ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
GERHARD REISCHL
της 21ης Σεπτεμβρίου 1977 ( *1 )
Κύριε Πρόεδρε,
Κύριοι δικαστες,
Αντικείμενο της αιτήσεως εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως που υπέβαλε το βελγικό Ακυρωτικό και που πρέπει να εξετάσουμε σήμερα είναι η ερμηνεία των άρθρων 3 στ, 5, δεύτερη παράγραφος, 86, 90, 30, 31 και 32 της Συνθήκης ΕΟΚ, καθώς και ορισμένων διατάξεων της οδηγίας 72/464 του Συμβουλίου, περί των φόρων, πλην των φόρων κύκλου εργασιών, οι οποίοι επιβαρύνουν την κατανάλωση των επεξεργασμένων καπνών (EE ειδ. έκδ. 09/001, σ. 35), η οποία άρχισε να ισχύει την 1η Ιουλίου 1973.
Για την κατανόηση της διαφοράς χρήσιμες είναι οι ακόλουθες προκαταρκτικές παρατηρήσεις.
Στο Βέλγιο επιβάλλονται στα βιομηχανοποιημένα καπνά φόρος καταναλώσεως και φόρος προστιθέμενης αξίας. Στο φόρο υπόκεινται οι βιομήχανοι, εφόσον πρόκειται για προϊόντα που παράγονται στο Βέλγιο, και οι εισαγωγείς, εφόσον πρόκειται για εισαγόμενα προϊόντα. Οι βιομήχανοι και οι εισαγωγείς καταβάλλουν το φόρο αγοράζοντας ορισμένες ταινίες από τις φορολογικές αρχές. Τις ταινίες αυτές θέτουν επί των προϊόντων είτε οι βιομήχανοι είτε οι εισαγωγείς. Επειδή όμως η ταινία υποχρεωτικά πρέπει να βρίσκεται κατω από το σελοφάν της συσκευασίας, στην πράξη, εφόσον προβλέπεται τέτοια συσκευασία σε σελοφάν (πράγμα που συμβαίνει κατά κανόνα με τα τσιγάρα), στα εισαγόμενα εμπορεύματα τοποθετεί την ταινία O αλλοδαπός εν προκειμένω βιομήχανος. Ως βάση μετρήσεως του φόρου λαμβάνεται η τιμή λιανικής πωλήσεως που αναγράφεται στην ταινία. Η τιμή αυτή καθορίζεται καταρχήν ελεύθερα από τους βιομηχάνους και τους εισαγωγείς. Σημειωτέον πάντως ότι οι αυξήσεις των τιμών πρέπει να εγκρίνονται από τον Υπουργό Οικονομίας, δεδομένου ότι στο Βέλγιο υπάρχει κρατικός έλεγχος των ανώτατων τιμών. Το ίδιο συμβαίνει προφανώς και με τις μειώσεις των τιμών, για τις οποίες πρέπει να παρέλθει ορισμένο χρονικό διάστημα πριν αρχίσουν να ισχύουν.
Για την παρούσα διαφορά σημασία έχει κυρίως το ότι οι έμποροι λιανικής πωλήσεως είναι υποχρεωμένοι να τηρούν τις τιμές που αναγράφονται στις ταινίες. Αυτό συνάγεται από το άρθρο 58 του βελγικού νόμου της 3ης Ιουλίου 1969, περί του κώδικα του φόρου προστιθέμενης αξίας, το οποίο έχει ως εξής:
«Όσον αφορά τα εισαγόμενα ή εγχώρια βιομηχανοποιημένα καπνά, επιβάλλεται φόρος προστιθέμενης αξίας σε όλες τις περιπτώσεις στις οποίες καταβάλλεται έμμεσος φόρος καταναλώσεως δυνάμει νομοθετικών ή κανονιστικών διατάξεων περί φορολογίας καπνών. Ο φόρος υπολογίζεται επί της τιμής που αναγράφεται στη φορολογική ταινία, η οποία πρέπει να είναι η ενιαία τιμή πωλήσεως στον καταναλωτή, ή εφόσον δεν προβλέπεται καμιά τιμή, επί του ποσού επί του οποίου υπολογίζεται O έμμεσος φόρος καταναλώσεως.»
Εξάλλου, η υπουργική απόφαση της 9ης Απριλίου 1974 τροποποίησε ανάλογα την κανονιστική ρύθμιση περί του φόρου καταναλώσεως καπνών, της 22ας Ιανουαρίου 1948, οπότε και η κανονιστική ρύθμιση αυτή προβλέπει πλέον ότι τα προϊόντα που αφορά πρέπει να πωλούνται στον καταναλωτή στις τιμές που αναγράφονται στις ταινίες.
Η προσφεύγουσα στην κύρια δίκη, η οποία έχει πολυκαταστήματα στο Βέλγιο, είναι δικαιοδόχος εταιρίας που δεν τήρησε τις διατάξεις του προαναφερθέντος άρθρου 58 όταν το 1972 πούλησε τσιγάρα σε χαμηλότερη τιμή από την τιμή που αναγραφόταν στην ταινία. Τότε το καθού, το σωματείο των εμπόρων λιανικής πωλήσεως προϊόντων καπνού (ΑΤΑΒ), ζήτησε από το Εμποροδικείο Βρυξελλών τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων. Το αίτημά του έγινε δεκτό από τον πρόεδρο του Εμποροδικείου, ο οποίος έκρινε ότι η ενέργεια της ΙΝΝΟ αποτελούσε πράξη αθέμιτου ανταγωνισμού και αντέβαινε στο άρθρο 58 του προαναφερθέντος νόμου και υποχρέωσε την επιχείρηση αυτή να παύσει την πώληση των τσιγάρων σε τιμή χαμηλότερη από την τιμή που αναγραφόταν στη φορολογική ταινία.
Κατά της αποφάσεως αυτής η ΙΝΝΟ άσκησε έφεση ισχυριζόμενη ότι το προαναφερθέν άρθρο 58 δεν συμβιβάζεται με τις διατάξεις περί ανταγωνισμού της Συνθήκης ΕΟΚ καθώς και με τις διατάξεις για την ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων και ότι αντιβαίνει επίσης κατά της προαναφερθείσας οδηγίας του Συμβουλίου, η οποία επιτρέπει μόνο την ύπαρξη ανώτατων τιμών. Η άποψη της ΙΝΝΟ δεν έγινε δεκτή από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, οπότε η ΙΝΝΟ προσέφυγε στο βελγικό ακυρωτικό δικαστήριο, ενώπιον του οποίου η επιχείρηση ισχυρίστηκε ότι η απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου αντιβαίνει στα άρθρα 3 στ, 5, δεύτερη παράγραφος, 85, 86 και 90, στα άρθρα 30, 31, 32 και 36 της Συνθήκης ΕΟΚ, καθώς και στις διατάξεις της οδηγίας 72/464, επειδή δέχεται ότι το άρθρο 58 του βελγικού νόμου συμβιβάζεται με τη Συνθήκη ΕΟΚ.
Λαμβάνοντας υπόψη του την επιχειρηματολογία αυτή, το HOF VAN CASSATIE ανέβαλε τη δίκη, με απόφαση της 7ης Ιανουαρίου 1977, και υπέβαλε τα ακόλουθα εκτενή ερωτήματα προς έκδοση προδικαστικής αποφάσεως:
1)
α)
Τα άρθρα 3 στ, 5, δεύτερη παράγραφος, και 86 της Συνθήκης ΕΟΚ έχουν την έννοια ότι απαγορεύουν στα κράτη μέλη να θεσπίζουν ή να διατηρούν στη νομοθεσία τους διατάξεις που επιβάλλουν για την πώληση στον καταναλωτή τόσο των εισαγόμενων όσο και των εγχώριων προϊόντων τιμή πωλήσεως που καθορίζεται από τους παραγωγούς ή τους εισαγωγείς, αν οι διατάξεις αυτές μπορούν να διευκολύνουν μία ή περισσότερες επιχειρήσεις να εκμεταλλευτούν καταχρηστικά τη δεσπόζουσα θέση τους στην κοινή αγορά, κατά την έννοια του άρθρου 86 της Συνθήκης ΕΟΚ;
Απαγορεύεται επομένως μεταξύ άλλων και η θέσπιση ή η διατήρηση σε ισχύ διατάξεων που διευκολύνουν την καταχρηστική εκμετάλλευση από μία ή περισσότερες επιχειρήσεις της δεσπόζουσας θέσης τους, δεσπόζουσας θέσης που συνίσταται στο γεγονός ότι οι παραγωγοί και οι ει σαγωγείς βιομηχανοποιημένων καπνών μπορούν να αναγκάζουν τους εμπόρους λιανικής πωλήσεως ενός κράτους μέλους να τηρούν τις τιμές πωλήσεως στον καταναλωτή που καθορίζουν οι ίδιοι;
β)
Η θέσπιση ή η διατήρηση σε ισχύ εθνικών διατάξεων όπως αυτές που περιγράφονται ανωτέρω στο σημείο α απαγορεύεται ακόμη και όταν οι διατάξεις αυτές έχουν γενική ισχύ, δηλαδή αφορούν όλους τους παραγωγούς ή τους εισαγωγείς, άρα και όσους δεν έχουν δεσπόζουσα θέση ή δεν την εκμεταλλεύονται καταχρηστικά, μάλιστα δε ακόμη και όταν ο σκοπός τους, το αντικείμενό τους ή το αποτέλεσμά τους δεν συνίσταται σε καμιά περίπτωση σε καταχρηστική εκμετάλλευση δεσπόζουσας θέσης;
Στην περίπτωση αυτή, μήπως οι διατάξεις της Συνθήκης ΕΟΚ που αναφέρονται ανωτέρω στο σημείο α, ενδεχομένως δε σε συνδυασμό με άλλες, έχουν την έννοια ότι δεν απαγορεύεται μεν η θέσπιση ή η διατήρηση σε ισχύ αυτών των εθνικών νομοθετικών διατάξεων, οι διατάξεις όμως αυτές απλώς δεν μπορούν να έχουν καμιά επίπτωση επί του πεδίου εφαρμογής του άρθρου 86 της Συνθήκης ΕΟΚ και επομένως η καταχρηστική εκμετάλλευση δεσπόζουσας θέσης απαγορεύεται οπωσδήποτε, ακόμη και αν διευκολύνθηκε εν προκειμένω από τις νομοθετικές αυτές διατάξεις;
2)
Έχει το άρθρο 90 της Συνθήκης ΕΟΚ την έννοια ότι πρόκειται για «επιχειρήσεις στις οποίες το κράτος χορηγεί ειδικά ή αποκλειστικά δικαιώματα» ακόμη και όταν — αντίθετα από τους παραγωγούς και εισαγωγείς άλλων προϊόντων, οι οποίοι είναι υποχρεωμένοι να δηλώνουν στον Υπουργό Οικονομικών τις αυξήσεις των τιμών, δεν μπορούν όμως να καθορίζουν υποχρεωτικές τιμές πωλήσεως στον καταναλωτή — το κράτος επιβάλλει στους παραγωγούς και εισαγωγείς ορισμένων προϊόντων την ίδια υποχρέωση δηλώσεως των αυξήσεων των τιμών, τους παρέχει όμως έμμεσα τη δυνατότητα, με νομοθετική διάταξη που καθιστά την κατόπιν της δηλώσεως αυξηθείσα τιμή των προϊόντων υποχρεωτική για την πώληση προς τον καταναλωτή, να καθορίζουν οι ίδιοι την υποχρεωτική τιμή πωλήσεως προς τον καταναλωτή;
Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως, αντιβαίνει η διατήρηση των ειδικών και αποκλειστικών δικαιωμάτων αυτών προς τις διατάξεις της Συνθήκης ΕΟΚ και ιδίως προς τα άρθρα 7 και 85 μέχρι 94;
3)
Έχουν τα άρθρα 30, 31 και 32 της Συνθήκης ΕΟΚ την έννοια ότι η κανονιστική ρύθμιση κράτους μέλους που επιβάλλει για την πώληση ορισμένων προϊόντων στον καταναλωτή ενιαία τιμή, η οποία αναγράφεται σε φορολογικές ταινίες και καθορίζεται, ανάλογα με την περίπτωση, είτε από τους εγχώριους παραγωγούς είτε από τους εισαγωγείς των προϊόντων αυτών — ιδίως δε των προϊόντων από άλλα κράτη μέλη — αποτελεί «μέτρο ισοδύναμου αποτελέσματος» κατά την έννοια του προαναφερθέντος άρθρου 30;
Ή μήπως τα άρθρα αυτά έχουν την έννοια ότι η ρύθμιση αυτή μόνο τότε αποτελεί τέτοιο μέτρο, όταν έχει πράγματι αποδειχθεί ότι μπορεί να εμποδίσει έμμεσα ή άμεσα, πραγματικά ή δυνητικά, το ενδοκοινοτικό εμπόριο, πράγμα που εναπόκειται στο εθνικό δικαστήριο να διαπιστώσει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση;
Μήπως δεν συμβαίνει το ίδιο όταν το κράτος μέλος επιτρέπει στους παραγωγούς ή τους εισαγωγείς, αφού δηλώσουν την αύξηση της τιμής και αφού παρέλθει ορισμένη προθεσμία, να καθορίζουν ελεύθερα τις τιμές, μεταξύ των οποίων και τις τιμές λιανικού εμπορίου, δημοσιεύει όμως τις τιμές και επιβάλλει την τήρησή τους σύμφωνα με το ανωτέρω μέτρο;
4)
α)
Έχουν απευθείας εφαρμογή οι διατάξεις της οδηγίας 72/464/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 19ης Δεκεμβρίου 1972, ιδίως δε το άρθρο 5, και μπορούν επομένως μεταξύ άλλων οι ιδιώτες να τις επικαλούνται ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων;
β)
Έχει το άρθρο 5 της οδηγίας 72/464/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 19ης Δεκεμβρίου 1972, περί των φόρων, πλην των φόρων κύκλου εργασιών, οι οποίοι επιβαρύνουν την κατανάλωση των επεξεργασμένων καπνών, την έννοια ότι απαγορεύει στα κράτη μέλη να θεσπίζουν ή να διατηρούν σε ισχύ νομοθετικές διατάξεις που επιβάλλουν για την πώληση των εγχώριων ή εισαγόμενων βιομηχανοποιημένων καπνών ορισμένη τιμή πωλήσεως προς τον καταναλωτή, την τιμή δηλαδή που αναγράφεται στη φορολογική ταινία, με συνέπεια η τιμή πωλήσεως να μην μπορεί να υπερβεί το ανώτατο αυτό όριο, αλλά και το προϊόν να μην μπορεί να πωληθεί σε χαμηλότερη τιμή;
Πριν προχωρήσω στην εξέταση των ερωτημάτων αυτών, θα ήθελα ακόμη να αναφέρω ότι το 1974 η ΙΝΝΟ υπέβαλε καταγγελία στην Επιτροπή και ζήτησε να κινηθεί η διαδικασία που προβλέπουν οι κανόνες περί ανταγωνισμού κατά του FEDETAB, ενός σωματείου μέλη του οποίου είναι οι περισσότεροι Βέλγοι και Λουξεμβούργιοι βιομήχανοι καπνού, οι οποίοι εν μέρει είναι και εισαγωγείς, κατά του FNCG, σωματείου μέλη του οποίου είναι όλοι οι κυριότεροι έμποροι χονδρικής πωλήσεως καπνών του Βελγίου, καθώς και κατά του ΑΤΑΒ, του σωματείου των εμπόρων λιανικής πωλήσεως του Βελγίου. Ως αιτία για την καταγγελία της η ΙΝΝΟ ανέφερε μια σειρά συμφωνιών που είχε συνάψει από το 1967 μέχρι το 1969 το FEDETAB με την ομοσπονδία των χονδρεμπόρων καθώς και με τους Βέλγους εμπόρους χονδρικής και λιανικής πωλήσεως σχετικά με την τήρηση των τιμών που αναγράφονταν στις φορολογικές ταινίες, τη μη χορήγηση εκπτώσεων και το μη εφοδιασμό με προϊόντα καπνού των εμπόρων που δεν θα τηρούσαν τα μέτρα αυτά για τις τιμές. Κατόπιν αυτών η Επιτροπή κίνησε τον Ιούλιο 1974 τη διαδικασία που προβλέπει ο κανονισμός 17, της 6ης Φεβρουαρίου 1962 (EE ειδ. έκδ. 08/001, σ. 25), και τον Ιούλιο του 1975 γνωστοποίησε στο FEDETAB μια σειρά αιτιάσεων. Η διαδικασία αυτή εκκρεμεί προφανώς ακόμη ενώπιον της Επιτροπής.
Ας σημειωθεί ακόμη ότι η ΙΝΝΟ ζήτησε από την Επιτροπή να κινήσει κατά του Βελγίου τη διαδικασία που προβλέπει το άρθρο 169 της Συνθήκης ΕΟΚ, για το λόγο ότι το προαναφερθέν άρθρο 58 δεν συμβιβάζεται με τις διατάξεις της Συνθήκης ΕΟΚ και της οδηγίας 72/464/ΕΟΚ, της 19ης Δεκεμβρίου 1972. Κατόπιν αυτού η Επιτροπή εξέτασε τη βελγική διάταξη από την άποψη του άρθρου 30 της Συνθήκης ΕΟΚ, φαίνεται όμως ότι κατέληξε στο συμπέρασμα ότι δεν έπρεπε να ασκηθεί προσφυγή.
Όπως είδαμε, το παραπέμπον δικαστήριο έχει να επιλύσει το ζήτημα αν το άρθρο 58 του βελγικού νόμου της 3ης Ιουλίου 1969, το οποίο επιβάλλει την τήρηση των τιμών που αναγράφονται στις φορολογικές ταινίες, συμβιβάζεται με το κοινοτικό δίκαιο. Ας μου επιτραπεί κατά την εξέταση των ερωτημάτων να παρεκκλίνω από τη σειρά με την οποία τα υπέβαλε το HOF VAN CASSATIE. Μου φαίνεται κατ' αρχάς απλούστερο να αρχίσω με την οδηγία του Συμβουλίου του 1972. Στη συνέχεια θα εξετάσω τα προβλήματα που είναι συνυφασμένα με τα άρθρα 30 επ. της Συνθήκης ΕΟΚ — τα οποία αφορούν τα μέτρα ισοδύναμου αποτελέσματος προς ποσοτικούς περιορισμούς. Τέλος, θα εξετάσω το δίκαιο περί ανταγωνισμού της Κοινότητας για να δούμε τι συνάγεται για τη λύση της προκειμένης διαφοράς αφενός μεν από τα άρθρα 3 στ, 5, δεύτερη παράγραφος, και 86, αφετέρου δε από το άρθρο 90 της Συνθήκης ΕΟΚ.
1.
Το ερώτημα που υπέβαλε το HOF VAN CASSATIE σχετικά με την οδηγία του Συμβουλίου της 19ης Δεκεμβρίου 1972, περί των φόρων, πλην των φόρων κύκλου εργασιών, οι οποίοι επιβαρύνουν την κατανάλωση των επεξεργασμένων καπνών, έχει δύο σκέλη. Με το πρώτο ερωτάται αν η οδηγία και ιδίως το άρθρο 5 έχουν άμεσο αποτέλεσμα, δηλαδή απευθείας εφαρμογή υπό την έννοια του κοινοτικού δικαίου, δεδομένου ότι μόνο στην περίπτωση αυτή τα εθνικά δικαστήρια θα μπορούσαν να τη χρησιμοποιήσουν ως κριτήριο για την εκτίμηση του εθνικού δικαίου. Με το δεύτερο σκέλος ερωτάται αν από το προαναφερθέν άρθρο 5 συνάγεται για τα κράτη μέλη η απαγόρευση θεσπίσεως νομοθετικών διατάξεων που επιβάλλουν για τα εισαγόμενα ή εγχώρια βιομηχανοποιημένα καπνά ορισμένη τιμή πωλήσεως στον καταναλωτή, και συγκεκριμένα την τιμή που αναγράφεται στη φορολογική ταινία.
Κατά την εξέταση του ερωτήματος αυτού μου φαίνεται σκόπιμο να αρχίσω από το δεύτερο σκέλος.
Ας μου επιτραπεί κατ' αρχάς να υπενθυμίσω το περιεχόμενο του άρθρου 5, παράγραφος 1 της οδηγίας του Συμβουλίου. Το άρθρο αυτό έχει ως εξής:
«Οι καπνοβιομήχανοι και οι εισαγωγείς καθορίζουν ελεύθερα τις ανώτατες τιμές λιανικής πωλήσεως κάθε προϊόντος τους. Η διάταξη αυτή δεν δύναται πάντως να παρεμποδίζει την εφαρμογή των εθνικών νομοθεσιών όσον αφορά τον έλεγχο του επιπέδου των τιμών ή την τήρηση των επιβαλλομένων τιμών.»
Η αναιρεσείουσα στην κύρια δίκη, η οποία επικαλέστηκε τη διάταξη αυτή ενώπιον του βελγικού δικαστηρίου, θεωρεί — στηριζόμενη κυρίως στο ιστορικό της εκδόσεως της οδηγίας και στις αιτιολογικές σκέψεις της — ότι ο νομοθέτης ήθελε κατ' αυτό τον τρόπο να εκφράσει το ότι επιτρέπονται μόνο ανώτατες τιμές και ότι κατά τα λοιπά η διαμόρφωση των τιμών πρέπει να είναι ελεύθερη. Η προσθήκη στο δεύτερο εδάφιο — «διατάξεις όσον αφορά την τήρηση των επιβαλλομένων τιμών» — δεν μπορεί παρά να αφορά μόνο τις τιμές που καθορίζουν ατομικά και συμβατικά οι βιομήχανοι, ειδάλλως η διάταξη αυτή θα ήταν αντίθετη προς τη Συνθήκη. Δεν τίθεται δηλαδή εδώ ζήτημα νομιμοποιήσεως συλλογικών συστημάτων υπό την έννοια της εξουσιοδοτήσεως των κρατών μελών να καθορίζουν τις τιμές ή να δίνουν την εξουσία αυτή στους βιομηχάνους και τους εισαγωγείς.
Αντίθετη ακριβώς είναι η άποψη όσων υποστηρίζουν ότι το Συμβούλιο, με την προαναφερθείσα προσθήκη, ενέκρινε ρητά τα συστήματα υποχρεωτικών τιμών. Από το γεγονός ότι μέχρι σήμερα δεν υπήρξε προσπάθεια εναρμονίσεως στον τομέα αυτό θα μπορούσε να συναχθεί το συμπέρασμα ότι τα συστήματα αυτά δεν πρέπει να θεωρούνται ως εμπόδια στην ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων.
Μια τρίτη άποψη βρίσκεται κατά κάποιο τρόπο στη μέση μεταξύ των δύο πρώτων. Για τους υποστηρικτές της είναι σαφές τόσο από το ιστορικό της εκδόσεως της οδηγίας όσο και από τη διατύπωση της επίμαχης διάταξης ότι η οδηγία δεν εμπνέεται απλώς από την αρχή των ανώτατων τιμών. Μια τέτοια ρύθμιση τιμών δεν έχει άλλωστε θέση σε φορολογική οδηγία. Από την άλλη μεριά όμως, το άρθρο 5, παράγραφος 1, εδάφιο 2 δεν πρέπει να θεωρηθεί, κατά την άποψη αυτή, ως σαφής έγκριση των συστημάτων ενιαίων τιμών, δεδομένου ότι αυτό θα έβαινε πέραν της εναρμονίσεως. Το επίμαχο εδάφιο παραπέμπει απλώς στην αρμοδιότητα των κρατών μελών για τον καθορισμό των τιμών, αποτελεί επιφύλαξη υπέρ των εθνικών ρυθμίσεων περί ενιαίων τιμών οι οποίες προβλέπουν είτε τον άμεσο καθορισμό των τιμών είτε την έγκριση των τιμών που καθορίζουν οι βιομήχανοι και οι εισαγωγείς. Το νόμιμο των συστημάτων αυτών ορθό είναι να κρίνεται βάσει των γενικών διατάξεων της Συνθήκης, από τις οποίες ούτε το Συμβούλιο μπορεί να αποκλίνει.
Όσον αφορά την παρούσα διαφορά, νομίζω ότι είναι εύκολο να αποδειχθεί ότι δεν είναι ορθή η άποψη που υποστηρίζει η ΙΝΝΟ, δηλαδή ότι η οδηγία απαγορεύει τα συστήματα ενιαίων τιμών, επειδή αναφέρεται σε ανώτατες τιμές λιανικής πωλήσεως.
Κατ' αρχάς, ο στόχος αυτός, που αφορά τον ανταγωνισμό, δεν θα είχε θέση σε οδηγία που αφορά την εναρμόνιση της φορολογικής βάσης.
Μπορεί εξάλλου να αναφερθεί και η διατύπωση του άρθρου 5, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο. Από τη χρησιμοποίηση της εκφράσεως «νομοθεσίες όσον αφορά την τήρηση των επιβαλλομένων τιμών» φαίνεται εύλογο να υποτεθεί ότι με αυτή νοούνται και τα συλλογικά συστήματα καθορισμού των τιμών, δηλαδή όχι μόνο ο ατομικός καθορισμός των τιμών βάσει συμβάσεως, αφού οι νομοθετικές διατάξεις έχουν από τη φύση τους γενική ισχύ.
Υπέρ της τελευταίας αυτής απόψεως συνηγορεί και το ιστορικό της θέσπισης της σχετικής διάταξης. Κατ' αρχάς στην τροποποιημένη πρόταση οδηγίας περί των φόρων καταναλώσεως βιομηχανοποιημένων καπνών, εκτός από τους φόρους κύκλου εργασιών, την οποία υπέβαλε η Επιτροπή στο Συμβούλιο στις 20 Νοεμβρίου 1970, το άρθρο 6, παράγραφος 1, που στη συνέχεια έγινε άρθρο 5, παράγραφος 1, προέβλεπε, μετά τη φράση που έλεγε οτι οι καπνοβιομήχανοι και οι εισαγωγείς καθορίζουν ελεύθερα τις ανώτατες τιμές λιανικής πωλήσεως κάθε προϊόντος τους, μόνο τα εξής: «Η διάταξη αυτή δεν δύναται πάντως να παρεμποδίζει την εφαρμογή των εθνικών νομοθεσιών όσον αφορά τον έλεγχο του επιπέδου των τιμών.»
Η Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή, η οποία έπρεπε να δώσει τη γνώμη της επί της προτάσεως αυτής, ζήτησε — για λόγους που θα εξετάσω παρακάτω — να αντικατασταθεί η έκφραση «ανώτατες τιμές λιανικής πωλήσεως» από τις εκφράσεις «ενιαίες τιμές λιανικής πωλήσεως» ή «τιμές λιανικής πωλήσεως». Η προτεινόμενη τροποποίηση από την Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή αφορούσε τόσο το άρθρο 5, παράγραφος 1, όσο και το άρθρο 6, παράγραφος 1. Επιπλέον, η Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή πρότεινε (πρβλ. ABL 1981, C 93, σ. 12) να προστεθεί στο άρθρο 6, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, στο πλαίσιο της επιφυλάξεως υπέρ των εθνικών νομοθεσιών, η ακόλουθη φράση: «ή με τον καθορισμό ενιαίων τιμών λιανικής πωλήσεως». Με το τελευταίο σημείο συμφωνούσε και η πρόταση ψηφίσματος της επιτροπής οικονομικών θεμάτων και θεμάτων προϋπολογισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, της οποίας η έκθεση της 11ης Οκτωβρίου 1971 (Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, έγγραφα συνεδριάσεως, αριθμός εγγράφου 107/71, της 11ης Οκτωβρίου 1971), ανέφερεως αιτιολογία ότι στο κείμενο της οδηγίας έπρεπε να διευκρινίζεται ότι δεν απαγορεύεται ο καθορισμός ενιαίων τιμών λιανικής πωλήσεως. Το ίδιο το Κοινοβούλιο προχώρησε ακόμη περισσότερο στο ψήφισμα της 16ης Δεκεμβρίου 1971 (ABL 1972, C 2, σ. 10). Και το Κοινοβούλιο θεώρησε ότι τόσο στο άρθρο 5 όσο και στο άρθρο 6 της οδηγίας έπρεπε να γίνεται λόγος όχι για ανώτατες τιμές λιανικής πωλήσεως, αλλά για ενιαίες τιμές λιανικής πωλήσεως, δεδομένου ότι το σύστημα αυτό είναι γνωστό σε όλα τα κράτη μέλη. Το Συμβούλιο δεν θέλησε να υιοθετήσει την πρόταση αυτή, προφανώς λόγω της επικείμενης ένταξης τριών νέων κρατών μελών, στα οποία είναι άγνωστο το σύστημα αυτό, και για το λόγο αυτό προέκρινε τη λύση να προσθέσει στο δεύτερο εδάφιο της πρώτης παραγράφου του άρθρου 5 την επιφύλαξη της τηρήσεως των επιβαλλόμενων τιμών.
Κατά τη γνώμη μου, από το ίδιο το ιστορικό αυτό της διάταξης της οδηγίας προκύπτει σαφώς ότι η προσθήκη αυτή αφορούσε μόνο τις τιμές που καθορίζουν οι καπνοβιομήχανοι και εισαγωγείς και τη δέσμευση των εμπόρων λιανικής πωλήσεως από τις τιμές αυτές.
Η ερμηνεία αυτή επιβεβαιώνεται ρητά από τα πρακτικά του Συμβουλίου, που αναφέρουν ότι το Συμβούλιο και η Επιτροπή συμφωνούν ότι ως «επιβαλλόμενες τιμέ'ς» νοούνται «οι τιμές που καθορίζονται από τους καπνοβιομηχάνους ή τους εισαγωγείς και εγκρίνονται ενδεχομένως από το κράτος ». Εν πάση περιπτώσει, δεν μπορεί να υιοθετήσει κανείς την άποψη της ΙΝΝΟ ότι η έκφραση αυτή περιλαμβάνει μόνο τις τιμές εκείνες που εγκρίνει το κράτος ως ανώτατες επιτρεπόμενες τιμές, αφού στην περίπτωση αυτή θα ήταν αρκετό να γίνεται απλώς λόγος για διατάξεις σχετικά με τον έλεγχο των τιμών.
Ούτε άλλωστε μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως επιχείρημα κατά της ερμηνείας αυτής η όγδοη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας του Συμβουλίου, κατά την οποία «οι απαιτήσεις του ανταγωνισμού προϋποθέτουν ένα σύστημα ελευθέρως διαμορφωμένων τιμών για όλες τις ομάδες επεξεργασμένων καπνών». Κατά τη γνώμη μου, ο κοινοτικός νομοθέτης ήθελε απλώς να πει ότι το κράτος πρέπει κατά το δυνατό να μην επηρεάζει τη διαμόρφωση των τιμών. Αντίθετα, αν ληφθεί υπόψη το γράμμα του άρθρου 5, παράγραφος 1 και το ιστορικό της εν λόγω διάταξης, το οποίο ανέφερα ήδη, δύσκολα θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι η αόριστη αυτή αιτιολογική σκέψη αρκεί για να αποδείξει ότι η βούληση του Συμβουλίου ήταν να εξασφαλιστεί η ελευθερία της διαμόρφωσης των τιμών στο λιανικό εμπόριο.
Από την ερμηνεία επομένως του άρθρου 5 της οδηγίας δεν συνάγεται το συμπέρασμα ότι καταρχήν επιτρέπονται μόνο οι ανώτατες τιμές λιανικού εμπορίου και ότι δεν μπορούν να χαρακτηρίζονται ως δεσμευτικές οι τιμές που καθορίζονται από τους καπνοβιομηχάνους ή τους εισαγωγείς. Η διαπίστωση αυτή επί του παρόντος αρκεί. Επομένως, για την ώρα μπορεί να μη δοθεί απάντηση στο ερώτημα αν από την οδηγία προκύπτει πράγματι ότι το Συμβούλιο θεωρεί νόμιμες τις ρυθμίσεις περί ενιαίων τιμών, πράγμα που, αν συνέβαινε, θα έθετε ένα άλλο ερώτημα, δηλαδή αν κάτι τέτοιο συμβιβάζεται με τη Συνθήκη ή αν ανακύπτουν προβλήματα κύρους της οδηγίας ενόψει των γενικών αρχών της Συνθήκης.
Στο άλλο σκέλος του ερωτήματος που αφορά την οδηγία, δηλαδή στο ερώτημα αν το άρθρο 5, παράγραφος 1 αποτελεί κανόνα που έχει απευθείας εφαρμογή, του οποίου μπορεί να γίνει επίκληση ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων, δεν χρειάζεται στην ουσία να δοθεί πλέον απάντηση, αφού αποδείχτηκε ότι το άρθρο 58 του βελγικού νόμου της 3ης Ιουλίου 1969 δεν είναι ασυμβίβαστο με τις διατάξεις της οδηγίας. Ας μου επιτραπεί όμως εδώ να προσθέσω με συντομία τα εξής. Όπως προκύπτει από τη μέχρι σήμερα νομολογία, οι οδηγίες δεν μπορούν βέβαια να έχουν απευθείας εφαρμογή στο σύνολό τους, αυτό όμως δεν αποκλείεται να συμβαίνει με ορισμένες διατάξεις μιας οδηγίας. Προϋπόθεση είναι να πρόκειται για σαφείς διατάξεις που να μην περιέχουν αιρέσεις, που να επιτάσσουν ορισμένη συμπεριφορά ή ένα συγκεκριμένο αποτέλεσμα και να μην παρέχουν στα κράτη μέλη καμιά διακριτική εξουσία. Σχετικά παραπέμπω στις αποφάσεις που εκδόθηκαν στις υποθέσεις 9/70 (GRAD κατά FINANZAMT TRAUNSTEIN, απόφαση της 26ης Οκτωβρίου 1970, Slg. 1970, σ. 825), 41/74 (VAN DUYN κατά HOME OFFICE, απόφαση της 4ης Δεκεμβρίου 1974, Slg. 1974, σ. 1337) και 51/76 (VERBOND VAN NEDERLANDSE ONDERNEMINGEN κατά INSPECTEUR DER INVOERRECHTEN της Χάγης, απόφαση της 1ης Φεβρουαρίου 1977). Απ' όσα όμως εξέθεσα μέχρι εδώ είναι σαφές ότι οι προϋποθέσεις αυτές δεν συντρέχουν για το άρθρο 5, παράγραφος 1, εδάφιο 1, το οποίο επικαλείται η αναιρεσείουσα, επειδή στο επόμενο εδάφιο, το οποίο πρέπει να εξετάζεται σε συνδυασμό με το πρώτο εδάφιο, υπάρχει μια επιφύλαξη, σύμφωνα με την οποία τα κράτη μέλη επιτρέπεται να αποκλίνουν από τη ρύθμιση των ανώτατων τιμών, δεδομένου ότι εναπόκειται στη διακριτική εξουσία των κρατών μελών να εφαρμόζουν ρύθμιση ανώτατων τιμών ή να ελέγχουν τις τιμές κατά τον καθορισμό των ανώτατων τιμών ή να επιβάλλουν ως υποχρεωτικές τις ανώτατες τιμές που επιλέγουν οι καπνοβιομήχανοι και οι εισαγωγείς.
Συμπέρασμα: Από την οδηγία 72/464 δεν προκύπτει ότι δεν επιτρέπεται η εφαρμογή του άρθρου 58 του βελγικού νόμου του 1969.
2.
Πριν ασχοληθούμε στη συνέχεια με τα άλλα ερωτήματα που αφορούν την ερμηνεία του άρθρου 30 και των κανόνων της Συνθήκης ΕΟΚ περί ανταγωνισμού, νομίζω ότι ενδείκνυται να εξετάσουμε την άποψη του ΑΤΑΒ ότι για την τελική εκτίμηση των βελγικών διατάξεων περί ενιαίων τιμών δεν τίθεται καν θέμα εφαρμογής των εν λόγω διατάξεων.
Κατά την άποψη αυτή, ο υψηλός ποσοστιαίος φόρος, ο οποίος υπολογίζεται, όπως στο Βέλγιο, βάσει της λιανικής τιμής πωλήσεως, έχει αναγκαστικά ως αποτέλεσμα ένα σύστημα ενιαίων τιμών. Με το σύστημα αυτό εξασφαλίζεται κυρίως ότι το κράτος θα πραγματοποιήσει όντως από το φόρο καπνού τα έσοδα που προβλέπονται από τον προϋπολογισμό. Αν αντίθετα επιτραπούν διαφορές στις τιμές λιανικού εμπορίου, τότε υπάρχει ο κίνδυνος, λόγω του ελάχιστου περιθωρίου εμπορικού κέρδους, ορισμένοι λιανέμποροι να μην μπορέσουν να αντέξουν στην πίεση των ανταγωνισμού, με αποτέλεσμα τη σημαντική μείωση των φορολογικών εσόδων, όπως συνέβη στη Γερμανία στις αρχές της δεκαετίας του '30. Εξάλλου, ούτε και οι καταναλωτές έχουν κανένα συμφέρον για τον ανταγωνισμό στο στάδιο του λιανικού εμπορίου. Σε περίπτωση πωλήσεως προϊόντων καπνού σε χαμηλότερη τιμή, η διαφάνεια που υπάρχει στην αγορά καπνού οδηγεί σε γενική μείωση των τιμών από τους ίδιους τους παραγωγούς και επομένως στη χρησιμοποίηση φορολογικών ταινιών με μικρότερη αξία. Η κατ' αυτό τον τρόπο μείωση των φορολογικών εσόδων όμως αντισταθμίζεται στη συνέχεια με την αύξηση του φόρου καπνού, προκειμένου να πραγματοποιηθούν τα έσοδα που προβλέπονται από τον προϋπολογισμό. Άρα ο καταναλωτής ωφελείται στην πραγματικότητα παροδικά και μόνο από τις μειώσεις αυτές των τιμών. Εφόσον όμως οι ενιαίες τιμές πωλήσεως στον καταναλωτή αποτελούν ουσιώδες τμήμα του φορολογικού συστήματος και, όσον αφορά ειδικά το φόρο καπνού, είναι συμφυείς προς το σύστημα, ο παράγοντας αυτός πρέπει επομένως να εξεταστεί μόνο στο πλαίσιο της εναρμονίσεως που προβλέπουν τα άρθρα 99 επ. της Συνθήκης, ενώ έρχονται σε δεύτερη μοίρα οι διατάξεις σχετικά με τους ποσοτικούς περιορισμούς των εισαγωγών καθώς και το δίκαιο του ανταγωνισμού. Είναι εξάλλου σαφές ότι η εναρμόνιση αυτή βρίσκεται στην αρχή της ακόμη και ότι στο πρώτο αυτό στάδιο, στο οποίο βρισκόμαστε σήμερα, δεν έχει ακόμη ρυθμιστεί το στοιχείο που μας ενδιαφέρει εν προκειμένω. Πράγματι, ακόμη και η οδηγία του Συμβουλίου του 1972 δέχεται αναγκαστικά τα διάφορα προσκόμματα που προκύπτουν για το εμπόριο από τις διαφορές των εθνικών δικαίων και αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο το Συμβούλιο επέτρεψε ρητά, στο άρθρο 5 της οδηγίας, τα συστήματα ενιαίων τιμών.
Οι αντιρρήσεις αυτές, οι οποίες εκ πρώτης όψεως φαίνονται εντυπωσιακές, αποδεικνύεται ότι δεν είναι πειστικές, όταν εξεταστούν λεπτομερέστερα.
Η άποψη για παράδειγμα ότι τα έσοδα από το φόρο καπνού μπορούν να εξασφαλιστούν μόνο με ένα σύστημα ενιαίων τιμών δεν μου φαίνεται ότι ευσταθεί. Κατ' αυτής μπορεί να αντιταχθεί το επιχείρημα ότι και άλλα συστήματα — όπως το σύστημα ανώτατων τιμών πωλήσεως στον καταναλωτή — φαίνεται να έχουν λειτουργήσει ικανοποιητικά, ειδικά μάλιστα στο Βέλγιο.
Θεωρώ επίσης ότι έχει σημασία ότι ο εκπρόσωπος του Συμβουλίου τόνισε ρητά κατά την προφορική διαδικασία ότι σκοπός της οδηγίας του Συμβουλίου το 1972 δεν ήταν να διευκρινίσει αν οι «επιβαλλόμενες τιμές» που αναφέρονται στο άρθρο 5, παράγραφος 1 είναι σύμφωνες με τη Συνθήκη. Στην πραγματικότητα οι προσπάθειες εναρμονίσεως σταμάτησαν εκεί όπου αρχίζει η επιφύλαξη του άρθρου 5. Επομένως, το ζήτημα αν συμβιβάζονται με τη Συνθήκη τα συστήματα ενιαίων τιμών παρέμεινε ανοικτό.
Εξάλλου, δεν έχω πειστεί ότι από τη νομολογία που επικαλέστηκε το ΑΤΑΒ (απόφαση της 22ας Μαρτίου 1977 στην υπόθεση 74/76, IANNELLI και VOLPI S.P.A., Μιλάνο, κατά PAOLO MERONI, και απόφαση της 18ης Μαΐου 1977 στην υπόθεση 111/76, OFFICIER VAN JUSTITIE κατά BEERT VAN DEN HAZEL) συνάγεται το συμπέρασμα ότι υπάρχει η τάση να προσδοθεί περιορισμένη μόνο σημασία στις διατάξεις που αφορούν τους ποσοτικούς περιορισμούς, τουλάχιστον σε ορισμένες περιπτώσεις. Το συμπέρασμα αυτό οπωσδήποτε δεν μπορεί να συναχθεί από την απόφαση 111/76, στην οποία δεν χρειαζόταν καν να τεθεί θέμα εφαρμογής του άρθρου 30, αφού το ασυμβίβαστο των εθνικών μέτρων προέκυπτε ήδη από κοινοτικό κανονισμό (τον κανονισμό 123/67, ABL 1967, NR 117, σ. 2301). Όσον αφορά την απόφαση 74/76, σύμφωνα με την οποία το άρθρο 30 δεν ισχύει για τα προσκόμματα στα οποία αναφέρονται ειδικές διατάξεις, πρέπει εξάλλου να τονιστεί ότι αφορούσε άλλα προβλήματα, και συγκεκριμένα τις διατάξεις περί δασμών, το άρθρο 95 και τις διατάξεις της Συνθήκης περί ενισχύσεων. Επιπλέον, όσον αφορά τις τελευταίες αυτές, το Δικαστήριο τόνισε ότι τα στοιχεία των συστημάτων ενισχύσεων τα οποία δεν είναι αναγκαία για το σκοπό ή τη λειτουργία τους μπορούν κάλλιστα να εξεταστούν από την άποψη του άρθρου 30 και να κριθούν αντίθετα προς τη Συνθήκη.
Ακριβώς όμως η απόφαση αυτή και η τελευταία αυτή διαπίστωση του Δικαστηρίου πρέπει να υπομνηστούν σε σχέση με την άποψη του ΑΤΑΒ ότι το σύστημα των ενιαίων τιμών αποτελεί αναγκαίο στοιχείο του φορολογικού καθεστώτος των καπνών και ότι επομένως δεν πρέπει να κριθεί βάσει των γενικών διατάξεων της Συνθήκης, δηλαδή του άρθρου 30, αλλά εντάσσεται απλώς στο πλαίσιο των διατάξεων περί εναρμονίσεως των άρθρων 99 επ., δηλαδή πρέπει να αποτελέσει ενδεχομένως αντικείμενο συστάσεως της Επιτροπής κατά την έννοια του άρθρου 102 της Συνθήκης. Από όσα στοιχεία κατέστησαν γνωστά κατά τη διάρκεια της παρούσας διαδικασίας σχηματίζω επομένως την εντύπωση ότι δεν έχει αποδειχτεί επαρκώς η άποψη ότι το βελγικό σύστημα ενιαίων τιμών αποτελεί ουσιώδες και απαραίτητο στοιχείο του φορολογικού συστήματος των καπνών.
Χαρακτηριστικό είναι από την άποψη αυτή ότι ο εκπρόσωπος της Λουξεμβουργιανής Κυβερνήσεως δήλωσε ρητά κατά την προφορική διαδικασία ότι η εισαγωγή του συστήματος ενιαίων τιμών στο Λουξεμβούργο το φθινόπωρο του 1975 δεν αποφασίστηκε από φορολογικούς λόγους, αλλά για λόγους ανταγωνισμού, και συγκεκριμένα για να προστατευθούν οι έμποροι λιανικής πωλήσεως καπνού από τον ανταγωνισμό των μεγάλων αλυσίδων καταστημάτων ή των πολυκαταστημάτων.
Χαρακτηριστικό είναι επίσης ότι και η Ολλανδική Κυβέρνηση προσπάθησε να δικαιολογήσει το σύστημα ενιαίων τιμών με επιχειρήματα που ανάγονται καθαρά στον ανταγωνισμό και στην πολιτική της έναντι των μεσαίων τάξεων. Τα επιχειρήματά της στηρίζονταν κυρίως στο ότι ο αριθμός των εμπόρων λιανικής πωλήσεως καπνού, οι οποίοι αντιμετώπιζαν μεγάλες δυσκολίες, είχε μειωθεί σημαντικά και ότι δεν έπρεπε να επιτραπεί η περαιτέρω μείωση, λόγω των συνεπειών που θα είχε επί του χονδρικού εμπορίου και των μικρών παραγωγών και λόγω του ότι θα ήταν επιπλέον αντίθετη προς το συμφέρον των καταναλωτών, για τους οποίους έχει σημασία να υπάρχει προσφορά πολλών προϊόντων.
Τέλος, και στο ίδιο το Βέλγιο, το φορολογικό σύστημα των καπνών λειτούργησε παραπάνω από 20 χρόνια, όπως αναφέρθηκε ήδη, με βάση ένα σύστημα ανώτατων τιμών, δηλαδή χωρίς ενιαίες τιμές. Κατά την εισαγωγή του συστήματος των ενιαίων τιμών αναγνωρίστηκε ρητά ότι η καινοτομία αυτή εξυπηρετούσε και οικονομικούς σκοπούς.
Αν επομένως δεν παρεκκλίνουμε από τις αυστηρές αρχές που συνάγονται από την απόφαση 74/76 σχετικά με τη δυνατότητα να μη λαμβάνονται υπόψη ορισμένες γενικές διατάξεις της Συνθήκης, δύσκολα μπορούμε να δεχτούμε την άποψη ότι το σύστημα ενιαίων τιμών για τη φορολογία των προϊόντων καπνού εντάσσεται μόνο στο πλαίσιο της φορολογικής εναρμονίσεως. Στην πραγματικότητα δεν πρόκειται εδώ για τομέα στον οποίο μπορούν βάσει ειδικών ρυθμίσεων, όπως προβλέπει η οδηγία 70/50 της Επιτροπής (Abl. 1970, L 13, σ. 29), στην οποία θα επανέλθουμε αργότερα, να μη ληφθούν υπόψη οι διατάξεις σχετικά με τους ποσοτικούς περιορισμούς των εισαγωγών. Ορθώς επίσης υποστηρίζει η Επιτροπή ότι το γεγονός και μόνο ότι μια ρύθμιση θεσπίστηκε και για φορολογικούς λόγους δεν μπορεί να μας οδηγήσει στο συμπέρασμα, αν δεν θέλουμε να υπάρξει ο κίνδυνος να καταστούν άνευ περιεχομένου ορισμένες βασικές διατάξεις της Συνθήκης, ότι δεν πρέπει να ληφθούν ως κριτήριο εκτιμήσεως οι γενικές διατάξεις της Συνθήκης περί των μέτρων ισοδύναμου αποτελέσματος και οι διατάξεις περί ανταγωνισμού.
3.
Εφόσον επομένως δεν παρέλκει καθόλου η ερμηνεία των άλλων διατάξεων της Συνθήκης που αναφέρει το HOF VAN CASSATIE, θα εξετάσω κατ' αρχάς, όπως ήδη είπα, τα προβλήματα που έχουν σχέση με τα άρθρα 30 επ. της Συνθήκης ΕΟΚ, δηλαδή το ζήτημα αν μπορεί να θεωρηθεί ως μέτρο ισοδύναμου αποτελέσματος η εθνική ρύθμιση που προβλέπει για την πώληση επεξεργασμένων καπνών στον καταναλωτή ενιαίες τιμές που καθορίζονται από τους βιομηχάνους ή τους εισαγωγείς. Μου φαίνεται ότι ενδείκνυται να δοθεί προτεραιότητα στην εξέταση του σημείου αυτού, διότι είναι προφανές ότι έχει μεγάλη σημασία για τη δίκη και διότι σ' αυτό αναφέρονταν τα εκτενέστερα επιχειρήματα.
Η νομολογία του Δικαστηρίου έχει αναφερθεί επανειλημμένα στο πρόβλημα των μέτρων αποτελέσματος ισοδύναμου με ποσοτικούς περιορισμούς των εισαγωγών. Έτσι, ορισμένες πλευρές του προβλήματος αυτού έχουν ήδη διευκρινιστεί και μπορούν να αποτελέσουν την αφετηρία εν προκειμένω.
Θα ήθελα για παράδειγμα να υπενθυμίσω ότι πολλές φορές το Δικαστήριο στηρίχτηκε στους ορισμούς που είχαν ήδη δοθεί με την οδηγία της Επιτροπής 70/50 (υπόθεση 155/73, SACCHI, απόφαση της 30ής Απριλίου 1974, Slg. 1974, σ. 409 και υπόθεση 74/76). Η νομολογία κατέστησε επίσης σαφές ότι το ζήτημα δεν τίθεται μόνο για τα μέτρα που αφορούν άμεσα τις εισαγωγές, αλλά και τα μέτρα που επηρέαζουν έμμεσα τις εισαγωγές, όπως τα μέτρα που αφορούν την παραγωγή ή άλλα στάδια της εμπορίας. Σχετικά παραπέμπω στην απόφαση που εκδόθηκε στις υποθέσεις 3, 4 και 6/76 (KRAMER, απόφαση της 14ης Ιουλίου 1976, Slg. 1976, σ. 1279) ή στην απόφαση στην υπόθεση 65/75 (TASCA, απόφαση της 26ης Φεβρουαρίου 1976, Slg. 1976, σ. 291). Δεν πρέπει δηλαδή να μας εκπλήττει το γεγονός ότι ο γενικός ορισμός των μέτρων ισοδύναμου αποτελέσματος, ο οποίος τελευταία επανέρχεται συνεχώς στη νομολογία, είναι τόσο ευρύς. Σύμφωνα με τον ορισμό αυτό (πρβλ. π.χ. την απόφαση της 11ης Ιουλίου 1974 στην υπόθεση 8/74, Εισαγγελική Αρχή κατά ΒΕΝΟΙΤ και GUSTAVE DASSONVILLE, Slg. 1974, σ. 852), χαρακτηρίζεται ως μέτρο ισοδύναμου αποτελέσματος προς ποσοτικό περιορισμό κάθε εμπορική ρύθμιση των κρατών μελών που μπορεί να επηρεάσει άμεσα ή έμμεσα, πραγματικά ή δυνητικά, το ενδοκοινοτικό εμπόριο.
Πριν αρχίσω να εξετάζω τα επίδικα πραγματικά περιστατικά βάσει της παραπάνω νομολογίας, νομίζω ότι εύκολα μπορούν να συναχθούν δύο συμπεράσματα από την εκτεταμένη συζήτηση εν προκειμένω.
Το Δικαστήριο ενθυμείται ασφαλώς ότι κατά τη διάρκεια της διαδικασίας έγινε αναφορά και στη νομολογία περί των συστημάτων ανώτατων τιμών, η οποία απορρέει από τις αποφάσεις 65/75 (TASCA) και 88/75-90/75 (εταιρία SADAM και λοιποί κατά Διυπουργικής Επιτροπής Τιμών και Υπουργού Βιομηχανίας, Εμπορίου και Βιοτεχνίας και λοιπών, απόφαση της 26ης Φεβρουαρίου 1976, SLG. 1976, σ. 323). Νομίζω ότι είναι προφανές ότι η νομολογία αυτή δεν μπορεί να αξιοποιηθεί άμεσα εν προκειμένω, λόγω των διαφορετικών πραγματικών περιστατικών. Οι προαναφερθείσες αποφάσεις αφορούσαν ανώτατες τιμές που καθορίζονταν από το κράτος και το ύψος των οποίων μπορούσε να έχει αρνητικά αποτελέσματα επί του εισαγωγικού εμπορίου. Τέτοια αποτελέσματα δεν υπάρχουν στην περίπτωση συστημάτων ενιαίων τιμών όπως αυτό που ενδιαφέρει εν προκειμένω, αφού οι ανώτατες τιμές, οι οποίες στη συνέχεια ισχύουν ως ενιαίες υποχρεωτικές τιμές, καθορίζονται ελεύθερα από τους εισαγωγείς — για να περιοριστούμε μόνο σ' αυτούς — δηλαδή εναπόκειται στους ίδιους τους εισαγωγείς να καθορίσουν τις τιμές και κατ' αυτό τον τρόπο να προδικάσουν τις πιθανότητες εμπορικής επιτυχίας των εισαγόμενων εμπορευμάτων.
Η δεύτερη παρατήρηση που θα ήθελα να κάνω ευθύς εξαρχής αφορά ένα επιχείρημα που υποστηρίχθηκε ότι θα μπορούσε να συναχθεί από την προαναφερθείσα οδηγία της Επιτροπής 70/50 υπέρ του βελγικού συστήματος ενιαίων τιμών. Η οδηγία κάνει διάκριση μεταξύ μέτρων που δεν ισχύουν αδιακρίτως τόσο για τα εγχώρια όσο και για τα εισαγόμενα προϊόντα (άρθρο 2) και μέτρων που αφορούν την εμπορία των προϊόντων και ισχύουν αδιακρίτως τόσο για τα εγχώρια όσο και για τα εισαγόμενα προϊόντα (άρθρο 3). Στο άρθρο 2 αναφέρονται ρητά, στην παράγραφο 3, στοιχεία α έως ε, τα μέτρα που αφορούν τις τιμές. Από το γεγονός αυτό και από το γεγονός ότι το βελγικό μέτρο δεν εμπίπτει στο άρθρο 2, αφού ισχύει αδιακρίτως τόσο για τα εγχώρια όσο και για τα εισαγόμενα προϊόντα, αλλά ενδεχομένως στο άρθρο 3, συνάγουν ορισμένοι το συμπέρασμα ότι το μέτρο αυτό δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως μέτρο ισοδύναμου αποτελέσματος, αφού το άρθρο 3 δεν κάνει λόγο για μέτρα ρυθμίσεως των τιμών. Το συμπέρασμα αυτό δεν μου φαίνεται να συνάγεται κατ' ανάγκη και μάλιστα όχι μόνο επειδή κανείς πρέπει να είναι πολύ προσεκτικός με τέτοια συμπεράσματα εκ του εναντίου, αλλά κυρίως επειδή δεν μου φαίνεται να υπάρχει λόγος να εξαιρεθούν τα μέτρα περί τιμών, δεδομένου μάλιστα ότι το άρθρο 3 μιλάει γενικά για εμπορία. Σημασία επίσης έχει ότι στην επιχειρηματολογία αυτή μπορεί να αντιταχθεί οπωσδήποτε ο ευρύς ορισμός των μέτρων ισοδύναμου αποτελέσματος τον οποίο έχει διαμορφώσει η νομολογία.
Εφόσον κανένα από τα δύο αυτά επιχειρήματα δεν μπορεί να συμβάλει στη λύση του προβλήματος εν προκειμένω, πρέπει πλέον να εξεταστεί τι άλλο συνάγεται από τον προαναφερθέντα γενικό ορισμό που έχει δώσει το Δικαστήριο. Εδώ μπορούμε να περιοριστούμε στον καθορισμό των τιμών από τους εισαγωγείς και να μην εξετάσουμε τον καθορισμό των τιμών από τους εγχώριους βιομηχάνους. Ο καθορισμός των τιμών από τους βιομηχάνους θα είχε σημασία για το διακρατικό εμπόριο μόνο εφόσον οι έμποροι λιανικής πωλήσεως που δεσμεύονται από τις τιμές πραγματοποιούσαν εξαγωγές. Αυτό όμως δεν συμβαίνει στην πραγματικότητα, λόγω του συστήματος των φορολογικών ταινιών, το οποίο ορθώς η Επιτροπή χαρακτηρίζει ως νόμιμο μέτρο ελέγχου. Το μόνο εξαγωγικό εμπόριο που ενδεχομένως γίνεται αφορά ασήμαντες πωλήσεις σε κατοίκους παραμεθόριων περιοχών, οι οποίες αναμφίβολα μπορούν να μη ληφθούν καθόλου υπόψη για την εκτίμηση του συστήματος.
Όσον αφορά τον καθορισμό των τιμών από τους εισαγωγείς, η Επιτροπή συγκεκριμένα ισχυρίζεται ότι το διακρατικό εμπόριο επηρεάζεται ακόμη και αν δεν πρόκειται για μέτρα που αφορούν άμεσα τις εισαγωγές. Αν δεν υπήρχαν οι υποχρεωτικές τιμές, οι έμποροι λιανικής πωλήσεως θα είχαν τη δυνατότητα να ακολουθήσουν δική τους πολιτική ως προς τις τιμές, δηλαδή να μειώσουν τις τιμές τους, ιδιαίτερα στις παραμεθόριες περιοχές, και έτσι να αυξήσουν τις πωλήσεις τους και ταυτόχρονα να συμβάλουν στην αύξηση του εμπορίου. Αν το μέτρο αντίθετα διατηρηθεί, τότε το εμπόριο δυσχεραίνεται σημαντικά. Πρέπει να τονιστεί επίσης ότι αποκλείεται η απλή πραγματοποίηση παράλληλων εισαγωγών, διότι τα προϊόντα καπνού με τις βελγικές φορολογικές ταινίες δεν κυκλοφορούν ελεύθερα στα άλλα κράτη μέλη. Αποκλείεται επίσης η δυνατότητα εισαγωγής προϊόντων καπνού που διατίθενται σε κάποια αλλοδαπή αγορά, διότι η επιστροφή του αλλοδαπού φόρου καπνού αποτελεί εξαιρετικά περίπλοκη διαδικασία — κατά το γερμανικό νόμο περί φορολογίας καπνού για παράδειγμα απαιτείται η καταστροφή των φορολογικών ταινιών υπό τον έλεγχο των διοικητικών οργάνων και στη συνέχεια η νέα συσκευασία του προϊόντος. Οι έμποροι λιανικής πωλήσεως δηλαδή είτε εξαρτώνται από τη συνεργασία των εισαγωγέων, στους οποίους όμως μόνο οι σημαντικότεροι πελάτες μπορούν να επιβάλουν τη δική τους αντίληψη περί τιμών, είτε πρέπει να γίνουν οι ίδιοι εισαγωγείς κατά την έννοια του βελγικού νόμου και να καθορίζουν οι ίδιοι τις τιμές αγοράζοντας τις σχετικές φορολογικές ταινίες.
Εδώ όμως πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι η αλλαγή αυτή των ρόλων στο οικονομικό κύκλωμα είναι δύσκολη και έχει μεγάλο κόστος και επομένως τη δυνατότητα αυτή έχουν μόνο οι οικονομικά ισχυροί επιχειρηματίες. Επιπλέον, πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι λόγω του συστήματος των φορολογικών ταινιών, το οποίο πρέπει να θεωρηθεί νόμιμο, οι έμποροι ως εισαγωγείς εξαρτώνται από τη συνεργασία των αλλοδαπών βιομηχάνων για να θέσουν τις φορολογικές ταινίες επί των προϊόντων. Εδώ ανακύπτει η δυσχέρεια ότι οι εισαγωγείς δύσκολα μπορούν να επιβάλουν στους βιομηχάνους τις συχνά διαφορετικές αντιλήψεις τους περί τιμών, ενώ συναντούν και αρνήσεις πωλήσεως από τους βιομηχάνους, λόγω της υπάρξεως συμβάσεων αποκλειστικότητας με άλλους εισαγωγείς. Αυτό αποδείχτηκε κατά την παρούσα διαδικασία όταν η ΙΝΝΟ κατέθεσε την αλληλογραφία της με ορισμένους αλλοδαπούς βιομηχάνους ή αποκλειστικούς εισαγωγείς. Τέλος, μεγάλο εμπόδιο για τις προσπάθειες αυτές αποτελεί το γεγονός ότι δεν υπάρχει δυνατότητα αγοράς από τις βελγικές φορολογικές αρχές ταινιών που να αναγράφουν χαμηλότερη τιμή. Πράγματι, όπως προκύπτει από έγγραφο που απηύθυνε προς την ΙΝΝΟ στις 14 Ιουνίου 1977 ο Βέλγος γενικός επιθεωρητής φόρων καταναλώσεως, οι αρμόδιες αρχές υποστηρίζουν την άποψη ότι τα τσιγάρα της ίδιας μάρκας και της ίδιας ποιότητας δεν μπορούν να διατίθενται στην αγορά ταυτόχρονα με διαφορετικές φορολογικές ταινίες. Η άποψη αυτή στηρίζεται στη βελγική κανονιστική ρύθμιση περί φορολογίας καπνού, καθώς και στην οδηγία του Συμβουλίου του 1972, σύμφωνα με την οποία δεν επιτρέπεται η ύπαρξη πολλών ανώτατων τιμών λιανικής πωλήσεως για το ίδιο προϊόν. Για όλους αυτούς τους λόγους πρέπει να γίνει δεκτό ότι υπάρχουν πολύ μεγάλα εμπόδια προκειμένου οι έμποροι λιανικής πωλήσεως να ακολουθήσουν ανεξάρτητη πολιτική ως προς τις τιμές που να προωθεί τις πωλήσεις τους. Η κατάσταση είναι ακόμη χειρότερη ως προς τις ξένες μάρκες, οι οποίες πρέπει πρώτα να γίνουν γνωστές στην αγορά. Για τις μάρκες αυτές επομένως το υφιστάμενο σύστημα τιμών έχει βαρύτερες συνέπειες απ' ό, τι για τα εγχώρια προϊόντα.
Επιπλέον, ένα μεγάλο μέρος των εισαγωγών στο Βέλγιο, και συγκεκριμένα περισσότερο από το μισό, πραγματοποιείται από τους Βέλγους καπνοβιομηχάνους, οι οποίοι βέβαια δεν. έχουν το ίδιο συμφέρον για την αύξηση των πωλήσεων των αλλοδαπών προϊόντων το οποίο θα είχαν οι τελείως ανεξάρτητοι εισαγωγείς.
Και βέβαια οπωσδήποτε δεν θα ήταν ρεαλιστικό να υποτεθεί ότι πολλοί από τους μικρούς εμπόρους λιανικής πωλήσεως βιομηχανοποιημένων καπνών θέλουν να ακολουθήσουν δική τους πολιτική περί τιμών και να χορηγούν εκπτώσεις. Τους εμποδίζει άλλωστε το μικρό περιθώριο εμπορικού κέρδους, το οποίο, απ' ό, τι φαίνεται, στο Βέλγιο ανέρχεται για τα τσιγάρα στο 7,5% περίπου της τιμής που αναγράφεται στη φορολογική ταινία. Και το αίτημα άλλωστε της Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής να περιληφθούν στην οδηγία του Συμβουλίου μόνο οι ενιαίες τιμές λιανικής πωλήσεως στηριζόταν στο γεγονός ότι τα βιομηχανοποιημένα καπνά δεν προσφέρονται καθόλου για εκπτώσεις επί των τιμών, ότι στο λιανικό εμπόριο είναι αδύνατο να γίνουν εκπτώσεις λόγω των πολύ μικρών περιθωρίων εμπορικού κέρδους και ότι εκπτώσεις μπορούν να κάνουν μόνο τα πολυκαταστήματα, πράγμα όμως που θα έπρεπε να χαρακτηριστεί ως αθέμιτος ανταγωνισμός. Τα πολυκαταστήματα όμως έχουν μικρότερα έξοδα λόγω της αυτοεξυπηρετήσεως, μεγαλύτερες δυνατότητες αγοράς μεγάλων ποσοτήτων και τη δυνατότητα να εισπράττουν όλο το κέρδος του 10% που προβλέπεται συνολικά για το χονδρικό και το λιανικό εμπόριο. Για το λόγο αυτό άλλωστε και οι προσπάθειες για αποκλίσεις από τις τιμές που αναγράφονται στις φορολογικές ταινίες στο Βέλγιο γίνονται μόνο από τα μεγάλα πολυκαταστήματα, ενώ το σωματείο των λιανεμπόρων καπνού υπερασπίζει με μαχητικότητα το σύστημα των ενιαίων τιμών. Επομένως, δεν μπορεί να υποστηριχθεί ότι αποτελεί δυσχέρανση των παράλληλων εισαγωγών και της ελεύθερης διαμόρφωσης των τιμών το γεγονός και μόνο ότι είναι δύσκολο ο έμπορος λιανικής πωλήσεως να γίνει εισαγωγέας. Πράγματι, αυτό οπωσδήποτε δεν συμβαίνει με επιχειρήσεις όπως η αναιρεσείουσα στην κύρια δίκη.
Όσον αφορά τα προβλήματα που συνάντησε η ΙΝΝΟ προσπαθώντας να εισαγάγει η ίδια καπνά με χαμηλότερες τιμές επί της φορολογικής ταινίας, θα ήθελα επίσης να παρατηρήσω τα εξής.
Όπως ακούσαμε, οι αλλοδαποί βιομήχανοι είτε επικαλούνταν συμβάσεις αποκλειστικότητας με Βέλγους εισαγωγείς είτε αρνούνταν την πώληση των προϊόντων τους σε διαφορετικές τιμές. Οι Βέλγοι εισαγωγείς αρνούνταν να πωλούν σε διαφορετικές τιμές, ισχυριζόμενοι ότι αυτό δεν επιτρεπόταν από τη βελγική νομοθεσία. Ο τελευταίος αυτός ισχυρισμός επιβεβαιώνεται εξάλλου από τη στάση των βελγικών φορολογικών αρχών, η οποία εκτίθεται στο προαναφερθέν έγγραφο που προσκόμισε η ΙΝΝΟ.
Αν εξετάσουμε κατ' αρχάς το τελευταίο αυτό σημείο, θα δούμε ότι οι βελγικές αρχές δεν επικαλέστηκαν το άρθρο 58 του νόμου του 1969, που αποτελεί το αντικείμενο της κύριας δίκης, αλλά τη βελγική κανονιστική ρύθμιση περί φορολογίας καπνών και την οδηγία του 1972. Τα προσκόμματα επομένως που προκύπτουν από τη στάση των βελγικών φορολογικών αρχών δεν οφείλονται στο σύστημα ενιαίων τιμών για τα βιομηχανοποιημένα καπνά, αλλά σε άλλες διατάξεις. Εξάλλου, πρέπει να γίνει εδώ δεκτό ότι οι βελγικές αρχές κακώς επικαλούνται την οδηγία του Συμβουλίου για να υποστηρίξουν την άποψή τους . δεν μπορώ πράγματι να καταλάβω πώς συνάγεται από την οδηγία η αρχή ότι για το ίδιο προϊόν δεν μπορεί να υπάρχει παρά μία μόνο ανώτατη τιμή λιανικής πωλήσεως. Όσον αφορά τη βελγική κανονιστική ρύθμιση περί φορολογίας καπνού, έχει επίσης σημασία το γεγονός ότι οι φορολογικές αρχές αναφέρθηκαν, για να υποστηρίξουν την άποψή τους, στην κανονιστική αυτή ρύθμιση όπως ίσχυε το 1974, μολονότι τα πραγματικά περιστατικά που καλείται να κρίνει το HOF VAN CASSATIE ανατρέχουν στο 1972. Όσον αφορά το κείμενο που ίσχυε προηγουμένως, στο προαναφερθέν έγγραφο αναφέρεται σαφώς ότι τότε δεν είχε τεθεί το ζήτημα των φορολογικών ταινιών χαμηλότερης αξίας, δεδομένου ότι τότε δεν απαγορεύονταν οι πωλήσεις κάτω της τιμής που αναγραφόταν στις φορολογικές ταινίες.
Τα άλλα προσκόμματα που αναφέρθηκαν οφείλονται εν μέρει στη συμπεριφορά των αλλοδαπών βιομηχάνων, οι οποίοι, όπως ορθά παρατήρησε η Επιτροπή, έχουν το τεχνικό μονοπώλιο για την επίθεση των φορολογικών ταινιών, και επομένως η συμπεριφορά τους μπορεί να χαρακτηριστεί ως κατάχρηση δεσπόζουσας θέσης κατά την έννοια του άρθρου 86 της Συνθήκης. Εν μέρει πάλι οφείλονται στο γεγονός ότι οι βιομήχανοι έχουν συνάψει συμβάσεις αποκλειστικότητας για τον εφοδιασμό της βελγικής αγοράς με ορισμένες βελγικές επιχειρήσεις, πράγμα το οποίο δημιουργεί κινδύνους όχι μόνο επειδή οι παράλληλες εισαγωγές, τις οποίες η Επιτροπή θεωρεί εδώ αναγκαίες, είναι αδύνατες λόγω των ιδιομορφιών της φορολογικής νομοθεσίας, αλλά και επειδή πολλοί αποκλειστικοί εισαγωγείς είναι Βέλγοι καπνοβιομήχανοι.
Αντίθετα, το σύστημα των ενιαίων τιμών δεν μπορεί να θεωρηθεί ως η πραγματική αιτία για τη δυσχέρανση των παράλληλων εισαγωγών, άρα και για τη δημιουργία προσκομμάτων στο εμπόριο.
Επειδή επομένως τα προσκόμματα στο εμπόριο δημιουργούνται όχι μόνο από το σύστημα των ενιαίων τιμών αλλά και από τη συμπεριφορά άλλων επιχειρηματιών και από την εθνική διοικητική πρακτική, η οποία δεν βρίσκει κανένα έρεισμα στο ίδιο το σύστημα των ενιαίων τιμών, δεν νομίζω ότι το σύστημα των ενιαίων τιμών μπορεί να χαρακτηριστεί ως ασυμβίβαστο με το άρθρο 30 της Συνθήκης. Πολύ περισσότερο ενδεδειγμένη μου φαίνεται η αντιμετώπιση των προσκομμάτων αυτών με διαφορετικό τρόπο, π.χ. με μέτρα κατά των αλλοδαπών βιομηχάνων βάσει του άρθρου 86 της Συνθήκης ΕΟΚ, με την αυστηρότερη αντιμετώπιση των συμβάσεων αποκλειστικότητας και με την απαγόρευση της βελγικής διοικητικής πρακτικής σχετικά με τις διαφορές των τιμών που αναγράφονται στις φορολογικές ταινίες.
Για να ολοκληρώσω κατά κάποιο τρόπο τις παρατηρήσεις μου αυτές, ας μου επιτραπεί να προσθέσω μια τελευταία, αλλά επίσης σημαντική παρατήρηση.
Κατά τη διάρκεια της διαδικασίας έγινε σαφές ότι με το σύστημα ενιαίων τιμών για τα βιομηχανοποιημένα καπνά επιδιώκεται στο Βέλγιο και ένας σκοπός οικονομικής πολιτικής: η προστασία του λιανικού εμπορίου από τον ανταγωνισμό των μεγάλων πολυκαταστημάτων, μάλιστα δε και προς το συμφέρον του καταναλωτή, που διαθέτει έτσι ένα αρκετά πυκνό δίκτυο καταστημάτων και μεγάλα περιθώρια επιλογής. Η καταρχήν ορθότητα του σκοπού αυτού δεν αμφισβητείται ούτε από την Επιτροπή, η οποία όμως θεωρεί ότι ο σκοπός αυτός μπορεί να επιδιωχθεί με άλλους τρόπους, που να θίγουν λιγότερο το διακρατικό εμπόριο, και ως τέτοια μέτρα προτείνει την απαγόρευση της πώλησης σε τιμή χαμηλότερη από την τιμή αγοράς, τον περιορισμό των εκπτώσεων που γίνονται στο λιανικό εμπόριο ή ένα σύστημα αδειών για το λιανικό εμπόριο κατά το οποίο τα προϊόντα καπνού θα επιτρεπόταν να πωλούνται μόνο σε ειδικευμένα καταστήματα. Στο σημείο αυτό η Επιτροπή προφανώς υπονοεί το άρθρο 3 της οδηγίας της 70/50, της 22ας Δεκεμβρίου 1969, στο οποίο γίνεται λόγος για μέτρα εμπορίας που εφαρμόζονται αδιακρίτως τόσο στα εγχώρια όσο και στα εισαγόμενα προϊόντα, τα οποία χαρακτηρίζονται ως μέτρα ισοδύναμου αποτελέσματος όταν οι περιορισμοί τους οποίους προκαλούν βαίνουν πέραν των αποτελεσμάτων που έχουν συνήθως οι εμπορικές αυτές ρυθμίσεις.
Η συλλογιστική αυτή οδηγεί, αν τα διάφορα μέτρα αυτά σταθμιστούν από την άποψη των εμποδίων που δημιουργούν για το εμπόριο, στο ερώτημα αν, σε περίπτωση που τα εμπόδια στο εμπόριο δημιουργούνται από ένα σύστημα ενιαίων τιμών σε συνδυασμό με άλλα στοιχεία (συμπεριφορά άλλων οικονομικών παραγόντων στην αγορά, διοικητική πρακτική κατά τη χορήγηση των φορολογικών ταινιών), δεν είναι περισσότερο ενδεδειγμένο να ληφθούν μέτρα κατά των προαναφερθέντων παράλληλων φαινομένων, μέτρα για τα οποία δεν θα υπήρχαν ιδιαίτερες δυσχέρειες, και το σύστημα ενιαίων τιμών να χαρακτηριστεί κατάλληλο κατά την έννοια του άρθρου 3 της οδηγίας της Επιτροπής παρά να καταργηθεί το σύστημα ενιαίων τιμών και να θεσπιστούν ταυτόχρονα τα εναλλακτικά μέτρα που προτείνει η Επιτροπή. Αν ληφθεί υπόψη ότι η Επιτροπή προτείνει σχετικά και ορισμένα μέτρα που φθάνουν μέχρι τη χορήγηση αδειών για το λιανικό εμπόριο προϊόντων καπνού, νομίζω ότι δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι πρέπει να προτιμηθεί η πρώτη εναλλακτική λύση, η οποία είναι λιγότερο επαχθής για την οικονομική ζωή. Ακόμη δηλαδή και αν ληφθούν υπόψη οι αρχές που θέτει η οδηγία 70/50 της Επιτροπής, δεν μπορεί να συναχθεί το συμπέρασμα ότι το βελγικό σύστημα ενιαίων τιμών για τα βιομηχανοποιημένα καπνά πρέπει να θεωρηθεί ως μέτρο ισοδύναμου αποτελέσματος κατά την έννοια του άρθρου 30 της Συνθήκης ΕΟΚ.
Νομίζω ότι εξετάσαμε επαρκώς τα προβλήματα που συνδέονται με το άρθρο 30 της Συνθήκης και ότι επομένως δεν χρειάζεται να αναλύσουμε περισσότερο τις διάφορες πλευρές του ερωτήματος που έθεσε το HOF VAN CASSATIE.
4.
Το επόμενο ερώτημα που θα εξετάσω αφορά τα άρθρα 3 στ, 5, δεύτερη παράγραφος, και 86 της Συνθήκης ΕΟΚ. Δεν θα ήθελα να παραθέσω το ερώτημα αυτό και πάλι, επειδή είναι πολύ μεγάλο, αν και αυτό θα ήταν χρήσιμο για να φανεί ότι η διατύπωση του ερωτήματος με τις διάφορες υποδιαιρέσεις του δεν είναι και πολύ κατανοητή και ότι υπάρχουν ορισμένες δυσκολίες για να γίνει κατανοητή η έννοιά του. Έτσι εξάλλου εξηγείται και το γιατί οι παρατηρήσεις των διαδίκων είχαν τελείως διαφορετικό περιεχόμενο και το γιατί είναι τόσο δύσκολο, αν όχι αδύνατο, να συστηματοποιηθούν.
Ανεξάρτητα από την ακριβή σημασία των ερωτημάτων, μπορούν να γίνουν σχετικά εύκολα ορισμένες διαπιστώσεις σχετικά με την εξέταση των προβλημάτων που θέτουν, με τις οποίες θα ήθελα και να αρχίσω.
Σημασία έχει κατ' αρχάς ότι στην προκειμένη διαδικασία, η οποία στηρίζεται στο άρθρο 177 της Συνθήκης, πρόκειται για την ερμηνεία του κοινοτικού δικαίου και ότι δεν μπορεί να τεθεί θέμα διαπιστώσεων ως προς τα πραγματικά περιστατικά που να ανάγονται στην εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου. Η παρατήρηση αυτή επιβάλλεται ενόψει ορισμένων επιχειρημάτων της ΙΝΝΟ που είναι ιδιαίτερα ελκυστικά. Η ΙΝΝΟ αναφέρθηκε, ως γνωστό, στις συμφωνίες που συνήψε από το 1967 μέχρι το 1969 το FEDETAB με Βέλγους εμπόρους χονδρικής και λιανικής πωλήσεως και οι οποίες — όπως ισχυρίζεται — δεν συμβιβάζονται με το άρθρο 85 της Συνθήκης ΕΟΚ. Από αυτό η ΙΝΝΟ συμπεραίνει ότι το κοινοτικό δίκαιο δεν μπορεί να επιτρέπει την παραγωγή του ίδιου αποτελέσματος — ενός είδους υποχρεωτικής συμπράξεως — με νομοθετικά μέτρα. Ομοίως η ΙΝΝΟ υπογράμμισε ότι το FEDETAB έχει, σε συνεργασία με τη βελγική ομοσπονδία εμπόρων χονδρικής πωλήσεως, δεσπόζουσα θέση στην αγορά, την οποία εκμεταλλεύεται καταχρηστικά, ασκώντας πίεση να τηρούνται οι τιμές οι οποίες καθορίζονται από τους βιομηχάνους. Ούτε όμως και το κράτος πρέπει να έχει τη δυνατότητα να επιβάλει το αποτέλεσμα αυτό με πράξεις ασκήσεως δημόσιας εξουσίας — με νόμους — και έτσι να νομιμοποιεί κατά κάποιο τρόπο την κατάχρηση. Τα ερωτήματα όμως αυτά, που αφορούν πραγματικά περιστατικά, δεν μπορούμε βέβαια να τα εξετάσουμε στα πλαίσια της διαδικασίας του άρθρου 177 και επομένως δεν μπορούμε να ερευνήσουμε αν όντως μπορεί να γίνει λόγος για δεσπόζουσα θέση και καταχρηστική εκμετάλλευσή της. Ομοίως στη διαδικασία αυτή δεν μας επιτρέπεται να εξετάσουμε αν ορισμένες συμφωνίες αντιβαίνουν προς το άρθρο 85 της Συνθήκης και δεν μπορούν να εξαιρεθούν βάσει του άρθρου 85, παράγραφος 3, πράγμα που προφανώς εξετάζεται ακόμη από την Επιτροπή. Κατά συνέπεια, δεν είναι ορθό να θεωρήσουμε ως δεδομένο ότι συντρέχουν τα προαναφερθέντα πραγματικά στοιχεία, δηλαδή δεν μπορούμε άνευ ετέρου να στηρίξουμε την ερμηνεία μας στα περιστατικά που ανέφερε η ΙΝΝΟ.
Βέβαιο είναι επίσης — και αυτή είναι μια άλλη διαπίστωση που μπορεί να γίνει χωρίς δυσκολίες — ότι η θέση ισχύος που απορρέει από το νόμο — εν προκειμένω η δυνατότητα των βιομηχάνων και των εισαγωγέων να καθορίζουν υποχρεωτικές τιμές λιανικής πωλήσεως — δεν αποτελεί κατ' ανάγκη καθεαυτή δεσπόζουσα θέση κατά την έννοια του άρθρου 86 της Συνθήκης. Υπενθυμίζω σχετικά την απόφαση της 8ης Ιουνίου 1971 στην υπόθεση 78/70 (DEUTSCHE GRAMMOPHON-GESELLSCHAFT κατά METRO-SB-GROSSMAERKTE, Slg. 1971, σ. 487), στην οποία το Δικαστήριο τόνισε ότι ο κάτοχος δικαιώματος συναφούς προς το δικαίωμα του δημιουργού δεν κατέχει αυτόματα δεσπόζουσα θέση κατά την έννοια του άρθρου 86. Όσον αφορά τα πραγματικά περιστατικά εν προκειμένω, δεν πρέπει ιδιαίτερα να ξεχνάμε ότι την προαναφερθείσα δυνατότητα έχουν και οι μικροί βιομήχανοι εισαγωγείς. Προκειμένου επομένως να γίνει δεκτό ότι εν προκειμένω τίθεται θέμα εφαρμογής του άρθρου 86, πρέπει οπωσδήποτε να ερευνηθούν ακόμη μερικά στοιχεία σχετικά με την κατάσταση της αγοράς, όπως επανειλημμένα έχει τονιστεί στη νομολογία σχετικά με τη δυνατότητα καταργήσεως του ανταγωνισμού.
Τρίτον, πρέπει ευθύς εξαρχής να τονιστεί επίσης ότι η Συνθήκη δεν απαγορεύει τη διαμόρφωση δεσπόζουσας θέσης στην αγορά και ότι συγκεκριμένα δεν αποκλείει το ενδεχόμενο η δεσπόζουσα θέση να είναι αποτέλεσμα νόμου. Και αυτό επίσης επιβεβαιώνεται στη νομολογία. Επομένως όμως δεν είναι ορθό να συναχθεί από το άρθρο 86 ότι τα κράτη μέλη είναι υποχρεωμένα να μη λαμβάνουν κανενός είδους μέτρα που θα έθεταν τον ανταγωνισμό σε κίνδυνο.
Προσπαθώντας στη συνέχεια να δώσουμε και άλλα ερμηνευτικά στοιχεία για την επίλυση της διαφοράς, όπως φαίνεται να ζητεί με τα ερωτήματά του το HOF VAN CASSATIE, θα ήθελα να τονίσω τα εξής, όσον αφορά το βασικό σημείο της διαφοράς αν από τις διατάξεις αυτές συνάγονται πράγματι υποχρεώσεις για τα κράτη μέλη.
Είναι προφανές ότι το άρθρο 86 αφορά μόνο τις επιχειρήσεις και θέτει όρια στη συμπεριφορά τους. Δεν τίθεται επομένως θέμα απευθείας εφαρμογής στα κράτη και στα μέτρα με τα οποία ασκείται δημόσια εξουσία. Ομοίως σαφές είναι και το ότι το άρθρο 3, στοιχείο στ απευθύνεται στα κοινοτικά όργανα, αφού το άρθρο 3 αρχίζει με τη φράση «η δράση της Κοινότητος… περιλαμβάνει σύμφωνα με τους όρους και το ρυθμό που προβλέπει η παρούσα συνθήκη…». Το άρθρο αυτό μπορεί το πολύ να αποτελέσει βοήθημα για την ερμηνεία των άρθρων 85 και 86, όπως τονίστηκε στις υποθέσεις 6/72 (EUROPEMBALLAGE CORPORATION και CONTINENTAL CAN COMPANY INC. κατά Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, απόφαση της 21ης Φεβρουαρίου 1973, Slg. 1973, σ. 215) και 6 και 7/73 (ISTITUTO CHEMOTERAPICO ITALIANO και COMMERCIAL SOLVENTS CORPORATION κατά Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, απόφαση της 6ης Μαρτίου 1974, Slg 1974, σ. 223). Επομένως ούτε και από το άρθρο αυτό μπορούν να συναχθούν άμεσα υποχρεώσεις για τα κράτη μέλη.
Αντίθετα, δεν αποκλείεται η πιθανότητα ο συνδυασμός των διατάξεων αυτών με το άρθρο 5, δεύτερη παράγραφος, να οδηγεί στο συμπέρασμα ότι ακόμη και η δράση των κρατών μελών έχει ορισμένα όρια στον τομέα αυτό. Πράγματι, σύμφωνα με το άρθρο 5, δεύτερη παράγραφος, τα κράτη μέλη είναι υποχρεωμένα να απέχουν από κάθε μέτρο που θα μπορούσε να θέσει σε κίνδυνο την πραγματοποίηση των σκοπών της Συνθήκης. Έτσι, το Δικαστήριο έκρινε με την απόφαση στην υπόθεση 78/70, ότι το άρθρο 5, δεύτερη παράγραφος, προβλέπει μια γενική υποχρέωση, το συγκεκριμένο περιεχόμενο της οποίας εξαρτάται από τις διατάξεις της Συνθήκης, αλλά και από τους κανόνες δικαίου που συνάγονται από την όλη οικονομία της Συνθήκης. Όσον αφορά τις σχέσεις μεταξύ του εθνικού δικαίου ανταγωνισμού και του κοινοτικού δικαίου ανταγωνισμού, στην απόφαση της 13ης Φεβρουαρίου 1969 στην υπόθεση 14/68 (WILHELM και λοιποί κατά BUNDESKARTELLAMT, SLG. 1969, σ. 1) αναφέρεται χαρακτηριστικά ότι τα κράτη μέλη δεν επιτρέπεται να λαμβάνουν μέτρα που θα μπορούσαν να θέσουν σε κίνδυνο την πρακτική αποτελεσματικότητα της Συνθήκης.
Υπό τις συνθήκες αυτές πρέπει να αναγνωριστεί η αρχή ότι το κοινοτικό δίκαιο πρέπει να μπορεί να παράγει τα αποτελέσματά του και ότι τα κράτη μέλη είναι επομένως υποχρεωμένα να απέχουν από κάθε ενέργεια που θα μπορούσε να αποτελέσει εμπόδιο. Όσον αφορά το άρθρο 86 — σχετικά με το άρθρο 85 δεν χρειάζεται να λάβουμε θέση, δεδομένου ότι δεν μας ζητήθηκε και δεδομένου ότι προφανώς δεν ενδιαφέρει το HOF VAN CASSATIE — επιβάλλεται να γίνει δεκτό ότι τα κράτη μέλη έχουν την υποχρέωση να μην εξαιρούν τις επιχειρήσεις από το πεδίο εφαρμογής του άρθρου 86 και να μη δημιουργούν, με πράξεις ασκήσεως κρατικής εξουσίας, αποτελέσματα που το άρθρο 86 απαγορεύει στις επιχειρήσεις να δημιουργούν.
Εντούτοις, βρίσκομαι σε αμηχανία σχετικά με το ποια απάντηση πρέπει να δοθεί στο ερώτημα του HOF VAN CASSATIE στο οποίο γίνεται λόγος για νομοθετικές διατάξεις οι οποίες μπορούν να διευκολύνουν την κατάχρηση δεσπόζουσας θέσης.
Είναι βέβαια δυνατό να γίνει δεκτό αυτό που υποστήριξε η Επιτροπή, δηλαδή ότι τα κράτη που καθιερώνουν με νόμο ένα σύστημα δεσμευτικών τιμών όπως εν προκειμένω έχουν επίσης την υποχρέωση να λάβουν μέτρα για την πρόληψη ενδεχόμενων καταχρήσεων. Με άλλα λόγια, τα κράτη αυτά έχουν την υποχρέωση να επαγρυπνούν ώστε να μην υπάρχουν καταχρήσεις κατά τον καθορισμό των τιμών που καθίστανται υποχρεωτικές. Έχω όμως αμφιβολίες αν αυτό ήταν όντως το νόημα του πρώτου ερωτήματος του HOF VAN CASSATIE. Πράγματι, δεν πρέπει να λησμονείται, πρώτον, ότι το βελγικό δίκαιο προβλέπει ήδη τέτοια μέτρα προστασίας, αφού οι μεταβολές των τιμών των προϊόντων καπνού εγκρίνονται υποχρεωτικά από τον Υπουργό Οικονομικών και αρχίζουν να ισχύουν, κατόπιν της σύμφωνης γνώμης του, μόνο αφού παρέλθει ορισμένη προθεσμία. Δεύτερον, τίθεται το ερώτημα αν το σύστημα έχει πράγματι ως αποτέλεσμα τη διευκόλυνση της καταχρηστικής εκμετάλλευσης, δεδομένου ότι είτε ορισμένες επιχειρήσεις έχουν τέτοια θέση ισχύος στην αγορά που μπορούν να εκμεταλλεύονται καταχρηστικά τη θέση τους κατά τον καθορισμό των τιμών είτε δεν την έχουν και επομένως ούτε και το σύστημα των ενιαίων τιμών έχει συνέπειες επί του ύψους των τιμών. Εξάλλου, στο σημείο αυτό τονίστηκε ορθά ότι καθόλου δεν θίγεται η αποτελεσματικότητα του κοινοτικού δικαίου ως προς την καταστολή των καταχρήσεων δεσπόζουσας θέσης από τις επιχειρήσεις.
Για το λόγο αυτό θα πρέπει να αφεθεί κατά μέρος η διατύπωση των ερωτημάτων — «μπορούν να διευκολύνουν την καταχρηστική εκμετάλλευση» — και να γίνει δεκτό ότι το παραπέμπον δικαστήριο ακολούθησε εδώ τη συλλογιστική που διαφαίνεται και στην επιχειρηματολογία της ΙΝΝΟ. Πρέπει επομένως να εξεταστεί το ερώτημα αν η Συνθήκη απαγορεύει τη διατήρηση σε ισχύ νόμου που να προβλέπει αυτό που προηγουμένως επιτεύχθηκε πιθανώς με καταχρηστική εκμετάλλευση, δηλαδή την τήρηση των τιμών που καθορίζουν οι βιομήχανοι και οι εισαγωγείς.
Αλλά και από αυτή την οπτική γωνία δύσκολα μπορεί να συναχθεί το συμπέρασμα ότι η διάταξη του βελγικού δικαίου που ενδιαφέρει το HOF VAN CASSATIE δεν επιτρέπεται να εφαρμόζεται.
Χωρίς αμφιβολία μπορεί εδώ να μη ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι η διάταξη ισχύει και για τους μικρούς βιομηχάνους και εισαγωγείς, για τους οποίους βέβαια δεν μπορεί να ειπωθεί ότι η εκ μέρους τους καταχρηστική εκμετάλλευση αντικαταστάθηκε από νομοθετική διάταξη, και επομένως εδώ τίθεται τουλάχιστον το ερώτημα αν παρόλα αυτά η επίδικη διάταξη πρέπει να θεωρηθεί ως πλήρως ανεφάρμοστη. Το κρίσιμο στοιχείο είναι πάντως ότι ο αρνητικός επηρεασμός του διακρατικού εμπορίου είναι σημαντικό κριτήριο και για την εφαρμογή του άρθρου 86. Αν όμως για την εξέταση του προβλήματος των μέτρων ισοδύναμου αποτελέσματος προς ποσοτικούς περιορισμούς των εισαγωγών έγινε ήδη δεκτό ότι το άρθρο 58 του βελγικού νόμου του 1969 δεν έχει αυτό το αποτέλεσμα, το ίδιο πρέπει να συμβαίνει και για το άρθρο 86.
Επομένως πρέπει να γίνει δεκτό και σχετικά με το άρθρο 86 ότι από το άρθρο αυτό δεν συνάγεται ότι η προαναφερθείσα βελγική διάταξη που προβλέπει το σύστημα ενιαίων τιμών δεν επιτρέπεται να εφαρμόζεται.
5.
Το μόνο που μένει επομένως είναι η ερμηνεία του άρθρου 90 της Συνθήκης ΕΟΚ, δηλαδή η εξέταση του ζητήματος αν μπορεί να γίνει λόγος για επιχειρήσεις στις οποίες το κράτος χορηγεί ειδικά ή αποκλειστικά δικαιώματα, όταν στους παραγωγούς ή εισαγωγείς ορισμένων προϊόντων δίδεται η δυνατότητα να επιβάλλουν ορισμένες τιμές πωλήσεως στον καταναλωτή, καθώς και η εξέταση του προβλήματος αν η διατήρηση των δικαιωμάτων αυτών αντίκειται στα άρθρα 7 και 85-94 της Συνθήκης.
Και ως προς τα ζητήματα αυτά υποστηρίχθηκαν πολλές διιστάμενες απόψεις. Αν επιχειρήσουμε να τις συστηματοποιήσουμε, πρέπει να εξετάσουμε κατ' αρχάς τον ισχυρισμό ότι εν προκειμένω δεν τίθεται καν θέμα εφαρμογής του άρθρου 90. Το άρθρο δηλαδή αυτό δεν μπορεί να εφαρμοστεί, επειδή το σύστημα τιμών του άρθρου 58 αποτελεί μέρος του βελγικού συστήματος φορολογίας καπνών, για την αξιολόγηση του οποίου ισχύουν ιδιαίτερες διατάξεις. Εξάλλου, δεν πρέπει να λησμονείται ότι το άρθρο 90 δεν έχει απευθείας εφαρμογή και επομένως δεν έχει καμία σημασία για τις δίκες ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων.
Το επιχείρημα αυτό μπορεί να ανασκευαστεί με μερικές σύντομες παρατηρήσεις. Για το πρώτο σκέλος του επιχειρήματος αρκεί να παραπέμψω στα όσα ανέφερα σε σχέση με τα άρθρα 99 επ. της Συνθήκης ΕΟΚ προηγουμένως, πριν εξετάσω το άρθρο 30. Ως προς το δεύτερο σκέλος υπενθυμίζω τη νομολογία (απόφαση στην υπόθεση 155/73, SACCHI), κατά την οποία είναι σαφές ότι, όποτε το άρθρο 90, παράγραφος 1 συνδυάζεται με διατάξεις που έχουν απευθείας εφαρμογή — όπως το άρθρο 86 — αποκτά και αυτό απευθείας εφαρμογή.
Αν με σημείο εκκινήσεως τις παραπάνω σκέψεις εξετάσουμε στη συνέχεια ποια είναι η έννοια της φράσης «επιχειρήσεις στις οποίες τα κράτη χορηγούν ειδικά ή αποκλειστικά δικαιώματα», η λέξη «επιχειρήσεις» δεν παρουσιάζει βέβαια καμιά δυσκολία. Πράγματι, από τη χρήση του γενικού όρου «επιχειρήσεις» μετά την έκφραση «δημόσιες επιχειρήσεις» συνάγεται αυτόματα ότι επιχειρήσεις κατά την έννοια της διάταξης αυτής είναι και οι ιδιωτικές επιχειρήσεις.
Πολύ περισσότερο αμφιλεγόμενο και δυσχερές είναι το ζήτημα αν στην περίπτωση του βελγικού συστήματος μπορεί να γίνει καν λόγος για χορήγηση δικαιωμάτων. Στο σημείο αυτό υποστηρίχθηκε η άποψη ότι δεν υπάρχει δικαίωμα των επιχειρήσεων να καθορίζουν δεσμευτικά τις τιμές πωλήσεως στον καταναλωτή, αλλά ότι το κράτος επιβάλλει τις τιμές αυτές ως υποχρεωτικές. Οι επιχειρήσεις έχουν κυρίως υποχρεώσεις, και συγκεκριμένα την υποχρέωση να καταβάλλουν το φόρο καπνού και το φόρο προστιθέμενης αξίας ανάλογα με την τιμή που αναγράφεται στη φορολογική ταινία και να κοινοποιούν τις αυξήσεις των τιμών. Εξάλλου, δεν πρόκειται σε καμία περίπτωση για δικαιώματα που χορηγήθηκαν στις επιχειρήσεις προς το συμφέρον τους και προς διευκόλυνση των συναλλαγών τους, αλλά για μέτρα που εξυπηρετούν σκοπούς μιας συγκεκριμένης κρατικής πολιτικής.
Ομοίως δεν υπήρξε συμφωνία ως προς το ζήτημα αν, εφόσον γίνει δεκτό ότι πρόκειται για χορήγηση δικαιωμάτων, πρόκειται για ειδικά δικαιώματα. Σχετικά υποστηρίχθηκε ότι πρέπει να γίνει σύγκριση όλων των επιχειρήσεων του συγκεκριμένου τομέα της οικονομίας εντός του οποίου υπάρχει ανταγωνισμός και όχι σύγκριση με όλους τους επιχειρηματίες, οπότε θα φαινόταν καθαρά ότι η βελγική ρύθμιση ισχύει για όλους τους παραγωγούς και εισαγωγείς βιομηχανοποιημένων καπνών.
Ως προς τα επίμαχα αυτά σημεία θα ήθελα να κάνω τις ακόλουθες παρατηρήσεις.
Κατά την ερμηνεία του άρθρου 90 δεν πρέπει κατ' αρχήν να λησμονούνται οι βασικές αρχές στις οποίες στηρίζεται η διάταξη αυτή. Σκοπός του άρθρου αυτού είναι να διασφαλιστεί ότι δεν θα υπάρξει κενό στους κανόνες της Συνθήκης ώστε τα κράτη να μπορούν, με τα μέσα που διαθέτουν, να επηρεάζουν τις επιχειρήσεις και να τις ωθούν να δημιουργούν καταστάσεις που να αντίκεινται προς τη Συνθήκη και τις οποίες οι επιχειρήσεις δεν επιτρέπεται να δημιουργούν. Εν προκειμένω το πόσες δυνατότητες υπάρχουν ανάλογα με τη διάρθρωση της οικονομίας και την οργάνωση του κράτους φαίνεται καθαρά αν διαβάσει κανείς τα διάφορα επιστημονικά σχόλια ως προς το άρθρο 90. Επομένως, και δεδομένου ότι κάθε απόκλιση από τους κανόνες της Συνθήκης πρέπει να εκτιμάται ιδιαίτερα αυστηρά, η ερμηνεία του άρθρου 90 δεν πρέπει κατ' αρχήν να στηριχθεί κοντόφθαλμα στο γράμμα της διάταξης αυτής, αλλά αντίθετα στο πνεύμα της και στην προσπάθεια να της προσδοθεί η μεγαλύτερη δυνατή πρακτική αποτελεσματικότητα.
Από την άποψη αυτή νομίζω ότι είναι πλήρως δικαιολογημένο να γίνει λόγος εν προκειμένω για χορήγηση δικαιωμάτων κατά την έννοια του άρθρου 90. Το κρίσιμο στοιχείο είναι ότι οι ενδιαφερόμενοι επιχειρηματίες αποκτούν, με τη βοήθεια έστω μιας νομοθετικής ρύθμισης, την παράλογη δυνατότητα να επιβάλλουν στους εμπόρους λιανικής πωλήσεως την τήρηση των τιμών που καθορίζουν οι ίδιοι, πράγμα που δεν θα μπορούσε να γίνει χωρίς τη νομοθετική ρύθμιση παρά μόνο με συμφωνία. Αντίθετα δεν θεωρώ κρίσιμο το γεγονός ότι το σύνολο των διατάξεων αυτών προβλέπουν και υποχρεώσεις — καταβολής φόρου και κοινοποιήσεως των αυξήσεων των τιμών — αφού μάλιστα οι υποχρεώσεις αυτές μπορούν κάλλιστα να διαχωριστούν από τις προαναφερθείσες δυνατότητες. Ούτε άλλωστε έχει κατά τη γνώμη μου σημασία το ποια συμφέροντα εξυπηρετούνται με την κανονιστική ρύθμιση και για ποιους λόγους καθιερώθηκε. Θα ήταν οπωσδήποτε πολύ στενή η ερμηνεία του άρθρου 90 και θα του στερούσε ένα μέρος της πρακτικής αποτελεσματικότητάς του, αν με την ερμηνεία αυτή λαμβάνονταν υπόψη μόνο τα δικαιώματα που χορηγούνται προς το συμφέρον των επιχειρήσεων και η άσκηση των οποίων δεν εξυπηρετεί καθόλου σκοπούς κρατικής πολιτικής. Αυτό θα ερχόταν σε αντίθεση προς το γεγονός ότι το βασικό χαρακτηριστικό του άρθρου 90 είναι ότι κατ' αυτό τον τρόπο καλύπτει την παράλληλη ενέργεια των πράξεων ασκήσεως δημόσιας εξουσίας — και επομένως και των σκοπών κρατικής πολιτικής — και της δράσης των επιχειρήσεων. Για το λόγο αυτό πρέπει εν προκειμένω να τεθούν σε πρώτη μοίρα τα αποτελέσματα επί της ερμηνείας και της εφαρμογής των κανόνων της Συνθήκης.
Εξάλλου, δύσκολα μπορεί να μη γίνει δεκτό — εφόσον ως βάση για την ερμηνεία του άρθρου 90 ληφθεί η βασική αυτή ιδέα — ότι η βελγική κανονιστική ρύθμιση περί ενιαίων τιμών για τα προϊόντα καπνού δεν συνεπάγεται, για τους βιομηχάνους και τους εισαγωγείς, τη χορήγηση ειδικών δικαιωμάτων. Από την άποψη αυτή δεν μπορεί να έχει σημασία ότι την εξουσία καθορισμού των τιμών στο τομέα της παραγωγής και της εμπορίας βιομηχανοποιημένων καπνών έχουν μόνο οι βιομήχανοι και οι εισαγωγείς, δηλαδή όχι όλοι οι επιχειρηματίες του σχετικού τομέα. Κατά τη γνώμη μου είναι τελείως εσφαλμένη η άποψη ότι πρέπει να εξετάζονται χωριστά οι διάφοροι τομείς της οικονομίας και ότι το κεντρικό ζήτημα είναι πώς είναι διαμορφωμένες οι σχέσεις ανταγωνισμού μέσα σε ένα συγκεκριμένο τομέα. Είναι προφανές ότι το πεδίο εφαρμογής του άρθρου 90 είναι μεγαλύτερο, όπως αποδεικνύεται από το γεγονός ότι παραπέμπει στο άρθρο 7 και σε άλλες διατάξεις της Συνθήκης που δεν έχουν σχέση με τον ανταγωνισμό. Συνάγεται επομένως το συμπέρασμα ότι θέμα εφαρμογής του άρθρου 90 τίθεται και όταν ένας τομέας της οικονομίας είναι πλήρως μονοπωλημένος και έχουν αναγνωριστεί αποκλειστικά δικαιώματα για μία μόνο επιχείρηση. Και στην περίπτωση αυτή πρέπει να λαμβάνεται πρόνοια ότι δεν θα δημιουργηθούν με τη βοήθεια κρατικών μέτρων αποτελέσματα που η Συνθήκη απαγορεύει στις επιχειρήσεις αυτές να προκαλέσουν.
Αν γίνουν δεκτά τα συμπεράσματα αυτά ως προς το πρώτο μέρος των υποβληθέντων ερωτημάτων, ανακύπτει στη συνέχεια το πρόβλημα αν από το άρθρο 90 συνάγεται ότι και η ίδια η καθιέρωση ενός συστήματος ενιαίων τιμών είναι καθαυτή ανεπίτρεπτη. Αυτή είναι η άποψη της ΙΝΝΟ, η οποία παραπέμπει στα επιστημονικά συγγράμματα (πρβλ. π.χ. MESTMÄCKER, EUROPAISCHES WETTBEWERBSRECHT, σ. 652) και ισχυρίζεται ότι θέμα εφαρμογής του άρθρου 90 τίθεται όταν δίδεται στις επιχειρήσεις η δυνατότητα να αποφύγουν τον ανταγωνισμό.
Επειδή δε εν προκειμένω δεν μπορεί να γίνει διάκριση μεταξύ της άσκησης του δικαιώματος, η οποία πρέπει να θεωρηθεί ότι αντίκειται στη Συνθήκη, και της χορήγησής του, πρέπει να χαρακτηριστεί αντίθετη προς τη Συνθήκη και η ίδια η δημιουργία της νομικής αυτής κατάστασης. Αντίθετη είναι η άποψη όσων υποστηρίζουν, στηριζόμενοι στο γράμμα του άρθρου 90, ότι πρέπει να γίνεται διάκριση μεταξύ της χορηγήσεως ειδικών δικαιωμάτων και των πρόσθετων κρατικών μέτρων, για τα οποία στη συνέχεια πρέπει να εξεταστεί αν πρόκειται για ατομικά μέτρα ή αν τίθεται και θέμα εφαρμογής γενικών διατάξεων.
Ως προς την τελευταία αυτή κατηγορία των προβλημάτων στην παρούσα διαδικασία, θα ήθελα να κάνω τις ακόλουθες σύντομες παρατηρήσεις.
Η άποψη ότι και η ίδια η χορήγηση ειδικών δικαιωμάτων όπως τα επίμαχα αντιβαίνει στο άρθρο 90 αντίκειται οπωσδήποτε προς το γράμμα της διάταξης. Εξάλλου, στη νομολογία έχει ήδη διευκρινιστεί ότι η Συνθήκη δεν απαγορεύει τη δημιουργία μονοπωλιακών καταστάσεων, χαρακτηριστικό των οποίων είναι βέβαια η απουσία κάθε ανταγωνισμού, και ότι η διεύρυνση των αποκλειστικών αυτών δικαιωμάτων επίσης δεν αντίκειται σε καμία διάταξη. Ο κανόνας αυτός εκφράζεται σαφώς στην απόφαση στην υπόθεση 155/73. Κλίνω επομένως υπέρ της άποψης ότι, όταν δίδεται στις επιχειρήσεις η δυνατότητα να αποφύγουν τον ανταγωνισμό, δεν εφαρμόζεται αυτόματα το άρθρο 90 με συνέπεια το ανεπίτρεπτο των σχετικών κρατικών μέτρων.
Επειδή όμως εν προκειμένω δεν τίθεται θέμα πρόσθετων κρατικών μέτρων που να βαίνουν πέραν της χορηγήσεως δικαιωμάτων, φαίνεται να επιβάλλεται το συμπέρασμα — και μάλιστα χωρίς να χρειάζεται να εξεταστεί το ζήτημα τι είδους πρέπει να είναι τα κρατικά μέτρα — ότι από το άρθρο 90 δεν συνάγεται κανένα στοιχείο από το οποίο να προκύπτει ότι το βελγικό σύστημα ενιαίων τιμών δεν συμβιβάζεται με τη Συνθήκη.
Το αρνητικό αυτό συμπέρασμα ως προς το άρθρο 90 επιβεβαιώνεται επίσης από ορισμένες άλλες σκέψεις. Αν στρέψουμε την προσοχή μας προς τα αποτελέσματα που δεν επιτρέπει η Συνθήκη, τότε οπωσδήποτε δεν τίθεται θέμα παραβιάσεως του άρθρου 7, δηλαδή δεν τίθεται θέμα παραβιάσεως της απαγορεύσεως των διακρίσεων λόγω ιθαγένειας. Σχετικά αρκεί το γεγονός ότι η ρύθμιση περί ενιαίων τιμών ισχύει χωρίς καμία απολύτως διάκριση τόσο για τα εγχώρια όσο και για τα εισαγόμενα προϊόντα. Όσον αφορά εξάλλου τους κανόνες περί ανταγωνισμού τους οποίους αφορά το άρθρο 90 — είναι προφανές ότι εν προκειμένω δεν τίθεται ζήτημα εφαρμογής των διατάξεων των άρθρων 92-94 — έχει σημασία από την άποψη του άρθρου 86 ότι το βελγικό μέτρο δεν έχει καμιά επίπτωση στη δημιουργία δεσπόζουσας θέσης, για την οποία άλλωστε σημασία δεν έχει μόνο η νομική κατάσταση αλλά και οι οικονομικοί παράγοντες. Ούτε άλλωστε μπορεί να ειπωθεί ότι το μέτρο αυτό έχει επίπτωση σε ενδεχόμενες καταχρήσεις ως προς τον καθορισμό των τιμών. Δεν πρέπει επίσης να λησμονείται ότι ζήτημα εφαρμογής των άρθρων 85 και 86 τίθεται μόνο στην περίπτωση που το διακρατικό εμπόριο επηρεάζεται αρνητικά. Έχω όμως ήδη προηγουμένως αποδείξει ότι δεν μπορεί να γίνει λόγος για τέτοιο αρνητικό επηρεασμό σε σχέση με τα αποτελέσματα του άρθρου 58 του βελγικού νόμου.
Συμπερασματικά επομένως μπορεί να ειπωθεί και για το άρθρο 90 ότι από τη διάταξη αυτή, ακόμη και αν της δοθεί ευρεία ερμηνεία, υπέρ της οποίας καταρχήν κλίνω για διάφορους λόγους, δεν προκύπτει κανένα στοιχείο προκειμένου να κριθεί ανεφάρμοστο το άρθρο 58 του προαναφερθέντος βελγικού νόμου.
6.
Κατόπιν των ανωτέρω σκέψεων προτείνω στο Δικαστήριο να δώσει την ακόλουθη απάντηση στα προδικαστικά ερωτήματα που υπέβαλε το HOF VAN CASSATIE του Βελγίου:
α)
Τα άρθρα 3 στ, 5, δεύτερη παράγραφος, και 86 της Συνθήκης ΕΟΚ δεν έχουν την έννοια ότι απαγορεύουν στα κράτη μέλη να θεσπίζουν νομοθετικές διατάξεις με τις οποίες η τιμή πωλήσεως στον καταναλωτή που καθορίζεται από τους βιομηχάνους ή τους εισαγωγείς και αναγράφεται στη φορολογική ταινία να καθίσταται υποχρεωτική τόσο για τα εισαγόμενα όσο και για τα εγχώρια βιομηχανοποιημένα καπνά, εφόσον είναι δυνατό να πραγματοποιούνται παράλληλες εισαγωγές για τις οποίες οι τιμές καθορίζονται αυτόνομα, χωρίς να δημιουργούνται προσκόμματα από άλλους επιχειρηματίες ή από την εθνική διοικητική πρακτική κατά τη χορήγηση των φορολογικών ταινιών.
β)
Το ίδιο ισχύει και για τις διατάξεις του κοινοτικού δικαίου που αφορούν την απαγόρευση των μέτρων ισοδύναμου αποτελέσματος προς ποσοτικούς περιορισμούς των εισαγωγών.
γ)
Για επιχειρήσεις στις οποίες το κράτος χορηγεί ειδικά ή αποκλειστικά δικαιώματα κατά την έννοια του άρθρου 90 μπορεί να γίνει λόγος εφόσον το κράτος, με νομοθετικές διατάξεις που προβλέπουν ότι η τιμή που καθορίζεται από τους παραγωγούς και τους εισαγωγείς είναι υποχρεωτική για την πώληση στον καταναλωτή, δίνει στους παραγωγούς και εισαγωγείς αυτούς τη δυνατότητα να καθορίζουν υποχρεωτικές τιμές πωλήσεως προς τον καταναλωτή. Οι διατάξεις αυτές που ισχύουν στον τομέα των προϊόντων καπνού δεν αντίκεινται ούτε στο άρθρο 7 ούτε στα άρθρα 85-94 της Συνθήκης ΕΟΚ, στα οποία παραπέμπει το άρθρο 90.
δ)
Από το άρθρο 5 της οδηγίας 72/464 του Συμβουλίου, της 19ης Δεκεμβρίου 1972, περί των φόρων, πλην των φόρων κύκλου εργασιών, οι οποίοι επιβαρύνουν την κατανάλωση των επεξεργασμένων καπνών, δεν προκύπτει ότι απαγορεύεται στα κράτη μέλη να εκδίδουν νομοθετικές διατάξεις σύμφωνα με τις οποίες τόσο για τα εισαγόμενα όσο και για τα εγχώρια προϊόντα καπνού είναι υποχρεωτική η τιμή πωλήσεως στον καταναλωτή που αναγράφεται στη φορολογική ταινία και επομένως το προϊόν δεν μπορεί να πωληθεί ούτε σε μεγαλύτερη ούτε σε μικρότερη τιμή.
( *1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γερμανική.
Full & Egal Universal Law Academy