ΑΠΌΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ
της 28ης Ιουνίου 1977 ( *1 )
Στην υπόθεση 118/76,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση του Finanzgericht (φορολογικού δικαστηρίου) του Βερολίνου προς το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογή του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, με την οποία ζητείται, στο πλαίσιο της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου μεταξύ
Balkan-Import-Export GmbH, με έδρα το Βερολίνο,
και
Hauptzollamt (Κύρια Υπηρεσία Τελωνείων) Berlin-Packhof,
την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς την ερμηνεία των κανόνων ή των αρχών του δικαίου που ισχύουν ως προς την άφεση, χωρίς αντάλλαγμα και για λόγους επιεικείας, νομισματικών εξισωτικών ποσών που εισπράχθηκαν κατά την εισαγωγή γεωργικών προϊόντων προελεύσεως τρίτης χώρας,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ,
συγκείμενο από τους Η. Kutscher, Πρόεδρο, Α. Μ. Donner και P. Pescatore, προέδρους τμήματος, J. Mertens de Wilmars, Μ. Sørensen, Α. J. Mackenzie Stuart, A. O'Keeffe, G. Bosco και A. Touffait, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: G. Reischl
γραμματέας: A. Van Houtte
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
(τα πραγματικά περιστατικά παραλείπονται)
Σκεπτικό
1
Με Διάταξη της 23ης Νοεμβρίου 1976 που περιήλθε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 15 Δεκεμβρίου του ιδίου έτους, το Finanzgericht του Βερολίνου υπέβαλε στο Δικαστήριο, δυνάμει του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, ερωτήματα ως προς την ερμηνεία του γενικού συστήματος της κοινοτικής ρυθμίσεως που αφορά τα νομισματικά εξισωτικά ποσά και κυρίως τον κανονισμό του Συμβουλίου 974/71, της 12ης Μαΐου 1971, περί ορισμένων μέτρων πολιτικής συγκυρίας που πρέπει να ληφθούν στο γεωργικό τομέα κατόπιν της προσωρινής διευρύνσεως των περιθωρίων διακυμάνσεως των νομισμάτων ορισμένων κρατών μελών (EE ειδ. έκδ. 03/006, σ. 192), καθώς και των κανονισμών της Επιτροπής που καθορίζουν την εφαρμογή του.
Τα ερωτήματα αυτά αφορούν το ζήτημα ποιοι κανόνες ή αρχές του δικαίου εφαρμόζονται ενδεχομένως επί της αφέσεως, για λόγους επιεικείας, νομισματικών εξισωτικών ποσών που έχουν εισπραχθεί κατά την εισαγωγή γεωργικών προϊόντων προελεύσεως τρίτης χώρας.
2
Τα ερωτήματα που υποβλήθηκαν στο Δικαστήριο αφορούν διαφορά που εκδικάζεται ενώπιον του Finanzgericht σχετικά με την είσπραξη εξισωτικών ποσών επί εισαγωγής τυριού αιγός καταγωγής Βουλγαρίας, στο πλαίσιο της οποίας το παραπέμπον δικαστήριο, με Διάταξη της 19ης Ιανουαρίου 1973, είχε ζητήσει από το Δικαστήριο να εκδώσει προδικαστική απόφαση ως προς την ερμηνεία και το κύρος διαφόρων διατάξεων κανονισμών στους οποίους αναφέρθηκε.
Το Δικαστήριο, με την απόφασή του της 24ης Οκτωβρίου 1973 (Balkan κατά Hauptzollamt Berlin-Packhof, υπόθεση 5/73, SLG 1973, σ. 1091), αποφάνθηκε ότι από την εξέταση των υποβληθέντων ερωτημάτων δεν προέκυψαν στοιχεία δυνάμενα να θίξουν το κύρος του κανονισμού του Συμβουλίου 974/71 και των κανονισμών της Επιτροπής οι οποίοι κατά την εποχή εκείνη εξασφάλιζαν την εφαρμογή του.
Μεταγενέστερα από την απόφαση του Δικαστηρίου, η προσφεύγουσα της κύριας δίκης ζήτησε, από το Hauptzollamt του Berlin-Packhof, άφεση των νομισματικών εξισωτικών ποσών τα οποία της είχαν απαιτηθεί, ενόψει του ότι η καταβολή των ποσών αυτών θα κατέληγε, στη συγκεκριμένη περίπτωση, σε αποτέλεσμα αντίθετο προς τους στόχους της κοινοτικής ρυθμίσεως το οποίο έπρεπε να διορθωθεί με την εφαρμογή των αρχών περί επιεικείας που καθιερώνει η παράγραφος 131, εδάφιο 1, του Abgabenordnung (γενικού νόμου περί φορολογίας).
Δεδομένου ότι η αίτηση αυτή απορρίφθηκε από τις τελωνειακές αρχές, η προσφεύγουσα άσκησε προσφυγή κατά της απορριπτικής αποφάσεως ενώπιον του Finanzgericht του Βερολίνου, το οποίο υπέβαλε στο Δικαστήριο τέσσερα προδικαστικά ερωτήματα.
3
Με το πρώτο ερώτημα ερωτάται αν η εθνική υπηρεσία τελωνείων έχει το δικαίωμα και, ενδεχομένως, την υποχρέωση να εφαρμόσει στις αιτήσεις αφέσεως, για λόγους επιεικείας, εισφορών που οφείλονται δυνάμει διατάξεων του κοινοτικού δικαίου — στη συγκεκριμένη περίπτωση νομισματικών εξισωτικών ποσών — τις διατάξεις του εθνικού της δικαίου (στη συγκεκριμένη περίπτωση την παράγραφο 131 του Abgabenordnung).
4
Η λύση στο υποβληθέν ερώτημα συναρτάται με την κατανομή, κατά τη συγκεκριμένη περίοδο, των αρμοδιοτήτων μεταξύ Κοινότητας και κρατών μελών ως προς τη θέσπιση και την είσπραξη της επίδικης εισφοράς.
5
Τα νομισματικά εξισωτικά ποσά θεσπίστηκαν από την Κοινότητα με σκοπό τη ρύθμιση των κοινοτικών αγορών γεωργικών προϊόντων κατόπιν των συναλλαγματικών διακυμάνσεων των νομισμάτων των κρατών μελών.
Αν και όλα τα ερωτήματα που αφορούν τη βάση επιβολής, τις προϋποθέσεις επιβολής και το ποσό της επίδικης εισφοράς που καθορίστηκαν από το κοινοτικό δίκαιο, εντούτοις η είσπραξή της, με το σύνολο των διατυπώσεων που συνδέονται προς αυτήν, ανατέθηκε στις αρμόδιες αρχές των κρατών μελών, καθώς το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία να τονίσει σε άλλες υποθέσεις (απόφαση της 25ης Οκτωβρίου 1972, Haegeman, υπόθεση 96/71, SLG 1972, σ. 1005· απόφαση της 4ης Απριλίου 1974, Βασίλειο του Βελγίου και Μεγάλου Δουκάτου του Λουξεμβούργου, υποθέσεις 178/73, 179/73 και 180/73, SLG 1974, σ. 383· απόφαση της 5ης Μαΐου 1977, Pretore di Cento κατά αγνώστων, υπόθεση 110/76).
Αν και αυτή η κατανομή αρμοδιοτήτων μεταξύ Κοινότητας και κρατών μελών μπορεί ενδεχομένως να δικαιολογήσει την εφαρμογή, από μία φορολογική υπηρεσία, κανόνα επιεικείας που προβλέπεται από την εθνική της νομοθεσία, σε σχέση με τις διατυπώσεις που εφαρμόζονται κατά την είσπραξη εισφοράς που θεσπίστηκε με το κοινοτικό δίκαιο, αντίθετα η λήψη υπόψη ενός τέτοιου κανόνα αποκλείεται κατά το μέτρο που θα είχε ως αποτέλεσμα να τροποποιήσει το πεδίο εφαρμογής των διατάξεων του κοινοτικού δικαίου που αφορούν τη βάση επιβολής, τις προϋποθέσεις επιβολής ή το ποσό της εισφοράς που καθορίζεται απ' αυτό.
Απ' αυτό ειδικότερα προκύπτει ότι μία εθνική αρχή δεν θα μπορούσε να απαντήσει σε αίτηση αφέσεως για λόγους επιεικείας εάν η αίτηση αυτή στηριζόταν σε σκέψεις που αντλούνται από την οικονομική δικαιολόγηση της εν λόγω εισφοράς.
6
Κατά συνέπεια, στο πρώτο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι η εθνική υπηρεσία τελωνείων δεν έχει το δικαίωμα να εφαρμόζει σε αίτηση αφέσεως, για λόγους επιεικείας, εισφορών που οφείλονται δυνάμει του κοινοτικού δικαίου — στη συγκεκριμένη περίπτωση νομισματικών εξισωτικών ποσών — τις διατάξεις του εθνικού της δικαίου κατά το μέτρο που η εφαρμογή αυτή θίγει το αποτέλεσμα των κοινοτικών κανόνων που αφορούν τη βάση επιβολής, τις προϋποθέσεις επιβολής ή το ποσό της εν λόγω εισφοράς.
7
Με το δεύτερο και τρίτο ερώτημα ερωτάται αν υπάρχει ενδεχομένως νομική βάση στο κοινοτικό δίκαιο επιτρέπουσα άφεση νομισματικών εξισωτικών ποσών λόγω επιεικείας και, σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως, ποιος είναι ενδεχομένως, ενόψει της συγκεκριμένης υποθέσεως, ο εφαρμοστέος νομικός κανόνας.
8
Το κοινοτικό δίκαιο, στο παρόν στάδιο εξελίξεώς του, δεν περιέχει καμία διάταξη επιτρέπουσα, όπως επιτρέπει η γερμανική νομοθεσία, να χορηγείται, μέσω της διοικητικής οδού, άφεση εισφορών που θεσπίζονται με το κοινοτικό δίκαιο.
Σε σχετική πρόταση της Επιτροπής προς το Συμβούλιο της 30ής Δεκεμβρίου 1975, ημερομηνία που εν πάση περιπτώσει είναι μεταγενέστερη των περιστατικών της υποθέσεως, δεν έχει μέχρι τώρα δοθεί συνέχεια από το Συμβούλιο.
9
Όσον αφορά την υπό εξέταση υπόθεση, πρέπει πάντως να τονιστεί ότι οι επικρίσεις της προσφεύγουσας της κύριας δίκης ως προς την οικονομική επίπτωση των κανονισμών που αποτελούν τη βάση της επίδικης εισφοράς εξετάστηκαν ήδη από το Δικαστήριο στο πλαίσιο της υποθέσεως 5/73.
Με την απόφασή του της 24ης Οκτωβρίου 1973, το Δικαστήριο ανέφερε τους λόγους που δικαιολογούν, αν ληφθεί υπόψη η στάθμιση των προκειμένων συμφερόντων, τη θέσπιση του μηχανισμού των εξισωτικών ποσών σύμφωνα με το σύστημα που θέσπισε το Συμβούλιο και εν συνεχεία έθεσε σε εφαρμογή η Επιτροπή.
10
Συνεπώς στο δεύτερο και τρίτο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι δεν υπάρχει νομική βάση, στο πλαίσιο του κοινοτικού δικαίου, επιτρέπουσα την άφεση νομισματικών εξισωτικών ποσών για λόγους επιεικείας.
11
Σύμφωνα με τα παραπάνω παρέλκει η απάντηση στο τέταρτο ερώτημα.
(παραλείπεται)
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ,
κρίνοντας επί των ερωτημάτων που του υπέβαλε το Finanzgericht Berlin, τρίτο τμήμα, με Διάταξη της 23ης Νοεμβρίου 1976 αποφαίνεται:
1)
Μία εθνική υπηρεσία τελωνείων δεν έχει το δικαίωμα να εφαρμόζει σε αίτηση αφέσεως, για λόγους επιεικείας, εισφορών που οφείλονται δυνάμει του κοινοτικού δικαίου — στη συγκεκριμένη περίπτωση νομισματικών εξισωτικών ποσών — τις διατάξεις του εθνικού της δικαίου κατά το μέτρο που η εφαρμογή αυτή θίγει το αποτέλεσμα των κοινοτικών κανόνων που αφορούν τη βάση επιβολής, τις προϋποθέσεις επιβολής ή το ποσό της εν λόγω εισφοράς.
2)
Δεν υπάρχει νομική βάση, στο πλαίσιο του κοινοτικού δικαίου, επιτρέπουσα την άφεση νομισματικών εξισωτικών ποσών για λόγους επιεικείας.
Kutscher
Donner
Pescatore
Mertens de Wilmars
Sørensen
Mackenzie Stuart
O'Keeffe
Bosco
Touffait
Κρίθηκε από το Δικαστήριο στο Λουξεμβούργο στις 28 Ιουνίου 1977.
Δημοσιεύτηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 28 Ιουνίου 1977.
Kutscher
Donner
Pescatore
Mertens de Wilmars
Sørensen
Mackenzie Stuart
O'Keeffe
Bosco
Touffait
Ο γραμματέας
Α. Van Houtte
Ο Πρόεδρος
Η. Kutscher
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η γερμανική.
Full & Egal Universal Law Academy