ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ TOY ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
GERHARD REISCHL
της 9ης Νοεμβρίου 1977 ( *1 )
Κύριε Πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
Στη Γαλλία, η άσκηση του επαγγέλματος του δικηγόρου διέπεται από ένα νόμο της 31ης Δεκεμβρίου 1971 και από τις διατάξεις που θεσπίστηκαν για την εφαρμογή του. Σύμφωνα με τα νομοθετήματα αυτά, οι προϋποθέσεις είναι, μεταξύ άλλων, η κατοχή της γαλλικής ιθαγένειας, κατά το μέτρο που οι διεθνείς συμφωνίες δεν προβλέπουν άλλως, η κατοχή πτυχίου νομικής ή διδακτορικού διπλώματος νομικής, πιστοποιητικό ικανότητας ασκήσεως επαγγέλματος του δικηγόρου και τέλος εγγραφή σε ένα δικηγορικό σύλλογο, της οποίας εγγραφής προηγείται πάντοτε μια περίοδος ασκήσεως. Κατ' αρχήν, σε κάθε πρωτοδικείο υπάρχει δικηγορικός σύλλογος αποτελούμενος από όλους τους ασκούμενους δικηγόρους που έχουν εγγραφεί στα μητρώα των ασκουμένων. Ο σύλλογος διοικείται από ένα CONSEIL DE L'ORDRE (διοικητικό συμβούλιο), που εκλέγεται από όλους τους εγγεγραμμένους στα μητρώα δικηγόρους. Το έργο του συνίσταται ιδίως στο να αποφαίνεται επί αιτήσεων εγγραφής στα μητρώα του συλλόγου. Κατά της αποφάσεως αυτού, μπορούν να επιληφθούν με έφεση τα συνεδριάζοντα από κοινού τμήματα του COUR D'APPEL.
Στις 9 Φεβρουαρίου 1976, ο RAZANATSIMBA, υπήκοος Μαδαγασκάρης και κάτοικος Γαλλίας, ο οποίος κατέχει όχι μόνο πτυχίο νομικής αλλά και πιστοποιητικό ικανότητας ασκήσεως του επαγγέλματος του δικηγόρου, ζήτησε από το δικηγορικό σύλλογο της Λίλλης να εγγραφεί ως ασκούμενος. Δεδομένου ότι δεν έχει τη γαλλική ιθαγένεια, στηρίχτηκε στη δικαστικής φύσεως σύμβαση μεταξύ Γαλλίας και Μαδαγασκάρης της 4ης Ιουνίου 1973, της οποίας το άρθρο 6 ορίζει ότι οι δικηγόροι των δύο συμβαλλομένων κρατών μπορούν εξίσου να παρέχουν τις υπηρεσίες τους επί συγκεκριμένης υποθέσεως εντός της χώρας στην οποία δεν είναι εγγεγραμμένοι ως δικηγόροι. Επικαλέστηκε, εξάλλου, τη σύμβαση του LOME, που συνάφθηκε στις 28 Φεβρουαρίου 1975 μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και των κρατών μελών της, αφενός, και 46 κρατών της Αφρικής, της Καραϊβικής και του Ειρηνικού, αφετέρου, και άρχισε να ισχύει από 1ης Απριλίου 1976 και της οποίας το άρθρο 62 έχει ως εξής: «Όσον αφορά το καθεστώς που εφαρμόζεται σχετικά με την εγκατάσταση και την παροχή υπηρεσιών, τα κράτη ΑΚΕ, αφενός, και τα κράτη μέλη, αφετέρου, μεταχειρίζονται χωρίς διακρίσεις τους υπηκόους και τις εταιρίες των κρατών μελών και τους υπηκόους και τις εταιρίες των κρατών ΑΚΕ αντιστοίχως. Εντούτοις, αν για μια συγκεκριμένη δραστηριότητα, ένα κράτος ΑΚΕ ή ένα κράτος μέλος δεν είναι σε θέση να εξασφαλίσει τέτοια μεταχείριση, τα κράτη μέλη ή τα κράτη ΑΚΕ, ανάλογα με την περίπτωση, δεν υποχρεούνται να παρέχουν τέτοια μεταχείριση για τη δραστηριότητα αυτή στους υπηκόους ή στις εταιρίες του εν λόγω κράτους.»
Κατά τη γνώμη του RAZANATSIMBA, αποτέλεσμα αυτής της απαγόρευσης διακρίσεων είναι ότι πρέπει να γίνει δεκτός ως ασκούμενος, ως εάν κατείχε τη γαλλική ιθαγένεια.
Ο λόγος αυτός και ειδικότερα η επίκληση της συμβάσεως του LOME, η οποία είχε επίσης συναφθεί από την Κοινότητα σύμφωνα με το άρθρο 238 (κανονισμός του Συμβουλίου 199/76, ABL. L 25, σ. 1), ώθησε το διοικητικό συμβούλιο του δικηγορικού συλλόγου να αναβάλει να αποφανθεί επί της αιτήσεως και, με διάταξη της 14ης Δεκεμβρίου 1976, απηύθυνε προς το Δικαστήριο, σύμφωνα με το άρθρο 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, αίτηση ως προς την ερμηνεία του προαναφερθέντος άρθρου 62 της συμβάσεως αυτής.
Όπως γνωρίζει το Δικαστήριο, η διαδικασία αυτή δεν περατώθηκε (υπόθεση 3/77). Πράγματι, ο PROCUREUR GENERAL (εισαγγελέας) άσκησε έφεση ενώπιον του COUR D'APPEL de DOUAI κατά της αποφάσεως του συμβουλίου του δικηγορικού συλλόγου, για το λόγο ότι αυτό δεν δικαιούταν να ζητήσει προδικαστική απόφαση, σύμφωνα με το άρθρο 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, διότι, στην εν λόγω υπόθεση, δεν ασκούσε δικαστικά, αλλά καθαρώς διοικητικά καθήκοντα. Ζήτησε επίσης από το COUR D'APPEL να αποφανθεί το ίδιο επί της αιτήσεως εγγραφής.
Το COUR D'APPEL διαπίστωσε ότι το διοικητικό συμβούλιο του δικηγορικού συλλόγου, όταν αποφασίζει για την εγγραφή ασκουμένων, δεν αποτελεί δικαστήριο του κοινού δικαίου, αλλά διοικητική αρχή η οποία, ως τοιαύτη, δεν μπορεί σύμφωνα με το άρθρο 177 της Συνθήκης ΕΟΚ να υποβάλει ερωτήματα ερμηνείας στο Δικαστήριο. Επομένως, η προαναφερθείσα διάταξη περί παραπομπής ακυρώθηκε και, κατά συνέπεια; η υπόθεση 3/77 διαγράφηκε από το πρωτόκολλο του Δικαστηρίου με απόφαση της 15ης Ιουνίου 1977. Το COUR D'APPEL διαπίστωσε εξάλλου ότι, σύμφωνα με το άρθρο 562, παράγραφος 2, του κώδικα πολιτικής δικονομίας, διέθετε ευρεία αρμοδιότητα ώστε να κρίνει την υπόθεση επί της ουσίας και ότι μπορούσε επομένως να αποφανθεί το ίδιο επί της αιτήσεως εγγραφής. Για τους λόγους αυτούς, σχετικά με τη σύμβαση Γαλλίας-Μαδαγασκάρης, αποφάνθηκε ότι δεν μπορούσε να παρεκκλίνει από το άρθρο 11 του νόμου της 31ης Δεκεμβρίου 1971, κατά το οποίο η γαλλική ιθαγένεια αποτελεί προϋπόθεση της εγγραφής του ασκουμένου. Εξάλλου, η επικαλούμενή από τον αιτούντα σύμβαση του LOME έπρεπε να θεωρηθεί από τα γαλλικά δικαστήρια ως αναπόσπαστο τμήμα του κοινοτικού δικαίου. Λόγω ελλείψεως σαφήνειας περί της ερμηνείας της, το COUR D'APPEL, με απόφαση της 18ης Μαΐου 1977, ανέβαλε την απόφασή του και, σύμφωνα με το άρθρο 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, ζήτησε από το Δικαστήριο να αποφανθεί προδικαστικώς επί των ακολούθων ερωτημάτων — τα οποία αντιστοιχούν στα ερωτήματα της διατάξεως περί παραπομπής του διοικητικού συμβουλίου του δικηγορικού συλλόγου:
α)
Παρέχει το άρθρο 62 της Συμβάσεως του LOME της 28ης Φεβρουαρίου 1975 σε υπήκοο κράτους ΑΚΕ, και συγκεκριμένα σε πρόσωπο που έχει την ιθαγένεια της Μαδαγασκάρης, το δικαίωμα εγκαταστάσεως στο έδαφος κράτους μέλους και συγκεκριμένα στο γαλλικό έδαφος, χωρίς την προϋπόθεση της ιθαγένειας;
β)
Η περιεχόμενη στο προαναφερθέν άρθρο 62 επιφύλαξη επιτρέπει σε ένα κράτος μέλος να απαιτεί, για συγκεκριμένη δραστηριότητα και εν προκειμένω για το επάγγελμα του δικηγόρου, την ιθαγένεια αυτού του κράτους ή άλλου κράτος μέλους;
Στα ερωτήματα αυτά, ως προς τα οποία ο RAZANATSIMBA, η Γαλλική Κυβέρνηση και η Επιτροπή υπέβαλαν παρατηρήσεις, επιβάλλονται κατά τη γνώμη μου οι ακόλουθες παρατηρήσεις:
1.
Δεν χωρεί αμφιβολία ότι το Δικαστήριο είναι αρμόδιο να πραγματευτεί τα υποβληθέντα ερωτήματα. Η Επιτροπή το απέδειξε επικαλεσθείσα τη σχετική νομολογία ως προς την ερμηνεία ορισμένων συμβάσεων (υποθέσεις 21/72 έως 24/72, INTERNATIONAL FRUIT COMPANY και λοιποί κατά PRODUKTSCHAP VOOR GROENTEN ΕΝ FRUIT, απόφαση της 12ης Δεκεμβρίου 1972, SLG. 1972, σ. 1219· 9/73, SCHLUTER κατά HAUPTZOLLAMT LORRACH, απόφαση της 24ης Οκτωβρίου 1973, SLG. 1973, σ. 1135· 181/73, R και V, HAEGMAN κατά Βελγικού Κράτους, απόφαση της 30ής Απριλίου 1974, SLG. 1974, σ. 449· 87/75, BRESCIANI κατά ADMINISTRATION FISCALE ITALIANE, απόφαση της 5ης Φεβρουαρίου 1976, SLG. 1976, σ. 129).
Η μόνη σχετική προϋπόθεση είναι ότι η Κοινότητα πρέπει να δεσμεύεται από την εν λόγω σύμβαση και η δέσμευση πρέπει να εκτείνεται και στη διάταξη της οποίας ζητείται η ερμηνεία. Αυτό συμβαίνει εν προκειμένω. Όσον αφορά τη σύμβαση του LOMÉ, η καταρχήν δέσμευση της Κοινότητας απορρέει ήδη από το γεγονός ότι συνάφθηκε σύμφωνα με το άρθρο 238 της Συνθήκης ΕΟΚ. Εξάλλου, δεν αμφισβητείται ότι η εν λόγω δέσμευση περιλαμβάνει το άρθρο 62, ως προς την έννοια του οποίου υπάρχει εν προκειμένω αμφισβήτηση.
2.
Κατά την εξέταση των υποβληθέντων ερωτημάτων — και εδώ θα πρέπει να συμφωνήσω με την Επιτροπή — πρέπει πρώτα να εξεταστεί το ερώτημα αν το άρθρο 62 της Συμβάσεως του LOME είναι απευθείας εφαρμοστέο κατά την έννοια της πάγιας νομολογίας, με άλλα λόγια αν οι ιδιώτες και ιδίως οι υπήκοοι των κρατών ΑΚΕ μπορούν να αντλήσουν δικαιώματα από αυτό τα οποία τα εθνικά δικαστήρια οφείλουν να προστατεύουν. Το τιθέμενο ερώτημα αναφέρεται στο αν το άρθρο 62 της Συμβάσεως του LOME δημιουργεί δικαίωμα υπέρ υπηκόου κράτους ΑΚΕ. Εξάλλου, δεν πρέπει να λησμονείται — έχοντας ιδίως υπόψη την έννοια των εθνικών διατάξεων — ότι είναι αδύνατο να νοηθεί ότι η ερμηνεία του άρθρου 62 θα ενείχε σημασία για το δικαστήριο που εξέδωσε τη διάταξη περί παραπομπής, έστω και αν ήταν βέβαιο ότι το άρθρο αυτό δεν δημιουργεί δικαιώματα για τους ιδιώτες.
Όσον αφορά το πρώτο πρόβλημα, είναι αδύνατο να καταλήξω σε αρνητική απάντηση αναφέροντας απλώς και μόνο το γεγονός ότι η σύμβαση του LOME δεν καθιερώνει μια συμμετρία υποχρεώσεων, αλλά, αντίθετα, σε ορισμένα σημεία της παρέχει στα κράτη ΑΚΕ πλεονεκτήματα σπουδαιότερα από αυτά των κρατών μελών, σε ορισμένα δε σημεία της στηρίζεται σε καθαρώς μονομερείς παραχωρήσεις των τελευταίων. Όπως απέδειξε η Επιτροπή, και το σημείο αυτό έχει ήδη διευκρινιστεί με τη νοιιοληνία
Εξάλλου, καταφατική απάντηση δεν μπορεί να δικαιολογηθεί απλώς και μόνο από το γεγονός ότι η σύμβαση συνάφθηκε για λογαριασμό της Κοινότητας με κανονισμό (κανονισμός του Συμβουλίου 199/76 της 30ής Ιανουαρίου 1976). Πράγματι, το σημαντικό στοιχείο δεν μπορεί να είναι αυτό εδώ, αλλά μόνο η φύση της εν λόγω υποχρεώσεως στη συγκεκριμένη περίπτωση, επομένως το περιεχόμενο και η διατύπωση του άρθρου 62. Ομοίως, με τη νομολογία έχουν από μακρού χρόνου διευκρινιστεί ποιες προϋποθέσεις χρειάζονται για να μπορεί μια συμβατική υποχρέωση να είναι απευθείας εφαρμοστέα. Συνοψίζοντας, εκείνο που μπορεί να λεχθεί είναι ότι πρέπει να πρόκειται για διατάξεις σαφείς και πλήρεις, περιέχουσες υποχρεώσεις μη συνοδευόμενες από επιφυλάξεις, και οι οποίες, ιδίως, δεν αφήνουν κανένα περιθώριο για την άσκηση διακριτικής ευχέρειας.
Αν γίνει η εφαρμογή των κριτηρίων αυτών, στην παρούσα υπόθεση, είναι δύσκολο να αμφισβητηθεί ότι αυτά δεν πληρούνται όσον αφορά το πρώτο μέρος του άρθρου 62, όπου γίνεται λόγος περί μη διακριτικής μεταχειρίσεως για τους υπηκόους και τις εταιρίες των κρατών μελών ή των κρατών ΑΚΕ, στο πεδίο των ρυθμίσεων που αφορούν την εγκατάσταση. Παρ' όλ' αυτά, η υποχρέωση αυτή πρέπει να θεωρηθεί σε συνδυασμό με την ακόλουθη φράση η οποία ορίζει:
«Αν για μια συγκεκριμένη δραστηριότητα, ένα κράτος ΑΚΕ ή ένα κράτος μέλος δεν είναι σε θέση να εξασφαλίσει τέτοια μεταχείριση, τα κράτη μέλη ή τα κράτη ΑΚΕ, ανάλογα με την περίπτωση, δεν υποχρεούνται να παρέχουν τέτοια μεταχείριση για τη δραστηριότητα αυτή στους υπηκόους ή στις εταιρίες του εν λόγω κράτους.»
Εκείνο για το οποίο πρόκειται στην παρούσα περίπτωση είναι μια επιφύλαξη η οποία χαρακτηρίζει την απαίτηση της ίσης μεταχειρίσεως, με αποτέλεσμα ότι, αν δεν υπάρχει συμμόρφωση προς αυτή, οι υπήκοοι του οικείου κράτους, στον υπό κρίση τομέα, δεν ωφελούνται από την απαίτηση της ίσης μεταχειρίσεως. Εξάλλου, η επιφύλαξη και, κατά συνέπεια, οι προϋποθέσεις εφαρμογής της απαγορεύσεως της διακρίσεως είναι εντελώς ασαφείς. Το άρθρο 62 δεν παρέχει καμιά ένδειξη περί του πότε μπορεί να αναγνωριστεί ότι ένα κράτος δεν είναι σε θέση να παράσχει την ίση μεταχείριση. Εν πάση περιπτώσει, τίποτα δεν συνηγορεί υπέρ της ιδέας κατά την οποία, όπως νομίζει ο RAZANATSIMBA, η επιφύλαξη μπορεί να ε πενεργήσει μόνο όταν η εφαρμογή της απαγορεύσεως των διακρίσεων είναι απόλυτα αδύνατη για οικονομικούς λόγους. Αν ήταν αυτή η πρόθεση των συντακτών της συμβάσεως, θα μπορούσαν κάλλιστα να προσθέσουν μια σχετική διάταξη στο άρθρο 62.
Αλλά, όπως ορθώς υπογράμμισε η Γαλλική Κυβέρνηση, η πρόθεση αυτή δεν θα μπορούσε να θεωρηθεί ως αρκετά σαφής, αυτό δε τόσο στην περίπτωση κατά την οποία θα έπρεπε να ληφθεί ως βάση μια οικονομική αδυναμία όσο και στην περίπτωση κατά την οποία έπρεπε να υποτεθεί νομική αδυναμία, πράγμα το οποίο, επιπλέον, είναι δύσκολο να φανταστεί κανείς στην περίπτωση κυριάρχων κρατών. Επομένως, πρέπει να υποτεθεί ότι το άρθρο 62 συνεχίζει το καθεστώς των προηγηθεισών συμβάσεων της YAOUNDE (των ετών 1963 μέχρι 1969), κατά το μέτρο που οι συμβάσεις αυτές δεν θέτουν καμιά προϋπόθεση για παρεκκλίσεις από την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως. Συνεπώς, δεν απομένει παρά το συμπέρασμα ότι η επιφύλαξη έχει παράσχει στα συμβαλλόμενα κράτη ευρεία διακριτική εξουσία που δεν περιλαμβάνει καμιά υποχρέωση δικαιολογίας, έστω και αν — όπως έχει δεχτεί η Γαλλική Κυβέρνηση — αυτή δεν μπορεί να φθάσει μέχρι την απόλυτη αυθαιρεσία. Κατά συνέπεια, αν τα κράτη μέλη μπορούν να αποφασίζουν σε κάθε ειδική περίπτωση κατά πόσο σκοπεύουν να αποστούν από την υποχρέωση της ίσης μεταχειρίσεως, όσον αφορά συγκεκριμένη δραστηριότητα και έναντι συγκεκριμένου κράτους και αν, κατά το μέτρο αυτό, πρόκειται να φθάσουμε μέχρι την εφαρμογή του άρθρου 64 της Συμβάσεως του LOME, κατά το οποίο το Συμβούλιο των υπουργών εξετάζει τα προβλήματα που ενδεχομένως ανακύπτουν από την εφαρμογή του άρθρου 62 και διατυπώνει σχετικά κάθε χρήσιμη σύσταση, ελλείψει επαρκούς ακρίβειας του περιεχομένου της υποχρεώσεως, είναι στην πραγματικότητα αδύνατο να διανοηθούμε απευθείας εφαρμογή του άρθρου 62.
3.
Η διαπίστωση αυτή αρκεί προφανώς για το δικαστήριο που εξέδωσε τη διάταξη παραπομπής, διότι το καθιστά σε θέση να παραβλέψει κάλλιστα τα επιχειρήματα που αντλούνται από τη σύμβαση του LOME, κατά την εξέταση της αιτήσεως του RAZANATSIMBA.
Δεν θα ήθελα να παραμείνω στη διαπίστωση αυτή, αλλά θα πω και μερικά λόγια σχετικά με την ερμηνεία του άρθρου 62 και, κατά συνέπεια, για το ζήτημα περί του τι σημαίνει ο όρος «απαγόρευση των διακρίσεων» του άρθρου αυτού. Σχετικά, πρέπει να εξεταστούν τρεις πιθανότητες:
—
Αν, σύμφωνα με τα περιστατικά της κύριας υπόθεσης, περιοριστεί κανείς στην υποχρέωση του κράτους μέλους — θα πρόκειται για την υποχρέωση απαγορεύσεως των διακρίσεων εις βάρος υπηκόων των κρατών ΑΚΕ, όσον αφορά τις ρυθμίσεις που ισχύουν σε θέματα εγκαταστάσεως για τα ελευθέρια επαγγέλματα, υπό την έννοια ότι σ' αυτή την ομάδα κρατών επιβάλλεται η ίδια μεταχείριση για όμοια κατάσταση.
—
Θα μπορούσε επίσης να πρόκειται για την περίπτωση παροχής στους υπηκόους αυτής της ομάδας κρατών της πλέον ευνοϊκής μεταχειρίσεως που το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος έχει χορηγήσει σε οποιοδήποτε κράτος ΑΚΕ και στους υπηκόους του.
—
Τέλος, θα μπορούσε επίσης να συναχθεί από το άρθρο 62 — πράγμα που υποστηρίζει προφανώς και ο RAZANATSIMBA — ότι τα κράτη μέλη υποχρεούνται να παρέχουν εθνική μεταχείριση στους υπηκόους των κρατών ΑΚΕ, με άλλα λόγια να τους μεταχειρίζονται ως εάν ήταν υπήκοοι του ενδιαφερομένου κράτους μέλους ή υπήκοοι άλλου κράτους μέλους αν η ιθαγένεια αποτελεί σημαντικό παράγοντα στους εθνικούς κανόνες.
α)
Κατά τη γνώμη μου, η τελευταία δυνατότητα βεβαίως αποκλείεται.
Το ίδιο το κείμενο της διατάξεως το υποδηλώνει. Αν οι συντάκτες της συμβάσεως είχαν πράγματι θελήσει την εθνική μεταχείριση, θα μπορούσαν, όπως σωστά υπογραμμίστηκε, να έχουν βρει ένα διαφορετικό και απλούστερο τύπο διατυπώσεως. Αρκεί μόνο υπενθύμιση των αντίστοιχων διατάξεων της συνθήκης ΕΟΚ ή του άρθρου 6 της διμερούς συμφωνίας που συνάφθηκε μεταξύ Γαλλίας και Μαδαγασκάρης το 1960. Είναι σημαντικό ότι το άρθρο 62 της Συμβάσεως του LOME δεν έχει την ίδια διατύπωση -αντίθετα, όπως τη βλέπω, η σύμβαση αυτή αποτελείται από ομάδες κρατών, οι υπήκοι των οποίων δεν είναι δυνατό να υπόκεινται σε δυσμενείς διακρίσεις εκ μέρους των κρατών κάθε άλλης ομάδας.
Κατά την ερμηνεία της συμβάσεως, είναι επίσης σημαντικό να λαμβάνεται υπόψη ο στόχος της, όπως προκύπτει από το προοίμιο. Στο τελευταίο, γίνεται λόγος ότι πρέπει να λαμβάνεται υπόψη το επίπεδο αναπτύξεως των χωρών, η θέληση ενδυναμώσε-ως των προσπαθειών προς την οικονομική ανάπτυξη και την κοινωνική πρόοδο των κρατών ΑΚΕ και η ανησυχία για την προώθηση της βιομηχανικής αναπτύξεως των κρατών ΑΚΕ. Πλήρης εθνική μεταχείριση θα συμβιβαζόταν δύσκολα με τους σκοπούς αυτούς. Πράγματι, θα ανέκυπτε αφενός ο κίνδυνος, με τη μεταχείριση αυτή, τα κράτη ΑΚΕ να χάνουν, με τη μετανάστευση, ειδικευμένο προσωπικό που είναι σημαντικό για την ανάπτυξη της δικής τους οικονομικής δομής-και αφετέρου, δεδομένου ότι σύμφωνα με την αρχή της αμοιβαιότητας το άρθρο 62 εφαρμόζεται και επί των κρατών ΑΚΕ, θα σήμαινε αναμφιβόλως για τις χώρες αυτές, με τα ποικίλοντα επίπεδα αναπτύξεώς τους, μια ακόμη πιο βαριά επιβάρυνση, αν έπρεπε να παρέχουν σε υπηκόους των κρατών μελών την εθνική μεταχείριση ή τη μεταχείριση που εφαρμόζεται σε υπηκόους άλλων αναπτυσσόμενων χωρών. Για το λόγο αυτό — όπως υπογράμμισε η Γαλλική Κυβέρνηση — ορισμένες αφρικανικές χώρες είναι διατεθειμένες να αντικαταστήσουν τις συμβάσεις που περιέχουν τέτοιες υποχρεώσεις παροχής εθνικής μεταχειρίσεως με συμβάσεις που περιέχουν απλές απαγορεύσεις των δυσμενών διακρίσεων. Πρέπει επίσης να υπομνηστεί ότι η σύμβαση μεταξύ Γαλλίας και Μαδαγασκάρης του 1960 που ήδη προαναφέρθηκε, η οποία προέβλεπε την εθνική μεταχείριση, καταγγέλθηκε από τη Μαδαγασκάρη το 1973 και αντικαταστάθηκε από νέα συμφωνία με την οποία, όσον αφορά την άσκηση του δικηγορικού επαγγέλματος, κάνει λόγο για την παροχή ορισμένων μόνο υπηρεσιών.
Τέλος, ενδιαφέρει να αναφερθεί η προηγηθείσα πρακτική της Κοινότητας στον τομέα αυτό και να γίνει σύγκριση με τις δύο άλλες συμβάσεις που προηγήθηκαν της Συμβάσεως του LOME, δηλαδή με τις συμφωνίες συνδέσεως του 1963 και του 1969, ως προς τις οποίες μπορεί να γίνει δεκτό ότι δεν υπήρξε πρόθεση να μην ακολουθηθεί η θεμελιώδης γραμμή τους.
Όπως εξήγησε η Επιτροπή, μέχρι σήμερα καμιά συμφωνία με τρίτη χώρα, ακόμα και οι συμφωνίες συνδέσεως με την Ελλάδα και την Τουρκία, που πρέπει να προετοιμάσουν την είσοδο των κρατών αυτών ως ισότιμων μελών, δεν έχει προβλέψει την εθνική μεταχείριση όσον αφορά το δικαίωμα εγκαταστάσεως. Υπό τις περιστάσεις αυτές, θα προκαλούσε έκπληξη το να ληφθεί ως βάση μια υποχρέωση τόσο ευρεία για μια συμφωνία συνδέσεως που συνάφθηκε με ορισμένες αφρικανικές και λοιπές χώρες, οι οποίες έχουν εντελώς διαφορετικές δομές και διαφορετικά επίπεδα αναπτύξεως.
Οι δύο προηγούμενες συμφωνίες συνδέσεως που συνάφθηκαν με τα κράτη της Αφρικής και τη Μαδαγασκάρη δεν προέβλεπαν στα άρθρα 29 και 31 αντιστοίχως παρά μόνο την υποχρέωση να θέσουν προοδευτικά τους υπηκόους και τις εταιρίες όλων των κρατών μελών σε κάθε συνδεδεμένο κράτος επί ίσης μοίρας όσον αφορά το δικαίωμα εγκαταστάσεως. Ήταν σαφές από τη ρήτρα του μάλλον ευνοουμένου έθνους, που περιέχεται στα ακόλουθα άρθρα, ότι αυτό δεν σήμαινε στην πραγματικότητα εθνική μεταχείριση, άλλως η εν λόγω ρήτρα δεν θα είχε σκοπό. Κατά τα λοιπά, τα συνδεδεμένα κράτη εμμέσως μόνο τυγχάνουν αντίστοιχου δικαιώματος, διότι η υποχρέωση της ίσης μεταχειρίσεως πρέπει να εφαρμόζεται στους υπηκόους κράτους μέλους μόνο αν αυτό παρέχει στους υπηκόους του ενδιαφερομένου συνδεδεμένου κράτους ανάλογα προνόμια για την ίδια δραστηριότητα — πράγμα που εξαρτάται αποκλειστικά από την απόφασή του. Στην πραγματικότητα, το γεγονός ότι μια υποχρέωση αμοιβαιότητας θεσπίστηκε στη Σύμβαση του LOME, αποτέλεσε ήδη πρόοδο υπό την έννοια της παραχωρήσεως που παρέχεται στα κράτη ΑΚΕ. Αντίθετα, κανένα στοιχείο δεν συνηγορεί υπέρ της απόψεως ότι επιδιώχτηκε ένα περαιτέρω βήμα προς την έννοια της εθνικής μεταχειρίσεως, καθόσον μάλιστα στην παρούσα σύμβαση γίνεται λόγος απλώς και μόνο αόριστα για «καθεστώς που έχει εφαρμογή σε θέματα εγκαταστάσεως», ενώ οι προηγούμενες συμφωνίες χρησιμοποιούσαν τον όρο «δικαίωμα εγκαταστάσεως» υπό ευρεία έννοια.
β)
Ούτε ευσταθεί επίσης το ότι η απαγόρευση της διακριτικής μεταχειρίσεως, σύμφωνα με το άρθρο 62 της Συμβάσεως του LOME, συνεπάγεται στην πραγματικότητα την υποχρέωση χορηγήσεως της μεταχειρίσεως του μάλλον ευνοουμένου κράτους, με άλλα λόγια ότι, δεδομένου ότι υφίστανται ειδικές συμφωνίες με διάφορες αφρικανικές χώρες, δυνάμει των οποίων η γαλλική ιθαγένεια δεν έχει σημασία για το επάγγελμα του δικηγόρου, η Γαλλία έχει την υποχρέωση να χορηγεί επίσης αυτή την εθνική μεταχείριση στους υπηκόους των αφρικανικών κρατών, υπέρ των οποίων δεν υπάρχει καμιά συμφωνία υπ' αυτή την έννοια.
Αν οι συντάκτες της Συμβάσεως του LOME είχαν θελήσει να θέσουν στο άρθρο 62 τη ρήτρα του μάλλον ευνοουμένου κράτους, θα είχαν επιλέξει διαφορετική διατύπωση για να την εκφράσουν. Σχετικά, αρκεί η παραπομπή στα άρθρα 30 και 32 των προηγουμένων συμβάσεων συνδέσεως, που ομιλούν ρητώς για πιο ευνοϊκή μεταχείριση.
Εξάλλου, αν — πράγμα που δεν είναι εντελώς σαφές — ήταν αποφασιστικής σημασίας σχετικά με τη μεταχείριση του μάλλον ευνοουμένου κράτους, θα ήταν δύσκολο να προσδιοριστεί πόια από τις διάφορες ειδικές συμφωνίες που αποτελούν ένα συνεκτικό σύστημα με αμοιβαίες υποχρεώσεις πρέπει να θεωρηθεί η πιο ευνοϊκή.
Επιπλέον, σε περίπτωση που θα αποδιδόταν σημασία μόνο στα δικαιώματα που απορρέουν από τις συμφωνίες αυτές, χωρίς να λαμβάνονται υπόψη οι υποχρεώσεις που βαρύνουν τα αφρικανικά κράτη, οι υπήκοοι κρατών τα οποία δεν έχουν συνάψει ειδικές συμφωνίες θα ετύγχαναν στην πραγματικότητα ευνοϊκότερης μεταχείρισης, δεδομένου ότι θα αποκτούσαν δικαίωμα εγκαταστάσεως, χωρίς να χρειάζεται να περιμένουν στο κράτος καταγωγής τους να προκληθεί ζημία από την ελευθερία εγκαταστάσεως υπηκόων των κρατών μελών.
Πρέπει πάντως να μη λησμονείται ότι η Μαδαγασκάρη κατήγγειλε μια προηγούμενη συμφωνία που περιείχε την εθνική μεταχείριση και η συμφωνία αυτή απλώς αντικαταστάθηκε από δικαστικής φύσεως σύμβαση, η οποία περιορίζεται σε ορισμένες παροχές υπηρεσιών δικηγόρων.
Επομένως, δύσκολα γίνεται δεκτό ότι για τους υπηκόους του κράτους αυτού η νομική κατάσταση που απορρέει από την καταγγελθείσα συμφωνία έπρεπε να εξακολουθήσει να υφίσταται, χωρίς η Μαδαγασκάρη να έχει αναλάβει αντίστοιχη υποχρέωση απορρέουσα από τη συμφωνία συνδέσεως.
γ)
Έτσι, η μόνη εναπομένουσα δυνατότητα είναι να εννοηθεί το άρθρο 62 της Συμβάσεως του LOME υπό την έννοια ότι κάθε κράτος της Κοινότητας — αν περιοριστώ σχετικά στο σημείο αυτό — οφείλει να μην προβαίνει σε δυσμενείς διακρίσεις μεταξύ των υπηκόων των κρατών ΑΚΕ, με άλλα λόγια να μην τους υποβάλει σε διαφορετική μεταχείριση στην περίπτωση ανάλογης καταστάσεως.
Σχετικά, το γεγονός ότι ειδικές συμφωνίες περιέχουσες αμοιβαίες υποχρεώσεις συνάφθηκαν με ορισμένα κράτη έχει μικρή σημασία δεν αποτελεί τμήμα αυτής καθαυτής της φύσεως της απαγορεύσεως των διακρίσεων. Οι υπήκοοι των κρατών αυτών τίθενται επομένως σε διαφορετική θέση από τους υπηκόους των κρατών για τα οποία δεν υφίσταται τέτοια κατάσταση.
Σχετικά, ο εκπρόσωπος της Γαλλικής Κυβερνήσεως μπόρεσε να αντλήσει ένα σημαντικό επιχείρημα από τη Σύμβαση της Βιέννης περί του διπλωματικού και προξενικού δικαίου, καθόσον, σύμφωνα με τη Σύμβαση αυτή, δεν είναι επίσης δυνατό να γίνεται λόγος περί δυσμενών διακρίσεων στις περιπτώσεις κατά τις οποίες αυστηρή εφαρμογή γίνεται επίσης και στο κράτος που αποστέλλει ένα διπλωμάτη ή στις περιπτώσεις δύο κρατών που εγγυώνται αμοιβαίως την πιο ευνοϊκή μεταχείριση.
Στο πλαίσιο της υποχρεώσεως ισότητας μεταχειρίσεως βάσει του άρθρου 62 της Συμβάσεως του LOME, πρέπει επομένως να μη λαμβάνονται υπόψη διμερείς ειδικές συμφωνίες. Όσον αφορά το δικαίωμα εγκαταστάσεως, η κανονιστική του ρύθμιση ασκεί επομένως τα αποτελέσματά της κατ' ουσία στους τομείς εκείνους όπου τα κράτη έχουν, κατά τρόπο καθαρώς μονομερή, ρυθμίσει τα ζητήματα που αφορούν το δικαίωμα αυτό.
δ)
Κατόπιν όλων αυτών των σκέψεων, δεν απομένει παρά το συμπέρασμα ότι ο προσφεύγων στην υπόθεση της κύριας δίκης δεν μπορεί να αντλήσει από το άρθρο 62 της Συμβάσεως του LOME δικαίωμα να καταστεί ασκούμενος ασχέτως της ιθαγένει-άς του. Είναι αδύνατο να στηριχτεί το δικαίωμα αυτό στην απαγόρευση των διακρίσεων που περιέχεται αποκλειστικώς και μόνο στο άρθρο 62, έστω και σε συνδυασμό με ορισμένες διμερείς συμβάσεις που έχουν συναφθεί από τη Γαλλία. Εν πάση περιπτώσει, η διακριτική εξουσία των κρατών μελών που προβλέπει η φράση 2 του άρθρου 62 δεν είναι εν προκειμένω συμβιβάσιμη. Στην άσκηση της εξουσίας αυτής δεν έχει εφαρμογή καμιά προϋπόθεση, πέραν του περιορισμού της απόλυτης αυθαιρεσίας, βεβαίως δε και επιτρέπει να λαμβάνονται υπόψη διαφορετικές επίσης νομικές καταστάσεις.
4.
Κατά συνέπεια, προτείνω να δοθεί η ακόλουθη απάντηση στο έρωτημα που έθεσε το COUR D'APPEL του DOUAI:
α)
Το άρθρο 62 της Συμβάσεως του LOME, της 28ης Φεβρουαρίου 1975, δεν θεμελιώνει υπέρ των υπηκόων των κρατών ΑΚΕ κανένα δικαίωμα το οποίο μπορούν να επικαλεστούν ενώπιον των δικαστηρίων των κρατών μελών.
β)
Το άρθρο 62 της Συμβάσεως αυτής δεν περιλαμβάνει ούτε την υποχρέωση εθνικής μεταχειρίσεως ούτε την παροχή μεταχειρίσεως του μάλλον ευνοουμένου κράτους, αλλά απλώς και μόνο μια απλή απαγόρευση των δυσμενών διακρίσεων, η οποία εξάλλου συνοδεύεται από μια σημαντική επιφύλαξη σχετικά με την άσκηση των διακριτικών εξουσιών των συμμετεχόντων στη σύμβαση κρατών. Δεν είναι επομένως δυνατό να συναχθεί από τη διάταξη αυτή το δικαίωμα υπηκόου κράτους ΑΚΕ να γίνει δεκτός ως ασκούμενος δικηγόρος ασχέτως της ιθαγένειάς του όταν, σύμφωνα με τη νομοθεσία του οικείου κράτους μέλους, παρεκκλίσεις από την προϋπόθεση αυτή είναι δυνατές μόνο στο πλαίσιο ειδικών συμφωνιών.
( *1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γερμανική.
Full & Egal Universal Law Academy