ΑΠΌΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ
της 25ης Μαΐου 1977 ( *1 )
Στην υπόθεση 77/76,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση της PRETURA DI ABBIATEGRASSO προς το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογή του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, με την οποία ζητείται, στο πλαίσιο της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του παραπέμποντος δικαστηρίου μεταξύ
F.lli Cucchi
και
Avez SpA,
η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς την ερμηνεία του άρθρου 13, παράγραφος 2, της Συνθήκης ΕΟΚ, καθώς και των κανονισμών του Συμβουλίου 1009/67/ΕΟΚ, της 18ης Δεκεμβρίου 1967 και 3330/74, της 19ης Δεκεμβρίου 1974, περί κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα της ζάχαρης (EE ειδ. έκδ. 03/11, σ. 134)
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ,
συγκείμενο από τους Η. KUTSCHER, πρόεδρο, Α. Μ. DONNER και P. PESCATORE, προέδρους τμήματος, J. MERTENS DE WILMARS, Μ. SØRENSEN, Α. J. MACKENZIE STUART, Α. O'KEEFFE, G. BOSCO και A. TOUFFAIT, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: G. REISCHL
γραμματέας: Α. VAN HOUTTE
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
(το μέρος που περιέχει τα περιστατικά παραλείπεται)
Σκεπτικό
1
Με Διάταξη της 16ης Ιουλίου 1976, που περιήλθε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 28 του ίδιου μήνα, ο PRETORE του ABBIATEGRASSO υπέβαλε στο Δικαστήριο σειρά ερωτημάτων σχετικά με την ερμηνεία των άρθρων 1 έως 8, 13, παράγραφος 2 και 38 έως 43 της Συνθήκης ΕΟΚ, καθώς και των κανονισμών του Συμβουλίου 1009/67, της 18ης Δεκεμβρίου 1967 και 3330/74, της 19ης Δεκεμβρίου 1974, περί κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα της ζάχαρης (EE ειδ. έκδ. 03/11, σ. 134).
2
Τα ερωτήματα αυτά υποβάλλονται στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ δύο ιταλικών επιχειρήσεων.
3
Η επιχείρηση Αφοί CUCCHI, ενάγουσα στην κύρια δίκη, ανέθεσε στην AVEZ SPA του Μιλάνου, εναγομένη στην κύρια δίκη, να εισαγάγει από την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας στην Ιταλία 100 εκατόλιτρα ζάχαρης, τα 40 από τα οποία παραδόθηκαν στις 28 Ιουνίου 1976 και τα υπόλοιπα επρόκειτο να παραδοθούν τον επόμενο Ιούλιο. Η AVEZ SPA ζήτησε από την πρώτη να της καταβάλει πέραν της τιμής του εμπορεύματος και την αξία δύο φόρων που χαρακτηρίζονται ως προσαύξηση επί της τιμής (SOVRAPPREZZO) και ως έκτακτη προσαύξηση επί της τιμής (SOVRAPPREZZO STRAORDINARIO) αντιστοίχως, συμφώνως προς τα μέτρα του COMITATO INTERMINISTERIALE DI PREZZI (CIP).
4
Η ενάγουσα στην κύρια δίκη θεώρησε την προσαύξηση επί της τιμής και την έκτακτη προσαύξηση επί της τιμής ως ασυμβίβαστες με τους κανόνες του κοινοτικού δικαίου και άσκησε αγωγή κατά της αντιδίκου ενώπιον του PRETORE, προκειμένου να αναγνωριστεί ότι δεν της οφείλει τίποτε για τους εν λόγω φόρους.
5
Με την από 11ης Ιουλίου 1976 παρέμβασή της η FEDERGROSSISTI (FEDERAZIONE NATIONALE PER IL COMMERCIO ALIMENTARE — SINDICATO NAZIONALE DELLO ZUCCHERO) αναφέρει ότι οι επικρίσεις που διατυπώθηκαν κατά της εθνικής κανονιστικής ρύθμισης είναι βάσιμες και ζητεί την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως από το Δικαστήριο δυνάμει του άρθρου 177 της Συνθήκης.
6
Με την προαναφερθείσα Διάταξη, το εθνικό δικαστήριο έκανε δεκτή την παρέμβαση και αποφάσισε να υποβάλει στο Δικαστήριο οκτώ ερωτήματα που πρότει νε η ενάγουσα, από τα οποία τα τέσσερα πρώτα αποβλέπουν στο να διευκρινιστεί εάν συμβιβάζεται με το κοινοτικό δίκαιο η προσαύξηση επί της τιμής, ενώ τα υπόλοιπα τέσσερα στο εάν συμβιβάζεται με το κοινοτικό δίκαιο η έκτακτη προσαύξηση επί της τιμής.
I — Γενική παρατήρηση
7
Από τη Διάταξη παραπομπής προκύπτει ότι η απάντηση στα ερωτήματα που υποβλήθηκαν πρέπει να παράσχει στο εθνικό δικαστήριο τη δυνατότητα να κρίνει εάν συμβιβάζονται με το κοινοτικό δίκαιο οι δύο φόροι οι οποίοι αποκαλούνται προσαύξηση επί της τιμής (SOVRAPPREZZO) και έκτακτη προσαύξηση επί της τιμής (SOVRAPPREZZO STRAORDINARIO) αντιστοίχως και οι οποίοι θεσπίστηκαν με διατάξεις του CIP, τα δε έσοδα που αποφέρουν διατίθενται για τη χρηματοδότηση των ενισχύσεων που χορηγούνται στους Ιταλούς παραγωγούς τεύτλων και στην ιταλική βιομηχανία ζάχαρης. Η Κυβέρνηση της Ιταλικής Δημοκρατίας προέβαλε με τις παρατηρήσεις της ότι το άρθρο 38 του κανονισμού 3330/74 επιτρέπει ρητώς τη χορήγηση των εν λόγω ενισχύσεων για τις ζαχαρικές περιόδους 1975-1976 έως 1979-1980.
8
Η Ιταλική Κυβέρνηση κρίνει ότι η εν λόγω άδεια την εξουσιοδοτεί να συγκεντρώσει τους αναγκαίους για τη χρηματοδότηση πόρους με τους τρόπους που αυτή θεωρεί ως πιο κατάλληλους και εύλογους εντός των ορίων του κοινοτικού δικαίου.
9
Η άδεια του άρθρου 38 του κανονισμού 3330/74, όσον αφορά τη χορήγηση των ενισχύσεων που προβλέπει, δεν μπορεί να νοηθεί ότι συνεπάγεται το συμβιβαστό με κοινοτικό δίκαιο οιουδήποτε τρόπου χρηματοδοτήσεως αυτών των ενισχύσεων, ανεξάρτητα από τη φύση ή τις λεπτομέρειες εφαρμογής του. Κατά τη χρηματοδότηση της παρεχομένης ενισχύσεως, οι εθνικές αρχές εξακολουθούν να υπόκεινται όχι μόνο στις υποχρεώσεις που απορρέουν από τη Συνθήκη, αλλά και στις υποχρεώσεις που απορρέουν από τις άλλες διατάξεις του κανονισμού 3330/74. Κάθε τρόπος χρηματοδοτήσεως που παρεκκλίνει από τις διατάξεις αυτές πρέπει να προκύπτει από ρητή διάταξη ή, τουλάχιστον, από κείμενο που καταδεικνύει σαφώς τις προθέσεις του Συμβουλίου εν προκειμένω. Ωστόσο δεν υπάρχει κείμενο που να επιτρέπει παρόμοια παρέκκλιση, η δε απάντηση που πρόκειται να δοθεί στα ερωτήματα που υποβλήθηκαν πρέπει ακριβώς να λαμβάνει υπόψη το γεγονός αυτό.
II — Επί των ερωτημάτων που αφορούν την προσαύξηση επί της τιμής
10
Με το πρώτο ερώτημα το εθνικό δικαστήριο ερωτά εάν το άρθρο 13, παράγραφος 2 της Συνθήκης, το άρθρο 21, παράγραφος 2 του κανονισμού 3330/74, καθώς και το άρθρο 20, παράγραφος 2, του κανονισμού 1009/67 αντίκεινται στην εφαρμογή, επί των συναλλαγών, μεταξύ κρατών μελών στην αγορά ζαχάρεως εθνικού φορολογικού μέτρου που πλήττει οιαδήποτε ποσότητα ζάχαρης είτε εγχώριας παραγωγής είτε εισαγόμενη, και του οποίου τα έσοδα ωφελούν αποκλειστικά τις εγχώριες βιομηχανίες ζάχαρης και τους εγχώριους παραγωγούς τεύτλων.
11
Το εθνικό δικαστήριο διευκρινίζει ότι το μέτρο αυτό αποτελεί τμήμα συστήματος ενισχύσεων για τις οποίες υπάρχουν βέβαια κοινοτικές διατάξεις, κυρίως το άρθρο 34 του κανονισμού 1009/67, το άρθρο 38 του κανονισμού 3330/74 και το άρθρο 4 του κανονισμού 1487/76 του Συμβουλίου, της 22ας Ιουνίου 1976 (EE ειδ. έκδ. 003/15, σ. 161), αλλ' ότι, όμως, ποτέ δεν εγκρίθηκε από κάποιο κοινοτικό όργανο ούτε εφαρμόστηκε σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 41 του κανονισμού 1009/67 ή του άρθρου 36 του κανονισμού 3330/74.
12
Το άρθρο 9 της Συνθήκης, το οποίο μετά τη λήξη της μεταβατικής περιόδου αντιστοιχεί προς το άρθρο 13 που αναφέρεται στο ερώτημα, απαγορεύει την επιβολή οιουδήποτε εισαγωγικού δασμού και οιασδήποτε φορολογικής επιβαρύνσεως ισοδύναμου αποτελέσματος στις συναλλαγές μεταξύ των κρατών μελών. Τα άρθρα 20, παράγραφος 2, του κανονισμού 1009/67 και 21, παράγραφος 2, του κανονισμού 3330/74 απαγορεύουν επίσης την είσπραξη οιουδήποτε δασμού ή οιασδήποτε φορολογικής επιβαρύνσεως ισοδύναμου αποτελέσματος, εκτός αντιθέτων διατάξεων των παραπάνω κανονισμών ή παρεκκλίσεως που αποφασίζεται από το Συμβούλιο.
13
Όπως έγινε δεκτό με τις αποφάσεις της 19ης Ιουνίου 1973 (υπόθεση 77/72, CAPOLONGO, RACC. σ. 611) και της 18ης Ιουνίου 1975 (υπόθεση 94/74, IGAV, RACC. σ. 699), η απαγόρευση των άρθρων 9 και 13 αφορά κάθε φόρο που εισπράττεται επ' ευκαιρία της εισαγωγής ή λόγω αυτής και ο οποίος, πλήττοντας ειδικά το εισαγόμενο προϊόν και όχι το ομοειδές εγχώριο, καταλήγει, μεταβάλλοντας την τιμή κόστους, να ασκεί επί της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων την ίδια περιοριστική επίδραση που ασκεί και ο δασμός. Αντιθέτως, το γεγονός ότι ο φόρος επιβάλλεται αδιακρίτως τόσο επί των εγχωρίων προϊόντων όσο και επί των προϊόντων των άλλων κρατών μελών θέτει το ζήτημα εάν η εν λόγω φορολογία εμπίπτει στην απαγόρευση των άρθρων 9 και 13 ή στον κανόνα της απαγόρευσης των διακρίσεων στον τομέα των εσωτερικών φόρων του άρθρου 95.
14
Σύμφωνα με τη λογική της Συνθήκης, δεν μπορεί η ίδια φορολογία να εμπίπτει συγχρόνως στις δύο κατηγορίες που μνημονεύτηκαν, δεδομένου ότι οι αναφερόμενοι στα άρθρα 9 και 13 φόροι πρέπει απλώς να καταργηθούν, ενώ προκειμένου για την επιβολή εσωτερικών φόρων το άρθρο 95 προβλέπει μόνο την εξάλειψη οιασδήποτε μορφής διακρίσεως, άμεσης ή έμμεσης, ως προς τη μεταχείριση των εγχώριων προϊόντων κράτους μέλους και των προϊόντων καταγωγής άλλων κρατών μελών.
15
Κατά συνέπεια, δεν μπορούν να θεωρηθούν ως φορολογικές επιβαρύνσεις ισοδύναμου αποτελέσματος οι χρηματικές επιβαρύνσεις που εντάσσονται σε γενικό σύστημα εσωτερικής φορολογίας το οποίο περιλαμβάνει συστηματικά και με τα ίδια κριτήρια τα εγχώρια και τα εισαγόμενα προϊόντα.
16
Τούτο θα ίσχυε άλλως μόνον εάν τέτοιου είδους εισφορά που επιβαρύνει συγκεκριμένα προϊόντα διετίθετο αποκλειστικά για τη χρηματοδότηση δραστηριοτήτων που ωφελούν ειδικά τα εγχώρια φορολογούμενα προϊόντα έτσι ώστε να εξουδετερώνεται η φορολογική επιβάρυνση που υφίστανται.
17
Πράγματι ένας τέτοιος τρόπος επιβολής φόρου δεν θα είχε παρά μόνο κατ' επίφαση τα γνωρίσματα συστήματος εσωτερικών φόρων και επομένως θα μπορούσε, λόγω του προστατευτικού του χαρακτήρα, να χαρακτηριστεί ως φορολογική επιβάρυνση ισοδύναμου αποτελέσματος με δασμούς ώστε να έχουν εφαρμογή οι απαγορεύσεις των άρθρων 9 και 13, καθώς και των προαναφερθεισών κανονιστικών διατάξεων. Παρόμοιος χαρακτηρισμός προϋποθέτει την ύπαρξη σαφούς αντιστοιχίας μεταξύ αφενός της επιβολής φορολογικής εισφοράς που πλήττει αδιακρίτως τα προϊόντα που αφορά, εγχώρια ή εισαγόμενα, και αφετέρου του πλεονεκτήματος που παρέχεται μόνο στα εγχώρια προϊόντα με πόρους όμως που προέρχονται από την παραπάνω εισφορά.
18
Κατά συνέπεια, εναπόκειται στο εθνικό δικαστήριο να κρίνει εάν υφίσταται ή όχι η αντιστοιχία αυτή και να λάβει υπόψη στην προκειμένη περίπτωση το γεγονός ότι, σύμφωνα με τα δεδομένα της δικογραφίας, τα έσοδα που προκύπτουν από την επιβολή του επίδικου φόρου ωφελούν μάλλον τους παραγωγούς τεύτλων, καθώς και τη βιομηχανία ζάχαρης με αποτέλεσμα να διατίθεται για τη ζάχαρη, ως διακεκριμένο προϊόν, σε σχέση με τα τεύτλα, λιγότερο από το ήμισυ των εισπραττομένων πόρων.
19
Από τα παραπάνω προκύπτει ότι στο πρώτο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι μία εισφορά που εντάσσεται στο γενικό σύστημα εσωτερικών φόρων και περιλαμβάνει με τα ίδια κριτήρια τόσο τα εγχώρια όσο και τα εισαγόμενα προϊόντα μπορεί να αποτελεί φορολογική επιβάρυνση ισοδύναμου αποτελέσματος προς εισαγωγικό δασμό μόνον υπό τον όρο ότι διατίθεται αποκλειστικά για τη χρηματοδότηση δραστηριοτήτων που ωφελούν ειδικά το εγχώριο φορολογούμενο προϊόν, ότι υπάρχει ταύτιση μεταξύ του φορολογούμενου προϊόντος και του ωφελούμενου εγχώριου προϊόντος και ότι οι επιβαρύνσεις που πλήττουν το εγχώριο προϊόν συμψηφίζονται εξ ολοκλήρου.
20
Υπό τις περιστάσεις αυτές το δεύτερο και το τρίτο ερώτημα που υποβλήθηκαν ενόψει καταφατικής απαντήσεως στο πρώτο κατέστησαν άνευ αντικειμένου.
21
Με το τέταρτο ερώτημα το εθνικό δικαστήριο ερωτά εάν η επιβολή χρηματικής επιβαρύνσεως όπως η αναφερόμενη στο πρώτο ερώτημα, συνιστά παράβαση της απαγορεύσεως των διακρίσεων μεταξύ παραγωγών και καταναλωτών που περιέχεται στο άρθρο 40, παράγραφος 3, δεύτερο εδάφιο της Συνθήκης. Επ' αυτού αρκεί η παρατήρηση ότι η απαγόρευση κάθε διακρίσεως μεταξύ προϊόντων άλλων κρατών μελών και εγχώριων ομοειδών προϊόντων που προβλέπεται στο άρθρο 95 της Συνθήκης καταλαμβάνει ειδικότερα ενδεχόμενη παράβαση των θεμελιωδών κοινοτικών αρχών στον τομέα που αναφέρει το εθνικό δικαστήριο. Κατά συνέπεια, παρέλκει η απάντηση και σε αυτό το ερώτημα.
III — Επί των ερωτημάτων που αφορούν την έκτακτη προσαύξηση επί της τιμής
22
Από τη Διάταξη παραπομπής προκύπτει ότι τα ερωτήματα πέντε έως οκτώ αφορούν το ζήτημα αν η έκτακτη προσαύξηση επί της τιμής (SOVRAPPREZZO STRAORDINARIO), που θεσπίστηκε με την 20/1976 πράξη του CIP (GURI αριθ. 172) και επιβλήθηκε στα αποθέματα ζάχαρης που υπήρχαν στις 2 Ιουλίου 1976 κατά τη μετάβαση από τη ζαχαρική περίοδο 1975-1976 στη ζαχαρική περίοδο 1976-1977, συμβιβάζεται με το κοινοτικό δίκαιο.
23
Η Κυβέρνηση της Ιταλικής Δημοκρατίας αναφέρει στις παρατηρήσεις της ότι ο εν λόγω φόρος, που επιβλήθηκε εφάπαξ, είχε ως μοναδικό σκοπό να καλύψει το έλλειμμα του εξισωτικού ταμείου που οφείλεται στη χορήγηση κατά την προηγούμενη ζαχαρική περίοδο ενισχύσεων εγκεκριμένων δυνάμει του άρθρου 38 του κανονισμού 3330/74, το ποσό των οποίων υπερέβη το προϊόν της συνήθους προσαυξήσεως επί της τιμής που επιβλήθηκε κατά την ίδια ζαχαρική περίοδο.
24
Η Επιτροπή, αν και επιβεβαιώνει τα στοιχεία αυτά, παρατηρεί ότι ο παραπάνω φόρος πλήττει τα αποθέματα με ποσά που υπολογίζονται βάσει δύο σαφώς διακεκριμένων στοιχείων, δηλαδή, πρώτον, βάσει της ποσοστιαίας αυξήσεως της προσαυξήσεως επί της τιμής από 56 λιρέτες ανά χιλιόγραμμο κατά την περίοδο 1975-1976 σε 70 λιρέτες για την περίοδο 1976-1977 και, δεύτερον, βάσει της μεταβολής της ισοτιμίας της «πράσινης λιρέτας», σε σχέση με τη λογιστική μονάδα, την οποία καθόριζε κατά την έναρξη της περιόδου 1976-1977 ο κανονισμός 1020/76 του Συμβουλίου, της 29ης Απριλίου 1976 (JO L 115).
25
Επειδή με το πέμπτο ερώτημα το εθνικό δικαστήριο ερωτά εάν τα προβλήματα που θέτουν τα τέσσερα πρώτα ερωτήματα δημιουργούνται επίσης όταν χρηματική επιβάρυνση — που πλήττει τόσο την εγχώρια παραγωγή όσο και την εισαγόμενη ζάχαρη — επιβάλλεται, όσον αφορά την εισαγόμενη ζάχαρη, όχι επ' ευκαιρία της εισαγωγής αλλά αργότερα, όταν πλέον υπάρχουν αποθέματα ζάχαρης.
26
Το ερώτημα αυτό αναφέρεται προφανώς στο μέρος της έκτακτης προσαυξήσεως που αντιστοιχεί στην αύξηση της προσαυξήσεως για τη νέα περίοδο εμπορίας. Το εν λόγω μέρος της έκτακτης προσαυξήσεως φέρει τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα της συνήθους προσαυξήσεως στην οποία ενσωματώνεται και επομένως η απάντηση που πρέπει να δοθεί στο πρώτο ερώτημα ισχύει επίσης και για το πέμπτο ερώτημα.
27
Με το έκτο ερώτημα το εθνικό δικαστήριο ερωτά εάν συμβιβάζεται με την κοινοτική κανονιστική ρύθμιση, ιδίως με τον κανονισμό 3330/74, χρηματική επιβάρυνση που επιβάλλεται με πράξη της κυβερνήσεως, χωρίς προηγούμενη άδεια των κοινοτικών οργάνων, στα αποθέματα ζάχαρης που υπάρχουν σε ορισμένο χρονικό σημείο στις αποθήκες των επιχειρήσεων κατά τη μετάβαση από τη μία ζαχαρική περίοδο στην άλλη. Το παραπάνω ερώτημα αφορά το μέρος της έκτακτης προσαυξήσεως με το οποίο ζητείται από ορισμένους κατόχους αποθεμάτων ζάχαρης η καταβολή ποσού που αντιστοιχεί στην αύξηση τιμής της ζάχαρης λόγω μεταβολής της ισοτιμίας της λογιστικής μονάδας σε σχέση με τη λιρέτα (την πράσινη λιρέτα), κατά τη μετάβαση από την περίοδο εμπορίας 1975-1976 στην περίοδο εμπορίας 1976-1977.
28
Με τον τρόπο αυτό περιορίζονται τα αποτελέσματα της παραπάνω αναπροσαρμογής των τιμών ως προς ορισμένες ποσότητες ζάχαρης που αποθεματοποιήθηκαν σε προηγούμενες ζαχαρικές περιόδους.
29
Κατά το άρθρο 33 του κανονισμού 3330/74 «οι διατάξεις που είναι αναγκαίες, για να αποφευχθεί η διαταραχή της αγοράς της ζάχαρης μετά από μία αναπροσαρμογή του επιπέδου των τιμών κατά τη μετάβαση από τη μία ζαχαρική περίοδο στην άλλη, δύνανται να θεσπίζονται κατά τη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 36», δηλαδή κατά τη λεγόμενη διαδικασία των Επιτροπών Διαχείρισης. Η διαδικασία αυτή δεν τηρήθηκε επειδή οι αρμόδιες αρχές έκριναν ότι στην προκειμένη περίπτωση δεν συντρέχει λόγος εφαρμογής του άρθρου 33.
30
Με απόφαση της 30ής Οκτωβρίου 1975 (υπόθεση 23/75, REY SODA, CASSA CONGUAGLIO ZUCCHERO, RACC. σ. 1279), το Δικαστήριο αναγνώρισε ως ανίσχυρο το άρθρο 6 του κανονισμού 834/74 της Επιτροπής, επειδή η Επιτροπή δεν μπορούσε να αναθέσει σε κράτος μέλος τη θέσπιση, υπό μορφή μέτρου εκτελέσεως, κανόνων ουσιαστικού δικαίου, πράγμα το οποίο συνέβη με το προαναφερθέν άρθρο 6, παρόλο που η Επιτροπή ήταν εξουσιοδοτημένη δυνάμει του άρθρου 37 του κανονισμού 1009/67 — διάταξη που αντιστοιχεί προς εκείνη του προαναφερθέντος άρθρου 33 — να λάβει μέτρα ώστε να αποφευχθούν οι διαταραχές της αγοράς που θα μπορούσαν να προκύψουν από την αναπροσαρμογή του επιπέδου των τιμών κατά τη μετάβαση από τη μία ζαχαρική περίοδο στην άλλη.
31
Από την προαναφερθείσα απόφαση προκύπτει επίσης ότι, πέραν των περιπτώσεων διαταραχής της αγοράς που προβλέπουν οι παραπάνω διατάξεις, η λειτουργία μιας κοινής οργανώσεως αγοράς και ιδίως η διαμόρφωση των τιμών παραγωγής πρέπει να διέπονται καταρχήν από τις γενικές κοινοτικές διατάξεις, όπως καθορίζονται στη γενική κανονιστική ρύθμιση και προσαρμόζονται ετησίως, ώστε οποιαδήποτε ειδικότερη παρέμβαση στην εν λόγω λειτουργία να περιορίζεται αυστηρά στις περιπτώσεις που προβλέπονται ρητώς.
32
Κατά συνέπεια, δεν μπορεί να γίνει δεκτό το επιχείρημα κατά το οποίο το άρθρο 33 του κανονισμού 3330/74 αφορά μόνο περιπτώσεις επικείμενης διαταραχής της αγοράς και επομένως αφήνει τα κράτη μέλη ελεύθερα να θεσπίζουν ειδικά μέτρα παρέμβασης για άλλους λόγους, όπως η αύξηση του επιπέδου τιμών.
33
Πράγματι, τέτοιου είδους ερμηνεία του άρθρου 33 που επιφυλάσσει στις κοινοτικές αρχές τη θέσπιση ειδικών μέτρων, όπως η φορολόγηση των αποθεμάτων κατά τη μετάβαση από τη μία ζαχαρική περίοδο στην άλλη, μόνο όμως εφόσον τα μέτρα αυτά αποσκοπούν στην αποφυγή διαταραχών της αγοράς, ενώ αφήνει ελεύθερα τα κράτη μέλη να θεσπίζουν για άλλους λόγους πρακτικά μέτρα πανομοιότυπα με τα παραπάνω κατά τη φύση και τη μεθόδευση, στερεί τη διάταξη από το νόημά της.
34
Εξάλλου το επιχείρημα ότι το μέτρο επί του οποίου δικάζει το εθνικό δικαστήριο απέφυγε ακριβώς να επιβάλει στα αποθέματα ζάχαρης τα ποσά που αντιστοιχούσαν στην αύξηση των τιμών παρεμβάσεως για την περίοδο εμπορίας 1976-1977 σε σχέση με τις τιμές της προηγούμενης περιόδου εμπορίας και ότι επομένως σεβάστηκε τις εξουσίες που το άρθρο 33 απονέμει στις κοινοτικές αρχές, παραγνωρίζει ότι η διάταξη αυτή αφορά τόσο τις συνέπειες λόγω μεταβολής της ισοτιμίας όσο και τις συνέπειες λόγω μεταβολής των τιμών παρεμβάσεως, που ανήκουν και οι δύο στο πλαίσιο της κοινής γεωργικής πολιτικής, στην αποκλειστική αρμοδιότητα της Κοινότητας.
35
Επομένως, πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι, δυνάμει του κανονισμού 3339/74, η αρμοδιότητα για τη θέσπιση ειδικών μέτρων παρέμβασης στο μηχανισμό διαμόρφωσης των τιμών, ιδίως όταν αυτά περιορίζουν τα αποτελέσματα αναπροσαρμογής του επιπέδου των κοινοτικών τιμών, είτε αφορούν τις τιμές παρέμβασης είτε αφορούν την ισοτιμία του εθνικού νομίσματος σε σχέση με τη λογιστική μονάδα, ανήκει, εκτός ρητής εξαιρέσεως, αποκλειστικά στην Κοινότητα.
36
Με το έβδομο ερώτημα το εθνικό δικαστήριο ερωτά εάν, στην περίπτωση επιβολής χρηματικής επιβαρύνσεως όπώς η αναφερόμενη στο έκτο ερώτημα, κάθε ενδιαφερόμενος μπορεί να αρνηθεί να την καταβάλει βάσει των αποθεμάτων ζάχαρης που διατηρεί (και εάν την κατέβαλε να την αναζητήσει) ή εάν, αντιθέτως, το ζήτημα ότι η επιβάρυνση είναι ανίσχυρη από απόψεως κοινοτικού δικαίου υπάρχει μόνο υπέρ της εισαγόμενης και αποθεματοποιημένης ζάχαρης στην επιχείρηση του εισαγωγέα.
37
Από τα παραπάνω προκύπτει ότι εάν υπάρχει παράβαση του κανονισμού 3330/74, η παράβαση αυτή θίγει το μέτρο στο σύνολό του, τόσο δηλαδή όσον αφορά την εγχώρια παραγωγή ζάχαρης όσο και την εισαγόμενη. Κατά συνέπεια, κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, τα αποθέματα του οποίου υπήχθησαν στο εθνικό μέτρο, μπορεί να επικαλεστεί μία τέτοια παράβαση ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων.
38
Εν όψει των απαντήσεων που δόθηκαν στα προηγούμενα ερωτήματα, παρέλκει η απάντηση στο όγδοο ερώτημα.
(παραλείπεται)
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ,
κρίνοντας επί των ερωτημάτων που του υπέβαλε η PRETURA DI ABBIATEGRASSO με Διάταξη της 16ης Ιουλίου 1976, αποφαίνεται ότι:
1)
Εισφορά, η οποία εντάσσεται στο γενικό σύστημα εσωτερικών φόρων και περιλαμβάνει τόσο τα εγχώρια όσο και τα εισαγόμενα προϊόντα συνιστά φορολογική επιβάρυνση ισοδύναμου αποτελέσματος προς εισαγωγικό δασμό μόνο υπό τον όρο ότι διατίθεται αποκλειστικά για τη χρηματοδότηση δραστηριοτήτων που ωφελούν ειδικά το εγχώριο φορολογούμενο προϊόν, ότι υπάρχει ταύτιση μεταξύ του φορολογούμενου προϊόντος και του ωφελούμενου εγχωρίου προϊόντος και ότι οι επιβαρύνσεις που πλήττουν το εγχώριο προϊόν συμψηφίζονται εξ ολοκλήρου.
2)
Δυνάμει του κανονισμού 3330/74, η αρμοδιότητα για τη θέσπιση ειδικών μέτρων παρέμβασης στο μηχανισμό διαμόρφωσης των τιμών, ιδίως όταν αυτά περιορίζουν τα αποτελέσματα αναπροσαρμογής του επιπέδου των κοινοτικών τιμών, είτε αφορούν τις τιμές παρέμβασης είτε αφορούν την ισοτιμία του εθνικού νομίσματος σε σχέση με τη λογιστική μονάδα, ανήκει, εκτός ρητής εξαιρέσεως, αποκλειστικά στην Κοινότητα. Κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, τα αποθέματα του οποίου υπήχθησαν στο εθνικό μέτρο, μπορεί στην προκειμένη περίπτωση να επικαλεστεί παράβαση του κανονισμού 3330/74 ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων.
KUTSCHER
DONNER
PESCATORE
MERTENS DE WILMARS
SØRENSEN
MACKENZIE STUART
O'KEEFFE
BOSCO
TOUFFAIT
Δημοσιεύτηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 25 Μαΐου 1977.
Ο Γραμματέας
Α. VAN HOUTTE
Ο Πρόεδρος
Η. KUTSCHER
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η ιταλική.
Full & Egal Universal Law Academy