ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
GERHARD REISCHL
της 19ης Οκτωβρίου 1977 ( *1 )
Κύριε Πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
Ο καθού της κύριας δίκης από την οποία προήλθε η αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως την οποία πρέπει να εξετάσω σήμερα, ιταλός εμπορικός αντιπρόσωπος, πέτυχε από το TRIBUNALE CIVILE Ε PEN ALE di Torino, στις 23 Σεπτεμβρίου 1976, απόφαση υποχρεώνουσα την αιτούσα της κύριας δίκης, βελγική εταιρία περιορισμένης ευθύνης, να καταβάλει ορισμένο χρηματικό ποσό. Κατά της αποφάσεως αυτής ασκήθηκε, στις 27 Δεκεμβρίου 1976, αναίρεση ενώπιον του CORTE DI CASSAZIONE της Ρώμης η οποία, κατά το ιταλικό δίκαιο, δεν αναστέλλει την εκτέλεση της προσβαλλόμενης απόφασης. Φαίνεται ότι δεν έγινε χρήση της δυνατότητας αιτήσεως αναστολής εκτελέσεως της προσβαλλόμενης απόφασης από το ιταλικό δικαστήριο το οποίο την εξέδωσε.
Ο καθού της κύριας δίκης επιθυμεί να εκτελεστεί στο Βέλγιο η απόφαση του TRIBUNALE CIVILE Ε PENALE του Τορίνο. Προς τούτο, ζήτησε και πέτυχε από το RECHTBANK VAN EERSTE AANLEG (πρωτοβάθμιο δικαστήριο) της Αμβέρσας, σύμφωνα με το άρθρο 31 της Συμβάσεως για τη διεθνή δικαιοδοσία και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις, να περιβληθεί η εν λόγω απόφαση τον εκτελεστήριο τύπο.
Κατά της αποφάσεως που το πρωτοβάθμιο αυτό δικαστήριο εξέδωσε υπό την έννοια αυτή, στις 25 Νοεμβρίου 1976 η αιτούσα της κύριας δίκης άσκησε προσφυγή κατά την έννοια του άρθρου 36 της Συμβάσεως. Συγχρόνως, ζήτησε την αναστολή της διαδικασίας που αφορούσε τη χορήγηση αδείας εκτελέσεως μέχρις εκδόσεως οριστικής αποφάσεως στην Ιταλία ή, τουλάχιστον, να εξαρτηθεί η εκτέλεση από τη σύσταση εγγυήσεως εκ μερους του καθού στήριξε δε τα αιτήματα αυτά στο άρθρο 38 της Συμβάσεως το οποίο έχει ως εξής:
«Το δικαστήριο στο οποίο, σύμφωνα με την πρώτη παράγραφο του άρθρου 37, ασκείται η προσφυγή μπορεί, με αίτηση του προσφεύγοντος μέρους, να αναστείλει τη διαδικασία, αν κατά της αλλοδαπής αποφάσεως έχει ασκηθεί στο κράτος προελεύσεως τακτικό ένδικο μέσο ή αν η προθεσμία για την άσκησή του δεν έχει ακόμη εκπνεύσει -στην τελευταία περίπτωση, το δικαστήριο μπορεί να τάξει προθεσμία για την άσκηση του ένδικου αυτού μέσου. Το δικαστήριο αυτό μπορεί, επίσης, να εξαρτήσει την εκτέλεση από την παροχή εγγυήσεως, την οποία και καθορίζει.»
Η αιτούσα της κύριας δίκης φρονεί ότι το ζήτημα περί του αν ένα ένδικο μέσο πρέπει να θεωρηθεί ως «τακτικό» πρέπει να εκτιμηθεί σύμφωνα με το δίκαιο του κράτους στο οποίο εκδόθηκε η απόφαση. Κατά το δίκαιο αυτό, δηλαδή το ιταλικό, η αναίρεση αποτελεί τακτικό ένδικο μέσο — αντίθετα απ' ό, τι συμβαίνει στο βελγικό δίκαιο, δεδομένου ότι εμποδίζει την απόφαση να αποκτήσει την ισχύ δεδικασμένου.
Ο αιτών την εκτέλεση αντιτείνει σ' αυτό ότι το άρθρο 38 της Συμβάσεως δεν μπορεί να έχει εφαρμογή εν προκειμένω, διότι η άσκηση αναιρέσεως δεν εμποδίζει την εκτέλεση ούτε κατά το ιταλικό ούτε κατά το βελγικό δίκαιο.
Επομένως, η απόφαση επί του αιτήματος αναστολής της διαδικασίας εξαρτάται από το ζήτημα αν η αναίρεση που ασκείται στην Ιταλία είναι τακτικό ένδικο μέσο κατά την έννοια της Συμβάσεως. Το βελγικό δικαστήριο, θεωρώντας ότι η Σύμβαση δεν είναι απόλυτα σαφής στο σημείο αυτό, ανέστειλε τη διαδικασία με απόφαση της 7ης Απριλίου 1977 και, σύμφωνα με το πρωτόκολλο της 3ης Ιουνίου 1971 που αφορά τη Σύμβαση, υπέβαλε στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«1)
Ποια είναι τα τακτικά ένδικα μέσα που αναφέρονται στα άρθρα 30 και 38 της Συμβάσεως της 27ης Σεπτεμβρίου 1968 ή, με άλλα λόγια, σε ποιες αποφάσεις εφαρμόζονται τα άρθρα 30 και 38 της Συμβάσεως;
2)
Πρέπει η φύση του ενδίκου μέσου που ασκήθηκε κατ' αποφάσεως εντός του κράτους όπου αυτή εκδόθηκε να προσδιοριστεί αποκλειστικά κατά το δίκαιο του κράτους αυτού;»
I —
Επιτρέψτε μου να αρχίσω τις προτάσεις μου στα ερωτήματα αυτά με δυο σύντομες προκαταρκτικές παρατηρήσεις.
1.
Κατ' αρχάς, τα ερωτήματα έχουν προδήλως πιο εκτεταμένο περιεχόμενο απ' ό, τι είναι αναγκαίο για τους σκοπούς της κύριας δίκης. Πράγματι, δεν αναφέρονται μόνο στο άρθρο 38, αλλά και στο άρθρο 30 της Συμβάσεως, διάταξη που πραγματεύεται την αναγνώριση αποφάσεως εκδοθείσας σε άλλο συμβαλλόμενο κράτος. Επιπλέον, στο πρώτο σκέλος του πρώτου ερωτήματος γίνεται λόγος για ένδικα μέσα κατά πολύ γενικό τρόπο, ενώ μόνο το δεύτερο σκέλος του ίδιου ερωτήματος περιορίζεται στις αποφάσεις. Έτσι ανακύπτει το πρόβλημα περί του αν πρέπει να προσκολληθώ απλώς στα ερωτήματα όπως έχουν διατυπωθεί ή, αντίθετα, πρέπει να περιοριστώ ανάλογα με τα περιστατικά της υποθέσεως που είναι γνωστά.
Προτιμώ την τελευταία αυτή λύση και φρονώ ότι πρέπει να περιοριστεί η ανάλυσή μου στα ένδικα μέσα που μπορούν να ασκηθούν κατά των αποφάσεων. Τα προβλήματα που τίθενται στο επίπεδο αυτό είναι ήδη αρκετά περίπλοκα. Εξάλλου, δεδομένου ότι τα ζητήματα αφορούν δικαστικές αποφάσεις άλλης φύσεως, τοποθετούνται εν μέρει σε άλλο επίπεδο, οπότε η εξέτασή τους ελάχιστα θα συνέβαλε στην επίλυση της υποθέσεως που μας απασχολεί εν προκειμένω. Όπως παρατήρησε η Κυβέρνηση της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, αρκεί να υπομνηστεί σχετικά ότι οι άλλες δικαστικές αποφάσεις έχουν λιγότερη σημασία, εξυπηρετούν γενικά την πραγματοποίηση άλλων σκοπών και συχνά δεν αποκτούν επίσημα την ισχύ δεδικασμένου.
Θα πρέπει εξάλλου να περιοριστώ, κατ' αρχήν, στην ερμηνεία του άρθρου 38, που αφορά τη διαδικασία για την εκτέλεση, χωρίς πάντως να αποκλείσω από την ανάλυσή μου το άρθρο 30 της Συμβάσεως, που αναφέρεται στην αναγνώριση των αλλοδαπών αποφάσεων και στο οποίο περιλαμβάνεται επίσης η έννοια των «τακτικών ενδίκων μέσων», καθόσον πρέπει να εξεταστεί το επιχείρημα που η Επιτροπή αντλεί από τη διάταξη αυτή.
2.
Εν συνεχεία, νομίζω ότι η διατύπωση των υποβληθέντων από το αιτούν δικαστήριο ερωτημάτων παρέχει δυο δυνατότητες ερμηνείας: αφενός, η έννοια του «τακτικού ενδίκου μέσου» μπορεί να είναι αυτοτελής έννοια της Συμβάσεως και, αφετέρου, το δίκαιο του κράτους όπου εκδόθηκε η απόφαση μπορεί να προσδώσει αποφασιστική σημασία για τους σκοπούς του χαρακτηρισμού. Υπάρχει ακόμη και μια τρίτη δυνατότητα, που μας υποδείχτηκε από την Κυβέρνηση της Ομοσπονδιακής Γερμανίας και συνίσταται στο να γίνει ο χαρακτηρισμός εν αναφορά προς το δίκαιο του κράτους εκτελέσεως.
Φρονώ — και μπορώ να το πω αυτό από την αρχή — ότι η τρίτη αυτή δυνατότητα δεν πρέπει να ληφθεί σοβαρά υπόψη. Πράγματι, η δυνατότητα να εκτιμηθεί η έννοια για την οποία πρόκειται εν αναφορά προς το δίκαιο του κράτους εκτελέσεως προσκρούει άμεσα σε μια σημαντική αντίρρηση και αυτό ανεξάρτητα από άλλα επιχειρήματα που θα πρέπει να εξετάσω εν συνεχεία στο πλαίσιο της αναλύσεως των δύο άλλων δυνατοτήτων για τις οποίες μόλις μίλησα. Τα ένδικα μέσα παρουσιάζονται προδήλως με διάφορες μορφές στην έννομη τάξη των διαφόρων κρατών μελών. Συχνά επομένως, και ειδικότερα στην περίπτωση μη τυπικών ενδίκων μέσων, η αναφορά στο δίκαιο του κράτους εκτελέσεως δεν θα καθιστούσε δυνατή μια άμεση απάντηση, αλλά θα μπορούσε απλώς και μόνο να λεχθεί ότι ένα συγκεκριμένο ένδικο μέσο που υφίσταται σε μια αλλοδαπή έννομη τάξη μπορεί να εξομοιωθεί — λίγο πολύ — με ένδικο μέσο που υφίσταται στην εθνική έννομη τάξη. Επομένως, ένας τέτοιος χαρακτηρισμός δεν μπορεί να είναι εντελώς σαφής. Θα ενείχε πολύ μεγάλη αβεβαιότητα και επομένως δεν μπορεί να ληφθεί σοβαρά υπόψη για την ερμηνεία μιας Συμβάσεως, στο πλαίσιο της εφαρμογής της οποίας η αρχή της ασφάλειας του δικαίου καταλαμβάνει σημαντική θέση.
II —
Ερχόμενος τώρα αμέσως στα ερωτήματα που έθεσε το παραπέμπον δικαστήριο, βλέπω να παρουσιάζονται δυο εκδοχές. Θα περιοριστώ εδώ στα ζητήματα που έχουν αρκετά αιτιολογηθεί στο πλαίσιο της διαδικασίας εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως. Υπάρχει πρώτα απ' όλα η εκδοχή κατά την οποία η ερμηνεία πρέπει να γίνει εν αναφορά προς το δίκαιο του κράτους όπου εκδόθηκε η απόφαση· η εκδοχή αυτή υποστηρίχτηκε τόσο από την Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου όσο και — λιγότερο σθεναρά — από την Επιτροπή. Εξάλλου, η Κυβέρνηση της Ομοσπονδιακής Γερμανίας φρονεί ότι πρέπει να θεωρηθεί ότι η έννοια του «τακτικού ενδίκου μέσου», όπως παρουσιάζεται στη Σύμβαση, αποτελεί μια κοινή έννοια αυτοτελούς χαρακτήρα.
1.
Η ανάλυση των εκδοχών που παρουσιάζονται κατ' αυτό τον τρόπο θα με οδηγήσει να εξετάσω πρώτα ένα επιχείρημα που συνηγορεί πάρα πολύ υπέρ της πρώτης προτεινόμενης λύσης, δηλαδή εκείνης κατά την οποία ο χαρακτηρισμός πρέπει να γίνει σύμφωνα με το δίκαιο του κράτους εκδόσεως της αποφάσεως. Το επιχείρημα αυτό στηρίζεται στο σχέδιο της συμβάσεως, με το οποίο έπρεπε να πραγματοποιηθεί η προσχώρηση των τριών νέων κρατών μελών στη Σύμβαση του 1968. Ενόψει του γεγονότος ότι στο δίκαιο του Ηνωμένου Βασιλείου και στο Ιρλανδικό δίκαιο υπάρχει μεγάλη ποικιλία ενδίκων μέσων, χωρίς στις έννομες αυτές τάξεις να γίνεται διάκριση — έστω και από τους συγγραφείς — μεταξύ των τακτικών και εκτάκτων ενδίκων μέσων και ότι είναι δύσκολο να προσδιοριστούν τα κριτήρια διαφοροποιήσεως υπό την έννοια αυτή, το σχέδιο αυτό ορίζει ότι πρέπει να προστεθεί μια παράγραφος στο άρθρο 38, σύμφωνα με την οποία, αν έχει εκδοθεί απόφαση στην Ιρλανδία ή στο Ηνωμένο Βασίλειο, κάθε ένδικο μέσο που προβλέπεται στο κράτος προελεύσεως θεωρείται ως τακτικό ένδικο μέσο για την εφαρμογή της πρώτης παραγράφου του άρθρου 38.
Κατά του επιχειρήματος αυτού προβλήθηκε ότι, αν η έννοια του τακτικού ενδίκου μέσου έχει πράγματι αυτοτελή χαρακτήρα στη Σύμβαση, θα μπορούσαν να εφαρμοστούν τα κριτήρια που είναι εφαρμοστέα επ' αυτού και στα ένδικα μεσα που είναί γνωστά στο Ηνωμένο Βασίλειο και στην Ιρλανδία και να προσδιοριστούν, βάσει των ίδιων αυτών κριτηρίων, ποια πρέπει να θεωρηθούν ως τακτικά ή έκτακτα ένδικα μέσα. Το γεγονός ότι δεν έγινε καμιά προσπάθεια προς τούτο δεν συνηγορεί στην υπόθεση ότι υφίσταται μια αυτοτελής με ειδικά κριτήρια έννοια στη Σύμβαση. Εξάλλου, πρέπει να φαίνεται παράξενο το ότι όλα τα ένδικα μέσα που υφίστανται στο Ηνωμένο Βασίλειο και στην Ιρλανδία πρέπει να χαρακτηριστούν ως τακτικά. Χωρίς αμφιβολία υπάρχουν επίσης εκείνα που αντιστοιχούν στα έκτακτα ένδικα μέσα των άλλων κρατών μελών. Δεδομένου πάντως ότι η προαναφερθείσα διάταξη του σχεδίου συμβάσεως έχει γίνει δεκτή, η υπόθεση ότι η Σύμβαση για τη δικαιοδοσία περιέχει μια αυτοτελή έννοια του τακτικού ενδίκου μέσου οδηγεί στο συμπέρασμα ότι έχουν επιτραπεί εξαιρέσεις για τα δυο κράτη μέλη. Πάντως, η λύση αυτή δεν φαίνεται εύλογη.
Ομολογώ ειλικρινά ότι η επιχειρηματολογία αυτή μου προκάλεσε κατάπληξη. Πάντως, δεν φαίνεται να είναι τελείως επιβεβλημένη. Πράγματι, είναι απλώς αδύνατο να παραβλεφθεί το γεγονός ότι μέχρι τώρα πρόκειται απλώς και μόνο περί σχεδίου -η προταθείσα διάταξη δεν έχει καταστεί ακόμη δεσμευτική. Επιπλέον, δεν μπορεί βεβαίως να αποκλειστεί ότι, αν το Δικαστήριο υιοθετήσει την άποψη ότι η Σύμβαση περιέχει μια αυτοτελή έννοια του «τακτικού ενδίκου μέσου» ως προς το οποίο έχουν εφαρμογή ειδικά κριτήρια, θα καταβληθεί επίσης προσπάθεια να γίνει κατάταξη του αγγλικού και του ιρλανδικού δικαίου αντίστοιχα. Είμαι επομένως της γνώμης ότι μπορώ να αντιπαρέλθω, χωρίς κανένα κίνδυνο, το επιχείρημα που στηρίζεται στο προαναφερθέν σχέδιο συμβάσεως.
2.
Εκτίμηση των λοιπών σκέψεων που προβλήθηκαν υπέρ ή κατά της ύπαρξης μιας κοινοτικής έννοιας του «τακτικού ενδίκου μέσου» αποκαλύπτει — και πρέπει να το πω αυτό αμέσως — ότι υπάρχουν πιο σημαντικοί λόγοι υπέρ της υπάρξεως μιας τέτοιας έννοιας από τους λόγους που συνηγορούν υπέρ ενός χαρακτηρισμού που γίνεται σύμφωνα με τη νομοθεσία του κράτους όπου εκδόθηκε η απόφαση.
α)
Η ίδια η Επιτροπή υπογράμμισε ορισμένα πλεονεκτήματα που παρουσιάζει η ύπαρξη μιας κοινοτικής έννοιας.
αα)
Ενώ η αναίρεση θεωρείται ως τακτικό ένδικο μέσο στην Ιταλία και στη Γερμανία, αυτό δεν συμβαίνει στη Γαλλία, στο Βέλγιο ή στο Λουξεμβούργο. Αν το δίκαιο του κράτους όπου εκδόθηκε η απόφαση ήταν αποφασιστικό για τους σκοπούς του άρθρου 38 της Συμβάσεως, η εφαρμογή της θα γινόταν ποικιλοτρόπως, ενώ η διάταξη θα παρήγε, αντίστροφα, ομοιόμορφα νομικά αποτελέσματα αν υφίστατο αυτοτελής έννοια κατά το κοινοτικό δίκαιο. Αυτό είναι ένα σημαντικό στοιχείο όταν πρόκειται για εφαρμογή διάταξης που περιέχεται σε πολυμερή σύμβαση η οποία, όπως ορθά παρατήρησε η Κυβέρνηση της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, αποτελεί ένα προς τα εμπρός βήμα στην προσέγγιση του διεθνούς δικονομικού δικαίου. Δεδομένου ότι η Σύμβαση πρέπει να είναι όσο το δυνατό πιο προοδευτική, όπως εμφαίνεται στην έκθεση JENARD και επομένως να αντιδιαστέλλεται από τις προηγούμενες συμβάσεις περί εκτελέσεως που υφίσταντο μέχρι σήμερα και δεδομένου ότι αποβλέπει, εξάλλου, στη θέσπιση ομοιόμορφων κανόνων όσον αφορά την αρμοδιότητα και τη διαδικασία εκτελέσεως, η αρχή αυτή της ομοιόμορφης εφαρμογής πρέπει βεβαίως να έχει το προβάδισμα έναντι του γεγονότος ότι σε πολλές διμερείς συμβάσεις, όπως η Σύμβαση μεταξύ Γερμανίας και Ελλάδας της 4ης Νοεμβρίου 1961 (βλ. Κεραμέως στη «MULTITUDO LEGUM IUS UNUM», προς τιμή του WILHELM WENGLER, επ' ευκαιρία της 65ης επετείου των γενεθλίων του, τόμος 2, σ. 383 επ.), γίνεται παραπομπή στο δίκαιο του κράτους εκδόσεως της αποφάσεως προκειμένου να προσδιοριστεί τι πρέπει να θεωρείται ως τακτικό ένδικο μέσο.
ββ)
Γίνεται εξάλλου δεκτό ότι η αναίρεση, και μάλιστα η «REVISION» του γερμανικού δικαίου, συνεπάγονται, αν ευδοκιμήσουν, την ακύρωση της προσβαλλόμενης απόφασης. Επομένως, φαίνεται ότι είναι πράγματι επιθυμητό να μην υπάρχει αναστολή διαδικασίας κατά το άρθρο 38 της Συμβάσεως, σε περίπτωση ασκήσεως τέτοιου ενδίκου μέσου. Πάντως, αυτή θα ήταν η συνέπεια σε ορισμένες περιπτώσεις, αν ο χαρακτηρισμός που γίνεται κατά το δίκαιο του κράτους εκδόσεως της αποφάσεως θεωρούνταν αποφασιστικός.
γγ)
Η τρίτη σκέψη που αναπτύσσει η Επιτροπή αναφέρεται στην υποχρέωση που θέτει το σχετικό με τη Σύμβαση πρωτόκολλο στα ανώτατα δικαστήρια να παραπέμπουν τα ζητήματα ερμηνείας της Συμβάσεως στο Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων για έκδοση προδικαστικής αποφάσεως. Αν ήταν προσδιοριστικό το δίκαιο του κράτους εκδόσεως της αποφάσεως, με τη συνέπεια ότι θα έπρεπε, σύμφωνα με το δίκαιο αυτό, να θεωρηθεί ορισμένο ένδικο μέσο ως έκτακτο, θα ήταν δυνατή η εκτέλεση της αποφάσεως χωρίς να τίθεται σε ενέργεια υποχρέωση παραπομπής στο Δικαστήριο για έκδοση προδικαστικής αποφάσεως, η οποία παραπομπή αποτελεί ουσιώδη εγγύηση όσον αφορά τη Σύμβαση.
β)
Στις σκέψεις αυτές προστίθεται ένα σημαντικό επιχείρημα που προέβαλε η Κυβέρνηση της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας. Η εν λόγω Κυβέρνηση αναφέρεται στο γεγονός ότι η Σύμβαση δεν προβλέπει κανένα δικαίωμα αποζημιώσεως σε περίπτωση αδικαιολόγητης εκτέλεσης μιας απόφασης. Επομένως, το άρθρο 38 επιτελεί μια σημαντική λειτουργία προστασίας του βάσει της αποφάσεως οφειλέτη από σοβαρή και ενδεχομένως ανεπανόρθωτη ζημία. Όπως έχει ήδη τονίσει η Επιτροπή, η προστασία αυτή θα ήταν μάλλον άνιση αν ο αναγκαίος χαρακτηρισμός έπρεπε να γίνει σύμφωνα με το δίκαιο του κράτους εκδόσεως της αποφάσεως. Πάντως, θα μπορούσε να είναι επίσης ανεπαρκής, κατά το μέτρο που οι εθνικές διατάξεις περί αποκαταστάσεως της ζημίας στο δίκαιο εκτελέσεως των αποφάσεων λαμβάνουν γενικά υπόψη μόνο καθαρώς εθνικά συμφέροντα. Επομένως, δεν μπορεί να γίνει παραπομπή στους κανόνες αυτούς προκειμένου να υποστηριχτεί ότι δεν υπάρχει εμπόδιο στον αποκλεισμό αναστολής εκτελέσεως δυνάμει του άρθρου 38 διότι υφίστανται αγωγές αποζημιώσεως εσωτερικού δικαίου.
γ)
Τέλος, πρέπει να φέρεται κατά νου σχετικά ότι ένα ισχυρό επιχείρημα μπρεί να βασιστεί στην υπάρχουσα σχετική νομολογία, δηλαδή στην απόφαση επί της υποθέσεως 29/76 (LTU LUFTTRANSPORTUNTERNEHMEN κατά EUROCONTROL, απόφαση της 14ης Οκτωβρίου 1976, SLG 1976, σ. 1541). Όπως γνωρίζει το Δικαστήριο, η υπόθεση αυτή αφορούσε τον προσδιορισμό του περιεχομένου της εννοίας «σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις» του άρθρου 1 της Συμβάσεως. Το Δικαστήριο, αντίθετα προς τη γνώμη μου, κατά την οποία ο χαρακτηρισμός πρέπει να γίνεται από τα δικαστήρια του κράτους εκδόσεως της αποφάσεως, γνώμη υπέρ της οποίας — εξακολουθώ πάντοτε να το πιστεύω — υφίστανται ισχυροί λόγοι, αποφάνθηκε ότι πρέπει να υποτεθεί ότι πρόκειται για αυτοτελή έννοια του κοινοτικού δικαίου. Ο κύριος σχετικά λόγος γι' αυτό ήταν ότι πρέπει «να εξασφαλιστεί, κατά το μέτρο του δυνατού, η ισότητα και η ομοιομορφία δικαιωμάτων και υποχρεώσεων που απορρέουν από τη Σύμβαση για τα συμβαλλόμενα κράτη και τα ενδιαφερόμενα πρόσωπα». Η αρχή αυτή, που μπορεί ωσαύτως να συναχθεί από την προαναφερθείσα έκθεση JENARD, είναι βεβαίως επίσης σημαντική στο πλαίσιο της νομοθεσίας περί εκτελέσεως αποφάσεων.
δ)
Αντίθετα, δυο άλλα επιχειρήματα που χρησιμοποιήθηκαν προς υποστήριξη της απόψεως ότι το αποφασιστικό στοιχείο είναι το δίκαιο του κράτους εκδόσεως αποφάσεως είναι ελάχιστα αποφασιστικά.
αα)
Το πρώτο αναφέρεται στη σημασία της νομικής σαφήνειας και ασφάλειας του δικαίου σχετικά με τη Σύμβαση, η οποία πρέπει να εφαρμόζεται με ταχύτητα. Η σημασία του στοιχείου αυτού θα τονιζόταν καλύτερα, αν το δίκαιο του κράτους εκδόσεως αποφάσεως ήταν αποφασιστικό όσον αφορά τη διάκριση μεταξύ τακτικών και εκτάκτων ενδίκων μέσων. Σε όλα τα νομικά συστήματα, εκτός του βρετανικού και του ιρλανδικού, η διάκριση αυτή έχει πράγματι γίνει σαφώς, είτε με τη νομοθεσία είτε από τους συγγραφείς είτε με ειδικές διεθνείς συμβάσεις. Έτσι, δεν ανακύπτουν δυσχέρειες αντιλήψεως για το δικαστήριο ενώπιον του οποίου ζητείται η εκτέλεση της αποφάσεως, αν αυτό προσκολλάται απλώς στη διάκριση αυτή.
Κατά τη γνώμη μου, η επιχειρηματολογία αυτή μόνο κατά φαινόμενο είναι πειστική. Έτσι, μπορεί να ανακύψουν αμφιβολίες ως προς το αν η διάκριση μεταξύ τακτικών και εκτάκτων ενδίκων μέσων, βάσει του εθνικού δικαίου, είναι πράγματι τόσο σαφής, χωρίς προβλήματα και προκαλούσα γενίκευση, όπως υποστήριξε ο εκπρόσωπος της Βρετανικής Κυβερνήσεως. Εντούτοις, κατά της γνώμης αυτής, μπορεί να γίνει τουλάχιστον επίκληση της εκθέσεως SCHLOSSER, η οποία συντάχτηκε ενόψει της προσχωρήσεως των τριών νέων κρατών μελών στη Σύμβαση του 1968. Εξάλλου — και αυτό μου φαίνεται πιο σημαντικό — δεν αποκλείεται η δυνατότητα επιτεύξεως παρεμφερούς βαθμού ασφάλειας με το να γίνει δεκτή η ύπαρξη αυτοτελούς εννοίας. Πρέπει μόνο να εξασφαλιστεί ότι τα κριτήρια, στα οποία ανταποκρίνεται η έννοια αυτή, προσδιορίζονται με την πιο δυνατή σαφήνεια και απλούστευση. Αν συμβεί αυτό — και υπάρχει η δυνατότητα να γίνει στο πλαίσιο της παρούσας υπόθεσης — δεν μπορούν να ανακύψουν ιδιαίτερες δυσκολίες για το δικαστήριο ενώπιον του οποίου ζητείται η εκτέλεση της αποφάσεως, όταν προσδιορίζει κατά πόσο πρέπει να θεωρηθεί ένα ένδικο μέσο ως τακτικό ή έκτακτο κατά την έννοια του κοινοτικού δικαίου.
ββ)
Η Επιτροπή συνήγαγε από το άρθρο 30 της Συμβάσεως ένα δεύτερο επιχείρημα περί του αντιθέτου το οποίο, όπως προείπα ήδη, αναφέρεται στην αναγνώριση των δικαστικών αποφάσεων και χρησιμοποιεί ομοίως την έκφραση «τακτικό ένδικο μέσο». Η Επιτροπή, ξεκινώντας από την ορθή υπόθεση ότι η χρησιμοποιούμενη στο άρθρο 30 έκφραση πρέπει να έχει την ίδια έννοια όπως στο άρθρο 38, φρονεί ότι υπάρχει εδώ ένας ενδεχόμενος κίνδυνος στην περίπτωση που θα γινόταν δεκτή η άποψη της αυτοτελούς έννοιας, καθόσον αντίστοιχα σε ορισμένες υποθέσεις η αναστολή της διαδικασίας και επομένως η μη αναγνώριση μιας αποφάσεως θα μπορούσε να εμποδιστεί, διότι ο χαρακτηρισμός ενός ενδίκου μέσου ως εκτάκτου, μολονότι στο κράτος εκδόσεώς της η απόφαση δεν παράγει ακόμα τα αποτελέσματά της καθόσον στο εν λόγω κράτος το ένδικο μέσο χαρακτηρίζεται διαφορετικά. Αυτό είναι ασυμβίβαστο προς το σκοπό της Συμβάσεως, ο οποίος συνίσταται στο να καθιστά τα αποτελέσματα των εθνικών αποφάσεων ομοιόμορφα εντός της Κοινότητας, πράγμα που θα απέκλειε το να μπορεί μια απόφαση να παράγει πιο εκτεταμένα αποτελέσματα στο κράτος εντός του οποίου ζητείται η αναγνώριση της ή η εκτέλεσή της απ' ό, τι στο κράτος εκδόσεώς της.
Εντούτοις, το επιχείρημα αυτό μπορεί εύκολα να αποκρουστεί. Ο υποτιθέμενος κίνδυνος μπορεί εύκολα να αποφευχθεί, αν επιλεγεί η ευρεία ερμηνεία της έννοιας του «τακτικού ενδίκου μέσου», ώστε να καλύπτει κάθε τι που εμπίπτει στην έννοια αυτή στα κράτη μέλη. Μια τέτοια λύση φαίνεται κάλλιστα δυνατή και επιβάλλεται πράγματι για άλλους επίσης λόγους, τους οποίους θα εξετάσω αργότερα.
III —
Κατά συνέπεια, δεδομένου ότι η μέχρι τώρα εξέταση απέδειξε ότι υπάρχουν σημαντικοί λόγοι να δεχτούμε τη χρήση μιας αυτοτελούς έννοιας του «τακτικού ενδίκου μέσου» στη Σύμβαση, απομένει ακόμα να εξεταστεί ποια είναι τα αποφασιστικά κριτήρια για τον προσδιορισμό της κοινής αυτής έννοιας. Αυτό δεν είναι βεβαίως εύκολο, καθόσον η Σύμβαση περιέχει λίγα, στοιχεία στα οποία μπορεί κανείς να στηριχτεί. Εντούτοις, αν χρησιμοποιηθούν τα στοιχεία αυτά και αν, επιπλέον, ληφθούν υπόψη — σύμφωνα με την προαναφερθείσα απόφαση του Δικαστηρίου στην υπόθεση 29/76 — οι στόχοι και η δομή της Συμβάσεως και οι γενικές αρχές που απορρέουν από το σύνολο των εθνικών νομικών συστημάτων, μπορούν κάλλιστα να γίνουν χρήσιμες διαπιστώσεις για την έρευνά μας.
α)
Σχετικά, πρέπει, αρχίζοντας, να επανέλθω σ' ένα σημείο που ανέφερα ήδη, δηλαδή στην ανάγκη επιλογής μιας ευρείας ερμηνείας της εν λόγω εννοίας.
Θα μπορούσε βέβαια να αντιτείνει κανείς σ' αυτό και υπέρ μιας στενής ερμηνείας ότι ο σκοπός της Συμβάσεως είναι να εξασφαλίζει την αναγνώριση και εκτέλεση των αλλοδαπών αποφάσεων σε ευρεία κλίμακα, πράγμα που φαίνεται να συνηγορεί κατά της αμβλύνσεως των προϋποθέσεων αναστολής της διαδικασίας.
Εντούτοις, άλλες σκέψεις πρέπει να έχουν την προτεραιότητα.
Έχω ήδη αναφέρει — και εν προκειμένω πρέπει να γίνει αναφορά τόσο στην έκθεση JENARD όσο και στον DROZ (COMPETENCE JURIDICIAIRE ΕΤ EFFETS DES JUGEMENTS DANS LE MARCHE COMMUN σ. 280) — ότι η Σύμβαση αποβλέπει κατά κάποιο τρόπο στο να μετατρέψει μια εθνική νομική κατάσταση σε κοινοτική· στην περίπτωση αναγνωρίσεώς της, η απόφαση πρέπει να επιτυγχάνει στο κράτος εκτελέσεως τα αποτελέσματα που έχει στο κράτος εκδόσεώς της. Περιοριστική ερμηνεία της εννοίας του «τακτικού ενδίκου μέσου» δεν θα καθιστούσε δυνατή την επίτευξη του σκοπού αυτού -θα υπήρχε πράγματι κίνδυνος να υπάρχει αναγνώριση στην αλλοδαπή, χωρίς να έχει αποκτηθεί κανένα δικαίωμα στο κράτος εκδόσεως αποφάσεως, διότι, σύμφωνα με την άποψη που κρατεί στο εν λόγω κράτος, έχει ασκηθεί τακτικό ένδικο μέσο.
Επιπλέον, υπέρ της ευρείας ερμηνείας συνηγορεί το γεγονός ότι, όταν υπάρχει τακτικό ένδικο μέσο, η αναστολή εκτελέσεως δεν είναι επιτακτική, αλλά εμπίπτει στη διακριτική εξουσία του δικαστηρίου από το όποίο ζητείται η εκτέλεση. Κατ' αυτό τον τρόπο, καθίσταται δυνατή η αποφυγή των ανεπιθύμητων συνεπειών που θα μπορούσαν να προκύψουν από την ευρεία ερμηνεία. Αντίθετα, στην περίπτωση περιοριστικής ερμηνείας, είναι βέβαιο ότι, σε πολλές περιπτώσεις, ο προστατευτικός σκοπός της διατάξεως — υπενθυμίζω για άλλη μια φορά ότι η Σύμβαση δεν προβλέπει δικαίωμα αποζημιώσεως σε περίπτωση αδικαιολόγητης εκτέλεσης — δεν θα επιτυγχανόταν πλήρως. Τέλος, εν προκειμένω, πρέπει να επανέλθω για μια ακόμα φορά στο σχέδιο που συντάχτηκε για την προσχώρηση των τριών νέων κρατών μελών στη Σύμβαση. Όπως προανέφερα ήδη, οι συντάκτες του σχεδίου αυτού ορθώς έκριναν να προβλέψουν υπέρ του Ηνωμένου Βασιλείου και της Ιρλανδίας μια διάταξη κατά την οποία όλα τα ένδικα μέσα θεωρούνται ως τακτικά, αυτό δε λόγω της δυσχέρειας οριοθετήσεως μεταξύ τακτικού και εκτάκτου ενδίκου μέσου. Η εξαίρεση αυτή δικαιολογείται — όπως μπορεί να συναχθεί από την έκθεση SCHLOSSER — από το γεγονός ότι η διακριτική εξουσία που το άρθρο 38 παρέχει στα δικαστήρια μπορεί να χρησιμοποιηθεί κατά τρόπο ώστε να πραγματοποιείται μια ισορροπία στην εφαρμογή των άρθρων 30 και 38 μεταξύ όλων των συμβαλλομένων κρατών. Πάντως, αν αυτό συμβαίνει, η ανάγκη επιτεύξεως της ισορροπίας αυτής επιβάλλει επίσης το να ερμηνεύονται με ελευθεριότητα οι διατάξεις της Συμβάσεως που έχουν τεθεί ήδη σε ισχύ.
β)
Κατόπιν αυτού, είναι σχεδόν τόσο εύκολο να δούμε, επιπλέον, ποια κριτήρια θα ήταν μη ενδεδειγμένα στο παρόν πλαίσιο. Πρέπει να αναφέρω σχετικά τρία κριτήρια, τα οποία συζητήθηκαν επίσης ευρέως κατά την παρούσα διαδικασία.
αα)
Δεν πρέπει να ασχοληθώ με το ζήτημα αν η εκτέλεση μιας δικαστικής αποφάσεως αναστέλλεται με την άσκηση ενδίκου μέσου. Εν πάση περιπτώσει εκτελείται σε άλλο κράτος μόνο αν υπάρχει εκτελεστός τίτλος στο κράτος εκδόσεώς της. Το άρθρο 38 της Συμβάσεως στηρίζεται εξάλλου στη βασική αυτή προϋπόθεση, που μπορεί να συναχθεί από το άρθρο 31. Το άρθρο 38 και η διακριτική εξουσία που παρέχεται στο δικαστήριο που διατάσσει την εκτέλεση θα έχαναν επομένως την έννοιά τους, αν θεωρούνταν ως τακτικά ένδικα μεσα μόνο τα ένδικα μέσα που αναστέλλουν την εκτέλεση.
Ομοίως, ούτε είναι επίσης δυνατό — μπορώ να το πω και αυτό στο πλαίσιο της παρούσας δίκης — να στηριχτούμε στο ερώτημα αν η άσκηση ενδίκου μέσου μπορεί να υποχρεώσει το δικαστήριο να αναστείλει την εκτέλεση. Πράγματι, μια δικαστική απόφαση στο κράτος εκδόσεώς της περί αναστολής εκτελέσεως προβλέπεται μόνο στην περίπτωση ενδίκων μέσων τα οποία, όπως η BERUFUNG, πρέπει να θεωρούνται σαφώς ως τακτικά -αυτό συμβαίνει επίσης συχνά στην περίπτωση των εκτάκτων ενδίκων μέσων, όπως τόνισε ο εκπρόσωπος της Βρετανικής Κυβερνήσεως. Ένα τέτοιο κριτήριο θα διεύρυνε πάρα πολύ το πεδίο εφαρμογής του άρθρου 38.
ββ)
Εξάλλου, δεν νομίζω ότι ενδείκνυται να καταστεί αποφασιστικός παράγων το δεδικασμένο, με άλλα λόγια το αν η άσκηση ενδίκου μέσου εμποδίζει την απόφαση να αποκτήσει ισχύ δεδικασμένου. Αν ληφθεί ως κριτήριο το δεδικασμένο, μια αόριστη έννοια αντικαθίσταται από μια άλλη. Πράγματι, η έννοια του δεδικασμένου στα κράτη μέλη δεν φαίνεται να είναι ομοιόμορφη. Επιπλέον, σε διάφορα κράτη μέλη συνδέεται ακριβώς με την έννοια του τακτικού ενδίκου μέσου. Στα κράτη αυτά, μια απόφαση έχει την ισχύ του δεδικασμένου αν δεν είναι δυνατή η άσκηση τακτικού ενδίκου μέσου ή αν έχουν παρέλθει προθεσμίες ασκήσεώς του (αυτό συμβαίνει π.χ. στο βελγικό και ολλανδικό δίκαιο). Επομένως, η χρησιμοποίηση του κριτηρίου του δεδικασμένου για τον προσδιορισμό της έννοιας του τακτικού ενδίκου μέσου δεν θα συμβιβαζόταν με τη βασική μέριμνα που προαναφέρθηκε, δηλαδή την ανάγκη να στηριχτεί ο ορισμός της έννοιας του «τακτικού ενδίκου μέσου», της ασφάλειας του δικαίου και νομικής ομοιομορφίας σε κριτήρια που δεν είναι μόνο απλά, αλλά και σαφή.
γγ)
Τέλος, δεν χρειάζεται επίσης να ασχοληθώ με το ζήτημα αν, για ορισμένα ένδικα μέσα υφίστανται ή όχι περιορισμοί σχετικά με τους λόγους στους οποίους αυτά στηρίζονται, δηλαδή τους επιτρεπόμενους «λόγους». Διαφορετικά, τόσο η αναίρεση κατά το ολλανδικό δίκαιο όσο και κατά το ιταλικό, καθώς και η «REVISION» κατά το γερμανικό δίκαιο, θα 'πρεπε να θεωρηθούν ως έκτακτα ένδικα μέσα. Πάντως, έχω ήδη υπογραμμίσει ότι, στην περίπτωση των ενδίκων αυτών μέσων, δεν ενδείκνυται ο αποκλεισμός της δυνατότητας αναστολής εκτελέσεως, δεδομένου ότι μπορεί να οδηγήσουν στην ακύρωση μιας αποφάσεως.
γ)
Στην αναζήτηση των κριτηρίων που εμπίπτουν θετικά στο πλαίσιο της εξετάσεώς μας, διαπιστώνει κανείς γρήγορα ότι δεν υπάρχουν πολλά από αυτά στην πραγματικότητα δύο ή το πολύ τρία. Σύμφωνα με την έννοια και το σκοπό της εν λόγω διατάξεως, θα πρέπει πάντως να αρκούν και εξασφαλίζουν μια εύκολη σχετικώς εφαρμογή.
αα)
Ένα σημαντικό στοιχείο μου φαίνεται ότι αποτελεί το γεγονός ότι το ίδιο το άρθρο 38 ομιλεί περί προθεσμίας ασκήσεως του ενδίκου μέσου. Απ' αυτό πρέπει να συναχθεί ότι τα τακτικά ένδικα μέσα πρέπει να συνδέονται με προθεσμίες ασκήσεώς τους — ήτοι, καταρχήν, προθεσμίες που αρχίζουν να τρέχουν από την ημέρα εκδόσεως της αποφάσεως ή της επιδόσεώς της.
Χρειάζεται πάντως να πάμε ένα βήμα πιο μακριά και να δεχτούμε, όπως δέχεται η Κυβέρνηση της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, ότι πρέπει να πρόκειται κατ' ανάγκη για προθεσμίες σχετικώς βραχείες. Είναι αδύνατο να αντιταχτεί σ' αυτό, όπως έγινε σχετική προσπάθεια, ότι το άρθρο 38 χάνει κατ' αυτό τον τρόπο το λόγο υπάρξεώς του, δεδομένου ότι προθεσμίες τριών μηνών περίπου, που μπορούν να αποτελέσουν ζήτημα εν προκειμένω, είναι παρ' όλ' αυτά αρκετά μακρές για να αποδείξουν τη σπουδαιότητα του ζητήματος κατά πόσο πρέπει να υπάρξει αναστολή εκτελέσεως ή όχι. Αντίθετα, όσο αφορά την απαίτηση βραχέων σχετικά προθεσμιών, μπορεί να γίνει αναφορά στο γεγονός ότι η Σύμβαση αποβλέπει στη διευκόλυνση της εκτελέσεως και επομένως ότι η αναστολή εκτελέσεως δεν πρέπει να μείνει εκκρεμής για πολύ χρόνο. Εξάλλου, η άποψη αυτή ενισχύεται από μια ανασκόπηση του συγκριτικού δικαίου. Έτσι, στην BERUFUNG και στη WIDERSPRUCH, που θεωρούνται γενικά ως τακτικά ένδικα μέσα, σε περίπτωση ερήμην εκδόσεως αποφάσεων, έχουν εφαρμογή πολύ βραχείες προθεσμίες. Αν δεν κάνω λάθος, κυμαίνονται μεταξύ δυο εβδομάδων και τριών μηνών, με εξαίρεση το δίκαιο του Λουξεμβούργου, κατά το οποίο στην περίπτωση ερήμην αποφάσεων, εκδιδόμενων κατά διαδίκων που δεν εκπροσωπήθηκαν νομίμως, η τρίμηνη προθεσμία ασκήσεως του BERUFUNG πρέπει προφανώς να προστεθεί σε μια προθεσμία καταθέσεως του WIDERSPRUCH φθάνουσα μέχρι έξι μήνες.
Ομοίως, με τη βοήθεια εξετάσεως του συγκριτικού δίκαιου, είναι δυνατό να προσδιοριστεί ποιες προθεσμίες γίνονται δεκτές στην περίπτωση ασκήσεως αναιρέσεως, για την οποία, όπως γνωρίζει το Δικαστήριο, πρόκειται στην κύρια δίκη. Σχετικά, νομίζω ότι οι έννομες τάξεις των διαφόρων κρατών μελών προβλέπουν προθεσμίες που κυμαίνονται, γενικά, μεταξύ ενός και τριών μηνών από της επιδόσεως ή από της εκδόσεως της αποφάσεως. Μόνο στην Ιταλία, νομίζω — και αυτό συμβαίνει επίσης στην περίπτωση του BERUFUNG — προβλέπεται προθεσμία ενός έτους από της δημοσιεύσεως της αποφάσεως (PUBBLICAZIONE DELLA SENTENZA) σε περίπτωση μη επιδόσεώς της. Πάντως, πρέπει επίσης να συμπεριληφθεί η περίπτωση αυτή, ενόψει της προαναφερθείσας απαίτησης ότι η έννοια του «τακτικού ένδικου μέσου» πρέπει να ερμηνευτεί έτσι ώστε να καλύπτει κάθε τι που χαρακτηρίζεται ως τοιούτο στις εθνικές έννομες τάξεις.
Εξάλλου, καθίσταται συγχρόνως σαφές, με τις παρατηρήσεις αυτές για την ανάγκη τηρήσεως βραχέων σχετικώς προθεσμιών, ότι ένδικα μέσα που ισοδυναμούν με την εκ νέου κίνηση της ένδικης διαδικασίας, δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη. Πράγματι, σε τέτοιες περιπτώσεις οι σχετικές προθεσμίες αρχίζουν γενικά να τρέχουν από τη στιγμή κατά την οποία καθίσταται γνωστός ο λόγος της εκ νέου κινήσεως της υποθέσεως και επομένως δεν εμποδίζουν αναθεώρηση μιας αποφάσεως, έστω και μετά παρέλευση αρκετού χρόνου. Επιπλέον, είναι επίσης σημαντικό εν προκειμένω ότι στις έννομες τάξεις των κρατών μελών τέτοια ένδικα μέσα να χαρακτηρίζονται ομόφωνα ως έκτακτα.
ββ)
Το ζήτημα κατά πόσο ένα ένδικο μέσο μπορεί να έχει άμεσα αποτελέσματα επί των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των διαδίκων τους οποίους αφορά η προσβαλλόμενη απόφαση πρέπει να αποτελέσει ένα δεύτερο σημαντικό κριτήριο. Συνεπώς, τακτικό ένδικο μέσο υπάρχει μόνο αν μπορεί να τροποποιηθεί ο εκτελεστός τίτλος μετά την εξέταση του ενδίκου μέσου και αν μπορεί να αποδειχτεί ότι η εκτέλεση της αποφάσεως, η οποία έγινε παρά το ένδικο μέσο, ήταν αδικαιολόγητη. Μόνο σε παρόμοιες περιπτώσεις υπάρχει πράγματι ανάγκη προστασίας του οφειλέτη. Αναίρεση υπέρ του νόμου κατά το γαλλικό δίκαιο θα μπορούσε, λαμβανομένου υπόψη του θεμελιώδους σκοπού του άρθρου 38, να μη μπορεί βεβαίως να χαρακτηριστεί τακτικό ένδικο μέσο.
γγ)
Τέλος, μπορεί επίσης να γίνει σκέψη — πλην όμως το στοιχείο αυτό μπορεί να αφεθεί κατά μέρος όσον αφορά τους σκοπούς της κύριας δίκης — να προσδοθεί ορισμένη σημασία στο ζήτημα αν το ένδικο μέσο άγει την υπόθεση ενώπιον δικαστηρίου της ίδιας κατηγορίας και, συνεπώς, αν μπορεί να θεωρηθεί ότι πρόκειται για συνέχιση μιας και της αυτής διαδικασίας και όχι για έναρξη νέας διαδικασίας. Η σκέψη αυτή, που προβλήθηκε επίσης από την Κυβέρνηση της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, αφορά προδήλως τα ένδικα μέσα όπως είναι η προβολή της αντισυνταγματικότητας, τα οποία μπορούν ωσαύτως να ασκηθούν κατά των αποφάσεων. Μπορεί πράγματι να γίνει σκέψη να προσδοθεί ορισμένη σημασία σ' αυτό, δεδομένου ότι πρόκειται περί δυνατοτήτων που υφίστανται μόνο σε δυο κράτη μέλη και που δεν εμπίπτουν βεβαίως, εντός αυτών των κρατών, στην κατηγορία των τακτικών ενδίκων μέσων.
Για παρόμοιους λόγους — και την παρατήρηση αυτή πρέπει να διεξέλθω επίσης συντόμως — πρέπει επίσης να αποκλειστούν τα ένδικα μέσα που αφορούν τα συμφέροντα τρίτων προσώπων, όπως είναι η περίπτωση της DRITTWIDERSPRUCHSKLAGEN (τριτανακοπής). Πέραν του γεγονότος ότι σε τέτοιες περιπτώσεις συχνά δεν υπάρχουν προθεσμίες ή υπάρχουν πολύ μακρές προθεσμίες, εκείνο που έχει σημασία για τους σκοπούς της παρούσας εκτίμησης είναι ότι τέτοια ένδικα μέσα, όπου υφίστανται, χαρακτηρίζονται ωσαύτως, χωρίς εξαίρεση, ως έκτακτα.
Δύσκολα θα μπορούσαν να λεχθούν περισσότερα, απο πλευράς κοινοτικού δικαίου, όσον αφορά τα κριτήρια ανάλογα με τα οποία πρέπει να κριθεί αν πρόκειται για τακτικό ή για έκτακτο ένδικο μέσο κατά την έννοια της Συμβάσεως.
IV —
Επομένως, προτείνω να δοθεί η ακόλουθη απάντηση στα υποβληθέντα προδικαστικά ερωτήματα:
1)
Ο όρος «τακτικό ένδικο μέσο» κατά την έννοια του άρθρου 38 της Συμβάσεως για τη διεθνή δικαιοδοσία και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις προσδιορίζεται όχι σύμφωνα με το δίκαιο του κράτους εκδόσεως αποφάσεως ή σύμφωνα με το δίκαιο του κράτους όπου ζητείται η εκτέλεση της αποφάσεως, αλλά πρέπει να θεωρείται ως αυτοτελής έννοια του κοινοτικού δικαίου.
2)
Κατά την έννοια του άρθρου 38 της Συμβάσεως, τακτικό ένδικο μέσο ασκούμενο κατά αποφάσεως είναι εκείνο που ασκείται εντός σχετικά βραχείας προθεσμίας από την έκδοση ή την επίδοση της αποφάσεως και το οποίο μπορεί να συνεπάγεται την ακύρωση ή την τροποποίηση της αποφάσεως, με συνέπειες επί των διαδίκων που μετέχουν στη διαδικασία εκτελέσεως.
( *1 ) Γλωσσά του πρωτοτύπου: η γερμανική.
Full & Egal Universal Law Academy