ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ
της 1ης Φεβρουαρίου 1977 ( *1 )
Στην υπόθεση 47/76,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση του COUR D'APPEL te Gent προς το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογή του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, με την οποία ζητείται, στο πλαίσιο της δίκης που εκκρεμεί ενώπιον του παραπέμποντος δικαστηρίου μεταξύ
Ζεύγους Alexis de Norre και Martine de Clercq κατοίκων Grammont (Βέλγιο),
και
NV Brouwery Concordia, Grammont,
η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς την ερμηνεία του άρθρου 85 της εν λόγω συνθήκης, του άρθρου 4, παράγραφος 2, υποπαράγραφος 1, του κανονισμού 17 του Συμβουλίου, της 6ης Φεβρουαρίου 1962 («Πρώτος κανονισμός εφαρμογής των άρθρων 85 και 86 της Συνθήκης», EE ειδ. έκδ. 08/001, σ. 25), και του κανονισμού 67/67/ΕΟΚ της Επιτροπής, της 22ας Μαρτίου 1967, περί εφαρμογής του άρθρου 85 παράγραφος 3 της Συνθήκης σε κατηγορίες συμφωνιών αποκλειστικότητος (EE ειδ. έκδ. 08/001, σ. 65),
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
συγκείμενο από τους Η. KUTSCHER, Πρόεδρο, Α. Μ. DONNER και P. PESCATORE, προέδρους τμήματος, J. MERTENS DE WILMARS, Μ. SØRENSEN, Α. J. MACKENZIE STUART, Α. O'KEEFFE, G. BOSCO και A. TOUFFAIT, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: Η. MAYRAS
γραμματέας: Α. VAN HOUTTE
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
(το μέρος που περιέχει τα περιστατικά παραλείπεται)
Σκεπτικό
1
Με παρεμπίπτουσα απόφαση της 26ης Μαΐου 1976 που περιήλθε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 4 Ιουνίου 1976, το COUR D'APPEL της Γάνδης υπέβαλε, δυνάμει του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, ορισμένα προδικαστικά ερωτήματα ως προς την ερμηνεία του άρθρου 85 της εν λόγω συνθήκης, του κανονισμού 17 του Συμβουλίου, της 6ης Φεβρουαρίου 1962 περί εφαρμογής των άρθρων 85 και 86 της Συνθήκης (EE ειδ. έκδ. 08/001, σ. 25) καθώς και του κανονισμού 67/67/ΕΟΚ της Επιτροπής, της 22ας Μαρτίου 1967, περί εφαρμογής του άρθρου 85 παράγραφος 3 της συνθήκης σε κατηγορίες συμφωνιών αποκλειστικότητας (EE ειδ. έκδ. 08/001, σ. 65).
2
Όπως προκύπτει από τη δικογραφία, διάδικοι στην κύρια δίκη είναι ένα ζυθοποιείο που κατέχει περίπου το 0,5 % της βελγικής παραγωγής ζύθου και οι εκμεταλλευόμενοι ένα καφενείο στο GRAMMONT (Βέλγιο), αμφισβητείται δε το κύρος, από τη σκοπιά του άρθρου 85 της Συνθήκης, μια σύμβασης με την οποία οι εν λόγω έμποροι ανέλαβαν την υποχρέωση έναντι του ζυθοποιείου, και σε αντιστάθμισμα μακροπρόθεσμου δανείου που έλαβαν, «να μη διατηρούν ούτε να πωλούν άλλα ποτά πλην των ποτών του (εν λόγω ζυθοποιείου) ή αυτών που προμηθεύει το ζυθοποιείο (…) στην εμπορική επιχείρηση που εκμεταλλεύονται».
3
Κρίνεται σκόπιμο να εξεταστεί πρώτα το δεύτερο ερώτημα του εθνικού δικαστηρίου.
Επί του δευτέρου ερωτήματος
4
Το ερώτημα αυτό αφορά την ερμηνεία του κανονισμού 67/67 που εκδόθηκε βάσει του άρθρου 85, παράγραφος 3, της Συνθήκης και του κανονισμού 19/65/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 2ας Μαρτίου 1965, περί εφαρμογής της εν λόγω παραγράφου 3 σε κατηγορίες συμφωνιών και εναρμονισμένων πρακτικών (EE ειδ. έκδ. 08/001, σ. 59).
5
Συγκεκριμένα ερωτάται αν από την απόφαση του Δικαστηρίου της 3ης Φεβρουαρίου 1976 (ROUBAIX - WATTRELOS, 63/75, Rec. 1976, σ. 111) μπορεί να συναχθεί κατ' αναλογία ότι η γενική εξαίρεση που προβλέπει ο κανονισμός 67/67 υπέρ ορισμένων κατηγοριών συμφωνιών «ισχύει για όλες τις συμφωνίες αποκλειστικής προμήθειας του εν προκειμένου τύπου οι οποίες συνάπτονται μεταξύ επιχειρήσεων ενός μόνο κράτους μέλους».
6
1)
Ο κανονισμός αυτός, ως εκ της φύσεως του και του σκοπού που επιδιώκει, αφορά μόνο τις συμφωνίες οι οποίες, αν δε συντρέχει απαλλαγή, εμπίπτουν στην απαγόρευση του άρθρου 85, παράγραφος 1 της Συνθήκης.
7
Αφετέρου, όπως έκρινε το Δικαστήριο με την απόφαση της 12ης Δεκεμβρίου 1967 BRASSERIE DE HAECHT, (υπόθεση 23/67, Rec. 1967, σ. 525), «οι συμβάσεις με τις οποίες μια επιχείρηση αναλαμβάνει την υποχρέωση να εφοδιάζεται από μια και μόνη επιχείρηση αποκλεισμένης κάθε άλλης δεν συγκεντρώνουν αφ' εαυτών τα συστατικά στοιχεία του ασυμβίβαστου προς τη κοινή αγορά», αλλά τα πληρούν ενδεχομένως «εφόσον, είτε η κάθε μια χωριστά είτε συγχρόνως με άλλες, στο οικονομικό και νομικό πλαίσιο στο οποίο παρεμβαίνουν» — και ιδίως λόγω του ότι υπάρχουν παρόμοιες συμβάσεις και λόγω του σωρευτικού αποτελέσματος που παράγουν —, είναι «ικανές να επηρεάσουν το εμπόριο μεταξύ κρατών μελών και έχουν είτε ως στόχο είτε ως αποτέλεσμα να εμποδίσουν, περιορίσουν ή νοθεύσουν τη λειτουργία του ανταγωνισμού».
8
Υπό τις συνθήκες αυτές το υπό κρίση ερώτημα πρέπει να νοηθεί ως αναφερόμενο στο αν, στην περίπτωση που ορισμένες συμφωνίες όπως οι εν προκειμένου εμπίπτουν στην απαγόρευση του άρθρου 85 παράγραφος 1, λόγω του σωρευτικού αποτελέσματος του συνόλου των παρομοίων συμφωνιών, καλύπτονται από την εξαίρεση κατά κατηγορίες που θεσπίζει ο κανονισμός 67/67.
9
2)
Σύμφωνα με το άρθρο 1, παράγραφος 1 του κανονισμού αυτού — όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 2591 της Επιτροπής, της 8ης Δεκεμβρίου 1972 (EE ειδ. έκδ. 08/001 σ. 93) — το άρθρο 85, παράγραφος 1 της Συνθήκης ΕΟΚ «κηρύσσεται ανεφάρμοστο μέχρι την 31η Δεκεμβρίου 1982 στις συμφωνίες στις οποίες συμμετέχουν μόνο δύο επιχειρήσεις και… β) στις οποίες η μια αναλαμβάνει την υποχρέωση έναντι της άλλης να προμηθεύεται ορισμένα προϊόντα μόνο από αυτήν, με σκοπό τη μεταπώληση …».
10
Η άποψη της Επιτροπής ότι η εν λόγω διάταξη, παρά το γράμμα της, δεν εφαρμόζεται σε συμφωνίες όπως η προκειμένη οι οποίες δεν ορίζουν σε ποιο τμήμα του εδάφους της κοινής αγοράς πρέπει να πραγματοποιηθεί η μεταπώληση των συγκεκριμένων προϊόντων, δεν μπορεί να γίνει δεκτή.
11
Το ότι για την εφαρμογή του άρθρου 1, παράγραφος 1, σημείο α του κανονισμού 67/67 που αναφέρεται στις συμφωνίες με τις οποίες αναλαμβάνεται η υποχρέωση αποκλειστικής διαθέσεως απαιτείται ρητά να περιέχεται εδαφική ρήτρα στη συμφωνία, εξηγείται από το γεγονός ότι ο προσδιορισμός του εδάφους εφαρμογής είναι συμφυής σ' αυτό το είδος συμβάσεως.
12
Αντιθέτως για τις συμφωνίες αποκλειστικής προμήθειας, ο ρητός προσδιορισμός της ζώνης εφαρμογής είναι γενικώς περιττός, ιδίως όταν πρόκειται για συμβάσεις με ζυθοποιεία όπως η επίδικη, αφού είναι αυτονόητο ότι ο καφεπώλης θα διαθέσει τα ποτά, αντικείμενα της συμβάσεως, εντός του καταστήματός του.
13
Επομένως οι επίδικες συμφωνίες πληρούν τις προϋποθέσεις του άρθρου 1, παράγραφος 1, σημείο β, του κανονισμού 67/67.
14
Ωστόσο, σύμφωνα με τη δεύτερη παράγραφο του ίδιου άρθρου, «η παράγραφος 1 δεν εφαρμόζεται σε συμφωνίες στις οποίες συμμετέχουν μόνο επιχειρήσεις ενός κράτους μέλους και οι οποίες αφορούν τη μεταπώληση προϊόντων στο εσωτερικό αυτού του κράτους μέλους».
15
Δεδομένου ότι οι συμφωνίες του είδους της επίδικης εν προκειμένω καλύπτονται από τη διάταξη αυτή πρέπει να ερευνηθεί μήπως εμπίπτουν στη γενική εξαίρεση κατά το μέτρο που απαγορεύονται από το άρθρο 85, παράγραφος 1 της Συνθήκης.
16
Με την απόφαση ROUBAIX - WATTRELOS την οποία επικαλείται το εθνικό δικαστήριο, το Δικαστήριο έκρινε ότι η εν λόγω δεύτερη παράγραφος «αποκλείει του πεδίου εφαρμογής του άρθρου 85, παράγραφος 1 και κατά συνέπεια του κανονισμού 67/67, τις συμφωνίες αποκλειστικότητος που έχουν καθαρά εθνικό χαρακτήρα και δεν είναι ικανές να επηρεάσουν αισθητά το εμπόριο μεταξύ κρατών μελών», αντιθέτως όμως «δεν έχει ως αντικείμενο να αποκλείσει της εξαιρέσεως κατά κατηγορία τις συμφωνίες οι οποίες, καίτοι συνάπτονται μεταξύ δύο επιχειρήσεων ενός μόνο κράτους μέλους είναι, κατ' εξαίρεση, ικανές να επηρεάσουν αισθητά το εμπόριο μεταξύ κρατών μελών, πληρούν όμως κατά τα λοιπά όλες τις προϋποθέσεις του άρθρου 1 του κανονισμού 67/67».
17
Η νομολογία αυτή εμπνέεται από την τέταρτη αιτιολογική σκέψη του εν λόγω κανονισμού κατά την οποία «οι συμφωνίες αποκλειστικότητος (του είδους στο οποίο αναφέρεται ο κανονισμός) που έχουν συναφθεί στο εσωτερικό κράτους μέλους δύνανται μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις να επηρεάσουν το εμπόριο μεταξύ κρατών μελών και επομένως δεν είναι αναγκαίο να συμπεριληφθούν στον παρόντα κανονισμό».
18
Το γεγονός ότι η δεύτερη παράγραφος του άρθρου 1 του κανονισμού αποκλείει τις καθαρά εθνικές συμφωνίες από τη γενική εξαίρεση εξηγείται από το ότι τις θεωρεί γενικώς τόσο ασήμαντες ως προς τα αποτελέσματά τους επί του εμπορίου μεταξύ κρατών μελών ώστε δεν χρειάζεται να εξαιρεθούν από την απαγόρευση στην οποία μόνο κατ' εξαίρεση μπορούν να εμπίπτουν.
19
Επομένως η διάταξη αυτή έχει την έννοια ότι οι συμφωνίες αυτού του είδους καλύπτονται από την απαλλαγή στην περίπτωση που εμπίπτουν κατ' εξαίρεση στην απαγόρευση του άρθρου 85, παράγραφος 1, της Συνθήκης διότι μόνο μ' αυτή την ερμηνεία αποφεύγεται η παράλογη συνέπεια να αντιμετωπίζονται οι καθαρά εθνικές συμφωνίες δυσμενέστερα από τις πολυεθνικές του ίδιου τύπου, ενώ κανονικά οι τελευταίες είναι περισσότερο ικανές να βλάψουν τη λειτουργία της κοινής αγοράς.
20
Η ερμηνεία αυτή αρμόζει όχι μόνο στις συμφωνίες αποκλειστικής παραδόσεως αλλά και στις συμφωνίες αποκλειστικής προμήθειας.
21
Οι θεωρήσεις αυτές οδηγούν στο συμπέρασμα ότι οι συμφωνίες του άρθρου 1, παράγραφος 1, στοιχείο β του κανονισμού 67/67 που συνάπτονται μεταξύ δύο επιχειρήσεων του ίδιου κράτους μέλους πληρούν τις προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου αυτού εφόσον εμπίπτουν στην απαγόρευση του άρθρου 85, παράγραφος 1 της Συνθήκης.
22
Για να εμπίπτει στη γενική απαλλαγή η συμφωνία πρέπει περαιτέρω να πληροί τις προϋποθέσεις των άρθρων 2 και 3 του εν λόγω κανονισμού.
23
Το άρθρο 2 αφορά μόνο τις συμφωνίες αποκλειστικής παραδόσεως ενώ το άρθρο 3 αναφέρεται σε περιπτώσεις που είναι προφανώς ξένες προς τις συμβάσεις με ζυθοποιεία, όπως αυτή στην οποία αναφέρεται το εθνικό δικαστήριο.
24
3)
Οι προαναφερθείσες σκέψεις υπαγορεύουν μεν καταφατική απάντηση στο ερώτημα του εθνικού δικαστηρίου, πλην όμως πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω μήπως η καταφατική απάντηση προσκρούει σε ορισμένες αντιρρήσεις που διατυπώθηκαν κατά τη διαδικασία.
25
α)
Συγκεκριμένα υποστηρίχτηκε ότι η επίλυση του ζητήματος κατά την έννοια ότι ο κανονισμός 67/67 έχει εφαρμογή στις επίδικες συμφωνίες δεν συμβιβάζεται με τη νομολογία του Δικαστηρίου κατά την οποία οι συμβάσεις αποκλειστικής παραδόσεως ή προμηθείας δεν εμπίπτουν μεν στην απαγόρευση του άρθρου 85 εφόσον εξετάζονται μεμονωμένα, ενδέχεται όμως να εμπίπτουν αν εντάσσονται στο πλαίσιο ορισμένου αριθμού παρόμοιων συμφωνιών που είναι ικανές στο σύνολό τους να επηρεάσουν αισθητά το εμπόριο μεταξύ κρατών μελών και τη λειτουργία του ανταγωνισμού στο εσωτερικό της Κοινότητας.
26
Η σχετική νομολογία αφορά μόνο το ζήτημα αν και ενδεχομένως υπό ποίες προϋποθέσεις, οι προαναφερθείσες συμφωνίες απαγορεύονται από το άρθρο 85, παράγραφος 1 της Συνθήκης και όχι το ζήτημα υπό ποίες προϋποθέσεις, τότε, εμπίπτουν, ή μπορούν να εμπίπτουν σε γενική ή ειδική εξαίρεση δυνάμει της τρίτης παραγράφου του ίδιου άρθρου.
27
Η μόνη απόφαση στην οποία το Δικαστήριο αντιμετώπισε ζήτημα παραπλήσιο με το υπό κρίση εν προκειμένω, η απόφαση ROUBAIX - WATTRELOS, υπαγορεύει καταφατική απάντηση στο υπό κρίση ερώτημα όπως προκύπτει από τις προαναφερθείσες σκέψεις.
28
Δεν μπορεί εξάλλου να υποστηριχθεί ότι αντιβαίνει στο πνεύμα και στους στόχους του κανονισμού 67/67 η άποψη ότι ο κανονισμός έχει εφαρμογή σε συμφωνίες οι οποίες δεν εμπίπτουν στην απαγόρευση του άρθρου 85 παρά μόνο λόγω του σωρευτικού αποτελέσματος ενός ή περισσοτέρων δικτύων παρόμοιων συμφωνιών.
29
Αντιθέτως μάλιστα η άποψη αυτή, εκτός του ότι δεν ευρίσκει έρεισμα στο γράμμα του κανονισμού, θα κατέληγε να του στερήσει σε μεγάλο βαθμό το αντικείμενό του, δεδομένου ότι ο κανονισμός αναφέρεται ακριβώς σε κατηγορίες συμφωνιών που εντάσσονται συχνά στο πλαίσιο τέτοιων δικτύων.
30
Η προσέγγιση αυτή επιρρωνύεται από τη σκέψη ότι ο κανονισμός 67/67 αποβλέπει στην προώθηση της ασφάλειας του δικαίου υπέρ των ατόμων και στη διευκόλυνση της εφαρμογής των κοινοτικών διατάξεων στον τομέα του ανταγωνισμού.
31
Είναι πράγματι σκόπιμο να προβλέπεται, εφόσον το επιτρέπει η Συνθήκη, γενική εξαίρεση υπέρ των συμφωνιών οι οποίες δεν εμπίπτουν στην απαγόρευση του άρθρου 85 παρά μόνο λόγω του σωρευτικού αποτελέσματος ενός ή περισσοτέρων δικτύων παρόμοιων συμφωνιών, άρα λόγω παραγόντων ξένων προς τη συγκεκριμένη συμφωνία που συνήθως δεν γνωρίζουν με ακρίβεια οι συμβαλλόμενοι και των οποίων η εκτίμηση απαιτεί εξέταση τόσο πολυάριθμων και περίπλοκων στοιχείων ώστε να αντιμετωπίζουν πολύ μεγάλες δυσχέρειες τα εθνικά δικαστήρια.
32
Αν η Επιτροπή θεωρεί ότι το σωρευτικό αποτέλεσμα του συνόλου των εν λόγω συμφωνιών είναι τόσο πολύ περιοριστικό ώστε δεν δικαιολογείται γενική εξαίρεση, έχει τη δυνατότητα και την υποχρέωση να κάνει χρήση των εξουσιών που της παρέχει το άρθρο 7 του κανονισμού 19/65 κατά το οποίο, «αν η Επιτροπή διαπιστώσει (…) ότι, σε συγκεκριμένη περίπτωση, συμφωνίες (…) που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής κανονισμού εκδοθέντος δυνάμει του άρθρου 1 (δηλαδή κανονισμού που προβλέπει εξαίρεση κατά κατηγορίες), έχουν παραλλήλως συνέπειες ασυμβίβαστες με τις προϋποθέσεις του άρθρου 85 παράγραφος 3 της συνθήκης, δύναται να άρει το ευεργέτημα της εφαρμογής του κανονισμού αυτού εκδίδοντας απόφαση, κατά τα άρθρα 6 και 8 του κανονισμού αριθ. 17, χωρίς να είναι αναγκαία η κοινοποίηση η οποία αναφέρεται στο άρθρο' 4, παράγραφος 1, του κανονισμού αριθ. 17».
33
Υπό το ίδιο πνεύμα πρέπει να γίνει δεκτό ότι, όπως προκύπτει από τους ίδιους τους ισχυρισμούς της, η Επιτροπή αφενός έλαβε κοινοποίηση ορισμένων συμβάσεων με ζυθοποιεία χωρίς να αποφανθεί σχετικώς μέχρι στιγμής και αφετέρου προέβη, δυνάμει του άρθρου 12 του κανονισμού 17, σε έρευνα στον κλάδο της ζυθοποιίας που περιορίστηκε πάντως στα έξι αρχικά κράτη μέλη χωρίς να οδηγήσει ούτε αυτή στην έκδοση αποφάσεως.
34
β)
Τέλος η εφαρμογή του κανονισμού 67/67 στις επίδικες συμφωνίες δεν μπορεί να αμφισβητηθεί με την αιτιολογία ότι οι συμφωνίες αυτές εμπίπτουν στην απαλλαγή από την κοινοποίηση κατά το άρθρο 4, παράγραφος 2, υποπαράγραφος 1 του κανονισμού 17, τη στιγμή που καμιά διάταξη του κανονισμού 67/67 δεν ρυθμίζει την τύχη των συμφωνιών για τις οποίες χωρεί απαλλαγή από την κοινοποίηση.
35
θα ήταν πράγματι παράλογο να μην εμπίπτουν στη γενική εξαίρεση οι συμφωνίες για τις οποίες δεν συντρέχει υποχρέωση κοινοποιήσεως — και οι οποίες δηλαδή κρίνονται γενικώς λιγότερο βλαπτικές για τη λειτουργία της κοινής αγοράς — στην περίπτωση που εμπίπτουν στην απαγόρευση του άρθρου 85 της Συνθήκης ενώ συγχρόνως πληρούν τις προϋποθέσεις εφαρμογής του κανονισμού 67/67.
36
Αυτό επιρρωνύεται από την προτελευταία αιτιολογική σκέψη του εν λόγω κανονισμού στην οποία αναφέρεται ρητά ότι, ακόμη και οι συμφωνίες για τις οποίες χωρεί κοινοποίηση δυνάμει του κανονισμού 17, οι οποίες όμως εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού 67/67, «δεν οφείλουν πλέον να κοινοποιούνται».
37
Επομένως στο ερώτημα του COUR D'APPEL της Γάνδης προσήκει η απάντηση ότι οι συμφωνίες στις οποίες μετέχουν μόνο δύο επιχειρήσεις ενός και του αυτού κράτους μέλους, με τις οποίες η μία αναλαμβάνει την υποχρέωση έναντι της άλλης να προμηθεύεται ορισμένα προϊόντα μόνο από αυτή με σκοπό τη μεταπώληση και οι οποίες δεν εμφανίζουν τα στοιχεία του άρθρου 3 του κανονισμού 67/67, εμπίπτουν στην εξαίρεση κατά κατηγορίες που προβλέπει ο κανονισμός αυτός εφόσον, αν δεν υπήρχε η εξαίρεση, θα ενέπιπταν στην απαγόρευση του άρθρου 85, παράγραφος 1 της Συνθήκης ΕΟΚ.
Επί των λοιπών ερωτημάτων
38
Η απάντηση στο δεύτερο ερώτημα οδηγεί στο συμπέρασμα ότι οι συμφωνίες στις οποίες αναφέρεται το εθνικό δικαστήριο είναι έγκυρες είτε διότι δεν εμπίπτουν εξ αρχής στην απαγόρευση του άρθρου 85, παράγραφος 1 της Συνθήκης είτε διότι εμπίπτουν στη γενική εξαίρεση που προβλέπει ο κανονισμός 67/67.
39
Υπό τις συνθήκες αυτές παρέλκει η απάντηση στα λοιπά ερωτήματα που υπέβαλε το εθνικό δικαστήριο.
(παραλείπεται)
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ,
κρίνοντας επί των ερωτημάτων που του υπέβαλε το COUR D'APPEL te Gent, αποφαίνεται:
Οι συμφωνίες στις οποίες μετέχουν μόνο δύο επιχειρήσεις ενός και του αυτού κράτους μέλους, με τις οποίες η μία αναλαμβάνει την υποχρέωση έναντι της άλλης να προμηθεύεται ορισμένα προϊόντα μόνο από αυτή με σκοπό τη μεταπώληση και οι οποίες δεν εμφανίζουν τα στοιχεία του άρθρου 3 του κανονισμού 67/67, εμπίπτουν στην εξαίρεση κατά κατηγορίες που προβλέπει ο κανονισμός αυτός εφόσον, αν δεν υπήρχε η εξαίρεση, θα ενέπιπταν στην απαγόρευση του άρθρου 85, παράγραφος 1 της Συνθήκης ΕΟΚ.
KUTSCHER
DONNER
PESCATORE
MERTENS DE WILMARS
SØRENSEN
MACKENZIE STUART
O'KEEFFE
BOSCO
TOUFFAIT
Δημοσιεύτηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο την 1η Φεβρουαρίου 1977.
Ο γραμματέας
Α. VAN HOUTTE
Ο πρόεδρος
Η. KUTSCHER
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η γαλλική.
Full & Egal Universal Law Academy