ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
HENRI MAYRAS
της 23ης Νοεμβρίου 1977 ( *1 )
Κύριε πρόεδρε,
κύριοι δικαστές,
I —
Η υπόθεση στην κυρία δίκη στην οποία στηρίζεται η προκειμένη παραπομπή προδικαστικού ερωτήματος έχει σχέση με διακονονισμό λογαριασμών μεταξύ Ολλανδών υπηκόων που ασκούν το επάγγελμα του ανθοπώλη στην περιοχή της RUHR. Όπως προκύπτει από το φάκελλο που έχει διαβιβαστεί η διαφορά προέκυψε κάτω από τις εξής προϋποθέσεις.
Κατά τους ισχυρισμούς του VAN DER PUTTE, Ολλανδού υπηκόου, κατοίκου την περίοδο εκείνη WUPPERTAL-BARMEN, ήδη κατά φαινόμενο κυρίου δύο ανθοπωλείων που βρίσκονταν το ένα στο SOLINGEN, το άλλο στο WUPPERTAL-BARMEN, ο SANDERS, άλλος Ολλανδός επίσης κάτοικος κατά την περίοδο εκείνη της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, ανέλαβε, το Φεβρουάριο του 1973, απέναντι στον VAN DER PUTTE, από την 5η Μαρτίου 1973, την εκμετάλλευση ανθοπωλείου που βρισκόταν στο WUPPERTAL-ELBERFELD. Το οφειλόμενο ποσό για την κατοχή του εμπορικού καταστήματος είχε οριστεί σε 700 DM κατά εβδομάδα -για «λόγους απλοποιήσεως», ο SANDERS κατέβαλε κατευθείαν το κύριο μίσθωμα που ανερχόταν σε 1900 DM κατά μήνα στον πραγματικό κύριο του ακινήτου, ο οποίος ήταν μια γερμανική ασφαλιστική εταιρία. Ο SANDERS έπρεπε εξάλλου να καταβάλει ως αποζημίωση πελατείας ή ως αέρα 25000 DM ή φιορίνια (το σημείο αυτό παραμένει ασαφές). Εξάλλου, η σύμβαση αυτή έπρεπε να διέπεται από τις ρήτρες που ισχύουν για την ανάληψη της εκμεταλλεύσεως καταστήματος του ιδίου τύπου, που βρισκόταν στο WUPPERTAL-BARMEN η οποία είχε γίνει με συμβολαιογραφική πράξη της 21ης Αυγούστου 1972 μεταξύ VAN DER PUTTE, εκμισθωτή και SANDERS μισθωτή με τη σύμπραξη της συζύγου του.
Ο SANDERS ήταν διατεθειμένος να δώσει συνέχεια στη σύμβαση αυτή· πάντως, πληροφόρησε τον VAN DER PUTTE ότι η συμφωνία της συζύγου του ήταν αναγκαία, δεδομένου ότι ήταν επίσης ενδιαφερόμενο μέρος στην επιχείρηση WUPPERTAL-BARMEN. Η σύμφωνη όμως αυτή γνώμη δεν δόθηκε.
Σε τελική ανάλυση, ο SANDERS δεν εξέτελεσε τις υποχρεώσεις του παρά μόνο στις 17 Απριλίου 1973 και δεν άρχισε την εκμετάλλευση του καταστήματος που βρισκόταν στο WUPPERTAL-ELBERFELD παρά μόνο αφού ο πρόεδρος του Πρωτοδικείου του ARNHEM τον υποχρέωσε, με απόφαση που εκδόθηκε κατά τη διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων στις 10 Απριλίου 1973, να αναλάβει την κατοχή του παραπάνω καταστήματος επί ποινή καταβολής 300 φιορινιών για κάθε ημέρα καθυστερήσεως. Πάντως, τα ποσά που ενχαν συμφωνηθεί ως μίσθωμα οφειλόμενο στον κύριο (1900 DM κατά μήνα) και ως μίσθωμα της εμπορικής επιχειρήσεως (700 DM κατά εβδομάδα) καθώς και η αποζημίωση πελατείας δεν καταβλήθηκαν.
Με εξώδικη πρόσκληση της 3ης Ιουλίου 1973 ο VAN DER PUTTE απήτησε, εκτός από την καταβολή του αέρα και των καθυ στερουμένων ποσών της παραπάνω μισθώσεως, την καταβολή ποσού 21794 φιορινιών (HFL) που είχε συμφωνηθεί εγγράφως γιο την εξαγορά του υπάρχοντος στοκ και δια φόρων εμπορευμάτων. Ο SANDERS κατέβα λε μόνο 19635,94 HFL.
Με απόφαση της 10ης Ιανουαρίου 1974 το Πρωτοδικείο του ARNHEM ανέστειλε τη διαδικασία και διέταξε την εμφάνιση των διαδίκων ενώπιον του εισηγητή δικαστή για τη διεξαγωγή αποδείξεων.
Ο VAN DER PUTTE άσκησε έφεση κατά της αποφάσεως αυτής ενώπιον του εφετείου του ARNHEM.
Μεταγενέστερα ο κύριος του καταστήματος που βρισκόταν στο SOLINGEN, κατήγγειλε τη μίσθωση που είχε συναφθεί με τον VAN DER PUTTE και στράφηκε κατ' ευθείαν κατά του SANDERS φαίνεται ότι ο VAN DER PUTTE ζήτησε από το LANDGERICHT του WUPPERTAL να διατάξει τον SANDERS να παραδώσει αμέσως το ακίνητο. Δεν έχουμε άλλη διευκρίνιση ως προς την κατάληξη της διαδικασίας αυτής.
Με παρεμπίπτουσα απόφαση της 3ης Δεκεμβρίου 1975, το Εφετείο του ARNHEM καταψήφισε υπέρ του VAN DER PUTTE το υπόλοιπο που του όφειλε ο SANDERS για την εξαγορά του στοκ, ήτοι 2158,06 HFL. Έκρινε ότι βάσει των αποδείξεων που είχαν προσκομισθεί η σύναψη της συμφωνίας ήταν αληθοφανής, αλλά επέτρεψε στον SANDERS να προσκομίσει ανταποδείξεις.
Επειδή αυτά τα αποδεικτικά στοιχεία δεν προσκομίστηκαν από τον SANDERS, το Εφετείο του ARNHEM έκρινε με οριστική απόφαση της 4ης Μαΐου 1976 επί των αιτημάτων που αφορούν τη μίσθωση και την αποζημίωση πελατείας: το αίτημα για την καταβολή των μισθωμάτων κρίθηκε βάσιμο μέχρι την 1η Ιανουαρίου 1976, ημερομηνία κατά την οποία η επίδικη μίσθωση καταγγέλθηκε από τον SANDERS και η αποζημίωση πελατείας 25000 HFL καταψηφίστηκε υπέρ του VAN DER PUTTE.
Κατά τη διάρκεια της διαδικασίας ενώπιον του Εφετείου του ARNHEM, ο SANDERS προέβαλε την ένσταση ελλείψεως διεθνούς δικαιοδοσίας του δικαστηρίου αυτού: ακόμη και αν υποτεθεί ότι η σύμβαση είχε εγκύρως συναφθεί μεταξύ των μερών — πράγμα που αμφισβητούσε ο SANDERS — μια τέτοια σύμβαση θα περιελάμβανε ρήτρα παρεκτάσεως διεθνούς δικαιοδοσίας υπέρ των δικαστηρίων του WUPPERTAL, τόπου όπου βρίσκεται το κατάστημα.
Με την οριστική του απόφαση το Εφετείο του ARNHEM απέρριψε την ένσταση αυτή στηριζόμενο στο άρθρο 17, παράγραφος 1, της Συμβάσεως για τη διεθνή δικαιοδοσία και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις που άρχισε να ισχύει την 1η Ιανουαρίου 1973: δεν υπήρχε καμιά γραπτή συμφωνία ούτε προφορική που να έχει επιβεβαιωθεί εγγράφως και να περιέχει τέτοια παρέκταση της διεθνούς δικαιοδοσίας. Πράγματι η παράσταση του SANDERS δεν είχε αποκλειστικά ως αντικείμενο να αμφισβητήσει τη διεθνή δικαιοδοσία του Ολλανδού δικαστή και το ζήτημα αυτό της διεθνούς δικαιοδοσίας δεν είχε πραγματικά ανακύψει παρά σε μεταγενέστερο στάδιο της διαδικασίας. Πάντως, το Εφετείο του ARNHEM προσέθεσε αυτεπαγγέλτως βάσει του άρθρου 19 της Συμβάσεως των Βρυξελλών για τη διεθνή δικαιοδοσία και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις μια σκέψη σχετικά με το άρθρο 16 που έχει ως εξής:
«Επειδή πρέπει να ληφθούν υπόψη οι διατάξεις του άρθρου 16, περίπτωση 1, της Συμβάσεως, δυνάμει του οποίου
“αποκλειστική διεθνή δικαιοδοσία, χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η κατοικία, έχουν:
1)
σε υποθέσεις εμπραγμάτων δικαιωμάτων επί ακινήτων και μισθώσεων ακινήτων, τα δικαστήρια του συμβαλλομένου κράτους της τοποθεσίας του ακινήτου(…)”
Επειδή
α)
κατά την κρίση του Εφετείου, πρέπει να θεωρείται ότι, δεδομένου ότι η σύμβαση έχει συναφθεί μεταξύ των μερών, τονίζεται λιγότερο η παραχώρηση της χρήσεως ορισμένου ακινήτου έναντι μισθώματος — πράγμα που ο ίδιος ο εκκαλών VAN DER PUTTE εξάλλου είχε μισθώσει — παρά η παραχώρηση της χρήσεως ενός συνόλου για εμπορική εκμετάλλευση έναντι αμοιβής, το οποίο για τους σκοπούς της διαδικασίας χαρακτηρίστηκε ως μίσθωση εμπορικής επιχειρήσεως
β)
για την υπόθεση αυτή, δεν ισχύουν οι λόγοι οι οποίοι, σύμφωνα με την έκθεση του PAUL JENARD σχετικά με τη Σύμβαση, οδήγησαν, σε περίπτωση διαφοράς που αναφέρεται, σε εμπράγματα δικαιώματα επί ακινήτων και μισθώσεις ακινήτων, να αναγνωριστεί η διεθνής δικαιοδοσία στα δικαστήρια του κράτους της τοποθεσίας του ακινήτου, δηλαδή οι μισθώσεις ακινήτων διέπονται γενικά από ειδικές διατάξεις δικαίου και ότι είναι προτιμότερο η εφαρμογή των διατάξεων αυτών να γίνεται μόνο από τα δικαστήρια του κράτους όπου ισχύουν
γ)
κάτω από αυτές τις συνθήκες, δεν πρόκειται για αγωγή που αφορά μίσθωση κατά την έννοια του άρθρου 16 της Συμβάσεως και συνεπώς δεν υπάρχει λόγος για το ολλανδικό δικαστήριο να κρίνει ότι δεν έχει διεθνή δικαιοδοσία.»
Οι σκέψεις αυτές αποτελούν αντικείμενο της αναιρέσεως που άσκησε ο SANDERS και που οδήγησαν το ανώτατο ολλανδικό δικαστήριο να διαβιβάσει την υπόθεση στο Δικαστήριο, για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως, δυνάμει των άρθρων 2 και 3 του πρωτοκόλλου της 3ης Ιουνίου 1971, στηριζόμενο στις σύμφωνες προτάσεις του εισαγγελέα. Το ακυρωτικό έκρινε πράγματι ότι η εξαίρεση που προβλέπεται στον κανόνα του άρθρου 18 της Συμβάσεως εντασσόταν στη προέκταση του άρθρου 19 και ότι «οι συμφωνίες διεθνούς δικαιοδοσίας δεν παράγουν έννομες συνέπειες αν … τα δικαστήρια, τη διεθνή δικαιοδοσία των οποίων αποκλείουν, έχουν αποκλειστική διεθνή δικαιοδοσία σύμφωνα με το άρθρο 16 (άρθρο 17, δεύτερη παράγραφος)». Η αποκλειστική διεθνής δικαιοδοσία που στηρίζεται στο άρθρο 16 — η οποία πρέπει να εξετάζεται ακόμη και αυτεπαγγέλτως όταν ζητείται η αναγνώριση ή η εκτέλεση δικαστικής αποφάσεως (άρθρα 28, πρώτη παράγραφος, και 34, δεύτερη παράγραφος) — δεν εξαρτάται από μια οποιαδήποτε συμπεριφορά των διαδίκων κατά τη διάρκεια της δίκης ή εκτός αυτής.
Κάτω από αυτές τις προϋποθέσεις το ανώτατο ολλανδικό δικαστήριο υποβάλλει στο Δικαστήριο με απόφαση της 10ης Ιουνίου 1977 τα ακόλουθα ερωτήματα:
«1.
Ο όρος “μισθώσεις ακινήτων” στο άρθρο 16, πρώτη περίοδος και περίπτωση 1, της Συμβάσεως για τη διεθνή δικαιοδοσία και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις καλύπτει επίσης τη σύμβαση μισθώσεως εμπορικής επιχειρήσεως η οποία λειτουργεί σε ακίνητο που ο εκμισθωτής έχει μισθώσει από κάποιο τρίτο;
2.
Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως, η αποκλειστική διεθνής δικαιοδοσία των δικαστηρίων του κράτους της τοποθεσίας του ακινήτου εφαρμόζεται και στην περίπτωση αγωγής που στηρίζεται σε παρόμοια σύμβαση, η οποία έχει ως αντικείμενο
α)
την καταβολή του μισθώματος για την εκμετάλλευση της εμπορικής επιχειρήσεως, ή
β)
την καταβολή από την υπομισθωτή του μισθώματος που οφείλεται από τον υπεκμισθωτή στον κύριο του ακινήτου, ή
γ)
την καταβολή αποζημιώσεως για την πελατεία;
3.
Η απάντηση στα παραπάνω ερωτήματα μπορεί να διαφέρει ανάλογα με το αν ο εναγόμενος υπομισθωτής (ο εκμεταλλευόμενος την επιχείρηση -PACHTER) έχει ή όχι αμφισβητήσει τη σύναψη της συμβάσεως κατά τη διάρκεια της διαδικασίας;»
II —
Οι όροι που χρησιμοποιούν οι συντάκτες της Συμβάσεως για να εκφράσουν σε διαφορετικές επίσημες γλώσσες αυτό που σημαίνουν οι γαλλικοί όροι «σε υποθέσεις εμπραγμάτων δικαιωμάτων επί ακινήτων και μισθώσεις ακινήτων» προδίδουν κάποια ασάφεια, η οποία ίσως προκάλεσε τα ερωτήματα του ανωτάτου ολλανδικού δικαστηρίου.
Πρώτα πρέπει να τονιστεί ότι, στη γαλλική απόδοση, δεν αποκλείεται καθόλου από το κείμενο οι διαφορές που αφορούν μισθώσεις ακινήτων να δικάζονται ενώπιον του δικαστηρίου του κράτους της τοποθεσίας του ακινήτου, ανεξάρτητα από το αν οι διαφορές αυτές αφορούν εμπράγματο δικαίωμα ή όχι, είτε πρόκειται για μίσθωση αστική ή εμπορική. Ο BELLET (JDI, 1965, σ. 857) σημείωνε ήδη ότι είναι αρκετά περίεργο το κείμενο να αφορά όχι μόνο τις διαφορές που σχετίζονται με εμπράγματα δικαιώματα, αλλά εκείνες που αφορούν μισθώσεις ακινήτων.
Οι αντίστοιχοι ολλανδικοί όροι οι οποίοι είναι πάρα πολύ ευρείς, δεν φαίνονται επίσης να αποκλείουν A PRIORI όλες οι διαφορές που αφορούν δικαιώματα (είτε είναι εμπράγματα είτε όχι) που προκύπτουν από σύμβαση μισθώσεως ακινήτου να μπορούν να δικάζονται ενώπιον του FORUM REI SITAE.
Νομίζουμε ότι οι συντάκτες της Συμβάσεως θέλησαν να ορίσουν αποκλειστική διεθνή δικαιοδοσία τόσο ως προς τα εμπράγματα δικαιώματα επί ακινήτων όσο και ως προς δικαιώματα, ακόμη και ενοχικά, που έχουν προκύψει από μισθώσεις ακινήτων για αστική ή εμπορική χρήση.
Κατά πρώτον, μπορεί να γίνει επίκληση κατά την έννοια αυτή ενός επιχειρήματος που αντλείται από τη γραμματική ερμηνεία. Το γερμανικό κείμενο του άρθρου 16, περίπτωση 1, ορίζει, μεταφραζόμενο κατά λέξη στα γαλλικά: «Για τις αγωγές που έχουν ως αντικείμενο εμπράγματα δικαιώματα επί ακινήτων καθώς και το μίσθωμα ή τη μίσθωση ακινήτων…»
Η μέριμνα που επέδειξαν οι συντάκτες φαίνεται ότι είναι γενικά αναγνωρισμένη: η αποκλειστικότητα της διεθνούς δικαιοδοσίας σε υποθέσεις εμπραγμάτων δικαιωμάτων επί ακινήτων, όπως γράφει ο DROZ (COMPETENCE JUDICIAIRE INTERNATIONALE, σ. 100), «δικαιολογείται άνετα. Οι διαφορές σε υποθέσεις εμπραγμάτων δικαιωμάτων επί ακινήτων συνεπάγονται συχνά αυτοψίες, αποδείξεις διά μαρτύρων και πραγματογνωμοσύνη που πρέπει αναγκαστικά να διενεργηθούν στον τόπο όπου βρίσκεται… εξάλλου, η απόφαση σχετικά με ακίνητο κατ' ανάγκη θα εκτελεστεί στον τόπο όπου βρίσκεται το ακίνητο».
Η σημασία που έχει, για τους συντάκτες της Συμβάσεως, αυτή η αποκλειστική δικαιοδοσία συνάγεται από το άρθρο 19 (η έλλειψη διεθνούς δικαιοδοσίας πρέπει να τίθεται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο) και από τα άρθρα 28 και 34 (μη αναγνώριση ή εκτέλεση όταν παραβιάζεται η αρχή της αποκλειστικότητας της διεθνούς δικαιοδοσίας).
Η δύναμη προσελκύσεως της τοποθεσίας του ακινήτου οδήγησε στη διεύρυνση, επί διεθνούς επιπέδου, των κανόνων της διεθνούς δικαιοδοσίας που έχουν γίνει δεκτοί στο εσωτερικό δίκαιο και, όπως αναφέρει ο DROZ, «υπερακοντίζει το πεδίο των καθαρά εμπραγμάτων δικαιωμάτων για να επεκταθεί στις μισθώσεις ακινήτων». Ο BEL-LET επίσης αναφέρει ότι «οι εμπειρογνώμονες εθεώρησαν ότι το σύστημα μισθώσεων, είτε αφορά την κατοίκηση ή την άσκηση επαγγέλματος, κατέστη στις έξι χώρες της κοινής αγοράς σχεδόν εμπράγματο δικαίωμα». Οι υποθέσεις μισθώσεων ακινήτων παρέχουν δικαίωμα ασκήσεως όχι μόνο εμπραγμάτων αγωγών που αφορούν ένα ακίνητο, αλλά και μεικτών αγωγών, δηλαδή αγωγών που συνδέουν ενοχική αγωγή που πηγάζει από ενοχική υποχρέωση με μία εμπράγματη αγωγή. Στην περίπτωση αυτή, στο εσωτερικό δίκαιο, τέσσερα από τα έξι συμβαλλόμενα κράτη παρέχουν στον ενάγοντα τη δυνατότητα επιλογής μεταξύ του δικαστηρίου της κατοικίας του εναγομένου και του δικαστηρίου της τοποθεσίας του ακινήτου. Ο BATTIFOL (MELANGES OFFERHAUS-KOLLEWIJN, σ. 57) σημειώνει ότι, κατά την άποψή του, το αγγλικό δίκαιο φαίνεται, επίσης, ότι έχει πρόσφατα εγκαταλείψει την αρχή «PERSONALITY HAS NO LOCALITY». Στη Γαλλία και στην Ιταλία αναφέρει ότι υπάρχει τάση να ερμηνεύεται το σύστημα εμπραγμάτων δικαιωμάτων επί ακινήτων κατά τρόπο πιο ευρύ από ό, Π το σύστημα των εμπραγμάτων δικαιωμάτων επί κινητών, διότι ο τόπος όπου βρίσκονται τα κινητά είναι πιο αόριστος, συνεπώς λιγότερο ενδεικτικός, και μπορεί να προκαλέσει δυσχέρειες αποδείξεως.
«Στο εξής δεν θα συμβαίνει πλέον έτσι — γράφει ο DROZ — λόγω της διατυπώσεως του άρθρου 16. Φάνηκε ότι οι μισθώσεις ακινήτων για κατοικία ή για επαγγελματική χρήση, οι εμπορικές μισθώσεις και οι μισθώσεις αγροτικών ακινήτων ήταν αντικείμενο, σε κάθε μία από τις νομοθεσίες των κρατών μελών, πολύ ειδικών ρυθμίσεων … Συνεπώς δικαιολογείται η εφαρμογή των πολυπλόκων και ειδικών αυτών διατάξεων να επαφίεται μόνο στους δικαστές της χώρας όπου αυτές ισχύουν …» Ούτε αποκλείεται οι εθνικές ρυθμίσεις ή ιδιαίτερα τοπικά έθιμα να μπορούν να εφαρμόζονται επίσης στο πλαίσιο εμπορικής μισθώσεως που είναι παρεπόμενη αστικής μισθώσεως. Το γεγονός ότι ο εκμισθωτής, στην περίπτωση εμπορικής μισθώσεως, δεν είναι αυτός ο ίδιος παρά μόνο μισθωτής του ακινήτου όπου ασκείται η εμπορική επιχείρηση που έχει υπεκμισθωθεί δεν είναι αυτό καθεαυτό παρά δευτερεύουσας σημασίας.
«Δεν προκαλεί καμιά αμφισβήτηση — συμπεραίνει ο DROZ, υποστηριζόμενος από τη WESER (CONVENTION COMMUNAUTAIRE, σ. 303) — το γεγονός ότι οι διαφορές μεταξύ εκμισθωτών και μισθωτών που αφορούν την ύπαρξη ή την ερμηνεία μισθώσεως, την έξωση και την παραίτηση, υπάγονται ασφαλώς στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 16, παράγραφος 1.»
Για το λόγο αυτό σε αγωγές που έχουν αποκλειστικά ως αντικείμενο την καταβολή του μισθώματος, ο DROZ υποστηρίζει, δίκαια κατά τη γνώμη μας και τούτο αντίθετα προς την άποψη του JENARD ο οποίος συνέταξε την έκθεση επί της Συμβάσεως, ότι μια τέτοια αγωγή δεν αποχωρίζεται από το μίσθιο ακίνητο. Μεταξύ άλλων σχετικών σκέψεων, ο DROZ επικαλείται το γεγονός ότι, αν ο μισθωτής έχει καταδικαστεί, πολύ συχνά μια διεθνής εκτέλεση — που θέτει πάντοτε λεπτά προβλήματα — δεν είναι καν νοητή. Θα είναι έτσι δυνατό να εκτελεστεί κατ' ευθείαν η απόφαση για τα κινητά που υπάρχουν στο μίσθιο. Εάν είναι επιτρεπτό η αγωγή καταβολής των μισθωμάτων να δικάζεται σε χώρα διαφορετική από τη χώρα της τοποθεσίας του ακινήτου, ο μισθωτής, υποτιθεμένου ότι έχει την κατοικία του στην πρώτη χώρα, «δεν θα μπορέσει να ασκήσει, ενώπιον του δικαστηρίου της πρώτης αυτής χώρας, ανταγωγή προς συμψηφισμό των δαπανών στις οποίες προέβη για τη συντήρηση του ακινήτου, που επιβάλλονται από την τοπική κανονιστική ρύθμιση και έχουν εξοφληθεί από τον χρησιμοποιούντα το ακίνητο για λογαριασμό του ιδιοκτήτη … Προς το συμφέρον της ορθής απονομής της δικαιοσύνης, θα έπρεπε· τότε να λειτουργήσουν οι διατάξεις περί συνάφειας για να επιτρέψουν στο δικαστή που επιλήφθηκε δεύτερος να αναβάλει την έκδοση οριστικής αποφάσεως. Φαίνεται πολύ προτιμότερο να εξοικονομηθεί χρόνος και χρήμα συγκεντρώνοντας το σύνολο των προβλημάτων στη χώρα της τοποθεσίας του ακινήτου».
Κατά την έννοια αυτή έκρινε το TRIBUNAL D'INSTANCE (Ειρηνοδικείο) της AIX-LA-CHAPELLE, στις 24 Οκτωβρίου 1975, με την αιτιολογία ότι η αγωγή καταβολής του μισθώματος μπορεί να προκαλέσει την εφαρμογή διατάξεων του εθνικού δικαίου που αφορούν το ίδιο το μίσθιο. Το δικαστήριο αυτό έκρινε ότι ακόμη και όσον αφορά τις αγωγές για καταβολή του μισθώματος οι διατάξεις του εθνικού δικαίου περί μισθώσεων, που αφορούν το μίσθιο, μπορούν να είναι αποφασιστικές.
Αντίθετα το ARRONDISSEMENTRECHTBANK του Αμστερνταμ, σε μια απόφαση της 25ης Νοεμβρίου 1975, απέρριψε την ένσταση ελλείψεως διεθνούς δικαιοδοσίας που προβλήθηκε σε διαφορά που αφορούσε την καταβολή χρηματικού ποσού που εζητείτο δυνάμει ποινικής ρήτρας που είχε συμφωνηθεί για την περίπτωση πληρώσεως αναβλητικής αιρέσεως. Το ακίνητο βρισκόταν στη Γαλλία, ο εναγόμενος είχε την κατοικία του στις Κάτω Χώρες και το ARRONDISSEMENTRECHTBANK έκρινε ότι η αγωγή δεν αφορούσε εμπράγματο δικαίωμα επί ακινήτου.
Θα προσθέσουμε επ' αυτού μια σκέψη καθαρής σκοπιμότητας: αν μπορεί να φανεί υπερβολικό πράγματι να υποχρεωθούν δύο διάδικοι, που έχουν την κατοικία τους στο ίδιο κράτος, να απευθυνθούν στο δικαστήριο τρίτου κράτους ή άλλου κράτους μέλους στην περιφέρεια του οποίου βρίσκεται το ακίνητο, όταν η απόσταση που χωρίζει τους διαδίκους από την έδρα του δικαστηρίου αυτού είναι σημαντική, αυτό δεν συμβαίνει καθόλου στη συγκεκριμένη περίπτωση, διότι το WUPPERTAL δεν είναι καθόλου πιο απομακρυσμένο από το ARNHEM απ' ό, τι η Χάγη.
III —
Ακόμη και αν, επ' αυτού του πρώτου ζητήματος, υπήρχε τάση να λεχθεί ότι εναπόκειται στον εθνικό δικαστή να κρίνει αν η διαφορά την οποία δικάζει δεν έχει παρά μόνο μια αόριστη συνάφεια με μίσθωση ακινήτου, ή αντίθετα, αν το ζήτημα που ανέκυψε ενώπιόν του δεν μπορεί να αποσπαστεί από το πρόβλημα της μισθώσεως ακινήτου, η εξέταση του υπολοίπου των ερωτημάτων που υποβλήθηκαν από το ολλανδικό ακυρωτικό οδηγεί στην αντίθετη σκέψη.
Τα ερωτήματα υπ' αριθμό 2 που τέθηκαν από το δικαστήριο αυτό επιτρέπουν, πράγματι, να προσδιοριστεί περισσότερο το πρόβλημα το οποίο δικάζει. Σύμφωνα με τα ερωτήματα αυτά, φαίνεται σαφές ότι η αμφισβήτηση αφορά σύνολο υποχρεώσεων συναφών με εμπορική μίσθωση, δηλαδή αφορούν μίσθωμα που έπρεπε να καταβάλει απ' ευθείας, σύμφωνα με την υποτιθέμενη συμφωνία, ο υπομισθωτής του εμπορικού ακινήτου προς τον ιδιοκτήτη του ακινήτου όπου ασκείτο η εμπορία, σχετικά με την εμπορική μίσθωση αυτή καθεαυτή καθώς και σχετικά με την καταβολή αποζημιώσεως πελατείας ή «αέρα».
Η αγωγή με την οποία ο VAN DER PUTTE ζητεί συγχρόνως την καταβολή του ποσού το οποίον ο ίδιος οφείλει στον ιδιοκτήτη, του ποσού της εμπορικής μισθώσεως αυτής καθεαυτής και την αποζημίωση πελατείας είναι μεικτή: είναι προσωπική αγωγή ως προς το ότι τείνει να επιβάλει κύρωση σε μια υποχρέωση προς πράξη, αλλά αποτελεί επίσης εμπράγματη αγωγή ακινήτου κατά το ότι έχει ως σκοπό να προβάλει δικαιώματα που του παρέχει η ιδιότητά του ως εκμισθωτή ή κατόχου του ακινήτου.
Επί πλέον, αν η σύναψη μιας τέτοιας συμβάσεως πρέπει να γίνει δεκτή — και θα πούμε απαντώντας στο τρίτο ερώτημα ότι η ύπαρξη ερωτήματος για το ζήτημα αυτό αποτελεί αιτιολογία επί πλέον για την αναγνώριση της αποκλειστικής διεθνούς δικαιοδοσίας κατά την έννοια του άρθρου 16, περίπτωση 1, — η συμφωνία αυτή θα έπρεπε να ερμηνευτεί με βάση το υπόδειγμα της εμπορικής μισθώσεως που αφορά το κατάστημα που βρίσκεται στο WUPPERTAL-BARMEN. Όμως, η παράγραφος 2, περίπτωση 2, της γραπτής αυτής συμφωνίας ορίζει ότι «αντίγραφο της συμβάσεως μισθώσεως (που έχει συναφθεί μεταξύ της ασφαλιστικής εταιρίας, ιδιοκτήτριας του ακινήτου, και VAN DER PUTTE) έχει επισυναφθεί στη συμβολαιογραφική πράξη (εμπορική μίσθωση που έχει συναφθεί μεταξύ SANDERS και VAN DER PUTTE) και αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα της». Η αμφισβήτηση θα αφορούσε έτσι αναγκαία, με τον ίδιο τρόπο, την πρώτη αυτή μίσθωση ακινήτου.
Πάντοτε σύμφωνα με το υπόδειγμα αυτό, τα μέρη αναγνώριζαν ότι στη συμφωνία τους είχε εφαρμογή το γερμανικό δίκαιο (παράγραφος 14, περίπτωση 1) και είχαν συμφωνήσει παρέκταση διεθνούς δικαιοδοσίας υπέρ του δικαστηρίου του WUPPERTAL (παράγραφος 14, περίπτωση 2). Επί πλέον, στην αρχή οι διάδικοι είχαν την κατοικία τους στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας και παραιτήθηκαν από αυτή μόνο αργότερα. Όλα συντείνουν συνεπώς στο ότι η διεθνής δικαιοδοσία του δικαστηρίου του WUPPERTAL είναι η πιο ενδεδειγμένη. Τέλος, φαίνεται ότι οι φορολογικές υπηρεσίες του WUPPERTAL-BAR-ΜΕΝ διέταξαν, λόγω της οφειλής φόρων η οποία βαρύνει τον VAN DER PUTTE, διάφορες κατασχέσεις και γνωρίζοντας ότι ο SANDERS είχε συνάψει σύμβαση υπομισθώσεως με τον VAN DER PUTTE, προέβησαν σε κατάσχεση των απαιτήσεων που ο VAN DER PUTTE έχει κατά του SANDERS τόσο λόγω της κυρίας μισθώσεως όσο και λόγω της υπομισθώσεως.
Ζητώ συγνώμη διότι υπεισέρχομαι στις λεπτομέρειες αυτές, αλλά οδηγούμαι από τη φροντίδα να παράσχω όλα τα χρήσιμα στοιχεία στο εθνικό δικαστήριο. Ασφαλώς, αυτό είναι αρμόδιο να εκτιμήσει αν, παρόλη τη σύνταξη που χρησιμοποιήθηκε από τον VAN DER PUTTE στο εισαγωγικό της δίκης δικόγραφο, αν ορθώς έχει ενώπιόν του τεθεί κυρίως το ζήτημα της συνάψεως συμβάσεως μισθώσεως, οπότε στην περίπτωση αυτή πρέπει να εφαρμόσει το άρθρο 19.
Ως προς την αποζημίωση πελατείας, αν και αφορά δικαίωμα κυριότητας που αναφέρεται σε ασώματα αγαθά και, κατά συνέπεια, έχει χαρακτήρα κινητό και η αγωγή με την οποία μπορεί να ζητηθεί μπορεί να χαρακτηριστεί προσωπική, αυτή η προσωπική αγωγή έχει μεικτό χαρακτήρα και εμφανίζει στοιχεία αγωγής που αφορά ακίνητο στο μέτρο που η κύρωση του δικαιώματος αυτού ζητείται επ' ευκαιρία και κατ' εφαρμογή μισθώσεως ακινήτου: η διεθνής δικαιοδοσία για την εκδίκασή της πρέπει συνεπώς να ακολουθήσει τον κανόνα που αναφέρθηκε παραπάνω.
IV —
Το τρίτο ερώτημα που έθεσε το ολλανδικό ακυρωτικό ενισχύει την άποψη που μόλις εκφράσαμε. Το ερώτημα αυτό αναγνωρίζει αυτό το ίδιο ότι υπήρξε, σε μια δεδομένη στιγμή της διαδικασίας, αμφισβήτηση μεταξύ του ενάγοντος υπεκμισθωτού και του εναγομένου υπομισθωτού ως προς τη σύναψη της συμβάσεως και την ερμηνεία των ρητρών της. Βάσει της αγωγής που κοινοποίησε ο VAN DER PUTTE, το αντικείμενο της διαφοράς αφορούσε κυρίως την καταβολή των μισθωμάτων και την τήρηση των άλλων υποχρεώσεων που αναλήφθηκαν κατά τη σύναψη της συμβάσεως μισθώσεως. Αλλά η σύναψη αυτή καθεαυτή «μισθώσεως» αμφισβητείται σοβαρά από τον SANDERS' μια τέτοια αμφισβήτηση του τίτλου που παρέχει δικαίωμα για την αναζήτηση της καταβολής είναι πράγματι πάντοτε δυνατή στην περίπτωση που ζητείται η καταβολή. Συνεπώς η αγωγή για την καταβολή καθυστερουμένων μισθωμάτων θεωρείται ότι αφορά ακίνητα, όταν ο συστατικός τίτλος αμφισβητείται -αυτό αρκεί για να θεωρηθεί ως «μεικτή» η διαφορά που έχει αχθεί ενώπιον του Ολλανδού δικαστή και να δικαιολογήσει την εφαρμογή του κανόνα του άρθρου 16, περίπτωση 1. Η διεθνής δικαιοδοσία που είναι δημοσίας τάξεως ακόμη και κατά το στάδιο της αναγνωρίσεως και της εκτελέσεως δεν μπορεί να είναι συνάρτηση μόνο της συμπεριφοράς των διαδίκων κατά τη διάρκεια και εκτός της δίκης.
Συμπέρασμα
Υπ' αυτές τις προϋποθέσεις, συμπεραίνω ότι το Δικαστήριο πρέπει να αποφανθεί ότι:
1)
Ως μισθώσεις ακινήτων, κατά την έννοια του άρθρου 16, περίπτωση 1, της Συμβάσεως του 1968, πρέπει να νοηθούν, κυρίως, η σύμβαση που αφορά μίσθωση εμπορικής επιχειρήσεως, η οποία είναι αντικείμενο εκμεταλλεύσεως και ασκείται σε ακίνητο το οποίο κατέχεται το ίδιο δυνάμει μισθώσεως που έχει συναφθεί με ένα τρίτο εκ μέρους του υπεκμισθωτή.
2)
Η αποκλειστική διεθνής δικαιοδοσία που ορίζει η διάταξη αυτή ισχύει κυρίως για την αγωγή που ασκείται βάσει μιας τέτοιας συμφωνίας και τείνει:
—
στην καταβολή του ποσού της εμπορικής μισθώσεως αυτής καθεαυτής,
—
στην καταβολή του μισθώματος το οποίο ο εκμισθωτής οφείλει ο ίδιος προς τον κύριο του ακινήτου.
—
στην καταβολή αποζημιώσεως πελατείας.
3)
Το γεγονός ότι ο υπομισθωτής αμφισβήτησε αυτός ο ίδιος, κατά τη διάρκεια της δίκης, τη σύναψη μιας τέτοιας συμφωνίας δεν θίγει τα παραπάνω.
( *1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γαλλική.
Full & Egal Universal Law Academy