ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
HENRI MAYRAS
της 16ης Ιουνίου 1977 ( *1 )
Κύριε Πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
Στις 14 Οκτωβρίου 1976, στην προδικαστική υπόθεση 29/76 που σας υποβλήθηκε από το Oberlandesgericht Düsselforf του Ντύσελντορφ σχετικά με μια διαφορά μεταξύ της Eurocontrol και της εταιρίας Lufttransport-Unternehmen, αντικείμενο της οποίας ήταν η απαίτηση καταβολής τελών ασφάλειας πτήσεων από τον οργανισμό των Βρυξελλών, κρίνατε (Recueil, σ. 1550) ότι η έκφραση «σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις», που χρησιμοποιείται στο άρθρο 1 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως της 27ης Σεπτεμβρίου 1968 για τη διεθνή δικαιοδοσία και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις δεν εξαρτάται από το χαρακτηρισμό στον οποίο προέβη το δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση επί αιτήσεως εκτελέσεως, αλλά οφείλει να έχει αυτοτελές κοινοτικό περιεχόμενο.
Λαμβάνοντας αυτό ως σημείο αφετηρίας κρίνατε ότι «ενδέχεται μεν ορισμένες αποφάσεις που εκδίδονται στο πλαίσιο δίκης μεταξύ αρχής και ιδιώτη να εμπίπτουν στη Σύμβαση, αλλά δεν συμβαίνει, το ίδιο, όταν η αρχή διεξάγει δίκη σε συνάρτηση με την άσκηση δημόσιας εξουσίας.«Αυτό συμβαίνει», προσθέσατε, «όταν η δίκη, όπως αυτή των διαδίκων στην κύρια δίκη, αφορά την είσπραξη τελών τα οποία οφείλει ιδιώτης σε δημόσιο — κρατικό ή διεθνή — φορέα για τη χρήση των υπηρεσιών και εγκαταστάσεών του, ιδίως όταν αυτή η χρήση είναι υποχρεωτική και αποκλειστική» (1951 ECR). «Αυτό ισχύει ακόμη περισσότερο», συνεχίζει η απόφασή σας, «όταν ο συντελεστής των τελών, ο τρόπος υπολογισμού και η διαδικασία είσπραξης καθορίζονται μονομερώς έναντι των χρηστών, όπως συμβαίνει στην προκειμένη περίπτωση όπου ο εν λόγω φορέας καθόρισε μονομερώς ως τόπο εκπληρώσεως της οφειλής την έδρα του και επέλεξε τα εθνικά δικαστήρια ως αρμόδια για την εκδίκαση διαφορών σχετικών με την εκπλήρωση της παροχής».
Η απόφασή σας, που θεωρώ ότι απεικονίζει τη θεωρία των διοικητικών συμβάσεων που περιέχουν ρήτρες που παρεκκλίνουν από το κοινό δίκαιο, δεν δέχεται επομένως κατ' ανάγκη την άποψη του Tribunal de Commerce των Βρυξελλών, ενώπιον του οποίου είχε αχθεί η υπόθεση από την Eurocontrol και το οποίο, για να δεχθεί ότι ήταν αρμόδιο, έκρινε στις 7 Μαρτίου 1974, ότι τα απαιτούμενα τέλη δεν μπορούσαν να εξομοιωθούν με φόρους και ότι ήταν εμπορικού χαρακτήρα.
Συγχρόνως, όμως, κατά σαφή τρόπο δεν δεχθήκατε την άποψη που υποστήριξε το γερμανικό Ακυρωτικό με Διάταξη που εκδόθηκε προηγουμένως, στις 26 Νοεμβρίου 1975, μεταξύ των ίδιων μερών, Eurocontrol και LTU, Διάταξη που περιορίστηκε να αναπέμψει την υπόθεση στο Oberlandesgericht, στη συνέχεια δε το εν λόγω δικαστήριο σας υπέβαλε στις 16 Φεβρουαρίου 1976 το ερώτημα, επί του οποίου αποφανθήκατε με την απόφαση της 14ης Οκτωβρίου 1976.
Θεωρώντας ότι «η απόφασή του δεν αφορούσε ερμηνεία της Σύμβασης του 1968», το γερμανικό Ακυρωτικό της Καρλσρούης έκρινε ότι δεν ήταν υποχρεωμένο να σας υποβάλει ερώτημα σύμφωνα με το άρθρο 3, παράγραφος 1, του πρωτοκόλλου για την ερμηνεία από το Δικαστήριο της Συμβάσεως του 1968, που εντούτοις είχε τεθεί σε ισχύ την 1η Σεπτεμβρίου 1975, και δέχτηκε ότι προκειμένου να κριθεί, για το σκοπό της εκτελέσεως, αν αλλοδαπή απόφαση εκδόθηκε «σε αστική ή εμπορική υπόθεση» αποφασιστική σημασία έχει ο χαρακτηρισμός από το δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση, της οποίας ζητείται η εκτέλεση. Η απόφαση αυτή του γερμανικού Ακυρωτικού επιβεβαιώθηκε από το Ομοσπονδιακό Συνταγματικό Δικαστήριο με Διάταξη της 23ης Ιουνίου 1976.
Προφανώς, το γερμανικό Ακυρωτικό έχει αλλάξει γνώμη, εφόσον θεωρεί τώρα ότι η απόφαση που καλείται να εκδώσει στις δύο παράλληλες υποθέσεις, αλλά ως προς όλα τα σημεία ταυτόσημες εκτός του ονόματος των εταιριών αεροπορικών μεταφορών και του ύψους των τελών που ζητεί από αυτές τις εταιρίες η Eurocontrol, αφορά σαφώς την ερμηνεία της Σύμβασης του 1968. Σας ερωτά επομένως αν, κατά το άρθρο 56 της Σύμβασης, οι συνθήκες και οι συμβάσεις που αναφέρονται στο άρθρο 55 συνεχίζουν να παράγουν αποτελέσματα ως προς αποφάσεις που, παρόλο που δεν εμπίπτουν στο άρθρο 1, εδάφιο 2 της Σύμβασης, εξαιρούνται από το πεδίο εφαρμογής της δυνάμει του άρθρου 1, παράγραφος 1, όπως ερμηνεύτηκε με την απόφασή σας της 14ης Οκτωβρίου 1976.
Στην πραγματικότητα, με το ερώτημα αυτό ο «διάλογος» που είχε αρχίσει μεταξύ του γερμανικού Ακυρωτικού της Καρλσρούης και του εφετείου του Ντύσελντορφ, το οποίο ορθώς έκανε χρήση του απεριόριστου δικαιώματος που έχετε αναγνωρίσει στα εθνικά δικαστήρια να σας υποβάλλουν προδικαστικό ερώτημα (απόφαση της 16ης Ιανουαρίου 1974, Rheinmühlen, ECR, σ. 37, και απόφαση της 12ης Φεβρουαρίου 1974, Rheinmühlen, ECR, σ. 147) συνεχίζεται τώρα ευθέως μεταξύ του ανωτάτου γερμανικού δικαστηρίου και του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων. Αυτό δείχνει τη σημασία της αποφάσεως που θα εκδώσετε και που θα πρέπει να περιέχει τα κατάλληλα στοιχεία για την επίλυση των τριών διαφορών μεταξύ της Eurocontrol και τριών γερμανικών εταιριών: ανεξάρτητα από τις δύο αποφάσεις που έδωσαν αφορμή για την παρούσα υποβολή προδικαστικού ερωτήματος από το Ακυρωτικό, η απόφασή σας αναμένεται με ενδιαφέρον από το Εφετείο του Ντύσελντορφ, το οποίο άφησε να διαφανεί ότι δεν έχει ακόμα αποφανθεί «ενόψει» της αποφάσεώς σας της 14ης Οκτωβρίου 1976 και ότι αναμένει για να εκδώσει την απόφασή του, μέχρις ότου αποφανθείτε επί της παράλληλης διαδικασίας με την οποία ασχολούμεθα σήμερα.
Ας προσθέσω ότι η απόφασή σας θα έχει επίσης επίπτωση ως προς την έκβαση ορισμένων διαφορών που έχουν αχθεί ενώπιον των διοικητικών δικαστηρίων της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας: πρόκειται για την προσφυγή που άσκησε η LTU ενώπιον του Oberverwaltungsgericht της Βόρειας Ρηνανίας -Βεστφαλίας, με την οποία επιδιώκεται να αναγνωριστεί ότι τα τέλη που απαιτούνται από την Eurocontrol δεν οφείλονται, καθώς και για την αναίρεση που άσκησε η ίδια εταιρία ενώπιον του Bundesverwaltungsgericht κατά της προαναφερθείσας αποφάσεως του Oberverwaltungsgericht, το οποίο είχε κηρύξει απαράδεκτη την προσφυγή ακυρώσεως της LTU, καθόσον τα τιμολόγια τελών που παρουσίασε η Eurocontrol δεν συνιστούσαν διοικητικές πράξεις που να μπορούν να προσβληθούν κατά το γερμανικό δίκαιο.
1.
Στο πλαίσιο της προδικαστικής ερμηνείας το Δικαστήριο αρνείται παγίως να αποφανθεί αν το ερώτημα που υποβάλλει ο εθνικός δικαστής, προκειμένου να λύσει την διαφορά που του έχει υποβληθεί, είναι σημαντικό ή αναγκαίο. Εν τούτοις, το Δικαστήριο προσπαθεί να διαχωρίσει τα στοιχεία της απαντήσεως που θεωρεί «χρήσιμα» για την επίλυση της διαφοράς. Με αυτό το πνεύμα, επιθυμώ να τονίσω ότι δεν πρόκειται για το αν, αφηρημένα, όλες οι συμβάσεις που αναφέρονται στο άρθρο 55 της Σύμβασης του 1968 συνεχίζουν να παράγουν αποτελέσματα για τις αποφάσεις που εκδίδονται σε όλα τα θέματα που ρητά εξαιρούνται βάσει της παραγράφου 2 του άρθρου 1 (προσωπική κατάσταση των φυσικών προσώπων, πτωχεύσεις, κοινωνική ασφάλιση, διαιτησία).
Καίτοι το γερμανικό Ακυρωτικό δεν μνημονεύει στην Διάταξή του περί παραπομπής την σύμβαση που υπογράφηκε στη Βόννη στις 30 Ιουνίου 1958 μεταξύ της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας και του Βασιλείου του Βελγίου για την αμοιβαία αναγνώριση και εκτέλεση δικαστικών αποφάσεων, διαιτητικών αποφάσεων και δημόσιων εγγράφων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις, είναι σαφές ότι κάνοντας λόγο για «συμβάσεις και συνθήκες που αναφέρονται στο άρθρο 55» εννοεί πρωτίστως αυτή τη διμερή γερμανοβελγική σύμβαση και ότι, εφόσον η επίδικη απόφαση δεν μπορεί να εμπίπτει στη Σύμβαση του 1968 σύμφωνα με την απόφασή σας LTU, ενδιαφέρεται να πληροφορηθεί αν ορισμένες αποφάσεις — εξαιρουμένων βεβαίως αυτών που αναφέρονται στην παράγραφο 2 του άρθρου 1 — παρόλο που δεν εμπίπτουν στο αστικό ή εμπορικό πεδίο κατά την έννοια της Σύμβασης του 1968 θα μπορούσαν να εμπίπτουν υπό την έννοια της διμερούς συμβάσεως του 1958. Το μόνο στοιχείο που ενδιαφέρει το ανώτατο δικαστήριο είναι επομένως το αν η Σύμβαση του 1968 αντικατέστησε μεταξύ του Βελγίου και της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας τη διμερή σύμβαση που υπογράφηκε μεταξύ των δύο αυτών κρατών το 1958 στο εξαιρετικά ειδικό θέμα των αποφάσεων σχετικά με την είσπραξη τελών Eurocontrol ή αν εξακολουθεί κατά κάποιο τρόπο να υπάρχει «εναπομένον» αστικό ή εμπορικό πεδίο που να εμπίπτει στη διμερή σύμβαση.
2.
Επομένως το ερώτημα αυτό πρέπει προφανώς να συσχετισθεί με την απάντηση που δώσατε στην υπόθεση 29/76.
Νομίζω ότι κατ' αρχάς θα πρέπει να επιβεβαιώσετε αυτή τη νομολογία.
Διάφοροι σχολιαστές επέκριναν στην επιστήμη αυτή την απόφαση, που εκδόθηκε παρά τις αντίθετες προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Reischl, θα παραμείνω όμως σ' αυτή μέχρι νεωτέρου. Εξάλλου, ενόψει των «κατευθυντηρίων γραμμών» που περιέχει η απόφασή σας η ομάδα των διαπραγματευτών που είναι επιφορτισμένη με τις αναγκαίες προσαρμογές ενόψει της προσχωρήσεως των νέων κρατών μελών στη Σύμβαση του 1968 έχει επί του παρόντος διευκρινίσει στο άρθρο 1, παράγραφος 1 ότι «οι φορολογικές, δασμολογικές και διοικητικές υποθέσεις δεν αποτελούν αστικές ή εμπορικές υποθέσεις υπό την έννοια της Συμβάσεως».
3.
Δεδομένου ότι το γερμανικό Ακυρωτικό εκκινεί από το ότι υφίστανται αποφάσεις που, παρόλο που δεν εμπίπτουν ρητώς στα θέματα που εξαιρούνται με την παράγραφο 2 του άρθρου 1 της Συμβάσεως και παρόλο που δεν αναφέρονται στις αστικές και εμπορικές υποθέσεις υπό την έννοια που πρέπει να δοθεί σ' αυτή την έκφραση σύμφωνα με την νομολογία σας, μπορεί να εξακολουθούν να εμπίπτουν στο αστικό ή εμπορικό πεδίο υπό την έννοια της διμερούς συμβάσεως. Νομίζω ότι στο ερώτημα που σας υποβλήθηκε πρέπει κατ' ανάγκη, να δοθεί απάντηση ως προς το ποιο είναι το αντίστοιχο ουσιαστικό πεδίο εφαρμογής της Συμβάσεως του 1968 και το πεδίο της διμερούς συμβάσεως του 1958 ενόψει των τελών που αξιώνει η Eurocontrol.
Το άρθρο 55 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως αναφέρει ότι η παρούσα σύμβαση «αντικαθιστά τις … μεταξύ δύο ή περισσοτέρων συμβαλλομένων κρατών συμβάσεις», δηλαδή ιδίως τη γερμανοβελγική σύμβαση του 1958. Εντούτοις, η «αντικατάσταση» αυτή γίνεται «με την επιφύλαξη του άρθρου 54 δεύτερη παράγραφος και του άρθρου 56».
Το άρθρο 56 αναφέρει ότι η συνθήκη και οι συμβάσεις που αναφέρονται στο άρθρο 55 συνεχίζουν να παράγουν αποτελέσματα στα θέματα στα οποία η παρούσα σύμβαση δεν εφαρμόζεται.
Όσον αφορά τις αποφάσεις που εκδόθηκαν πριν από τη θέση σε ισχύ της Συμβάσεως, δηλαδή την 1η Φεβρουαρίου 1973, ακόμη και αν έχουν εκδοθεί σε θέματα, στα οποία εφαρμόζεται η Σύμβαση, δεν θίγονται από τις διατάξεις της Συμβάσεως του 1968 (άρθρο 56, δεύτερη παράγραφος).
Σχετικά με απόφαση που εκδόθηκε μετώ την ημερομηνία θέσεως σε ισχύ της Συμβάσεως του 1968, συνεπεία αγωγών που ασκήθηκαν πριν απ' αυτή την ημερομηνία «αναγνωρίζεται και εκτελείται σύμφωνα με τις διατάξεις του τίτλου III (της Συμβάσεως του 1968) αν οι εφαρμοσθέντες κανόνες διεθνούς δικαιοδοσίας είναι σύμφωνοι με τις διατάξεις του τίτλου Π (της Συμβάσεως) ή με σύμβαση που, κατά την ημερομηνία ασκήσεως της αγωγής, ίσχυε μεταξύ του κράτους προελεύσεως και του κράτους αναγνωρίσεως ή εκτελέσεως» (άρθρο 54, δεύτερη παράγραφος). Πρέπει επίσης, βεβαίως να πρόκειται για αποφάσεις που εκδόθηκαν «σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις» κατά την έννοια της συμβάσεως του 1968, αυτό όμως εξυπακούεται ώστε να μην αναφέρεται στο κείμενο.
Με άλλες λέξεις, για να καθοριστεί αν η Ευρωπαϊκή Σύμβαση «αντικατέστησε» τη διμερή σύμβαση ή αν, αντιθέτως, η τελευταία «συνεχίζει να παράγει αποτελέσματα, πρέπει να εξεταστεί αν τα «θέματα», στα οποία εφαρμόζονται αντιστοίχως αυτοί οι δύο τύποι συμβάσεων είναι τα ίδια, με άλλους λόγους αν «οι αστικές και εμπορικές υποθέσεις» στις οποίες αναφέρεται το άρθρο 1 της Συμβάσεως του 1968 είναι οι ίδιες με τις «αστικές και εμπορικές υποθέσεις» στις οποίες αναφέρεται το άρθρο 3 της διμερούς συμβάσεως.
4.
Γενικώς, οι διατάξεις που περιέχονται στις διμερείς συμβάσεις δεν μπορούν να ερμηνευτούν από το Δικαστήριο, εκτός αν εφαρμοστεί το άρθρο 182 της Συνθήκης, η δε αρμοδιότητα του Δικαστηρίου περιορίζεται στις κοινοτικές διατάξεις (άρθρο 164). Ο κανόνας αυτός, που διαμορφώσατε σχετικά με τους κανονισμούς ως προς την κοινωνική ασφάλιση των διακινούμενων εργαζομένων, ισχύει επίσης, νομίζω, και για την ερμηνεία της Συμβάσεως του 1968. Αντιμετωπίσατε ένα ανάλογο πρόβλημα στον τομέα της κοινωνικής ασφάλισης, όπου οι κοινοτικοί κανονισμοί περιείχαν επίσης μια διάταξη, κατά την οποία «πλην διαφορετικής ρητής ρυθμίσεως(…), οι διατάξεις τους υποκαθίστανται (…) στις διατάξεις των συμβάσεων (…) που συνήφθησαν μεταξύ δύο ή περισσοτέρων κρατών μελών» (άρθρο 5 του κανονισμού 3) και «οι διατάξεις τους δεν θίγουν τις υποχρεώσεις που απορρέουν (…) από τίς διατάξεις ορισμένων συμβάσεων (…) καθόσον απαριθμούνται σε παράρτημα» (άρθρο 6 του κανονισμού 3).
Η διάταξη αυτή, όπως δεχτήκατε με την απόφασή σας της 7ης Ιουνίου 1973, Walder (ECR, σ. 606) αφήνει σαφώς να διαφανεί ότι η αρχή της υποκαταστάσεως του κανονισμού 3 στις διατάξεις των συμβάσεων κοινωνικής ασφαλίσεως που υφίστανται μεταξύ κρατών μελών έχει επιτακτικό χαρακτήρα, δεν επιδέχεται εξαιρέσεις πέρα από τις περιπτώσεις που ρητά ρυθμίζονται με τον κανονισμό -το γεγονός ότι συμβάσεις κοινωνικής ασφαλίσεως που υφίστανται μεταξύ κρατών μελών περιέχουν, ως προς τα πρόσωπα στα οποία εφαρμόζεται ο κανονισμός 3, μεγαλύτερα πλεονεκτήματα από αυτά που απορρέουν από τον εν λόγω κανονισμό δεν μπορεί καν να θεωρηθεί επαρκές για να δικαιολογηθεί εξαίρεση από την εν λόγω αρχή, καθόσον οι συμβάσεις αυτές δεν διατηρήθηκαν ρητά σε ισχύ με τον κανονισμό. Το γεγονός αυτό, στο οποίο αρνηθήκατε να αποδώσετε αποφασιστική σημασία στον τομέα της κοινωνικής ασφαλίσεως, δεν μπορεί επίσης να έχει σημασία στον τομέα που καλύπτεται από την Σύμβαση, αν, όπως είπα στις προτάσεις μου στην υπόθεση De Wolf (απόφαση της 30ής Νοεμβρίου 1976, ECR, σ. 1774), η σύναψη της συμβάσεως μεταξύ των συμβαλλομένων κρατών συνεπάγεται, εκ των προτέρων τουλάχιστον μπορεί αυτό να υποτεθεί, τη διαμόρφωση καλύτερου συστήματος, στο σύνολό του, από ό, τι τα διμερή ή πολυμερή προϋφιστάμενα συστήματα.
Η υπόθεση αυτή επιβεβαιώνεται από το γεγονός ότι — εκτός αν πλανώμαι — η Eurocontrol αναφέρθηκε πάντοτε αποκλειστικά στις διατάξεις της Συμβάσεως του 1968 και όχι στις διατάξεις της διμερούς συμβάσεως για να επιτύχει την εκτέλεση των αποφάσεων που εκδόθηκαν υπέρ αυτής στο Βέλγιο. Πράγματι, η Eurocontrol, που είχε ασκήσει πριν από την θέση σε ισχύ της Σύμβασης του 1968 αγωγή καταβολής των τελών της, επιχείρησε, βάσει της αποφάσεως του Tribunal de commerce των Βρυξελλών που εκδόθηκε μετά από αυτή την ημερομηνία κατ' αρχάς να επιτύχει την εκτέλεση στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, προβάλλοντας ότι η απόφαση αυτή είχε εκδοθεί σύμφωνα με τους κανόνες περί δικαιοδοσίας που προβλέπονται από την διμερή σύμβαση επικαλούμενη το άρθρο 54, δεύτερη παράγραφος της Συμβάσεως του 1968 -ήδη προσπαθεί να επανέλθει στη σύμβαση του 1958, επειδή δεχτήκατε ότι η είσπραξη αυτών των τελών δεν εμπίπτει στις αστικές και εμπορικές υποθέσεις υπό την έννοια της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως.
Όμως, όπως είπα στις προτάσεις μου στην υπόθεση De Wolf, δεν μου φαίνεται δυνατό να εφαρμόζεται «a la carte» η Σύμβαση του 1968: η ισορροπία που πραγματοποιήθηκε με τη Σύμβαση θα διαταρασσόταν, αν ένα μέρος μπορούσε σύμφωνα με τις επιθυμίες του να προστρέχει συγχρόνως στο κοινοτικό σύστημα της Συμβάσεως και στα κλασικά συμβατικά δικαιώματα που απορρέουν από τις διμερείς συμβάσεις.
5.
Εντούτοις, θεωρώ αναγκαίο να προχωρήσω στην ανάλυση περαιτέρω και να αναφερθώ, τουλάχιστον εμμέσως, στις διατάξεις της διμερούς συμβάσεως του 1958 προκειμένου να δοθεί μια χρήσιμη απάντηση στον εθνικό δικαστή.
Εξάλλου πρέπει κατ' ανάγκη να γίνει ερμηνεία, τουλάχιστον ως προς ορισμένα σημεία, των διμερών συμβάσεων αναφορικά με την ερμηνεία και την εφαρμογή της Συμβάσεως του 1968. Πράγματι, όπως τόνισα, το άρθρο 54, πρώτη παράγραφος της Συμβάσεως αναφέρει ότι οι διατάξεις της εφαρμόζονται μόνο στις αγωγές που ασκούνταιμετά την έναρξη ισχύος της. Πάντως, κατά την παράγραφο 2, ως προς την εκτέλεση, το γεγονός ότι ζητήθηκε η εκτέλεση πριν από την θέση της σε ισχύ δεν έχει σημασία, αρκεί το δικαστήριο του κράτους προελεύσεως να έχει εκδώσει την απόφασή του μετά από αυτή την ημερομηνία «αν οι εφαρμοσθέντες κανόνες διεθνούς δικαιοδοσίας είναι σύμφωνοι με τις διατάξεις του τίτλου II της Συμβάσεως ή με Σύμβαση που, κατά την ημερομηνία ασκήσεως της αγωγής, ίσχυε μεταξύ του κράτους προελεύσεως και του κράτους αναγνωρίσεως ή εκτελέσεως».
Στην υπόθεση 29/76, η Επιτροπή και, ακολουθώντας την, ο γενικός εισαγγελέας Reischl στηρίχθηκαν ακριβώς στην ύπαρξη της γερμανοβελγικής συμβάσεως της 30ής Ιουνίου 1958 για να υποστηρίξουν την αρμοδιότητα ratione loci του εμποροδικείου των Βρυξελλών (δικαστηρίου του κράτους προελεύσεως) σε συμφωνία με τη Σύμβαση του 1958, πράγμα που συνεπάγεται προφανώς ερμηνεία αυτής της Συμβάσεως. Και εσείς οι ίδιοι ενεργήσατε σιωπηρά κατ' αυτό τον τρόπο, επειδή δεν θα είχατε απαντήσει στο ερώτημα που σας είχε υποβληθεί, αν δεν είχατε δεχθεί ότι οι κανόνες περί αρμοδιότητας της Συμβάσεως του 1958 εφαρμόζονταν ratione temporis στην υπό κρίση περίπτωση.
Με βάση αυτό το προηγούμενο θεωρώ ότι ως προς την ύπαρξη των τελών Eurocontrol η Σύμβαση του 1968, όπως την ερμηνεύσατε, αντικατέστησε, στις σχέσεις μεταξύ της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας και του Βελγίου, τη διμερή σύμβαση που είχε υπογραφεί το 1958 μεταξύ των δύο αυτών χωρών.
Αυτό δε, όχι μόνο επειδή η Ευρωπαϊκή Σύμβαση υπογράφηκε μεταξύ των ίδιων αυτών δύο κρατών, που είχαν υπογράψει τη Σύμβαση του 1958, όχι μόνο λόγω του ότι, ως προς αυτό το σημείο, ταυτίζονται οι όροι που χρησιμοποιούνται στις δύο αυτές συμβάσεις, αλλά ακόμη και ιδίως επειδή το άρθρο 54, δεύτερη παράγραφος, προϋποθέτει την αντιστοιχία των κανόνων περί δικαιοδοσίας που προβλέπονται στη διμερή σύμβαση με τους κανόνες που προβλέπονται στον τίτλο II της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως, καθόσον σ' αυτό ακριβώς βασίζεται η εκτέλεση, σε συμφωνία με τις διατάξεις της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως, αποφάσεων που εκδίδονται επί αγωγών που ασκήθηκαν ήδη πριν από την έναρξη ισχύος της.
6.
Πράγματι, είτε βάσει της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως είτε βάσει της διμερούς συμβάσεως, η εκτέλεση της αποφάσεως που εκδόθηκε στο κράτος προελεύσεως προσκρούει σε δυσκολίες της ίδιας φύσεως.
Η εκτέλεσή της βάσει της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως εμποδίζεται από την απόφασή σας της 14ης Οκτωβρίου 1976. Πράγματι, η αγωγή που ασκήθηκε στο κράτος προελεύσεως αφορά την είσπραξη τελών που οφείλονται από πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου ή εθνικό ή διεθνή οργανισμό δημοσίου δικαίου λόγω της χρησιμοποιήσεως των εγκαταστάσεων και υπηρεσιών του τελευταίου, η οποία χρησιμοποίηση είναι υποχρεωτική και αποκλειστική (σκέψη 4 της αποφάσεώς σας). Στην υπό κρίση περίπτωση, ο συντελεστής των τελιών, ο τρόπος υπολογισμού και η διαδικασία εισπράξεως έχουν καθοριστεί μονομερώς έναντι των χρηστών, ο δε οργανισμός έχει καθορίσει μονομερώς τον τόπο της εκτελέσεως της υποχρεώσεως ως τον τόπο της έδρας του και έχει επιλέξει τα αρμόδια για την εκτέλεση δικαστήρια. Με μια λέξη, η διαφορά υφίσταται μεταξύ μίας δημόσιας αρχής και ενός ιδιώτη, η δε δημόσια αρχή έχει ενεργήσει σε συνάρτηση με την άσκηση δημόσιας εξουσίας (σκέψη 5).
Όταν πρόκειται για αίτηση εκτελέσεως εκτελεστής αποφάσεως που εκδόθηκε σε εμπορική και αστική υπόθεση υπό την έννοια της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως, η διαδικασία είναι πολύ απλοποιημένη: ο διάδικος κατά του οποίου ζητείται η εκτέλεση δεν μπορεί να υποβάλει στο στάδιο αυτό παρατηρήσεις· η απόφαση δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να αναθεωρηθεί επί της ουσίας (άρθρο 34). Βεβαίως, η αίτηση εκτελέσεως μπορεί να απορριφθεί για (και μόνο για) έναν από τους λόγους που προβλέπονται στα άρθρα 27 και 28 και, επομένως, ιδίως αν η εκτέλεση αντίκειται στη δημόσια τάξη του κράτους εκτελέσεως (άρθρο 27, περίπτωση 1). Αλλά ακριβώς το άρθρο 28, δεύτερη παράγραφος, ορίζει ότι «δεν ερευνάται η διεθνής δικαιοδοσία των δικαστηρίων του κράτους προελεύσεως οι σχετικοί με τη διεθνή δικαιοδοσία κανόνες (δηλαδή αυτοί που αναφέρονται στον τίτλο II) δεν αφορούν τη δημόσια τάξη υπό την έννοια του άρθρου 27 σημείο 1».
Η σκέψη που διαφαίνεται στην απόφασή σας της 14ης Οκτωβρίου 1976 νομίζω ότι είναι η ακόλουθη: το να περιληφθεί ένα αίτημα καταβολής, όπως αυτό για το οποίο πρόκειται στην υπό κρίση υπόθεση ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, μεταξύ των αστικών και εμπορικών υποθέσεων θα είχε ως αποτέλεσμα το δικαστήριο του κράτους αναγνωρίσεως ή εκτελέσεως που σας υποβάλει ερώτημα να δεσμεύεται από τον χαρακτηρισμό της δικαιοδοσίας του στον οποίο προέβη το κράτος προελεύσεως, ο δε έλεγχος αυτής της δικαιοδοσίας, δεδομένου ότι δεν έχει σχέση με τη δημόσια τάξη (άρθρο 28, τρίτο εδάφιο), δεν θα μπορούσε να ασκηθεί από το δικαστήριο του κράτους αναγνωρίσεως ή εκτελέσεως. Εξάλλου, θεωρήσατε ότι στη διαφορά της κύριας δίκης ανέκυπτε στην ουσία ένα ζήτημα δημόσιας τάξης και καταλήξατε έτσι στο να μη δεχθείτε το χαρακτηρισμό της διαφοράς ως «αστικής ή εμπορικής» υπό την έννοια της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως.
Η διμερής σύμβαση φαίνεται εκ πρώτης όψεως πιο πρόσφορη, αλλ' αυτό δεν συμβαίνει στην πραγματικότητα. Βεβαίως, διαφορετικά από ό, τι η Ευρωπαϊκή Σύμβαση, η διμερής σύμβαση καλύπτει την εκτέλεση των διαιτητικών αποφάσεων αλλά με την επιφύλαξη της τηρήσεως της δημόσιας τάξης (άρθρο 13).
Ομοίως, ο ορισμός του τι πρέπει να νοείται με τον όρο απόφαση [άρθρο 1 (3), άρθρο 2 (2)] ή «θέμα» (άρθρο 3, άρθρο 4) υπό την έννοια της διμερούς συμβάσεως φαίνεται ευρύτερος από ό, τι οι όροι του άρθρου 25 και του άρθρου 1 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως.
Η ευρύτητα αυτή όμως της ρυθμίσεως μετριάζεται με έναν σημαντικό περιορισμό. Κατά το άρθρο 10, η απόφαση της οποίας ζητείται η εκτέλεση δεν μπορεί να ελεγχθεί παρά μόνο ως προς τις προϋποθέσεις που απαριθμούνται στο άρθρο 2. Όμως, δυνάμει αυτού του άρθρου, ακόμα και αν το δικαστήριο της εκτελέσεως δεν μπορεί να ελέγξει την απόφαση επί της ουσίας [άρθρο 10 (1), τελευταία φράση], — διαφορετικά από ό, τι συμβαίνει σε περίπτωση αναγνωρίσεως [άρθρο 5 (1)] — δεν δεσμεύεται από την κρίση επί των πραγματικών περιστατικών του δικαστηρίου του κράτους προελεύσεως στην οποία αυτό στήριξε την δικαιοδοσία του, η δε αναγνώριση δεν μπορεί να μην γίνει δεκτή, ενώ θα μπορούσε να γίνει, παρά μόνο αν αντιτάσσεται σ' αυτό η δημόσια τάξη του κράτους στο οποίο ζητείται [άρθρο 2 (1), 1] και αν τα δικαστήρια του κράτους στο οποίο εκδόθηκε η απόφαση δεν αναγνωρίζονται ως αρμόδια βάσει της συμβάσεως [άρθρο 2 (1) 3]: εν προκειμένω έχουν σημασία ιδίως οι διατάξεις του άρθρου 3 (1), 2 και του άρθρου 3 (2).
Ως προς την εκτέλεση, το δικαστήριο του κράτους εκτελέσεως πρέπει και οφείλει, επομένως, να ελέγχει την δικαιοδοσία του δικαστηρίου του κράτους προελεύσεως και, αντίθετα από την Ευρωπαϊκή Σύμβαση, οι κανόνες περί δικαιοδοσίας βρίσκονται στο ίδιο επίπεδο με την δημόσια τάξη και πρέπει να ελέγχονται αυτεπαγγέλτως.
Κατά συνέπεια, νομίζω ότι το πρακτικό αποτέλεσμα είναι στην ουσία το ίδιο είτε η αίτηση εκτελέσεως στηρίζεται στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση είτε στη διμερή σύμβαση: μέσω της ενστάσεως της δημόσιας τάξης και του αυτεπάγγελτου ελέγχου της δικαιοδοσίας του δικαστηρίου του κράτους προελεύσεως το δικαστήριο του κράτους εκτελέσεως οφείλει, κατ' εφαρμογή της διμερούς συμβάσεως, να ελέγχει το χαρακτηρισμό της διαφοράς που υποβλήθηκε στην κρίση του δικαστηρίου του κράτους προελεύσεως και, ενόψει των διευκρινίσεων που περιέχονται στην απόφασή σας της 14ης Οκτωβρίου 1976, δεν βλέπω πώς τα γερμανικά δικαστήρια θα μπορούν ακόμη να περιλαμβάνουν στο πεδίο εφαρμογής της διμερούς συμβάσεως τις αιτήσεις με τις οποίες ζητείται η καταβολή των τελών Eurocontrol, χωρίς να διακυβευθεί η γερμανική δημόσια τάξη ή χωρίς να εγκαταλειφθεί ο έλεγχος της δικαιοδοσίας των δικαστηρίων του κράτους προελεύσεως, πράγμα που είναι το ίδιο. Νομίζω ότι με αυτό το πνεύμα αποφάνθηκε και το γερμανικό Ομοσπονδιακό Συνταγματικό Δικαστήριο στην διάταξη της 2ας Δεκεμβρίου 1974.
Βεβαίως, κατά την παραδοσιακή διατύπωση, εναπόκειται στον εθνικό δικαστή να αποφανθεί επί αυτού του σημείου.
Προτείνω να αποφανθείτε ότι το άρθρο 56 της Συμβάσεως του 1968 πρέπει να ερμηνευτεί υπό την έννοια ότι η διμερής σύμβαση που αναφέρεται στην έκτη παράγραφο του άρθρου 55 της εν λόγω Συμβάσεως εξακολουθεί να παράγει τα αποτελέσματά της, όσον αφορά την εκτέλεση των δικαστικών αποφάσεων, έστω και αν αυτές έχουν εκδοθεί μετά την έναρξη ισχύος της Συμβάσεως κατόπιν αγωγών που ασκήθηκαν πριν από αυτή την ημερομηνία, υπό την προϋπόθεση ότι η εφαρμογή αυτή δεν καθιστά αδύνατη την υπαγωγή μιας υποθέσεως στις «αστικές και εμπορικές υποθέσεις» υπό την έννοια του άρθρου 1, πρώτη παράγραφος, της Συμβάσεως.
( *1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γαλλική.
Full & Egal Universal Law Academy