ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ
της 16ης Φεβρουαρίου 1977 ( *1 )
Στην υπόθεση 72/76,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση του Cour de cassation της Γαλλίας προς το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογή του άρθρου 177 της Συνθήκης, με την οποία ζητείται, στο πλαίσιο της δίκης που εκκρεμεί ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου μεταξύ
Landesversicherungsanstalt Rheinland-Pfalz
και
Henriette, χήρας Tbpfer, το γένος Dontenwill,
Jean-Pierre Weber
και
Compagnie d'assurances «Le Phénix»,
η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς την ερμηνεία του άρθρου 52 του κανονισμού 3 του Συμβουλίου, της 25ης Σεπτεμβρίου 1958, περί κοινωνικής ασφαλίσεως των διακινουμένων εργαζομένων (JO 1958, σ. 561),
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ,
συγκείμενο από τους Η. Kutscher, πρόεδρο, Μ. Donner και P. Pescatore, προέδρους τμήματος, J. Mertens de Wilmars, Μ. Sørensen, Α. J. Mackenzie Stuart, A. O'Keeffe, G. Bosco και A. Touffait, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: J. P. Warner
γραμματέας: A. Van Houtte
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
(το μέρος που περιέχει τα περιστατικά παραλείπεται)
Σκεπτικό
1
Με απόφαση της 17ης Ιουνίου 1976, που περιήλθε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 19 Ιουλίου του ίδιου έτους, το Cour de cassation της Γαλλίας ζήτησε από το Δικαστήριο, βάσει του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, να αποφανθεί ως προς την ερμηνεία του άρθρου 52 του κανονισμού 3 του Συμβουλίου, της 25ης Σεπτεμβρίου 1958, περί κοινωνικής ασφαλίσεως των διακινούμενων εργαζομένων (JO 1958, σ. 561).
2
Η υπόθεση στην κύρια δίκη αφορά την υποκατάσταση ενός γερμανικού φορέα κοινωνικής ασφάλισης, του Landesversicherungsanstalt (LVA) του Rheinland-Pfalz, στα δικαιώματα της χήρας ενός των ασφαλισμένων του, δυνάμει της παραγράφου 1542 του Reichsversicherungsordnung (γερμανικός κώδικας κοινωνικής ασφάλισης) που προβλέπει την υποκατάσταση του φορέα κοινωνικής ασφάλισης στα δικαιώματα του θύματος ή των δικαιοδόχων του μέχρι του ποσού των παροχών.
3
Όπως προκύπτει από τη δικογραφία, ύστερα από το θάνατο του Topfer, γερμανικής ιθαγένειας, συνεπεία ατυχήματος που συνέβη στις 11 Σεπτεμβρίου 1968 στη Mulhouse, τόπο της οικογενειακής του κατοικίας, η χήρα του, γαλλικής ιθαγένειας, άσκησε αγωγή ενώπιον του Tribunal de grande instance της Mulhouse κατά του υπευθύνου και της ασφαλιστικής του εταιρίας αποτιμώντας τη συνολική ζημία που υπέστη σε 64986,55 γαλλικά φράγκα, κατόπιν αφαιρέσεως του ποσού των 2889,33 FF που της κατέβαλε το γαλλικό Caisse primaire d'assurance maladie, λόγω του θανάτου του συζύγου της.
4
Η ενάγουσα έλαβε υπόψη κατά τον υπολογισμό της τη σύνταξη που της χορηγούσε ο LVA μετά το θάνατο του συζύγου της, ζήτησε δηλαδή μόνο τη διαφορά μεταξύ της ζημίας που υπέστη από το θάνατο του συζύγου της και των ποσών που έλαβε από τους φορείς κοινωνικής ασφάλισης.
5
Το Tribunal de grande instance καταδίκασε τον υπεύθυνο και τον ασφαλιστή του σε αποκατάσταση ολόκληρης της ζημίας που υπέστη η Topfer και της επιδίκασε το ποσό των 41589,79 FF, που αναλύεται ως εξής:
για ηθική βλάβη
20 000,00 FF
για υλική ζημία
30 000,00 FF
για έζοδα κηδείας και διάφορα άλλα
4 479,12 FF
54 479,12 FF
μείον προκαταβολή 10 000 FF πον
είχε ήδη λάβει η Topfer και το
προαναφερθέν εφάπαξ ποσό λόγω θανάτου
12 889,33 FF
41 589,79 FF
και απέρριψε το αίτημα του LVA, που παρενέβη στη δίκη, περί επιστροφής της συντάξεως που κατέβαλε στην Töpfer.
6
Το LVA άσκησε έφεση κατά της αποφάσεως αυτής, το δε Cour d'appel de Colmar αύξησε από 30000 σε 40000 FF το οφειλόμενο ποσό εις αποκατάσταση της υλικής ζημίας που υπέστη η Topfer, προκειμένου να μπορέσει το γερμανικό ταμείο να εισπράξει ποσό 7765,09 γερμανικών μάρκων αντί των παροχών που είχε καταβάλει.
7
Το ποσό αυτό αντιπροσωπεύει το κεφαλαιοποιημένο ποσό της πρόωρης σύνταξης — που έχει ωστόσο χαρακτήρα αποζημιώσεως — την οποία υποχρεώθηκε να καταβάλει, λόγω του εξ ατυχήματος θανάτου του ασφαλισμένου, το LVA, το οποίο, αν δεν είχε συμβεί το ατύχημα, θα όφειλε να την καταβάλει από 21 Μαρτίου 1971, οπότε το θύμα θα συμπλήρωνε την ηλικία συνταξιοδοτήσεως, δηλαδή ηλικία 65 ετών.
8
Το LVA άσκησε αναίρεση υποστηρίζοντας ότι, δυνάμει του δικαιώματος υποκαταστάσεως, πρέπει να του επιστραφούν χωρίς περιορισμό τα ποσά της σύνταξης που κατέβαλε ήδη και εκείνα που θα καταβάλει στο μέλλον.
9
Το Cour de cassation της Γαλλίας ερωτά σχετικώς αν το δικαίωμα υποκαταστάσεως που έχει ενδεχομένως δυνάμει του άρθρου 52 του κανονισμού 3 ο φορέας κοινωνικής ασφάλισης ενός κράτους μέλους, στην περίπτωση που κάποιος από τους ασφαλισμένους του υφίσταται ατύχημα στο έδαφος άλλου κράτους μέλους, διέπεται, ως προς την έκταση και ως προς την κατανομή μεταξύ του ταμείου και του ασφαλισμένου ή των δικαιοδόχων του της αποζημίωσης που υποχρεούται να καταβάλλει ο υπαίτιος του ατυχήματος, από τη νομοθεσία του κράτους στο οποίο υπάγεται ο εν λόγω φορέας.
10
Το άρθρο 52 του κανονισμού 3 του Συμβουλίου ορίζει ότι:
«Αν το πρόσωπο που δικαιούται παροχών δυνάμει της νομοθεσίας ενός κράτους μέλους λόγω ζημίας η οποία επήλθε στο έδαφος άλλου κράτους μέλους έχει, στο έδαφος αυτό, το δικαίωμα να ζητήσει από τρίτο την αποκατάσταση της ζημίας αυτής, τα έναντι του τρίτου ενδεχόμενα δικαιώματα του φορέα οφειλέτη ρυθμίζονται ως εξής:
α)
Στην περίπτωση όπου, δυνάμει της νομοθεσίας στην οποία υπάγεται, ο φορέας οφειλέτης υποκαθίσταται στα έναντι του τρίτου δικαιώματα του δικαιούχου, τα κράτη μέλη αναγνωρίζουν αυτή την υποκατάσταση.
β)
Στην περίπτωση όπου ο φορέας οφειλέτης έχει άμεσο δικαίωμα έναντι του τρίτου, τα κράτη μέλη αναγνωρίζουν αυτσ το δικαίωμα.»
11
Βάσει του άρθρου αυτού η υποκατάσταση χωρεί δυνάμει της νομοθεσίας στην οποία υπάγεται ο φορέας οφειλέτης.
12
Βάσει αυτής της νομοθεσίας πρέπει επομένως να κριθεί η ύπαρξη του δικαιώματος υποκαταστάσεως.
13
Αντιθέτως, προκειμένου να προσδιοριστεί το περιεχόμενο του δικαιώματος αυτού πρέπει να ληφθεί υπόψη το όριο που θέτουν οι διατάξεις του άρθρου 52 του κανονισμού, κατά το οποίο η υποκατάσταση χωρεί μόνο κατά το μέτρο που η ζημία αποτελεί την αιτία της καταβολής των παροχών από το φορέα οφειλέτη.
14
Η ερμηνεία αυτή συνάγεται από το ίδιο το γράμμα του εν λόγω άρθρου όπου η έκφραση «η ζημία αυτή» αναφέρεται στη ζημία λόγω της οποίας ένα πρόσωπο δικαιούται παροχών, η καταβολή των οποίων γεννά δικαίωμα υποκαταστάσεως.
15
Επομένως αν ο φορέας οφειλέτης υποκαθίσταται, δυνάμει της νομοθεσίας στην οποία υπάγεται, στα δικαιώματα του δικαιούχου, το επιληφθέν δικαστήριο οφείλει να αναγνωρίσει την υποκατάσταση μόνο κατά το μέτρο της ζημίας που προσδιορίστηκε κατ' αυτόν τον τρόπο.
16
Αν προκύπτει ενώπιον του δικαστηρίου ότι, εκτός της ζημίας που αποτελεί την αιτία της παροχής κοινωνικής ασφαλίσεως, ο δικαιούχος αυτής μπορεί να ζητήσει και άλλες αποζημιώσεις λόγω υλικής ζημίας ή ηθικής βλάβης, δεν χωρεί γι' αυτές υποκατάσταση.
17
Επομένως, ενώπιον του εν λόγω δικαστηρίου, το ποσό το οποίο μπορεί να απαιτήσει ο φορέας οφειλέτης στο πλαίσιο της υποκατάστασης υπολογίζεται κατά τρόπο ώστε να μη θίγεται ούτε το ποσό της υλικής ζημίας που υπέστη ο δικαιούχος, εκτός της ζημίας η οποία αποκαθίσταται με τις παροχές, ούτε η ηθική βλάβη, ούτε οι άλλες ζημίες προσωπικού χαρακτήρα, την αποκατάσταση των οποίων μπορεί ενδεχομένως να αξιώσει ο δικαιούχος.
18
Επομένως, στο υποβληθέν ερώτημα προσήκει η απάντηση ότι το δικαίωμα υποκαταστάσεως που έχει ενδεχομένως, δυνάμει του άρθρου 52 του κανονισμού 3, ο φορέας κοινωνικής ασφάλισης ενός κράτους μέλους, στην περίπτωση ατυχήματος που επέρχεται σε κάποιον από τους ασφαλισμένους του στο έδαφος άλλου κράτους μέλους, αναγνωρίζεται βάσει της νομοθεσίας στην οποία υπάγεται ο φορέας οφειλέτης.
19
Ωστόσο, από τις αποζημιώσεις τις οποίες αναγνωρίζει στο θύμα ή στους δικαιοδόχους του η νομοθεσία του κράτους στο έδαφος του οποίου επήλθε το ατύχημα, το εν λόγω δικαίωμα υποκαταστάσεως περιλαμβάνει μόνο εκείνες που αντιστοιχούν στις παροχές τις οποίες καταβάλλει ο φορέας οφειλέτης, αποκλειομένων των αποζημιώσεων λόγω ηθικής βλάβης ή άλλης ζημίας προσωπικού χαρακτήρα.
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ,
κρίνοντας επί του ερωτήματος που του υπέβαλε με απόφαση της 17ης Ιουνίου 1976 το Cour de cassation της Γαλλίας, αποφαίνεται:
Το δικαίωμα υποκαταστάσεως που έχει ενδεχομένως, δυνάμει του άρθρου 52 του κανονισμού 3, ο φορέας κοινωνικής ασφάλισης ενός κράτους μέλους, στην περίπτωση ατυχήματος που επέρχεται σε κάποιον από τους ασφαλισμένους του στο έδαφος άλλου κράτους μέλους, αναγνωρίζεται βάσει της νομοθεσίας στην οποία υπάγεται ο φορέας οφειλέτης. Ωστόσο, από τις αποζημιώσεις τις οποίες αναγνωρίζει στο θύμα ή στους δικαιοδόχους του η νομοθεσία του κράτους στο έδαφος του οποίου επήλθε το ατύχημα, το εν λόγω δικαίωμα υποκαταστάσεως περιλαμβάνει μόνο εκείνες που αντιστοιχούν στις παροχές τις οποίες καταβάλλει ο φορέας οφειλέτης, αποκλειομένων των αποζημιώσεων λόγω ηθικής βλάβης ή άλλης ζημίας προσωπικού χαρακτήρα.
Kutscher
Donner
Pescatore
Mertens de Wilmars
Sørensen
Mackenzie Stuart
O'Keeffe
Bosco
Touffait
Κρίθηκε από το Δικαστήριο στο Λουξεμβούργο στις 16 Φεβρουαρίου 1977.
Δημοσιεύτηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 16 Φεβρουαρίου 1977.
Kutscher
Donner
Pescatore
Mertens de Wilmars
Sørensen
Mackenzie Stuart
O'Keeffe
Bosco
Touffait
Ο γραμματέας
Α. Van Houtte
Ο Πρόεδρος
Η. Kutscher
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η γαλλική.
Full & Egal Universal Law Academy