε η απόφαση της Επιτροπής της 5ης Δεκεμβρίου 1960 (JO 1961, σ. 29) και το οποίο αφορά την κυκλοφορία των εμπορευμάτων που πληρούν τις απαιτούμενες προϋποθέσεις για την εφαρμογή των διατάξεων της Συνθήκης περί καταργήσεως μεταξύ των κρατών μελών των δασμών και των ποσοτικών περιορισμών, καθώς και κάθε μέτρου ισοδυνάμου αποτελέσματος, δεν περιέχει καμία ένδειξη ως προς την καταγωγή των εμπορευμάτων.
21
Σύμφωνα με το κοινοτικό δίκαιο το εν λόγω πιστοποιητικό πρέπει να εξασφαλίζει αφ' εαυτού στο δικαιούχο και χωρίς την επιβολή κανενός εθνικού μέτρου το ευεργέτημα της ελεύθερης κυκλοφορίας των προϊόντων που αφορά.
22
Ωστόσο από τη λογική της Συνθήκης προκύπτει ότι η εφαρμογή των αρχών που μνημονεύθηκαν παραπάνω εξαρτάται από την εφαρμογή μιας κοινής εμπορικής πολιτικής.
23
Πράγματι η εξομοίωση των εμπορευμάτων που βρίσκονται σε «ελεύθερη κυκλοφορία» με τα προϊόντα καταγωγής κρατών μελών μπορεί να αναπτύξει πλήρη αποτελέσματα εάν υποτεθεί ότι τα εν λόγω εμπορεύματα υπόκεινται στις ίδιες προϋποθέσεις εισαγωγής, εκτελωνισμού και εμπορίας ανεξαρτήτως του κράτους στο οποίο πραγματοποιήθηκε η θέση σε ελεύθερη κυκλοφορία.
24
Κατά το άρθρο 113 της Συνθήκης η ενοποίηση αυτή έπρεπε να επιτευχθεί κατά τη λήξη της μεταβατικής περιόδου ώστε να ευνοηθεί η υλοποίηση κοινής εμπορικής πολιτικής θεμελιωμένης σε ενιαίες αρχές. Μεταξύ άλλων, η μη ολοκλήρωση της κοινοτικής εμπορικής πολιτικής κατά τη λήξη της μεταβατικής περιόδου συντελεί στη διατήρηση μεταξύ των κρατών μελών των διαφορών εμπορικής πολιτικής που μπορούν να προκαλέσουν εκτροπές του εμπορίου ή να δημιουργήσουν οικονομικές δυσχέρειες σε ορισμένα κράτη μέλη.
25
Το άρθρο 115 επιτρέπει να αντιμετωπιστούν τέτοιου είδους δυσχέρειες παρέχοντας στην Επιτροπή την εξουσία να εγκρίνει τη λήψη μέτρων προστασίας από τα κράτη μέλη, ιδίως υπό μορφή παρεκκλίσεως από την αρχή της ελεύθερης κυκλοφορίας εντός της Κοινότητας, για τα προϊόντα που κατάγονται από τρίτα κράτη και έχουν τεθεί σε ελεύθερη κυκλοφορία σε κάποιο από τα κράτη μέλη.
26
Ωστόσο επειδή οι παρεκκλίσεις που επιτρέπει το άρθρο 115, αποτελούν όχι μόνο εξαίρεση από τις διατάξεις των άρθων 9 και 30 της Συνθήκης που είναι θεμελιώδεις για τη λειτουργία της κοινής αγοράς, αλλά και εμπόριο για την εφαρμογή της κοινής εμπορικής πολιτικής που προβλέπει το άρθρο 113, ερμηνεύονται και εφαρμόζονται στενά.
27
Βάσει αυτής ακριβώς της ερμηνείας πρέπει να κριθεί εάν συμβιβάζονται με τους κανόνες περί ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων εντός της Κοινότητας τα «μέτρα επιτήρησης» που περιγράφηκαν πιο πάνω.
28
Κατ' αρχάς, πρέπει να επισημανθεί όσον αφορά το πεδίο εφαρμογής τέτοιων διατάξεων, ότι κατά το άρθρο 115 μπορούν να επιβληθούν περιορισμοί στην αρχή της ελεύθερης ενδοκοινοτικής κυκλοφορίας των εμπορευμάτων που έχουν τεθεί σε ελεύθερη κυκλοφορία μόνο δυνάμει μέτρων εμπορικής πολιτικής που περιλαμβάνονται από το κράτος εισαγωγής συμφώνως προς τη Συνθήκη. Δεδομένου ότι η αρμοδιότητα στον τομέα της εμπορικής πολιτικής μετατέθηκε στο σύνολό της, δυνάμει του άρθρου 113, παράγραφος 1, στην Κοινότητα, από της λήξεως της μεταβατικής περιόδου δεν επιτρέπονται, πράγματι, μέτρα εμπορικής πολιτικής εθνικού χαρακτήρα παρά μόνο κατόπιν ειδικής εξουσιοδοτήσεως εκ μέρους της Κοινότητας.
29
Εντός αυτού του πλαισίου δεν απαγορεύεται στα κράτη μέλη, έστω και αν πρόκειται για εμπόρευμα που τέθηκε σε ελεύθερη κυκλοφορία σε άλλο κράτος μέλος και καλύπτεται από κοινοτικό πιστοποιητικό κυκλοφορίας, να ζητούν από τον εισαγωγέα δήλωση ως προς την αρχική καταγωγή του εν λόγω εμπορεύματος.
30
Υπό τις προϋποθέσεις αυτές μπορεί να γίνει δεκτό ότι η γνώση της παραπάνω καταγωγής είναι αναγκαία τόσο για το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος, προκειμένου να μπορέσει να καθορίσει την έκταση ισχύος των μέτρων εμπορικής πολιτικής που είναι εξουσιοδοτημένο να λαμβάνει συμφώνως προς τη Συνθήκη, όσο και για την Επιτροπή, εν όψει της ασκήσεως του δικαιώματος ελέγχου και αποφάσεως που της επιφυλάσσει το άρθρο 115.
31
Ωστόσο τα κράτη μέλη δεν μπορούν να απαιτούν από τον εισαγωγέα άλλα στοιχεία πέρα από το να αναγράφει την καταγωγή των προϊόντων βάσει των όσων γνωρίζει ή μπορεί ευλόγως να γνωρίζει.
32
Επιπλέον, το γεγονός της μη τηρήσεως από τον εισαγωγέα της υποχρεώσεως να δηλώνει την αρχική καταγωγή ενός εμπορεύματος δεν μπορεί να επισύρει την επιβολή δυσαναλόγων κυρώσεων, εάν ληφθεί υπόψη ο καθαρά διοικητικός χαρακτήρας της παραβάσεως.
33
Στην προκειμένη περίπτωση η κατάσχεση των εμπορευμάτων ή οποιαδήποτε χρηματική κύρωση που θα καθοριζόταν σε συνάρτηση προς την αξία τους θα ήταν ασφαλώς ασυμβίβαστη με τις διατάξεις της Συνθήκης, αφού θα ισοδυναμούσε με εμπόδιο στην ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων. Γενικώς, κάθε διοικητικό ή ποινικό μέτρο που υπερβαίνει τα όρια του απολύτως αναγκαίου προκειμένου το κράτος μέλος εισαγωγής να συγκεντρώσει σχετικά πλήρεις και ακριβείς πληροφορίες ως προς τη διακίνηση των εμπορευμάτων που εμπίπτουν σε ειδικά μέτρα εμπορικής πολιτικής, πρέπει να θεωρείται ως μέτρο ισοδυνάμου αποτελέσματος προς ποσοτικό περιορισμό απαγορευόμενο από τη Συνθήκη.
34
Κατά μείζονα λόγο είναι ασυμβίβαστη με τις διατάξεις της Συνθήκης η απαίτηση άδειας εισαγωγής για την είσοδο σε κράτος μέλος εμπορευμάτων που έχουν τεθεί σε ελεύθερη κυκλοφορία ενός άλλου κράτους μέλους ενόσω η Επιτροπή δεν επέτρεψε κανονικά παρέκκλιση δυνάμει του άρθρου 115 εδάφιο 1, περίοδος 2.
35
Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι η άρνηση εκδόσεως αδείας εισαγωγής, ως μέτρο διασφαλίσεως εν όψει ενδεχομένης εφαρμογής του άρθρου 115, αποτελεί περιορισμό ασυμβίβαστο με το άρθρο 30 της Συνθήκης.
36
Επομένως στο πρώτο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι η απαίτηση του κράτους μέλους εισαγωγής να αναγράφεται η χώρα καταγωγής επί του εντύπου της διασαφήσεως για τα προϊόντα που τελούν υπό καθεστώς ελεύθερης κυκλοφορίας και των οποίων η νομική κατάσταση από άποψη κοινοτικού δικαίου βεβαιώνεται από το κοινοτικό πιστοποιητικό κυκλοφορίας δεν αποτελεί, καθαυτή, μέτρο ισοδύναμο προς ποσοτικό περιορισμό υπό τον όρο ότι πρόκειται για εμπορεύματα που εμπίπτουν σε μέτρα εμπορικής πολιτικής τα οποία έλαβε το εν λόγω κράτος σύμφωνα με τη Συνθήκη.
37
Πάντως μια τέτοια απαίτηση θα ενέπιπτε στην απαγόρευση του άρθρου 30 της Συνθήκης αν εζητείτο από τον εισαγωγέα να δηλώσει στοιχεία πέραν των όσων γνωρίζει ή μπορεί ευλόγως να γνωρίζει ως προς την καταγωγή του εμπορεύματος ή εάν η παράλειψη ή η ανακρίβεια αυτής της δηλώσεως επλήττετο με κυρώσεις δυσανάλογες προς τη φύση μιας καθαρά διοικητικής παραβάσεως.
38
Στο δεύτερο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι μία εθνική νομοθεσία που απαιτεί για την εισαγωγή προϊόντων προερχομένων από κράτος μέλος στο οποίο βρίσκονται σε ελεύθερη κυκλοφορία, καταγομένων όμως από τρίτη χώρα, την έκδοση αδείας ενόψει ενδεχομένης και μελλοντικής εφαρμογής του άρθρου 115 της Συνθήκης αποτελεί σε κάθε περίπτωση ποσοτικό περιορισμό απαγορευόμενο από το άρθρο 30 της Συνθήκης.
Ως προς το καθεστώς της μεταβατικής περιόδου
39
Ενόψει του γεγονότος ότι οι εισαγωγές οι οποίες συνιστούν την αφορμή για την ποινική καταδίκη των εκκαλούντων πραγματοποιήθηκαν εν μέρει πριν από την 1η Ιανουαρίου 1970, ημερομηνία κατά την οποία έληξε η μεταβατική περίοδος, το εθνικό δικαστήριο ζητεί να πληροφορηθεί αν την περίοδο εκείνη αποτελούσε μέτρο ισοδυνάμου αποτελέσματος προς ποσοτικό περιορισμό μία εθνική νομοθεσία που απαιτούσε για την εισαγωγή προϊόντων, που προέρχονταν από κράτος μέλος στο οποίο βρίσκονταν σε ελεύθερη κυκλοφορία, κατάγονταν όμως από τρίτη χώρα, αίτηση για τη χορήγηση αδείας εισαγωγής ενόψει ενδεχομένης εφαρμογής του άρθρου 115 της Συνθήκης περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας.
40
Κατά τα άρθρα 30 έως 35 της Συνθήκης σε συνδυασμό με το άρθρο 8, παράγραφος 7, οι ποσοτικοί περιορισμοί και κάθε μέτρο ισοδυνάμου αποτελέσματος έπρεπε να καταργηθούν προοδευτικώς στο ενδοκοινοτικό εμπόριο κατά τη μεταβατική περίοδο, η δε κατάργησή τους έπρεπε να είχε ολοκληρωθεί μέχρι τη λήξη της μεταβατικής περιόδου. Επομένως, πριν από τη λήξη αυτής της περιόδου τα κράτη μέλη είχαν το δικαίωμα να διατηρούν, έστω και επικουρικώς, περιοριστικά μέτρα στο ενδοκοινοτικό εμπόριο.
41
Η Συνθήκη δεν είχε ακόμη καθορίσει ως σκοπό της περιόδου αυτής τη θέσπιση κοινής εμπορικής πολιτικής, με αποτέλεσμα να μπορούν νομίμως να υφίστανται διαφορές ως προς την ακολουθουμένη από τα κράτη μέλη πολιτική στον τομέα του εξωτερικού εμπορίου.
42
Συμφώνως προς το πνεύμα των διατάξεων αυτών το εδάφιο 2 του άρθρου 115 επέτρεπε κατά τη μεταβατική περίοδο στα κράτη μέλη να λάβουν τα ίδια, σε επείγουσα περίπτωση, τα αναγκαία μέτρα για την αντιμετώπιση εκτροπών του εμπορίου με την υποχρέωση να ενημερώνουν τα άλλα κράτη μέλη και την Επιτροπή και με την επιφύλαξη του δικαιώματος της Επιτροπής να απαιτεί την τροποποίηση ή κατάργηση των μέτρων που λήφθηκαν μονομερώς.
43
Επομένως, προκύπτει ότι αυτή καθ' αυτή η υποχρέωση που είχε επιβληθεί στον εισαγωγέα εμπορεύματος το οποίο είχε τεθεί σε ελεύθερη κυκλοφορία εντός άλλου κράτους μέλους να λάβει ενδεχομένως άδεια εισαγωγής συμβιβαζόταν με το κοινοτικό δίκαιο στο στάδιο εξελίξεώς του κατά την εποχή εκείνη.
44
Πάντως, η διακριτική ευχέρεια των κρατών μελών δεν ήταν στην προκειμένη περίπτωση απόλυτη κατά την εξεταζομένη περίοδο.
45
Πράγματι, δυνάμει των άρθρων 31 και 32 της Συνθήκης τα κράτη μέλη είχαν την υποχρέωση να μη θεσπίζουν νέους ποσοτικούς περιορισμούς ή μέτρα ισοδυνάμου αποτελέσματος και να μην καθιστούν πιο περιοριστικό το καθεστώς που ίσχυε κατά την έναρξη της ισχύος της Συνθήκης.
46
Κατά συνέπεια εναπόκειται στο εθνικό δικαστήριο να εξετάσει αν τα μέτρα που είχαν εφαρμογή κατά το χρόνο πραγματοποιήσεως των επιδίκων εισαγωγών, εφόσον οι εν λόγω εισαγωγές έλαβαν χώρα πριν από τη λήξη της μεταβατικής περιόδου, ήταν ενδεχομένως πιο περιοριστικά από τα μέτρα που ίσχυαν την 1η Ιανουαρίου 1958, ημερομηνία ενάρξεως της ισχύος της Συνθήκης.
47
Στο ερώτημα που υπέβαλε το εθνικό δικαστήριο πρέπει, επομένως, να δοθεί η απάντηση ότι εθνική νομοθεσία που κατά τη μεταβατική περίοδο απαιτεί για την εισαγωγή προϊόντων προερχομένων από κράτος μέλος στο οποίο βρίσκονται σε ελεύθερη κυκλοφορία, καταγομένων όμως από τρίτη χώρα, αίτηση για τη χορήγηση αδείας ενόψει ενδεχομένης εφαρμογής του άρθρου 115 της Συνθήκης δεν αποτελεί ποσοτικό περιορισμό απαγορευόμενο από τη Συνθήκη εφόσον η εν λόγω απαίτηση δεν καθιστά δυσμενέστερο το καθεστώς που είχε εφαρμογή κατά την έναρξη ισχύος της Συνθήκης.
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ,
κρίνοντας επί των ερωτημάτων που του υπέβαλε το COUR D'APPEL του DOUAI με απόφαση της 7ης Απριλίου 1976, αποφαίνεται:
1)
Η απαίτηση του κράτους εισαγωγής να αναγράφεται η χώρα καταγωγής επί του εντύπου της διασαφήσεως για τα προϊόντα που τελούν υπό καθεστώς ελεύθερης κυκλοφορίας και των οποίων η νομική κατάσταση από απόψεως κοινοτικού δικαίου βεβαιώνεται από το κοινοτικό πιστοποιητικό κυκλοφορίας δεν αποτελεί, καθαυτή, μέτρο ισοδύναμο προς ποσοτικό περιορισμό υπό τον όρο ότι πρόκειται για εμπορεύματα που εμπίπτουν σε μέτρα εμπορικής πολιτικής τα οποία έλαβε το εν λόγω κράτος μέλος συμφώνως προς τη Συνθήκη. Πάντως μια τέτοια απαίτηση θα ενέπιπτε στην απαγόρευση του άρθρου 30 της Συνθήκης αν εζητείτο από τον εισαγωγέα να δηλώσει στοιχεία πέραν των όσων γνωρίζει ή μπορεί ευλόγως να γνωρίζει ως προς την καταγωγή του εμπορεύματος, εάν η παράλειψη ή η ανακρίβεια αυτής της δηλώσεως επλήττετο με κυρώσεις δυσανάλογες προς τη φύση μιας καθαρά διοικητικής παραβάσεως.
2)
Μία εθνική νομοθεσία που απαιτεί για την εισαγωγή προϊόντων προερχομένων από κράτος μέλος εντός του οποίου βρίσκονται σε ελεύθερη κυκλοφορία, καταγομένων όμως από τρίτη χώρα, την έκδοση αδείας εν όψει ενδεχομένης και μελλοντικής εφαρμογής του άρθρου 115 της Συνθήκης αποτελεί σε κάθε περίπτωση ποσοτικό περιορισμό απαγορευόμενο από το άρθρο 30 της Συνθήκης. Εθνική νομοθεσία που κατά τη μεταβατική περίοδο απαιτεί για την εισαγωγή προϊόντων προερχομένων από κράτος μέλος στο οποίο βρίσκονται σε ελεύθερη κυκλοφορία, καταγομένων όμως από τρίτη χώρα, αίτηση για τη χορήγηση αδείας ενόψει ενδεχομένης εφαρμογής του άρθρου 115 της Συνθήκης δεν αποτελεί ποσοτικό περιορισμό απαγορευόμενο από τη Συνθήκη, εφόσον η εν λόγω απαίτηση δεν καθιστούσε δυσμενέστερο το καθεστώς που είχε εφαρμογή κατά την έναρξη ισχύος της Συνθήκης.
Kutscher
Donner
Pescatore
Mertens de Wilmars
Sørensen
Mackenzie Stuart
O'Keeffe
Bosco
Touffait
Κρίθηκε από το Δικαστήριο στο Λουξεμβούργο στις 15 Δεκεμβρίου 1976.
Δημοσιεύτηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 15 Δεκεμβρίου 1976.
Kutscher
Donner
Pescatore
Mertens de Wilmars
Sørensen
Mackenzie Stuart
O'Keeffe
Bosco
Touffait
Ο γραμματέας
Α. Van Houtte
Ο Πρόεδρος
Η. Kutscher
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η γαλλική.
Full & Egal Universal Law Academy