ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ GERHARD REISCHL
της 19ης Ιανουαρίου 1978 ( *1 )
Κύριε Πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
Το θέμα για το οποίο καλείστε σήμερα να αποφανθείτε έχει επανειλημμένως απασχολήσει το Δικαστήριο κατά το τελευταίο έτος, κατόπιν υποβολής αιτήσεως βάσει του άρθρου 83 του κανονισμού διαδικασίας του Δικαστηρίου. Θα περιοριστώ, συνεπώς, σε λίγες παρατηρήσεις όσον αφορά τα πραγματικά περιστατικά.
Τον Οκτώβριο του 1976 συνήλθε το Συμβούλιο στη Χάγη. Κατά τη σύνοδο αυτή υιοθετήθηκαν διάφορα ψηφίσματα σχετικά με θέματα αλιείας, τα οποία εκδόθηκαν στις 3 Νοεμβρίου 1976.
Το σημαντικότερο από τα ψηφίσματα αυτά αφορούσε την απόφαση των κρατών μελών να επεκτείνουν από κοινού, από 1ης Ιανουαρίου 1977, τα όρια των αλιευτικών τους ζωνών σε 200 μίλια από τις ακτές της Βόρειας θάλασσας και του Βόρειου Ατλαντικού.
Στην Ιρλανδία, καθής στην παρούσα διαδικασία, η επέκταση αυτή πραγματοποιήθηκε με διάταγμα της 22ας Δεκεμβρίου 1976. Κατά την ίδια σύνοδο της Χάγης συζητήθηκε επίσης το θέμα της λήψης μέτρων από την Κοινότητα για τη διατήρηση των αλιευτικών πόρων. Σ' αυτό ακριβώς το θέμα αναφέρεται η δήλωση στην οποία προέβη η Επιτροπή, αφού την ενέκρινε το Συμβούλιο, και η οποία περιέχεται στο παράρτημα VI των ψηφισμάτων της Χάγης. Θα παραθέσω αυτούσια τη δήλωση αυτή λόγω του ενδιαφέροντος που παρουσιάζει για την υπό κρίση περίπτωση. Η δήλωση αυτή έχει ως εξής:
«Εν αναμονή της θέσεως σε εφαρμογή των κοινοτικών μέτρων στον τομέα της διατήρησης των πόρων, τα οποία τώρα βρίσκονται στο στάδιο της επεξεργασίας, τα κράτη μέλη δεν θα θεσπίσουν κανένα μονομερές μέτρο για τη διατήρηση των πόρων.
Πάντως, αν δεν επιτευχθεί συμφωνία για το 1977 στα πλαίσια των Διεθνών Επιτροπών Αλιείας και αν, κατά συνέπεια, δεν μπορέσουν να ληφθούν αμέσως αυτόνομα κοινοτικά μέτρα, τα κράτη μέλη μπορούν να θεσπίσουν, προσωρινώς και κατά τρόπον ώστε να μη δημιουργούνται δυσμενείς διακρίσεις, τα κατάλληλα μέτρα προκειμένου να εξασφαλίσουν την προστασία των πόρων που βρίσκονται στις ζώνες αλιείας των ακτών τους.
Προτού θεσπίσει τα μέτρα αυτά, το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος οφείλει να ζητήσει την έγκριση της Επιτροπής, η γνώμη της οποίας θα πρέπει να ζητείται σε όλα τα στάδια των διαδικασιών αυτών.
Τα μέτρα που ενδεχομένως θα θεσπιστούν δεν προδικάζουν την επιλογή της γραμμής που θα ακολουθηθεί για την εφαρμογή των κοινοτικών διατάξεων στον τομέα της διατήρησης των πόρων.»
Όσον αφορά τις από κοινού καταβληθείσες προσπάθειες για τη θέσπιση προσωρινών μέτρων διατηρήσεως, θα πρέπει να αναφερθούν οι προτάσεις κανονισμών της Επιτροπής της 3ης Δεκεμβρίου 1976 (υπ' αριθ. 3 συνημμένο στην προσφυγή έγγραφο), της 14ης Ιανουαρίου 1977 (έγγραφο υπ' αριθ. 5) και της 11ης Μαρτίου 1977 (έγγραφο υπ' αριθ. 13). Εντούτοις, καμία από τις προσπάθειες αυτές δεν στέφθηκε από επιτυχία -κατά τη διάρκεια της περιόδου αυτής θεσπίστηκαν μόνο ορισμένες περιορισμένες ρυθμίσεις, οι οποίες περιελάμβαναν μέτρα διατηρήσεως, όπως ο κανονισμός 194/77 της 28ης Ιανουαρίου 1977 (Abl L 25 της 29.1.1977, σ. 46), ο κανονισμός 350/77 της 18ης Φεβρουαρίου 1977 (Abl. L 48 της 19.2.1977, σ. 28) και ο κανονισμός 373/77 της 24ης Φεβρουαρίου 1977 (Abl. L 53 της 25.2.1977, σ. 1).
Ωθούμενος από την κατάσταση αυτή, ο Ιρλανδός Υπουργός Εξωτερικών γνωστοποίησε στην Επιτροπή, στις 14 Φεβρουαρίου 1977, την πρόθεση της Κυβέρνησης της Ιρλανδίας να θεσπίσει μονομερή μέτρα διατηρήσεως, ανέφερε δε και τα ουσιώδη χαρακτηριστικά των μέτρων αυτών. Τα μέτρα αυτά θεσπίστηκαν στις 16 Φεβρουαρίου 1977, υπό τη μορφή, αφενός, του «Sea Fisheries (Conservation and Rational Exploitation) Order 1977», το οποίο περιελάμβανε απαγόρευση, που ίσχυε για όλα τα αλιευτικά σκάφη, να παραμένουν και να ασκούν αλιευτική δραστηριότητα σε καθορισμένη θαλάσσια ζώνη, η οποία οριοθετείτο από συγκεκριμένο γεωγραφικό πλάτος και μήκος, και, αφετέρου, του «Sea Fisheries (Conservation and Rational Exploitation) (No 2) Order 1977», σύμφωνα με το οποίο, η απαγόρευση αυτή δεν ίσχυε για σκάφη το μήκος των οποίων ήταν κατώτερο από 33 μέτρα ή τα οποία δεν είχαν κινητήρια δύναμη μεγαλύτερη από 1100 CV. Οι αποφάσεις αυτές του Ιρλανδού Υπουργού Αλιείας — τις οποίες στο εξής θα αναφέρω με την ονομασία «τα ιρλανδικά μέτρα» — επρόκειτο να τεθούν, αρχικά, σε ισχύ την 1η Μαρτίου 1977. Εντούτοις, οι αποφάσεις δεν τέθηκαν σε ισχύ κατά την ημερομηνία εκείνη, κυρίως λόγω της πιέσεως της Επιτροπής, η οποία συνεκάλεσε σύσκεψη, στις 21 Φεβρουαρίου, με τους εκπροσώπους της Ιρλανδικής Κυβέρνησης και των άλλων κρατών μελών. Τα μέτρα αυτά τέθηκαν σε ισχύ μόλις στις 10 Απριλίου 1977, μετά την αποτυχία του Συμβουλίου να καταλήξει σε συμφωνία όσον αφορά τα κοινοτικά μέτρα διατηρήσεως σε σύσκεψη που πραγματοποιήθηκε στα τέλη Μαρτίου 1977. Συγχρόνως, η Ιρλανδική Κυβέρνηση κάλεσε τα λοιπά κράτη μέλη να της υποβάλουν προς έγκριση τα προγράμματα αλιείας τους, τα οποία, ενδεχομένως, θα αντικαθιστούσαν τα ανωτέρω αναφερόμενα μέτρα. Επί του σημείου αυτού θα επανέλθω αργότερα.
Η Επιτροπή, η οποία ήδη κατά τη σύσκεψη του τέλους Μαρτίου 1977 είχε υπογραμμίσει τον παράνομο, από πλευράς κοινοτικού δικαίου, χαρακτήρα των μέτρων που είχε θεσπίσει η Ιρλανδία, άποψη την οποία είχε υποστηρίξει, εξάλλου, και η πλειοψηφία των κρατών μελών κατά τη σύσκεψη της 21ης Φεβρουαρίου 1977, αποφάσισε να κινήσει, κατ' εφαρμογή του άρθρου 169 της Συνθήκης ΕΟΚ, διαδικασία προκειμένου να αναγνωριστεί η ύπαρξη παραβιάσεως της Συνθήκης. Το έπραξε με έγγραφο που απηύθυνε στνς 2 Μαΐου 1977 προς την Ιρλανδική Κυβέρνηση, στο οποίο ανέφερε ότι τα μέτρα που είχε θεσπίσει η Κυβέρνηση αυτή εισήγαγαν δυσμενείς διακρίσεις, ότι δεν επρόκειτο για γνήσια μέτρα διατηρήσεως και ότι, επιπλέον, τα μέτρα αυτά δεν είχαν, όπως όφειλαν, τις ελάχιστες δυνατές επιπτώσεις στην κοινή οργάνωση της αγοράς για τα προϊόντα αλιείας. Μετά την από 6 Μαΐου 1977 απάντηση της Ιρλανδικής Κυβέρνησης, την οποία η Επιτροπή θεώρησε μη ικανοποιητική, η Επιτροπή διατύπωσε, στις 7 Μαΐου 1977, αιτιολογημένη γνώμη υπό την έννοια του άρθρου 169 της Συνθήκης. Μετά την εκπνοή (στις 10 Μαΐου 1977) της προθεσμίας που είχε τάξει για την αναστολή των ιρλανδικών μέτρων, η Επιτροπή προσέφυγε, στις 13 Μαΐου 1977, στο Δικαστήριο, το οποίο καλείται τώρα να αποφανθεί περί του αν η Ιρλανδική Κυβέρνηση παρέβη τις διατάξεις του κοινοτικού δικαίου.
Προτού εξετάσω το ζήτημα αυτό, πάντως, θα ήθελα να υπενθυμίσω ακόμα ότι, παράλληλα με την προσφυγή, υποβλήθηκε στο Δικαστήριο και αίτηση περί λήψεως προσωρινών μέτρων κατ' εφαρμογή του άρθρου 83 του κανονισμού διαδικασίας. Μετά την προφορική συζήτηση στις 21 και 22 Μαΐου 1977, το Δικαστήριο αποφάσισε να μην εκδώσει απόφαση επί της αιτήσεως αυτής, για να δώσει την ευκαιρία στους διαδίκους να συμφωνήσουν σε εναλλακτικές λύσεις. Σχετική έκθεση θα έπρεπε να συνταχθεί εντός ορισμένης προθεσμίας, η οποία παρατάθηκε επανειλημμένως. Αφού συντάχθηκε η έκθεση αυτή και μετά νέα προφορική συζήτηση στις 11 και 13 Ιουλίου 1977, το Δικαστήριο εξέδωσε δεύτερη Διάταξη, σύμφωνα με την οποία η Ιρλανδία όφειλε να αναστείλει την εφαρμογή των επίμαχων μέτρων για τα σκάφη των άλλων κρατών μελών το αργότερο από τις 18 Ιουλίου 1977. Το Δικαστήριο πρόσθεσε, εξάλλου, ότι η Ιρλανδία μπορούσε να θεσπίσει, με σύμφωνη γνώμη της Επιτροπής, άλλα μέτρα διατηρήσεως σύμφωνα με το κοινοτικό δίκαιο και τους στόχους της κοινής πολιτικής στον τομέα της αλιείας. Πράγματι, τα επίμαχα μέτρα δεν εφαρμόστηκαν πλέον από τις 18 Ιουλίου 1977, σύμφωνα με τις διαβεβαιώσεις που έχει λάβει το Δικαστήριο, και κατέστη δυνατή η συνέχιση της αλιευτικής δραστηριότητας στις εν λόγω ζώνες, δεδομένου ότι δεν θεσπίστηκαν άλλα μέτρα.
Εξάλλου, το ζήτημα της νομιμότητας των ιρλανδικών μέτρων ήχθη ενώπιον του Δικαστηρίου με πρωτοβουλία ιρλανδικού δικαστηρίου βάσει του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ. Αυτή η αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως — η οποία φέρει αριθμό πρωτοκόλλου του Δικαστηρίου 88/77 — θα αποτελέσετ ασφαλώς αντικείμενο ιδιαιτέρων προτάσεων. Πιστεύω, εντούτοις, ότι ήδη στο πλαίσιο της υπό κρίση υπόθεσης θα πρέπει να εξεταστούν ορισμένα επιχειρήματα που ανέπτυξαν οι διάδικοι στην υπόθεση εκείνη οι οποίοι δεν εμπλέκονται στην παρούσα υπόθεση, διότι νομίζω ότι το Δικαστήριο δεν θα πρέπει να αποφανθεί επί της αιτιάσεως της παραβάσεως της Συνθήκης χωρίς να εξετάσει όλες τις πτυχές του ζητήματος που παρουσιάζουν ενδιαφέρον στην υπό κρίση υπόθεση.
1.
Οι αιτιάσεις που διατυπώνει η Επιτροπή κατά της Ιρλανδίας όσον αφορά τα μέτρα που αποτελούν το αντικείμενο της υπό κρίση υπόθεσης, βασίζονται ουσιαστικά στον κανονισμό 101/76 του Συμβουλίου, της 19ης Ιανουαρίου 1976, περί θεσπίσεως κοινής διαρθρωτικής πολιτικής στον τομέα της αλιείας (EE ειδ. έκδ. 04/001, σ. 61). Το άρθρο 4 του κανονισμού αυτού — δεν θα προβώ εδώ σε ανάλυση του συνόλου των διατάξεων της πράξης αυτής — ομιλεί περί της θεσπίσεως κοινών κανόνων για την άσκηση της αλιευτικής δραστηριότητας στα θαλάσσια ύδατα και το συντονισμό των διαρθρωτικών πολιτικών των κρατών μελών στον τομέα αυτό. Το άρθρο 2 προβλέπει ότι το καθεστώς που εφαρμόζει κάθε κράτος μέλος στην άσκηση της αλιευτικής δραστηριότητας στα θαλάσσια ύδατα τα οποία υπάγονται στην κυριαρχία ή τη δικαιοδοσία του δεν μπορεί να προκαλεί διάφορη μεταχείριση έναντι των άλλων κρατών μελών και ότι τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν την ισότητα των όρων προσβάσεως και εκμεταλλεύσεως των αποθεμάτων που βρίσκονται στα ύδατα που αναφέρονται στο άρθρο 2, πρώτο εδάφιο, σε όλα τα αλιευτικά σκάφη υπό σημαία ενός των κρατών μελών που είναι νηολογημένα στην επικράτεια της Κοινότητας. Εξάλλου, το άρθρο 4 έχει ως εξής:
«Αν η άσκηση της αλιευτικής δραστηριότητος στα θαλάσσια ύδατα των κρατών μελών, που αναφέρονται στο άρθρο 2, εκθέτει ορισμένους από τους πόρους τους σε κινδύνους υπερεντατικής εκμεταλλεύσεως, το Συμβούλιο, προτάσει της Επιτροπής, δύναται να θεσπίσει τα απαραίτητα μέτρα για τη διατήρηση των πόρων, σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 43, παράγραφος 2, της Συνθήκης.
Τα μέτρα αυτά μπορούν, ιδίως, να περιλαμβάνουν περιορισμούς ως προς την αλίευση ορισμένων ειδών, τις ζώνες, τις περιόδους, τις μεθόδους και τα μηχανήματα αλιείας.» ( 1 )
Η Ιρλανδική Κυβέρνηση υποστηρίζει, κυρίως, ότι οι διατάξεις αυτές, και ιδίως το άρθρο 2, αφορούν μόνο τα ύδατα που υπάγονταν στην κυριαρχία των κρατών μελών κατά την εποχή της θεσπίσεως του κανονισμού. Βασίζεται σχετικά στη διατύπωση του άρθρου 2, παράγραφος 3, η οποία έχει ως εξής:
«Τα θαλάσσια ύδατα που αναφέρονται στο παρόν άρθρο είναι εκείνα, τα οποία καθορίζονται ως τοιαύτα από τους νόμους που ισχύουν σε κάθε κράτος μέλος.»
Η Ιρλανδική Κυβέρνηση υποστηρίζει, όμως, ότι την εποχή που αφορά η υπό κρίση υπόθεση δεν είχε ακόμα καθοριστεί η ζώνη των 200 μιλίων και τα χωρικά ύδατα περιορίζονταν — όσον αφορά την Ιρλανδία — σε 12 μίλια. Η Ιρλανδική Κυβέρνηση προσθέτει ότι, εφόσον τα ιρλανδικά μέτρα διατηρήσεως επρόκειτο να εφαρμοστούν κυρίως εκτός της ζώνης αυτής, δεν μπορούσαν να κριθούν σε σχέση με τον κανονισμό 101/76, επί όσο χρονικό διάστημα δεν είχε μεταβληθεί η νομική κατάσταση και δεν είχε διευκρινιστεί ότι οι διατάξεις του εν λόγω κανονισμού εφαρμόζονταν και στα επεκτα-θέντα χωρικά ύδατα.
Το επίμαχο αυτό σημείο θα μπορούσε, αυτό καθαυτό, να παρακαμφθεί, αν δεν ετίθετο το ζήτημα κατά πόσο τα ιρλανδικά μέτρα αντιβαίνουν στην αρχή της απαγόρευσης των διακρίσεων. Πράγματι, το θέμα αυτό θα μπορούσε να εξεταστεί — επ' αυτού δε θα επανέλθω στη συνέχεια — και ανεξάρτητα από τον κανονισμό 101/76, δεδομένου ότι, όπως είδαμε, το παράρτημα VI των ψηφισμάτων της Χάγης περιέχει επίσης απαγόρευση των διακρίσεων, όπως και το άρθρο 7 της Συνθήκης ΕΟΚ, το οποίο, ακόμα και κατά την άποψη της Ιρλανδικής Κυβέρνησης, εφαρμόζεται σε όλη την έκταση των υδάτων που υπάγονται στην κυριαρχία της Ιρλανδίας, θα ήθελα, πάντως, να εξετάσω επισταμένως το θέμα αυτό, δεδομένου ότι ο κανονισμός 101/76, κατά την άποψη της Επιτροπής, αφορά επίσης και άλλα σημεία και ότι δεν μπορεί εύκολα να γίνει δεκτό ότι ο ορισμός που περιέχει το άρθρο 2, παράγραφος 3, αφορά μόνο την απαγόρευση των διακρίσεων και όχι τις άλλες αρχές που περιέχονται στον κανονισμό.
Θεωρώ ότι η προξενούσα κατάπληξη άποψη της Ιρλανδικής Κυβέρνησης είναι εσφαλμένη, και τούτο για τους εξής λόγους.
Πρώτον, έχω την εντύπωση ότι τα ίδια τα στοιχεία που μπορούν να συναχθούν από τον κανονισμό 101/76 μάλλον καταρρίπτουν την άποψη που υποστηρίζει η Ιρλανδία. Το κείμενο του άρθρου 2, παράγραφος 3, το οποίο ήδη παρέθεσα, έχει τόσο γενική διατύπωση ώστε, σύμφωνα με την αρχή ότι η γεωγραφική έκταση της κοινής αγοράς ορίζεται από τα εκάστοτε εδάφη των κρατών μελών — και δεν επιθυμώ να εισαγάγω εδώ θεωρίες του Διεθνούς Δικαίου —, μπορεί να εκληφθεί σαφώς υπό την έννοια ότι καθοριστική σημασία δεν έχουν οι εθνικές διατάξεις που ίσχυαν κατά την εποχή της θεσπίσεως του κανονισμού, αλλά οι διατάξεις που ίσχυαν κατά την υπό κρίση περίοδο. Ο ορισμός του άρθρου 2, παράγραφος 3, ισχύει για το σύνολο των διατάξεων του κανονισμού, η αντίθετη δε άποψη θα κατέληγε στο εντελώς απαράδεκτο συμπέρασμα ότι, σε περίπτωση επεκτάσεως των χωρικών υδάτων και ελλείψει τυπικής τροποποιήσεως του κανονισμού, δεν θα ήταν δυνατή η εφαρμογή κοινής διαρθρωτικής πολιτικής παρά μόνο σε ασήμαντο τμήμα των χωρικών υδάτων, σε έκταση δηλαδή, η οποία, από την ίδια τη φύση των πραγμάτων, δεν θα επέτρεπε τη λήψη λυσιτελών μέτρων.
Νομίζω, επίσης, ότι θα πρέπει να υπενθυμίσω το άρθρο 102 της πράξεως περί των όρων προσχωρήσεως και των προσαρμογών των Συνθηκών, το οποίο έχει ως εξής:
«Το αργότερο από το έκτο έτος μετά την προσχώρηση, το Συμβούλιο προτάσει της Επιτροπής καθορίζει τους όρους ασκήσεως αλιευτικών δραστηριοτήτων για να εξασφαλίσει την προστασία των αλιευτικών αποθεμάτων και τη διατήρηση των βιολογικών πόρων της θαλάσσης.» Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι η διάταξη αυτή προβλέπει την ύπαρξη αρμοδιότητας της Κοινότητας επί του συνόλου των χωρικών υδάτων, ανεξαρτήτως των συγκεκριμένων καταστάσεων, και ότι αντιβαίνει στη διάταξη αυτή η άποψη ότι είναι δυνατό να υπάρξουν χωρικά ύδατα εμπίπτοντα στην αρμοδιότητα της Κοινότητας, η δε άσκηση της αλιευτικής δραστηριότητας και η προστασία των αποθεμάτων στα ύδατα αυτά να μην μπορούν να εξασφαλίζονται παρά μόνο με καθαρώς εθνικά μέτρα.
Νομίζω, εξάλλου, ότι κατά την εξέταση του ζητήματος που μας ενδιαφέρει στην υπό κρίση υπόθεση, ιδιαίτερη σημασία θα πρέπει να αποδοθεί στα στοιχεία που μπορούν να συναχθούν από το σύνολο των ψηφισμάτων της Χάγης. Παρατηρείται, καταρχάς, ότι στα ψηφίσματα αυτά γίνεται λόγος για δημιουργία αλιευτικής εντός Κοινότητας ζώνης 200 μιλίων και ότι η επέκταση των ορίων των αλιευτικών ζωνών πραγματοποιείται από κοινού -επομένως, ότι η επέκταση της δικαιοδοσίας πηγάζει από πράξη της Κοινότητας. Γι' αυτό ακριβώς το λόγο προβλέπεται ότι τα δικαιώματα αλιείας των τρίτων χωρών στις ζώνες αυτές θα ρυθμίζονται με διμερείς συμβάσεις που θα συνάπτει η Κοινότητα, αυτός δε ακριβώς είναι και ο λόγος για τον οποίο η Κοινότητα επιφορτίζεται με τη διεξαγωγή των σχετικών διαπραγματεύσεων. Έτσι εξηγείται επίσης και το γεγονός ότι στο παράρτημα VI γίνεται λόγος περί κοινών πόρων και περί κοινοτικών μέτρων όσον αφορά το εσωτερικό καθεστώς αλιείας στο σύνολο των θαλασσίων υδάτων που υπάγονται στην κυριαρχία των κρατών μελών γίνεται, επομένως, δεκτό ότι οι διατάξεις περί κοινής πολιτικής εφαρμόζονται στο σύνολο των θαλασσίων υδάτων που υπάγονται στην κυριαρχία των κρατών μελών. Εξάλλου, είναι σαφές ότι το παράρτημα VI, το οποίο ήδη έχω παραθέσει και στο οποίο γίνεται λόγος για κοινά μέτρα διατηρήσεως, τα οποία βρίσκονται ακριβώς στο στάδιο της επεξεργασίας, αναφέρεται δε ότι μονομερή μέτρα επιτρέπονται μόνο υπό ορισμένους όρους, αφορά το σύνολο των υδάτων που υπάγονται στην κυριαρχία των κρατών μελών, πράγμα το οποίο συνεπάγεται αναγκαστικά ότι έχει γίνει δεκτή η ιδέα της αρμοδιότητας της Κοινότητας στον τομέα αυτό, καθώς και η δυνατότητα εφαρμογής του άρθρου 4 του κανονισμού 101/76.
Τέλος, ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεγονός ότι όχι μόνο η απόφαση του Δικαστηρίου στις υποθέσεις 3/76, 4/76 και 6/76 (Kramer και λοιποί, απόφαση της 14ης Ιουλίου 1976, Slg. 1976, σ. 1279) — επί της οποίας θα επανέλθω στη συνέχεια — αναφέρει ότι από τη φύση των πραγμάτων προκύπτει ότι η κανονιστική καθ' ύλην αρμοδιότητα της Κοινότητας καλύπτει και την αλιεία στην ανοικτή θάλασσα — στο μέτρο που ανάλογη αρμοδιότητα ανήκει, δυνάμει του Δημοσίου Διεθνούς Δικαίου, στα κράτη — αλλά και ότι η άποψη που υποστηρίζει η Ιρλανδική Κυβέρνηση είναι δυνατό να καταρριφθεί και με αναφορά σε κανονισμούς που έχουν θεσπιστεί μεταγενεστέρως, ειδικότερα στους κανονισμούς 350/77 (Abl. L 160 της 30ής Ιουνίου 1977, σ. 5), καθώς και σε σειρά άλλων κανονισμών που επικαλείται η Επιτροπή και οι οποίοι περιέχουν ανάλογες διατάξεις. Όσον αφορά τη λεπτομερή ανάλυση του συνόλου των κανονισμών αυτών, σας παραπέμπω στα όσα αναπτύσσει η Επιτροπή, θα υπογραμμίσω μόνο ότι τα μέτρα διατηρήσεως που προβλέπουν αφορούν όλη τη ζώνη των 200 μιλίων και ότι από την οικονομία των κειμένων αυτών προκύπτει σαφώς ότι ο κοινοτικός νομοθέτης αποδέχεται την ιδέα υπάρξεως κανονιστικής αρμοδιότητας στον τομέα της αλιείας, καλύπτοντας το σύνολο των εθνικών θαλασσίων υδάτων, γεγονός το οποίο, ιδίως αν ληφθεί υπόψη ο συνδυασμός των άρθρων 1 και 4 του κανονισμού 1412/77, επιβεβαιώνει την άποψη ότι, ελλείψει ρητής τροποποιήσεως, ο κανονισμός 101/76 καλύπτει και τα θαλάσσια ύδατα στα οποία επεκτάθηκε η κυριαρχία των κρατών μελών. Δεν καταλαβαίνω πώς, παρ' όλ' αυτά, είναι δυνατό να υποστηριχτεί η άποψη ότι οι κοινοτικοί κανόνες που περιέχονται στον προαναφερθέντα κανονισμό δεν καλύπτουν και τη ζώνη στην οποία εφαρμόζονται τα ιρλανδικά μέτρα.
2.
Δεύτερον, θα πρέπει να εξεταστεί αν, κατά την υπό κρίση εποχή, ήταν δυνατό παρ' όλ' αυτά να θεσπιστούν εθνικά μέτρα για τη διατήρηση των αλιευτικών πόρων ή αν μόνο τα όργανα της Κοινότητας είχαν τη σχετική αρμοδιότητα. Εδώ πρόκειται για ένα επιχείρημα που προβάλλουν οι κατηγορούμενοι της κύριας δίκης στο πλαίσιο της οποίας υποβλήθηκε το προδικαστικό ερώτημα που αποτελεί το αντικείμενο της υπόθεσης 88/77. Το επιχείρημα αυτό αναφέρεται, εν πάση περιπτώσει, μόνο στα θαλάσσια ύδατα που περιλαμβάνονται στη ζώνη των 12 μιλίων από την ακτή και, επομένως ως προς αυτό το σημείο, όπως και γενικότερα στην υπό κρίση υπόθεση, πρέπει να μη ληφθούν υπόψη τα παράκτια ύδατα όπως καθορίζονται στα άρθρα 100 και 101 των Πράξεων Προσχωρήσεως, δεδομένου ότι, όσον αφορά τα ύδατα αυτά, θεωρείται θεμιτή η θέσπιση παρεκκλίσεων από την κοινή πολιτική, και ιδιαίτερα η θέσπιση ορισμένων ειδικών περιορισμών της αλιείας.
Όσοι υποστηρίζουν την άποψη ότι τα εθνικά μέτρα ήταν παράνομα βασίζονται κυρίως στο άρθρο 102 των Πράξεων Προσχωρήσεως, το οποίο ήδη παρέθεσα, καθώς και στο άρθρο 4, πρώτο εδάφιο του κανονισμού 101/76, το οποίο επίσης παράθεσα πιο πάνω. Εξάλλου, απορρίπτουν οποιαδήποτε αναφορά στην απόφαση Kramer (υποθέσεις 3/76, 4/76 και 6/76), με την αιτιολογία ότι την εποχή εκείνη η κατάσταση ήταν διαφορετική. Όσον αφορά το επιχείρημα που βασίζεται στα ψηφίσματα της Χάγης, τα οποία βεβαίως αναφέρονται σε μονομερή μέτρα, θεωρούν ότι τα ψηφίσματα αυτά δεν απέβλεψαν στην τροποποίηση του κανονισμού 101/76, ούτε καν μπορούσαν, εξάλλου, να επιφέρουν την τροποποίηση αυτή. Υποστηρίζουν, τέλος,— και το επιχείρημα αυτό είναι αρκετά σημαντικό — ότι το Συμβούλιο θέσπισε πράγματι στις αρχές του 1977 μεταβατικά μέτρα για τη διατήρηση των αλιευτικών πόρων και ότι, με την ενέργειά του αυτή, άσκησε τις εξουσίες του.
Όσον αφορά τους ισχυρισμούς αυτούς, είναι αδιαμφισβήτητο ότι υφίσταται κοινοτική αρμοδιότητα στον τομέα των μέτρων διατηρήσεως των αλιευτικών πόρων και ότι, στο πλαίσιο αυτό, προέχουσα θέση κατέχει το άρθρο 4 του κανονισμού 101/76. Δεν πρέπει, πάντως, να παραβλέπεται το ότι ανάλογη διάταξη υπήρχε ήδη στο άρθρο 5 του κανονισμού 2141/70 (ABL L 236 της 27.10.1970, σ. 1) και ότι, παρά το γεγονός αυτό, στην υπόθεση Kramer δεν διατυπώθηκε καμία αιτίαση αφορώσα εθνικά μέτρα διατηρήσεως. Αυτό οφείλεται κυρίως στο γεγονός ότι τα όργανα της Κοινότητας δεν είχαν μέχρι τότε κάνει χρήση της δυνατότητας θεσπίσεως κανονιστικών μέτρων σε κοινοτικό επίπεδο. Τονίστηκε σαφώς ότι την εποχή εκείνη τα κράτη μέλη είχαν αρμοδιότητα να ενεργούν, διότι η Κοινότητα δεν είχε ακόμα ασκήσει πλήρως τις σχετικές εξουσίες της. Ανάλογη κατάσταση επικρατούσε σαφώς και τον Απρίλιο του 1977, διότι δεν θα πρέπει να παραβλέπεται ότι τα μέτρα που είχαν πράγματι ληφθεί μέχρι τότε σε κοινοτικό επίπεδο δεν ήταν γενικού χαρακτήρα, αλλά κάλυπταν μόνο επί μέρους τομείς. Σας παραπέμπω σχετικά στους κανονισμούς που προέβλεπαν τα μέτρα αυτά.
Δεν μπορεί, πάντως, να αμφισβητηθεί ότι, στην πραγματικότητα, τα περιστατικά της υποθέσεως Kramer δεν ήταν απολύτως όμοια με τα περιστατικά της υπό κρίση υποθέσεως. Ειδικότερα, τα εθνικά μέτρα που ίσχυαν την εποχή εκείνη είχαν θεσπιστεί σε εκτέλεση των υποχρεώσεων που είχαν αναλάβει οι Κάτω Χώρες στο πλαίσιο της Σύμβασης της 24ης Ιανουαρίου 1959 περί της αλιείας στο Βόρειο Ατλαντικό. Επρόκειτο, επομένως, για ρύθμιση η οποία δέσμευε όλα τα ενδιαφερόμενα κράτη, μέρη δε της Συμβάσεως ήταν όλα τα κράτη μέλη εκτός από την Ιταλία και το Λουξεμβούργο, καθώς και επτά τρίτες χώρες. Δεν είμαι, πάντως, βέβαιος αν το γεγονός αυτό έχει αποφασιστική σημασία· εξάλλου, θα πρέπει να γίνει δεκτό ότι δεν είναι απαραίτητο να αναφερθούμε αποκλειστικά και μόνο στην απόφαση Kramer για να θεμελιώσουμε το νόμιμο των εθνικών μέτρων διατηρήσεως. Αρκεί να υπενθυμίσω στο σημείο αυτό το παράρτημα VI των ψηφισμάτων της Χάγης, όπου αναφέρεται ρητά ότι επιτρέπεται, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, η θέσπιση εθνικών μέτρων. Εξάλλου, στα ανωτέρω δεν μπορεί να αντιταχτεί το επιχείρημα ότι τα ψηφίσματα αυτά δεν επιδίωξαν, ούτε και μπορούσαν εξάλλου, να τροποποιήσουν τον κανονισμό 101/76. Στην πραγματικότητα δεν ήταν αυτός ο σκοπός τους: πράγματι, σκοπός τους ήταν απλώς να διευκρινίσουν — όπως διευκρίνισε επίσης και το Δικαστήριο με την απόφαση Kramer — ότι, επί όσο χρονικό διάστημα η Κοινότητα δεν έχει ασκήσει τις αρμοδιότητές της, μπορούν να θεσπίζονται, εν ανάγκη, μέτρα σε εθνικό επίπεδο.
Τέλος, μπορούμε να αναφερθούμε ως προς το θέμα αυτό και στις αιτιολογικές σκέψεις του κανονισμού 350/77, της 18ης Φεβρουαρίου 1977, περί καθορισμού ορισμένων προσωρινών μέτρων διατηρήσεως και διαχειρίσεως των αλιευτικών πόρων.
Πράγματι, στις αιτιολογικές σκέψεις του κανονισμού αναφέρονται τα εξής:
«(…), εν αναμονή της θεσπίσεως κοινοτικού συστήματος διατηρήσεως και διαχειρίσεως των αλιευτικών αποθεμάτων και με την επιφύλαξη των διατάξεων του παρόντος κανονισμού, τα κράτη μέλη μπορούν να θεσπίζουν, κατά τη διαδικασία και τους όρους που καθορίζονται στο παράρτημα VI του ψηφίσματος του Συμβουλίου της 3ης Νοεμβρίου 1976 και κατά τρόπον ώστε να μη δημιουργούνται δυσμενείς διακρίσεις, τα κατάλληλα συμπληρωματικά μέτρα προκειμένου να διασφαλιστεί η προστασία των πόρων που βρίσκονται στις ζώνες αλιείας των ακτών τους.»
Δεδομένου, πάντως, ότι τον Απρίλιο του 1977, όπως ήδη έχω αναφέρει, υπήρχαν μόνον επί μέρους μέτρα και ότι γενικά μέτρα συζητούνταν μεν αλλά δεν είχαν ακόμα θεσπιστεί, δεν μπορεί, όντως, να αμφισβητηθεί ότι, καταρχήν, επιτρεπόταν ακόμα, την εποχή εκείνη, η θέσπιση μέτρων διατηρήσεως σε εθνικό επίπεδο.
3.
Κύρια προϋπόθεση για τη θέσπιση μέτρων διατηρήσεως είναι φυσικά — όπως έχω ήδη αναφέρει — να είναι τα μέτρα αυτά αναγκαία· πρέπει, δηλαδή, να έχουν ήδη μειωθεί σημαντικά οι αλιευτικοί πόροι σε ορισμένη ζώνη και να υπάρχει άμεσος κίνδυνος υπερβολικά έντονης αλιευτικής δραστηριότητας ή ακόμα να απειλούνται η αναπαραγωγή και, επομένως, και οι μελλοντικοί πόροι λόγω μη υπάρξεως περιορισμών και μέτρων προστασίας.
Από ορισμένες σχετικές δηλώσεις της Επιτροπής, καθώς και από άλλα περιστατικά τα οποία αποκαλύφθηκαν κατά τη διάρκεια της διαδικασίας, είναι δυνατό να σχηματιστεί η εντύπωση ότι τα ιρλανδικά μέτρα δεν πληρούσαν την προϋπόθεση αυτή.
Σκέπτομαι τα όσα ανέφερε η Επιτροπή σχετικά με τη σημαντική μείωση των ποσοτήτων που αλιεύουν οι τρίτες χώρες, λόγω της θεσπίσεως μέτρων από την Κοινότητα μετά την 1η Ιανουαρίου 1977. Αν, κατά το 1976, τα υπό σημαίες τρίτων χωρών σκάφη αλίευαν ακόμα περισσότερους από 400000 τόνους στην επίμαχη ζώνη, η συνολική ποσότητα που αλίευσαν τα ίδια σκάφη το 1977 ήταν μόνο 130000 τόνοι περίπου. Είναι πράγματι εντυπωσιακή η σύγκριση των ποσοστώσεων ορισμένων ποικιλιών ψαριών τις οποίες μπορούσαν να αλιεύσουν τα σοβιετικά σκάφη στη ζώνη VII (την οποία αφορά η υπό κρίση υπόθεση) το 1975 αφενός και αφετέρου το 1977· εντύπωση επίσης προκαλεί και η σύγκριση των αριθμών αυτών με το συνολικό ενδοκοινοτικό αλίευμα στην προαναφερθείσα ζώνη κατά το 1975. Υπενθυμίζω σχετικά ότι η μείωση των ποσοστώσεων συνεπάγεται και μείωση των παρεπομένων αλιευμάτων. Σκέπτομαι, επίσης, και τα μέτρα που έχουν θεσπιστεί σε κοινοτικό επίπεδο και αποβλέπουν στη μείωση των αλιευομένων ποσοτήτων ρέγγας ή απαγορεύουν την αλιεία της και τα οποία προκάλεσαν σημαντική ανακούφιση του εν λόγω τομέα. Υπενθυμίζω, εξάλλου, ότι, μετά την έκδοση της Διάταξης του Δικαστηρίου, ανεστάλη, από τις 18 Ιουλίου 1977, η εφαρμογή των ιρλανδικών μέτρων και ότι κανένα άλλο μέτρο δεν έχει ληφθεί, όπως π.χ. η θέσπιση αλιευτικών προγραμμάτων κ.λπ.
Με περισσότερο επισταμένη εξέταση του ζητήματος, εντούτοις, καθίσταται σαφές ότι οι λόγοι αυτοί δεν επιτρέπουν την κατάρριψη, άνευ ετέρου, του ισχυρισμού ότι η θέσπιση μέτρων διατηρήσεως σε εθνικό επίπεδο ήταν αναγκαία τον Απρίλιο του 1977.
Φυσικά, δεν θα πρέπει να ληφθούν υπόψη τα μέτρα που θέσπισε μεταγενεστέρως το Συμβούλιο, όπως οι κανονισμοί 1672/77 (ABL L 186 της 26.7.1977, σ. 27), 1709/77 (ABL L 189 της 29.7.1977, σ. 8) και 1779/77 (ABL L 196 της 3.8.1977, σ. 8) που θεσπίστηκαν στα τέλη Ιουλίου και στις αρχές Αυγούστου 1977, διότι αποφασιστική σημασία έχει η ημερομηνία εφαρμογής των ιρλανδικών μέτρων και, ίσως, οι δυνάμενες να προβλεφθούν σχετικές νομικές συνέπειες.
Όσον αφορά τους περιορισμούς που επιβλήθηκαν σε ορισμένα αλιεύματα τρίτων χωρών — οι οποίοι παράγουν, εξάλλου, χρονικώς περιορισμένα αποτελέσματα — θα πρέπει, επιπλέον, να σημειωθεί ότι ήδη από τις αρχές του 1977 υπήρχαν αντίστοιχα κοινοτικά μέτρα, όπως π.χ. ο κανονισμός 194/77 της 28ης Ιανουαρίου 1977 και ο κανονισμός 373/77 της 24ης Φεβρουαρίου 1977. Αυτό δεν εμπόδισε την Επιτροπή να υποβάλει, το Μάρτιο του 1977, προτάσεις για τη θέσπιση μέτρων διατηρήσεως. Με τις προτάσεις αυτές, η Επιτροπή αναγνώριζε ότι ορισμένα αποθέματα που βρίσκονταν στα ιρλανδικά ύδατα είχαν υποστεί υπερβολική εκμετάλλευση και ότι για ορισμένες σημαντικές ποικιλίες ψαριών των ζωνών VI και VII η θέσπιση μέτρων ήταν ιδιαίτερα επείγουσα. Γι' αυτόν ακριβώς το λόγο, τα μέτρα διατηρήσεως που προτάθηκαν από την Επιτροπή προέβλεπαν, για το 1977, μείωση των αλιευομένων ποσοτήτων κατά 41 %. Αυτός είναι επίσης ο λόγος για τον οποίο η Επιτροπή δεν αμφισβήτησε αυτή καθαυτή την αναγκαιότητα των μέτρων διατηρήσεως — ακόμα και κατά τη διάρκεια της προφορικής διαδικασίας — αλλά τόνισε απλώς το γεγονός ότι, λόγω της μειώσεως των αλιευμάτων των τρίτων χωρών, η κατάσταση δεν ήταν τόσο δραματική όσο ισχυριζόταν η Ιρλανδική Κυβέρνηση.
Τέλος, από τη συμπεριφορά της Ιρλανδίας μετά την έκδοση της Διάταξης του Δικαστηρίου της 13ης Ιουλίου 1977 δεν μπορεί να συναχθεί ότι τα μέτρα που θέσπισε η χώρα αυτή δεν ήταν αναγκαία «εξ υπαρ-χής». Μπορεί τα κοινοτικά μέτρα που θεσπίστηκαν εν τω μεταξύ ή επρόκειτο σύντομα να θεσπιστούν, καθώς και το γεγονός ότι τα ιρλανδικά μέτρα παρήγαγαν αποτελέσματα επί μεγάλη χρονική περίοδο, να επέδρασαν κατά κάποιο τρόπο στο σημείο αυτό και έτσι να θεωρήθηκε λιγότερο επείγουσα η θέσπιση ριζικότερων μονομερών μέτρων. Εξάλλου, κατά τη διάρκεια της διαδικασίας δεν διευκρινίστηκε ο λόγος για τον οποίο τα προγράμματα αλιείας, στα οποία η Ιρλανδία είχε επιμείνει αρχικά, δεν τέθηκαν σε εφαρμογή. Εφόσον ο λόγος δεν είναι γνωστός, δεν μπορεί να αποκλειστεί η υπόθεση ότι την πραγματοποίηση τους παρεμπόδισαν πρακτικοί λόγοι, όπως π.χ. η ανεπαρκής πληροφόρηση και η αδυναμία οργανώσεως του αναγκαίου συστήματος ελέγχου, το οποίο θα μπορούσε να λειτουργήσει μόνο με τη συνεργασία των άλλων κρατών μελών.
Για όλους αυτούς τους λόγους, κρίνω ότι στα ιρλανδικά μέτρα δεν μπορεί να προσαφθεί το ότι, καταρχήν, δεν ήταν αναγκαία. Άλλο, βεβαίως θέμα, το οποίο θα εξετάσω εκτενέστερα στη συνέχεια, είναι το αν τα εν λόγω μέτρα ήταν αναγκαία υπό την ευρεία μορφή που επέλεξε η Ιρλανδική Κυβέρνηση κατά τη θέσπισή τους — και τούτο τόσο όσον αφορά τη ζώνη για την οποία ίσχυαν όσο και όσον αφορά τις ποικιλίες ψαριών που αφορούσε — ή αν πρέπει να θεωρηθεί ότι υπερέβαιναν το αναγκαίο μέτρο.
4.
Συνεχίζω, λοιπόν, την ανάλυση της προκειμένης περιπτώσεως εξετάζοντας τη μορφή και τα αποτελέσματα των ιρλανδικών μέτρων. Διάφορες απόψεις διατυπώνονται, πολλές από τις οποίες, για μια ακόμα φορά, ανατρέχουν στην υπόθεση 88/77.
Ανέκυψε έτσι το ζήτημα μήπως ο περιορισμός των αλιευομένων ποσοτήτων θα μπορούσε να θεωρηθεί ως μέτρο αποτελέσματος ισοδυνάμου προς ποσοτικό περιορισμό υπό την έννοια του άρθρου 30 της Συνθήκης ΕΟΚ και να κριθεί, ως εκ τούτου, παράνομος. Αμφισβητήθηκε ο χαρακτήρας των επικρινομένων ιρλανδικών μέτρων ως συντηρητικών μέτρων. Υποστηρίχτηκε, εξάλλου, ότι τα εν λόγω μέτρα παραβιάζουν από πολλές απόψεις την αρχή της απαγόρευσης των διακρίσεων. Ελέχθη, επιπλέον, ότι τα μέτρα αυτά δεν περιορίζονται, όσον αφορά τα αποτελέσματά τους επί της κοινής οργανώσεως της αγοράς, στο απολύτως αναγκαίο και ότι είναι ικανά να θέσουν σε κίνδυνο τις διαπραγματεύσεις με τις τρίτες χώρες, τις οποίες, σύμφωνα με τα ψηφίσματα της Χάγης, διεξάγει η Επιτροπή.
α)
Από τα σημεία αυτά, το πρώτο παρουσιάζει αναμφισβήτητα τις λιγότερες δυσκολίες, τουλάχιστον αν περιοριστούμε σε διαπιστώσεις αρχής.
Υποστηρίχτηκε σχετικά ότι ο κανονισμός 100/76, της 19ης Ιανουαρίου 1976, περί κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα των προϊόντων αλιείας (EE ειδ. έκδ. 04/001, σ. 43), περιέχει επίσης διατάξεις περί παραγωγής και ότι το άρθρο του 18, παράγραφος 2 απαγορεύει την εφαρμογή ποσοτικών περιορισμών. Από τον — ευρύ — ορισμό της εννοίας των ποσοτικών περιορισμών, ο οποίος πηγάζει από τη νομολογία και ειδικότερα από την απόφαση στην υπόθεση 190/73 (Haaster, απόφαση της 30ής Οκτωβρίου 1974, Slg 1974, σ. 123) συνάγεται σαφώς ότι ο ορισμός αυτός καλύπτει και τους περιορισμούς της παραγωγής. Εν προκειμένω δεν είναι δυνατό να δικαιολογηθούν περιορισμοί του είδους αυτού — στην υπό κρίση περίπτωση περιορισμός των αλιευομένων ποσοτήτων — βάσει του άρθρου 36, διότι τα εν λόγω μέτρα υπερβαίνουν τα επιτρεπόμενα όρια. Πράγματι, θα αρκούσε η εφαρμογή καταλλήλου συστήματος ποσοστώσεων ομοίως, θα μπορούσε να είχε γίνει σκέψη να εφαρμοστεί η διαδικασία του παραρτήματος VI των ψηφισμάτων της Χάγης, η οποία προβλέπει συνεργασία με την Επιτροπή.
Νομίζω ότι εν προκειμένω αρκεί να υπενθυμίσω την απόφαση Kramer, την οποία ήδη έχω αναφέρει, όπου τονίζεται ότι ο περιορισμός της αλιευτικής δραστηριότητας αποβλέπει στη διατήρηση των θοίλάσσιων πόρων και ότι, έστω και αν έτσι επέρχεται βραχυπρόθεσμα μείωση των ποσοτήτων που μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο συναλλαγών μεταξύ κρατών μελών, το αποτέλεσμα αυτό δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι απαγορεύεται υπό την έννοια της Συνθήκης, δεδομένου ότι το μέτρο αυτό είναι αναγκαίο προκειμένου να διασφαλιστεί μακροπρόθεσμα η μέγιστη και σταθερή απόδοση της αλιείας. Αντιθέτως, το επιχείρημα που ερείδεται στη δυνατότητα θεσπίσεως συστήματος ποσοστώσεων εμφανίζεται εξίσου αλυσιτελές όσο και το επιχείρημα — το οποίο καταλήγει στα ίδια αποτελέσματα — που βασίζεται στη διαδικασία του παραρτήματος VI των ψηφισμάτων της Χάγης. Πράγματι, στις ανωτέρω περιπτώσεις δεν πρόκειται για καθαρώς μονομερή μέτρα, ενώ τέτοια μέτρα αποτελούν το αποκλειστικό αντικείμενο της υπό κρίση υποθέσεως. Επιπλέον, δεν πρέπει να λησμονείται ότι η Ιρλανδία αναζήτησε αμέσως άλλη λύση και κάλεσε τα άλλα κράτη μέλη να της προτείνουν προγράμματα αλιείας. Πιστεύω συνεπώς — πρόκειται, βεβαίως, εδώ για προσωρινή εκτίμηση — ότι είναι αδύνατο να τεθεί υπό αμφισβήτηση το καταρχήν νόμιμο των ιρλανδικών μέτρων με την αιτιολογία ότι τα μέτρα αυτά αποτελούν, κατά την έννοια της Συνθήκης, απαγορευμένα μέτρα ισοδυνάμου αποτελέσματος προς ποσοτικούς περιορισμούς. Παραμένει, βεβαίως, το ζήτημα κατά πόσο τα εν λόγω μέτρα υπερέβησαν το αναγκαίο μέτρο και μπορούν, για το λόγο αυτό, να χαρακτηριστούν ως μέτρα ισοδυνάμου αποτελέσματος προς ποσοτικό περιορισμό, θα επανέλθω επί του τελευταίου αυτού σημείου στο πλαίσιο άλλων σκέψεων.
β)
Στη συνέχεια θα πρέπει να εξεταστεί κατά πόσο μέτρα τα οποία καταλήγουν απλώς στον αποκλεισμό των σκαφών ορισμένου μεγέθους καν ορνσμένης νπποδυνά-μεως είναν γνήσνα μέτρα δνατηρήσεως. Πράγματν, η Επντροπή εκφράζεν αμφνβολίες επ' αυτού.
Η Ιρλανδνκή Κυβέρνηση υποστηρίζεν σχετν-κά ότν ήδη ορνσμένες παλανές νρλανδνκές κανοννστνκές ρυθμίσενς [το Sea Fisheries Act 1952, το Sea Fisheries (Amendment) Act 1959 καν οι Licensing LF Sea Fishing Vessels Regulations 1960] όρνζαν ότι η κατοχή αδείας ήταν απαραίτητη για σκάφη ορισμένου μεγέθους καν απαγόρευαν την πρόσβαση των σκαφών αυτών σε ορισμένες ζώνες. Η Ιρλανδική Κυβέρνηση παρατηρεί, εξάλλου, ότι σε ορισμένα μέτρα, τα οποία είχε συ-στήσει διεθνής επιτροπή καν αποτέλεσαν επίσης αντνκείμενο της υπόθεσης Kramer, το μέγεθος των σκαφών είχε επίσης σημασία, χωρίς τα μέτρα αυτά να επικριθούν γι' αυτό το λόγο. Αναφέρει, τέλος, ότι παρό-μοια στοιχεία υπήρχαν στις προτάσεις της Επιτροπής του Δεκεμβρίου 1976 και του Ιανουαρίου 1977 σχετικά με τα μέτρα διατηρήσεως, τονίζει δε ότι τα κριτήρια αυτά εφαρμόζουν και οι κοινοτικοί κανονισμοί 194/77 (ABL L 46 της 29.1.1977, σ. 25) και 746/77 (ABL L 90 της 8.4.1977, σ. 8), που αφορούν τα δικαιώματα αλιείας τρίτων χωρών.
Αλλοι διάδικοι στην παρούσα υπόθεση, και ιδίως η Επιτροπή, αντιτάσσουν στο επιχείρημα αυτό ότι το γεγονός και μόνο ότι τα σκάφη που αποκλείστηκαν κατά τον τρόπο αυτό επιχείρησαν να ασκήσουν την αλιευτική τους δραστηριότητα σε άλλα ύδατα και προκάλεσαν έτσι κινδύνους υπέρμετρης εκμετάλλευσης των υδάτων αυτών αποδεικνύει αφεαυτού ότι στην περίπτωση αυτή δεν επρόκειτο για μέτρα διατηρήσεως. Οι εν λόγω διάδικοι υποστηρίζουν ότι το άρθρο 4 του κανονισμού 101/76 προσφέρει παραδείγματα μέτρων διατηρήσεως, αναφέροντας, ειδικότερα, τον περιορισμό της αλίευσης ορισμένων ειδών, τις ζώνες, τις περιόδους, τις μεθόδους καν τα μηχανήματα αλιειας. Στην πραγματικότητα, τα γνήσια μέτρα διατηρήσεως — μπορεί δε να γίνει σχετική αναφορά στα μέτρα που θεσπίζονται συνήθως στα πλαίσια διεθνών συμβάσεων καν οργαινσμών — είναι προσαρμοσμένα στις βνολογικές ιδιαιτερότη-τες συγκεκριμένων περιοχών, ιδιαντερότη-τες οι οποίες δεν συνάντώνται στη Ιρλανδική Θάλασσα. Επιπλέον, τα μέτρα αυτά συνήθως προβλέπουν δναφοροποιημένη μεταχείριση ανάλογα με τις ποικιλίες και τα μεγέθη των ψαριών. Σκοπός των μέτρων αυτών είναι ο καθορισμός της συνολικής ποσότητας ψαριών που μπορεί κατ' ανώτατο όριο να αλιευτεί, καθώς και η κατανομή της ποσότητας αυτής μεταξύ των διαφόρων ενδιαφερομένων. Προς το σκοπό αυτό, τα μέτρα του είδους αυτού καθορίζουν τον αριθμό των σκαφών και τη διάρκεια της αλιείας. Συχνά καθορίζουν επίσης τις μεθόδους αλιείας και περιέχουν, επιπροσθέτως, διατάξεις ως προς τον εξοπλισμό των σκαφών, π.χ. τις διαστάσεις των διχτυών κ.λπ., προκειμένου να προστατευθούν οι περιοχές αναπαραγωγής και τα αποθέματα νεαρών ψαριών. Κακώς, επομένως, η Ιρλανδική Κυβέρνηση επικαλείται μέτρα τα οποία είχε θεσπίσει παλαιότερα, δεδομένου ότι τα μέτρα αυτά εφαρμόζονταν μόνο στα παράκτια ύδατα και, επιπλέον, είχαν έντονη κοινωνική χροιά. Τα αυτά ισχύουν και για τις προτάσεις της Επιτροπής που επικαλείται η Ιρλανδική Κυβέρνηση και αφορούσαν μόνο τη ζώνη των 12 μιλίων. Στο πλαίσιο αυτό, ανεξαρτήτως, δηλαδή, των κριτηρίων κοινωνικής και περιφερειακής πολιτικής, θα πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι τα μέτρα αυτά απέβλεψαν στην προστασία των ιδιαίτερα ευάλωτων περιοχών (ζωνών αναπαραγωγής), πράγμα που εξηγεί το γιατί περιείχαν διατάξεις οι οποίες απαγόρευαν τη χρήση ορισμένων συνέργων αλιείας. Ομοίως, εδώ δεν μπορεί να γίνει επίκληση των κανονισμών που αφορούν τα δικαιώματα αλιείας τρίτων χωρών. Πράγματι, στην περίπτωση αυτή δεν πρόκειται για καθαρώς μέτρα διατηρήσεως, τα δε μέτρα αυτά — με εξαίρεση τους κανόνες που ισχύουν για τον ισπανικό αλιευτικό στόλο και αναφέρονται στα σκάφη που χρησιμοποιούσε μέχρι τη θέ-σπισή τους η Ισπανία — όχι μόνο αφορούν και σκάφη άλλων μεγεθών, αλλά περιλαμβάνουν και διατάξεις περί ποσοστώσεων αλιείας καθώς και, σε σχέση με τις ποσοστώσεις αυτές, διατάξεις περί περιορισμού του αριθμού των μεγάλων σκαφών. Τέλος, θα πρέπει ακόμα να ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι τα επικρινόμενα ιρλανδικά μέτρα δεν προβλέπουν περιορισμό του αριθμού των μικρού μεγέθους πλοίων τα οποία επιτρέπεται να αλιεύουν στη ζώνη που αφορούν τα εν λόγω μέτρα, θα ήταν δυνατό, επομένως, να αντικατασταθούν αμέσως τα μεγάλα σκάφη με σκάφη μικροτέρων διαστάσεων, επιπλέον δε, δεν πρέπει να λησμονείται σχετικά ότι τα μικρά αυτά σκάφη μπορούν πολλές φορές να αποτελούν για τα αποθέματα ψαριών μεγαλύτερο κίνδυνο απ' ό, τι τα μεγαλυτέρων διαστάσεων πλοία, λόγω των μεθόδων αλιείας που χρησιμοποιούν και του προορισμού των αλιευμάτων τους.
Καταρχάς, είναι δυνατό να λεχθεί ότι το επιχείρημα που προβάλλεται κατά των ιρλανδικών μέτρων, κατά το οποίο τα μέτρα αυτά έχουν δυσμενείς επιπτώσεις όσον αφορά άλλα ύδατα και επιτείνουν τον κίνδυνο υπέρμετρης εκμετάλλευσης, είναι ελάχιστα πειστικό. Φυσικά, μια γενική ρύθμιση, αφορώσα όλα τα ύδατα, θα ήταν περισσότερο ενδεδειγμένη. Πάντως, τα ψηφίσματα της Χάγης προέβλεψαν τη μονομερή θέσπιση εθνικών μέτρων ακριβώς για την περίπτωση κατά την οποία δεν θα ήταν δυνατή η έγκαιρη θέσπιση γενικών μέτρων στον τομέα αυτό. Δεδομένου ότι όλα τα εθνικά μέτρα έχουν περιοριστικό αποτέλεσμα, η νομιμότητά τους δεν μπορεί να αμφισβητηθεί με την προβολή του επιχειρήματος ότι προκαλούν κινδύνους όσον αφορά τις θαλάσσιες ζώνες προς τις οποίες θα μπορούσαν να μεταβούν τα σκάφη που αποκλείονται από άλλες ζώνες.
Επιπλέον, πιστεύω — αυτό όμως αποτελεί ήδη στοιχείο κατά των ιρλανδικών μέτρων — ότι, στην ιδανική περίπτωση, τα μέτρα διατηρήσεως θα πρέπει να εμφανίζονται υπό τη μορφή που περιγράφει η Επιτροπή. Ομοίως, θεωρώ πειστικούς τους ισχυρισμούς της Επιτροπής σχετικά με τις αναφορές της Ιρλανδικής Κυβέρνησης σε παλαιότερα ιρλανδικά μέτρα, στα μέτρα που αποτέλεσαν το αντικείμενο της υπόθεσης Kramer, καθώς και στις προτάσεις που υπέβαλε η Επιτροπή την προηγούμενη άνοιξη. Πράγματι, υπάρχει χωρίς καμία αμφιβολία θεμελιώδης διαφορά μεταξύ των μέτρων που αφορούν μόνο τα παράκτια ύδατα, στα οποία υπάρχουν ιδιαίτερα επισφαλή αποθέματα ψαριών, και των μέτρων που αναφέρονται σε πολύ εκτεταμένες θαλάσσιες ζώνες, και τούτο ανεξάρτητα από το γεγονός ότι οι προτάσεις της Επιτροπής διαπνέονταν από ανησυχίες που άπτονταν συγχρόνως της περιφερειακής και της κοινωνικής πολιτικής, ανησυχίες οι οποίες δεν διαπνέουν απαραίτητα τα μονομερή εθνικά μέτρα.
Εξάλλου, τα ιρλανδικά μέτρα δεν προέβλεπαν περιορισμούς για τα μικρά σκάφη, γεγονός το οποίο μακροχρονίως αναιρούσε κάθε αποτέλεσμα όσον αφορά τη διατήρηση των αποθεμάτων, θα πρέπει, πράγματι, να παρατηρηθεί ότι η Ιρλανδική Κυβέρνηση δήλωσε ότι ήταν δυνατό, σε βραχύ σχετικά χρονικό διάστημα, να αντικατασταθούν τα πλοία που αποκλείονταν δυνάμει των ιρλανδικών μέτρων με μικρότερα σκάφη, πράγμα το οποίο μπορεί αναμφίσβήτητα να υποστηριχτεί και για το γαλλικό στόλο, αν ληφθεί υπόψη το μέγεθος των σκαφών που τον συνθέτουν. Ομοίως, θα πρέπει να παρατηρηθεί ότι, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς των κατηγορουμένων της κύριας δίκης στην υπόθεση 88/77, τα μικροτέρων διαστάσεων σκάφη είναι δυνατό, αν εφαρμόσουν ορισμένες συγκεκριμένες αλιευτικές τεχνικές και αν διαθέσουν τα αλιεύματά τους κατά ορισμένο τρόπο (μεταποίηση ψαριών σε άλευρα), να αποτελέσουν σοβαρότερο κίνδυνο για τους αλιευτικούς πόρους απ' ό, τι τα μεγαλυτέρων διαστάσεων πλοία, τα οποία προορίζουν τα αλιεύματα τους μόνο για κατανάλωση από ανθρώπους η δε σχετική επεξεργασία γίνεται αμέσως επί των πλοίων.
Από την άλλη, όμως, πλευρά, θα πρέπει να αναγνωριστεί ότι, για την εκτίμηση της υπό κρίση περιπτώσεως, πρέπει να ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι τα εθνικά μέτρα έπρεπε να θεσπιστούν πάραυτα και ότι η Ιρλανδία έχει περιορισμένες δυνατότητες ελέγχου, θα πρέπει να γίνει, εξάλλου, δεκτό ότι σαφώς τα ιρλανδικά μέτρα είχαν βραχυχρονίως ως αποτέλεσμα τον περιορισμό των αλιευομένων ποσοτήτων και συνέβαλαν, ως εκ τούτου, στη διατήρηση των αλιευτικών πόρων, Πράγματι, η αντικατάσταση των πλοίων μεγάλων διαστάσεων με σκάφη μικροτέρων διαστάσεων απαιτούσε ορισμένο χρονικό διάστημα, και τούτο ανεξάρτητα από το γεγονός ότι οι δυνατότητες δράσεως των πλοίων μικρών διαστάσεων άλλων κρατών μελών ήταν περιορισμένες, τόσο λόγω της αποστάσεως όσο και λόγω των ατμοσφαιρικών συνθηκών που επικρατούν στην εν λόγω θαλάσσια ζώνη. Εν πάση περιπτώσει, πρόθεση της Ιρλανδικής Κυβέρνησης — σύμφωνα με όσα ανέφερε η ίδια — δεν ήταν να θεσπίσει προσωρινά μέτρα τα οποία θα έπρεπε να αντικατασταθούν από προγράμματα αλιείας ή ακόμα από κοινοτικά μέτρα.
Έτσι, μετά από εξέταση όλων των στοιχείων που ασκούν σχετική επιρροή, δεν μπορώ παρά να εκφράσω αμφιβολίες ως προς το χαρακτήρα των επικρινομένων μέτρων ως γνησίων μέτρων διατηρήσεως. Πιστεύω ότι, για να καταλήξουμε σε ασφαλές συμπέρασμα επ' αυτού, θα πρέπει να ζητήσουμε τη γνώμη ειδικού. Νομίζω, πάντως, ότι δεν είναι απαραίτητο να προβούμε σε τόσο επισταμένη έρευνα και προτιμώ να στραφώ προς ένα άλλο σημείο της υπόθεσης, ως προς το οποίο νομίζω ότι είναι ευκολότερο να καταλήξουμε σε ασφαλές συμπέρασμα.
γ)
Έρχομαι έτσι στην εξέταση της αιτίασης — που αποτελεί αναμφισβήτητα το επίκεντρο της υπό κρίση διαφοράς — ότι τα ιρλανδικά μέτρα παραβιάζουν την απαγόρευση των διακρίσεων. Η αιτίαση αυτή βασίζεται στο παράρτημα VI των ψηφισμάτων της Χάγης, όπου αναφέρεται ότι τα κράτη μέλη θεσπίζουν τα ενδεικνυόμενα μέτρα κατά τρόπον ώστε να μη δημιουργούνται δυσμενείς διακρίσεις. Επιπλέον, το άρθρο 2 του κανονισμού 101/76 προβλέπει ότι απαγορεύεται η διάφορη μεταχείριση έναντι των άλλων κρατών μελών και ότι για τα αλιευτικά σκάφη των κρατών μελών ισχύει «ισότητα των όρων προσβάσεως και εκμεταλλεύσεως των αποθεμάτων» που βρίσκονται στα θαλάσσια ύδατα τα οποία υπάγονται στην κυριαρχία των άλλων κρατών μελών.
Η Επιτροπή κατέδειξε σχετικά ότι το κριτήριο του μεγέθους και της ιπποδυνάμεως των πλοίων που επέλεξε η Ιρλανδική Κυβέρνηση έχει πολύ διαφορετικά αποτελέσματα επί των διαφόρων αλιευτικών στόλων των κρατών μελών, ιδίως αν ληφθούν υπόψη τα πλοία που εκ παραδόσεως αλίευαν στο παρελθόν στα εν λόγω ύδατα και αποκλείονται από τα ύδατα αυτά μετά από τη θέσπιση των ιρλανδικών μέτρων. Οι διαφορές αυτές καθίστανται εμφανείς αφενός με τη σύγκριση της κατάστασης των άλλων ενδιαφερομένων κρατών μελών με την κατάσταση στην οποία βρίσκεται ο ιρλανδικός στόλος και αφετέρου συγκρίνοντας την κατάσταση των επιμέρους λοιπών κρατών μελών. Επιπλέον, οι κατηγορούμενοι της κύριας δίκης της υπόθεσης 88/77 ισχυρίστηκαν ότι μπορεί να θεωρηθεί ότι δημιουργούνται δυσμενείς διακρίσεις και μεταξύ πλοίων μεγάλων διαστάσεων, τα οποία αποκλείονται από τα εν λόγω ύδατα, και πλοίων μικροτέρων διαστάσεων, η πρόσβαση των οποίων στα εν λόγω ύδατα εξακολουθεί να επιτρέπεται.
Η Ιρλανδική Κυβέρνηση, αμυνόμενη, υποστηρίζει κυρίως ως προς το σημείο αυτό — αν αγνοήσουμε το επιχείρημα που ήδη εξέτασα και σύμφωνα με το οποίο ο κανονισμός 101/76 δεν εφαρμόζεται στη ζώνη των 200 μιλίων — ότι, στην πραγματικότητα, δεν υφίσταται καμία διάκριση βάσει της ιθαγένειας, δεδομένου ότι ισχύουν μόνο αντικειμενικά κριτήρια τα οποία εφαρμόζονται εξίσου σε όλους τους ενδιαφερομένους. Τα διαφορετικά αποτελέσματα στα οποία καταλήγει η εφαρμογή των κριτηρίων αυτών δεν έχουν καμία σχέση με την απαγόρευση των διακρίσεων. Όσον αφορά τις επιπτώσεις που έχουν για τον ολλανδικό στόλο, θα πρέπει να ληφθεί υπόψη και το γεγονός ότι ο στόλος αυτός δεν έχει ασκήσει επί μακρύ χρονικό διάστημα αλιευτική δραστηριότητα στα ιρλανδικά ύδατα. Εν πάση περιπτώσει, εκείνο που έχει εν προκειμένω καθοριστική σημασία — και τούτο έχει σχέση με το γεγονός ότι τα εν λόγω μέτρα δεν έχουν στην πράξη καμία επίπτωση στον ιρλανδικό στόλο — είναι ότι εδώ βρισκόμαστε ενώπιον μιας ιδιαίτερης καταστάσεως, δεδομένου ότι ο ιρλανδικός στόλος, λόγω της δομής του, έχει πρόσβαση μόνο στα ύδατα της Ιρλανδίας -αυτά, επομένως, τα ύδατα παρουσιάζουν ζωτικό ενδιαφέρον για το στόλο αυτό. Υφίστανται, ως εκ τούτου, εύλογες αιτίες για τη διαφύλαξη της ιρλανδικής αλιευτικής βιομηχανίας, υπό την έννοια της σχετικής νομολογίας -πρόκειται απλώς για την εξασφάλιση της απαιτούμενης ισορροπίας. Μπορούν, επίσης, να αναφερθούν ορισμένες δηλώσεις κοινοτικών οργάνων, τα οποία, κατά την Ιρλανδική Κυβέρνηση, έχουν επανειλημμένως εκφραστεί υπέρ μιας προτιμη-σιακής μεταχείρισης της ιρλανδικής αλιευτικής βιομηχανίας. Έτσι, το Συμβούλιο επιβεβαίωσε, με τα ψηφίσματα της Χάγης, την ανάγκη σταθερής και προοδευτικής αναπτύξεως της αλιευτικής βιομηχανίας στην Ιρλανδία λόγω των ιδιαιτέρων προβλημάτων που αντιμετωπίζει η χώρα αυτή, η δε Επιτροπή αναγνώρισε, με τις προτάσεις που διατύπωσε το Μάρτιο του 1977, ότι οι συνολικές ποσότητες που αλιεύει η Ιρλανδία μπορούσαν να αυξηθούν, ακόμα και στο πλαίσιο των κοινοτικών μέτρων διατηρήσεως, κατά 20 % περίπου σε σχέση με τις ποσότητες του 1976.
θα ήθελα να τονίσω όλως ιδιαιτέρως, όσον αφορά το σημαντικό αυτό σημείο της υπό κρίση διαφοράς, ότι από νομικής πλευράς μεγαλύτερη σημασία έχει το άρθρο 2 του κανονισμού 101/76 που ήδη έχω αναφέρει, από το παράρτημα VI των ψηφισμάτων της Χάγης. Πάντως, για να αποφευχθεί οποιαδήποτε παρανόηση, θα προσθέσω ότι είμαι πεπεισμένος ότι σκοπός του παραρτήματος VI των ψηφισμάτων της Χάγης, δεν ήταν καθόλου να περιορίσει τη σημασία του κριτηρίου, αλλ' απλώς να επαναλάβει, υπό λακωνικότερη μορφή, την ιδέα η οποία ήδη υπήρχε στο άρθρο 2 του κανονισμού 101/76.
Νομίζω, επίσης, ότι θα πρέπει να τονίσω εκ των προτέρων τις βασικές γραμμές της νομολογίας του Δικαστηρίου όσον αφορά την αρχή της απαγόρευσης των διακρίσεων ή την αρχή της ίσης μεταχείρισης. Στις αρχές αυτές, κυρίως, θα πρέπει να στρέψουμε την προσοχή μας -αντιθέτως, η αναφορά στη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, την οποία έκανε η Ιρλανδική Κυβέρνηση, παρουσιάζει εν προκειμένω μικρό μόνο ενδιαφέρον, λόγω του ότι η απαγόρευση των διακρίσεων διατυπώνεται διαφορετικά στη Σύμβαση περί της προστασίας των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών. Έτσι, στην απόφαση που εκδόθηκε στην υπόθεση 13/63 (Ιταλική Δημοκρατία κατά Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, απόφαση της 17ης Ιουλίου 1963, Slg. 1963, σ. 359), το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι παρόμοιες καταστάσεις δεν μπορούν να τύχουν διαφορετικής μεταχειρίσεως, λόγω της απαγορεύσεως των διακρίσεων καθοριστική σημασία έχει το κατά πόσο υπάρχει ουσιαστική δυσμενής διάκριση. Με την απόφαση 152/73 (Sotgiu κατά Deutsche Bundespost, απόφαση της 12ης Φεβρουαρίου 1974, Slg. 1974, σ. 153), το Δικαστήριο τόνισε ότι, όσον αφορά τις διακρίσεις, δεν πρόκείται μόνο για τις εμφανείς διακρίσεις, αλλά και για κάθε συγκαλυμμένη μορφή διακρίσεως· καθοριστική σημασία έχουν τα διαπιστώσιμα αποτελέσματα και όχι οι μορφές διακρίσεως που άπτονται της τεχνικής του δικαίου. Εξάλλου, στην απόφαση της υπόθεσης 153/73 (Holtz & Willemsen GmbH κατά Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, απόφαση της 21ης Φεβρουαρίου 1974, Slg. 1974, σ. 675) γίνεται λόγος για αντικειμενικά κριτήρια, τα οποία να μπορούν να εξασφαλίσουν ισόρροπη κατανομή των πλεονεκτημάτων και των μειονεκτημάτων.
Αν εξετάσουμε τα ιρλανδικά μέτρα από αυτή την οπτική γωνία, δεν μπορούμε να μη διαπιστώσουμε ότι, καταρχάς, τα προκριθέντα κριτήρια δεν είχαν στην πράξη καμία επίπτωση για τον ιρλανδικό στόλο, ο οποίος ασκούσε μέχρι τότε τη δραστηριότητά του στην εν λόγω ζώνη, δεδομένου ότι μόνο δύο σκάφη αποκλείστηκαν από την αλιεία στη ζώνη αυτή· πρόκειται, όμως, για σκάφη τα οποία χρησιμοποιήθηκαν για πρώτη φορά το 1975, το ένα δε από αυτά δεν έχει ποτέ ασκήσει αλιευτική δραστηριότητα στην εν λόγω ζώνη, γεγονός το οποίο δεν αμφισβητείται. Εξάλλου, όσον αφορά τη Γαλλία, από τα 407 σκάφη τα οποία αλιεύουν συνήθως στα ιρλανδικά ύδατα, αποκλείστηκαν από κάθε δραστηριότητα, με τη θέσπιση των εν λόγω μέτρων, 101 σκάφη, δηλαδή περίπου το 25 %. Όσον αφορά τις Κάτω Χώρες, είναι αποδεδειγμένο ότι ένα σημαντικό τμήμα του ολλανδικού στόλου ασκεί επί σειρά ετών αλιευτική δραστηριότητα στα ιρλανδικά ύδατα -μπορεί, επομένως, κάλλιστα να επικαλεστεί «παλαιά δικαιώματα», τα οποία θα πρέπει να ληφθούν υπόψη στην υπό κρίση υπόθεση. Η Ολλανδική Κυβέρνηση αναφέρει ότι από τα 42 πλοία που είναι εξοπλισμένα για να αλιεύουν στα ιρλανδικά ύδατα, 35 αποκλείονται από την αλιεία στα ύδατα αυτά βάσει των κριτηρίων που θεσπίζουν τα ιρλανδικά μέτρα, και τούτο παρά το γεγονός ότι ρ ολλανδικός στόλος, ο οποίος εκ παραδόσεως ασκεί αλιευτική δραστηριότητα στην εν λόγω ζώνη, έχει, εν πάση περιπτώσει, μειωθεί τουλάχιστον κατά το 1/3 από το 1975. Δεν μπορεί, επομένως, να αμφισβητηθεί ότι τα ιρλανδικά μέτρα έχουν σαφώς διαφορετικά αποτελέσματα έναντι των διαφόρων κρατών μελών.
Στα ανωτέρω δεν μπορεί να αντιταχτεί το επιχείρημα ότι οι επιπτώσεις των αρνητικών αποτελεσμάτων των επίμαχων μέτρων επί του γαλλικού και του ολλανδικού στόλου μπορούν να μετριαστούν αν χρησιμοποιηθούν πλοία μικρότερων διαστάσεων. Πράγματι, δεν γνωρίζουμε κατά πόσο είναι δυνατό στα 3700 μικρά πλοία του γαλλικού στόλου και στα 460 μικρά πλοία του ολλανδικού στόλου — αν δεν ληφθεί υπόψη ο στόλος της Ijsselmeer — να ασκήσουν αλιευτική δραστηριότητα σε άλλα ύδατα. Εξάλλου, είναι βέβαιο ότι εν πάση περιπτώσει — έτσι δε μόνο αποκτούν κάποιο νόημα τα ιρλανδικά μέτρα — δεν είναι δυνατή η άμεση προσαρμογή του αλιευτικού στόλου και, ως εκ τούτου, δεν μπορεί να υπάρξει άμεση αποκατάσταση της βλάβης. Επιπλέον, υπέρ του επιχειρήματος ότι είναι αδύνατη η άμεση αποκατάσταση συνηγορεί επίσης το γεγονός ότι η δραστηριότητα των μικροτέρων διαστάσεων σκαφών σε ύδατα πολύ απομακρυσμένα, όπου η θάλασσα είναι συχνά πολύ κυματώδης, καθίσταται τόσο προβληματική, ώστε να μην μπορούν να αλιεύσουν ποσότητες ανάλογες με τις ποσότητες που αλιεύουν τα μεγαλυτέρων διαστάσεων σκάφη.
Εξάλλου, δεν νομίζω ότι οι διαφορές που ανέφερα όσον αφορά τις επιπτώσεις των επικρινόμενων μέτρων μπορούν να δικαιολογηθούν βάσει της ιδιαίτερης καταστάσεως της αλιευτικής βιομηχανίας της Ιρλανδίας, η οποία, όπως έχει αποδειχτεί, αφενός, διαθέτει σκάφη τα οποία, αντίθετα από τα μεγάλα ολλανδικά και γαλλικά πλοία, δεν μπορούν να μετακινηθούν σε άλλες ζώνες αλιείας και, όπως έχει γίνει δεκτό, αφετέρου, έχει ανάγκη αναπτύξεως.
Από διάφορα στοιχεία προκύπτει ότι οι λόγοι που επικαλείται η Ιρλανδική Κυβέρνηση δεν μπορούν να θεωρηθούν ως ασκούντες επιρροή υπό την έννοια της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως. Δεν είναι, καταρχάς, σαφές αν τα γαλλικά και ολλανδικά σκάφη που αποκλείονται από την εν λόγω ζώνη μπορούν, αλιεύοντας σε άλλα ύδατα, να αναπληρώσουν τις απώλειες που τους προξενεί η εφαρμογή των επικρινόμενων μέτρων και αν η δυνατότητα αυτή συνεπάγεται σημαντικά μεγαλύτερες δαπάνες. Συνεπώς, μπορούμε να εκφράσουμε δικαιολογημένες αμφιβολίες ως προς το κατά πόσο μπορούν να ληφθούν υπόψη εν προκειμένω όλες οι περιστάσεις που αφορούν τον εν λόγω τομέα της βιομηχανίας. Κατά το άρθρο 2 του κανονισμού 101/76, κύρια μέριμνα του κοινοτικού νομοθέτη είναι να εξασφαλίσει την ισότητα όσον αφορά την πρόσβαση στα ιρλανδικά ύδατα, βάσει αυτής δε της διαπιστώσεως, θα πρέπει, προκειμένου να κριθούν οι επιπτώσεις των επικρινόμενων μέτρων, να συγκριθεί η κατάσταση που δημιουργείται με την κατάσταση που επικρατούσε πριν από την έναρξη της ισχύος των μέτρων αυτών. Εξάλλου, στο μέτρο που η Ιρλανδία επικαλείται το γεγονός ότι η ανάγκη αναπτύξεως της ιρλανδικής αλιευτικής βιομηχανίας έχει επανειλημμένως αποτελέσει θέμα συζητήσεως εντός των οργάνων της Κοινότητας, θα πρέπει να τονιστεί ότι οι επιδιώξεις αυτές δεν συνεπάγονται αναγκαστικά αύξηση των ποσοστώσεων αλιείας — μπορεί να αντιμετωπιστεί και το ενδεχόμενο χορηγήσεως κρατικών ενισχύσεων, όπως υπογράμμισε η Επιτροπή — και, επιπλέον, θα πρέπει να λεχθεί ότι επρόκειτο μόνο για δηλώσεις προθέσεων, που αφορούσαν το εσωτερικό σύστημα, που απομένει να θεσπιστεί, και οι οποίες απέβλεπαν στη διευκρίνιση των στοιχείων κοινής πολιτικής, την οποία είναι δυνατό να χαρακτηρίζουν και άλλοι παράγοντες. Αυτό, όμως, που είναι δυνατό στο πλαίσιο των κοινοτικών μέτρων — από πλευράς κοινωνικής και περιφερειακής πολιτικής ή από πλευράς χορηγήσεως ενισχύσεων — οπωσδήποτε δεν μπορεί να θεσπιστεί με πρωτοβουλία των κρατών μελών, όταν μόνα τους θεσπίζουν μονομερή εθνικά μέτρα.
Επομένως, καίτοι δύσκολα μπορεί να αμφισβητηθεί το γεγονός ότι τα ιρλανδικά μέτρα εισήγαγαν διακρίσεις μεταξύ του γαλλικού και του ολλανδικού στόλου αφενός και του ιρλανδικού στόλου αφετέρου, είναι, επιπλέον, δυνατό να θεωρηθεί ότι υπάρχει άνιση μεταχείριση, ακόμα και αν η εξέταση περιοριστεί στα άλλα κράτη μέλη, χωρίς, επομένως, να λαμβάνεται υπόψη η Ιρλανδία. Αυτό ακριβώς συμβαίνει όσον αφορά τη Γαλλία σε σχέση με τις Κάτω Χώρες· πράγματι, αρκεί να αναλογιστούμε τους αριθμούς που παρέθεσα προηγουμένως, όσον αφορά τον αποκλεισμό των πλοίων τα οποία εκ παραδόσεως αλιεύουν στα ιρλανδικά ύδατα, για να θεωρήσουμε ότι η Γαλλία βρίσκεται σε καλύτερη θέση προκειμένου να αντιμετωπίσει την κατάσταση που δημιουργούν τα ιρλανδικά μέτρα, καταφεύγοντας στη χρήση μικρότερων σκαφών, επιτρεπομένων διαστάσεων ή ιπποδυνάμεως, τόσο λόγω της απόστασης όσο και λόγω του αριθμού των μικρών πλοίων που διαθέτει ο στόλος της. Το ίδιο επίσης μπορεί να λεχθεί και όσον αφορά τη σύγκριση των δύο αυτών χωρών με τη Μεγάλη Βρετανία, δεδομένου ότι, όπως αναφέρει στην προσφυγή της η Επιτροπή, ο βρετανικός στόλος, ο οποίος αλίευε μέχρι σήμερα στα εν λόγω ύδατα, δεν θίγεται καθόλου από τα ιρλανδικά μέτρα.
Τέλος, δεν μπορεί να αντιταχτεί κατά της αιτιάσεως που στηρίζεται στην παραβίαση της απαγορεύσεως των διακρίσεων υπ' αυτή την έννοια — παρέλκει, κατά τη γνώμη μου, η εξέταση του κατά πόσο υπάρχει επίσης διάκριση σε βάρος των μεγάλων πλοίων σε σχέση με τα μικρά — ότι κάθε μέτρο διατηρήσεως συνεπάγεται αναγκαστικά διαφοροποιημένα αποτελέσματα και ότι η Ιρλανδία δεν είχε τη δυνατότητα να θεσπίσει άλλα μονομερή μέτρα λαμβανομένων υπόψη των δυνατοτήτων ελέγχου που διαθέτει.
Προσωπικά, δεν είμαι πεπεισμένος ότι κάθε μέτρο διατηρήσεως (αυτό μπορεί να μην ισχύει σε περίπτωση ολοσχερούς απαγορεύσεως της αλιείας) έχει αναγκαστικά διαφοροποιημένα αποτελέσματα. Εν πάση περιπτώσει, όσον αφορά τα ιρλανδικά μέτρα, τα οποία αφορούν πολύ εκτεταμένη θαλάσσια ζώνη, δημιουργούνται, ως προς την ορθότητα του επιχειρήματος αυτού, σοβαρές αμφιβολίες, οι οποίες δεν κατέστη δυνατό να διασκεδαστούν δεν αποδείχτηκε δε, κατά την άποψή μου, ότι ήταν αδιανόητη η θέσπιση άλλων μέτρων, τα οποία να μη συνεπάγονται καθόλου, ή να συνεπάγονται λιγότερες, διακρίσεις. Έτσι, η Επιτροπή ανέφερε π.χ. τη δυνατότητα περιορισμού της απαγόρευσης αλιείας σε ορισμένες χρονικές περιόδους ή σε ορισμένες περιοχές. Επιπλέον, θα μπορούσε να αντιμετωπιστεί η δυνατότητα αισθητού περιορισμού των ποσοτήτων που αλιεύει η Ιρλανδία ή θεσπίσεως μέτρων «Standstill» βάσει των ποσοτήτων που αλιεύτηκαν κατά το 1976, μέτρων με τα οποία η Ιρλανδία είχε δηλώσει ότι συμφωνούσε το Μάρτιο του 1977, ανεξαρτήτως του γεγονότος ότι δεν διευκρινίστηκε πλήρως ότι η μη πραγματοποίηση της ταχείας αντικατάστασης των ιρλανδικών μέτρων με προγράμματα αλιείας οφείλεται στη συμπεριφορά των άλλων κρατών μελών κατά τις διαπραγματεύσεις με την Ιρλανδία.
Γι' αυτόν ακριβώς το λόγο, αναγκάζομαι, στο σημείο αυτό της αναλύσεως, να αναγνωρίσω ότι δικαίως η Επιτροπή προσάπτει στην Ιρλανδική Κυβέρνηση ότι παραβίασε τη θεμελιώδη αρχή του κανονισμού 101/76 και να θεωρήσω δικαιολογημένη, για το λόγο αυτό και μόνο, τη διαπίστωση παραβάσεως του κοινοτικού δικαίου.
Επομένως, παρέλκει πράγματι η εξέταση των λοιπών ζητημάτων που ανακύπτουν στην υπό κρίση υπόθεση. Θα ήθελα, εντούτοις, να αναφερθώ εν συντομία στα ζητήματα αυτά, δηλαδή να εξετάσω συνοπτικά το θέμα της αρχής ότι όλα τα εθνικά μέτρα διατηρήσεως πρέπει να περιορίζονται στο απολύτως αναγκαίο και, ειδικότερα, το θέμα της υποχρέωσης των κρατών μελών να εξασφαλίζουν ότι τα μέτρα αυτού του είδους έχουν τις λιγότερες δυνατές επιπτώσεις στην κοινή πολιτική και στη λειτουργία της κοινής οργάνωσης της αγοράς. Επιπλέον, θα εξετάσω επίσης εν συντομία το επιχείρημα με το οποίο υποστηρίζεται ότι τα ιρλανδικά μέτρα επηρέασαν τις διαπραγματεύσεις που διεξήγαγε η Επιτροπή με τρίτες χώρες.
αα)
Επί του πρώτου σημείου, η Επιτροπή επικαλείται τη νομολογία του Δικαστηρίου, η οποία έχει επανειλημμένως τονίσει την αρχή της αναλογικότητας. Στη νομολογία αυτή αναφέρεται — βλ. π.χ. την απόφαση στην υπόθεση 155/73 (Sacchi, απόφαση της 30ής Απριλίου 1974, Slg. 1974, σ. 409) — ότι, σύμφωνα με την εν λόγω αρχή, τα μέτρα παρεμβάσεως είναι νόμιμα μόνο εφόσον είναι απολύτως αναγκαία και ότι — πρβλ. απόφαση στην υπόθεση 104/75 (Peijper, απόφαση της 20ής Μαΐου 1976, Slg. 1976, σ. 613) — τα μέτρα διασφαλίσεως θα πρέπει να περιορίζονται στο αναγκαίο μέτρο και να περιλαμβάνουν κανόνες επιβάλ-λοντες τους κατά το δυνατό λιγότερους περιορισμούς. Στο πλαίσιο της υπό κρίση υποθέσεως, θα ήταν επίσης ενδιαφέρον να μνημονευτεί και η απόφαση Kramer, την οποία έχω ήδη αναφέρει, όπου το Δικαστήριο τόνισε ότι τα εθνικά μέτρα δεν μπορούν να θέτουν σε κίνδυνο τους στόχους και τη λειτουργία του κοινού συστήματος και, ειδικότερα, ότι η εφαρμογή των μέτρων που επιβάλλουν περιορισμό των αλιευομένων ποσοτήτων θα πρέπει να εξασφαλίζεται κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να περιορίζονται στο ελάχιστο οι επιπτώσεις των μέτρων αυτών επί της λειτουργίας της κοινής οργανώσεως των αγορών.
Πράγματι, έχω πολλούς λόγους να πιστεύω ότι η αρχή αυτή δεν ελήφθη επαρκώς υπόψη κατά τη θέσπιση των ιρλανδικών μέτρων.
Αφήνω, εντούτοις, στο σημείο αυτό, ανοικτό το ερώτημα κατά πόσο είναι δυνατό να υποστηριχτεί ευλόγως — η υπόθεση δε αυτή δεν μπορεί να αποκλειστεί τελείως — ότι τα ιρλανδικά μέτρα αποτελούσαν για την κοινή πολιτική η οποία θα πρέπει τώρα να χαραχτεί και ότι ήταν ικανά να βλάψουν τα αποτελέσματα των διαπραγματεύσεων για την υιοθέτηση εσωτερικού συστήματος και να καταστήσουν, ως εκ τούτου, δυσκολότερη την επίτευξη συμφωνίας.
Αρκεί, κατά τη γνώμη μου, να παραθέσω τις ακόλουθες σκέψεις:
—
Είναι μάλλον αποδεδειγμένο ότι τα ιρλανδικά μέτρα υπερέβαιναν το αναγκαίο μέτρο τόσο από γεωγραφικής όσο και από βιολογικής απόψεως. Κάλυπταν εξαιρετικά εκτεταμένη ζώνη, δηλαδή το 25 % των ιρλανδικών υδάτων και, ως εκ τούτου, όλη σχεδόν την πλούσια σε ψάρια ζώνη. Επιπλέον, ίσχυαν αδιακρίτως για όλα τα είδη ψαριών. Η Ιρλανδική Κυβέρνηση, όμως, δεν μπόρεσε να αποδείξει ότι από βιολογικής απόψεως υπάρχει τόσο εκτεταμένος κίνδυνος καταχρηστικής εκμεταλλεύσεως, ιδίως δε δεν κατέρριψε την εμπεριστατωμένη άποψη της Επιτροπής ότι τα ιρλανδικά ύδατα δεν αποτελούν ανεξάρτητη οικολογική περιοχή και ότι δεν χρειάζεται να προστατεύονται κατά τον ίδιο τρόπο όλα τα είδη ψαριών που ζουν στην περιοχή αυτή. Τουλάχιστον ως προς το σημείο αυτό, θα μπορούσε δικαίως να αναφερθεί ότι οι ποσότητες που αλιεύουν οι τρίτες χώρες έχουν ελαττωθεί κατά πολύ, γεγονός το οποίο ήδη έχει μειώσει σημαντικά τον κίνδυνο υπερβολικής εκμεταλλεύσεως που διατρέχουν τα είδη της ζώνης αυτής. Για το λόγο, ακριβώς, αυτό, η Επιτροπή έθεσε δικαίως το ερώτημα μήπως θα επαρκούσαν μέτρα λιγότερο εκτεταμένα, όπως, π.χ. μία απόφαση περί θεσπίσεως μέτρων «Standstill» βάσει των ποσοτήτων που είχαν αλιευτεί κατά το 1976.
—
Επιπλέον, ορθώς έγινε αναφορά — όσον αφορά το περιεχόμενο των ιρλανδικών μέτρων — στους στόχους της διαρθρωτικής πολιτικής που περιέχονται στον κανονισμό 101/76 (ορθολογική εκμετάλλευση των βιολογικών πόρων της θάλασσας, αύξηση της παραγωγικότητας, αναδιάρθρωση των αλιευτικών στόλων προσαρμοσμένη στην εξέλιξη της τεχνικής προόδου κ.λπ.). Για ένα τομέα που βρίσκεται σε ύφεση και αντιμετωπίζει σημαντικές οικονομικές δυσχέρειες, τα ζητήματα αυτά παρουσιάζουν αναμφισβήτητα ιδιαίτερη σημασία. Μέτρα, όμως, τα οποία αποκλείουν από την αλιεία τα σύγχρονα σκάφη μεγάλων διαστάσεων και ενθαρρύνουν τον εξοπλισμό των στόλων με μικρότερα και λιγότερο σύγχρονα σκάφη αντιβαίνουν στους σκοπούς αυτούς.
Επομένως, το λιγότερο που μπορεί να λεχθεί είναι ότι τα στοιχεία αυτά γεννούν νέες σοβαρές αμφιβολίες ως προς το κατά πόσο τα ιρλανδικά μέτρα συμβιβάζονται με τις αρχές του κοινοτικού δικαίου. Εντούτοις, όπως εμφανίζεται η κατάσταση, δεν επιτρέπει καθόλου την πληρέστερη εξέταση των ζητημάτων αυτών. Ούτε, εξάλλου, είναι απαραίτητη η εξέταση αυτή, δεδομένου ότι η αιτίαση περί υπάρξεως δυσμενών διακρίσεων αρκεί προκειμένου να επιτύχει η Επιτροπή την αναγνώριση, από το Δικαστήριο, του ότι η Ιρλανδία παρέβη τις υποχρεώσεις της.
ββ)
Όσον αφορά την αρνητική επίδραση που είχαν τα ιρλανδικά μέτρα επί των διαπραγματεύσεων με τις τρίτες χώρες σε θέματα αλιείας, θα αναφέρω ακόμα τα ακόλουθα.
Η Επιτροπή υποστηρίζει — επικαλείται δε σχετικά την απόφαση Kramer, καθώς και Γνωμοδότηση 1/76 — ότι τα κράτη μέλη έχουν την υποχρέωση να ενεργούν από κοινού όσον αφορά τις εξωτερικές υποθέσεις και ότι η Κοινότητα είναι αρμόδια για τη σύναψη συμφωνιών στον τομέα της οργάνωσης της αγοράς της αλιείας. Ισχυρίζεται δε ότι, ακριβώς για το λόγο αυτό, της ανατέθηκε στη Χάγη να διεξαγάγει τις διαπραγματεύσεις στον τομέα αυτό και ότι έχει ήδη αρχίσει τις διαπραγματεύσεις αυτές με σκοπό τη σύναψη διμερών συμφωνιών. Επομένως, κατά την Επιτροπή, θα πρέπει να θεωρηθεί παράνομη η ανάκληση, εκ μέρους ορισμένων κρατών μελών, της εντολής που της έχει δοθεί και, συνεπώς, είναι απαράδεκτο, κατά την άποψή της, να επηρεάζονται οι εν λόγω διαπραγματεύσεις από τη συμπεριφορά ορισμένων από αυτά τα κράτη μέλη. Θα πρέπει όμως — συνεχίζει η Επιτροπή — να αναμένεται ότι μέτρα όπως τα ιρλανδικά μέτρα εξασθενούν τη θέση της ίδιας της Επιτροπής, παραθέτει δε ορισμένα σχετικά παραδείγματα.
Στα ανωτέρω, η Ιρλανδική Κυβέρνηση αντιτάσσει ότι μετέχει η ίδια στις διαπραγματεύσεις και δεν γνωρίζει να υπάρχουν οποιασδήποτε φύσεως δυσκολίες οφειλόμενες στα μέτρα που έχει θεσπίσει. Πράγματι, επί όσο χρονικό διάστημα είναι δυνατή η θέσπιση εθνικών μέτρων διατηρήσεως, θα πρέπει, κατά την άποψή της, η δυνατότητα αυτή να λαμβάνεται υπόψη κατά τις διαπραγματεύσεις με τρίτες χώρες. Εξάλλου, σύμφωνα πάντοτε με την άποψη της Ιρλανδικής Κυβέρνησης, δεν θα πρέπει να παραβλέπεται το γεγονός ότι προς το παρόν πρόκειται μόνο για τη σύναψη συμφωνιών-πλαίσιο, χωρίς να καθορίζονται ποσοστώσεις, ζώνες αλιείας κ.λπ., δεδομένου ότι οι λεπτομέρειες αυτές συνδέονται, εν πάση περιπτώσει, με τον καθορισμό του εσωτερικού συστήματος, επί του οποίου δεν έχει ακόμα επιτευχθεί συμφωνία.
Παρατηρώ, σχετικά, αφενός ότι τα παραδείγματα που αναφέρει η Επιτροπή όσον αφορά τη ζημία που υφίστανται οι διαπραγματεύσεις με τις τρίτες χώρες δεν φαίνονται ιδιαίτερα εντυπωσιακά. Υπενθυμίζω ότι ελέχθη σχετικά ότι ορισμένα τρίτα κράτη επιθυμούν να συνάψουν συμφωνίες μόνο με τα καθέκαστον κράτη μέλη· ελέχθη ότι ορισμένα κράτη μέλη θέτουν υπό αμφισβήτηση την ικανότητα της Κοινότητας να συνάπτει συμφωνίες στον τομέα αυτό και να εξασφαλίζει την εφαρμογή των συμφωνιών αυτών αναφέρθηκε ότι έχουν επαπει-ληθεί αντίμετρα προκειμένου να αποκατασταθεί η ισορροπία στο πλαίσιο των υφισταμένων συμφωνιών και ότι η Νορβηγία π.χ. δήλωσε ότι τα ιρλανδικά μέτρα, τα οποία εφαρμόστηκαν σε ορισμένα σκάφη υπό σημαία της χώρας αυτής, μπορούσαν να δημιουργήσουν θέμα αναδιαπραγματεύ-σεως των ήδη συναφθεισών συμφωνιών. Πράγματι, θα πρέπει να παρατηρηθεί ότι η Ιρλανδία ανέφερε, χωρίς να αντικρουστεί στο σημείο αυτό, ότι ο αποκλεισμός των νορβηγικών πλοίων οφειλόταν σε λάθος και ότι το σχετικό πρόβλημα είχε διευθετηθεί εν των μεταξύ. Δεν θα πρέπει, εξάλλου, να λησμονείται ότι στην πραγματικότητα ήταν δυνατό να συμφωνηθούν περιορισμοί των αλιευομένων ποσοτήτων με ορισμένα τρίτα κράτη.
Αφετέρου, σημειώνω ότι τα μονομερή εθνικά μέτρα τα οποία έπρεπε ακόμα να λαμβάνονται υπόψη κατά τις διαπραγματεύσεις με τις τρίτες χώρες θα πρέπει να είναι τέτοιας φύσεως ώστε να μπορούν να θεωρηθούν ως μέτρα διατηρήσεως και να περιορίζονται στο αυστηρώς αναγκαίο μέτρο, διαφορετικά υπάρχει κίνδυνος να θιγεί σοβαρά η θέση της Κοινότητας στις διαπραγματεύσεις με τις τρίτες χώρες. Όπως είδαμε, πάντως, υπάρχουν σοβαρές αμφιβολίες ως προς το αν πράγματι συνέβη αυτό στην περίπτωση των ιρλανδικών μέτρων.
Για τους λόγους αυτούς, τουλάχιστον, τα εν λόγω μέτρα είναι δυνατό να επικριθούν και από τη σκοπιά της υποχρεώσεως «μη επηρεασμού των διαπραγματεύσεων με τις τρίτες χώρες». Επί του σημείου αυτού, απλώς προβαίνω στην ανωτέρω διαπίστωση. Τα στοιχεία που διαθέτω δεν μου επιτρέπουν να προχωρήσω σε βαθύτερη ανάλυση του ζητήματος, πράγμα το οποίο δεν είναι εξάλλου αναγκαίο, δεδομένου ότι, όπως κατέδειξα, η αιτίαση περί υπάρξεως δυσμενών διακρίσεων αρκεί για να γίνει δεκτό το αίτημα της Επιτροπής.
5.
Συνοψίζοντας, καταλήγω στο συμπέρασμα ότι η προσφυγή της Επιτροπής είναι βάσιμη και ότι, συνεπώς, θα πρέπει να αναγνωριστεί ότι η Ιρλανδία, με το να θεσπίσει τα δύο διατάγματα της 16ης Φεβρουαρίου 1977 και να τα εφαρμόσει από τις 10 Απριλίου 1977, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το κοινοτικό δίκαιο.
( *1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γερμανική.
( 1 ) Σ.τ..Μ.: Το δεύτερο εδάφιο του άρθρου 4 έχει παραλειφθεί από την ελληνική απόδοση του κειμένου.
Full & Egal Universal Law Academy