ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
GERHARD REISCHL
της 14ης Δεκεμβρίου 1977 ( *1 )
Κύριε Πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
Η ανατρεσίβλητη της κύριας δίκης, στο πλαίσιο της οποίας υποβλήθηκε η αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως που θα μας απασχολήσει σήμερα, γεννήθηκε στις 21 Απριλίου 1956 και είναι γαλλίδα υπήκοος. Αφού τελείωσε την εκπαίδευσή της σε σχολείο στη Γαλλία το Σεπτέμβριο 1973, διέμεινε από τις 3 Οκτωβρίου 1973 μέχρι τις 30 Απριλίου 1974 στη Μεγάλη Βρετανία, όπου εργάστηκε ως au pair σε οικογένεια της χώρας αυτής και, επιπλέον, παρακολούθησε βραδινά μαθήματα σε κέντρο επιμορφώσεως ενηλίκων.
Μόλις επέστρεψε στη Γαλλία, η αναιρεσίβλητη ενεγράφη ως άνεργος στην αρμόδια υπηρεσία, στις 2 Μαΐου 1974. Επειδή από τις 17 Μαΐου 1974 υποβλήθηκε σε θεραπεία, ζήτησε από τον αρμόδιο γαλλικό ασφαλιστικό οργανισμό να της επιστρέψει την ιατρική δαπάνη.
Εντούτοις, ο αρμόδιος φορέας, το Caisse primaire d'assurance maladie του Eure-et-Loir, απέρριψε την αίτηση αυτή. θεωρεί ότι η αναιρεσίβλητη δεν δικαιούται παροχών ως δικαιοδόχος του πατέρα της που είχε κοινωνική ασφάλιση, διότι εργάστηκε στη Μεγάλη Βρετανία μετά το τέλος των σπουδών της σε σχολείο — πράγμα το οποίο έχει καθοριστική σημασία κατά το άρθρο L 285 του Code de Sécurité Sociale (Κώδικα Κοινωνικής Ασφαλίσεως). Ούτε έχει η αναιρεσίβλητη ίδιο δικαίωμα, διότι δεν συγκεντρώνει τις προϋποθέσεις που ισχύουν για τη διάρκεια της εργασίας κατά το άρθρο L 249 του Code de Sécurité Sociale, ούτε μπορεί να θεωρηθεί — πράγμα πολύ σημαντικό προκειμένου να ληφθούν υπόψη οι βρετανικές περίοδοι ασφαλίσεως — ως εποχιακά εργαζόμενη κατά την έννοια των σχετικών ασφαλιστικών κοινοτικών κανονισμών.
Αντιθέτως, η Commission de première instance du Contentieux de la sécurité sociale της Chartres, ενώπιον της οποίας προσεβλήθη η απόφαση αυτή, δικαίωσε την αναιρεσίβλητη της κύριας δίκης. Με απόφαση που εξέδωσε στις 12 Μαρτίου 1975, έκρινε ότι η αναιρεσίβλητη δικαιούτο παροχών υγειονομικής ασφαλίσεως στη Γαλλία, ως δικαιοδόχος του πατέρα της. θεώρησε, σχετικά, ως καθοριστικό στοιχείο το γεγονός ότι, στη Μεγάλη Βρετανία, η National Insurance δεν θεωρεί ότι οι νεαρές εργαζόμενες ως au pair εργάζονται έναντι αμοιβής, αλλά ότι έχουν σπουδαστική ιδιότητα.
Το Caisse primaire δεν δέχθηκε την εκτίμηση αυτή και άσκησε αναίρεση ενώπιον του Cour de cassation. Για να αιτιολογήσει την αίτηση αναιρέσεως, επικαλέστηκε, ιδίως, το γεγονός ότι, κατά το γαλλικό δίκαιο, ένα τέκνο δεν θεωρείται ως συντηρούμενο πρόσωπο, ως προς τις οικογενειακές παροχές και, κατ' επέκταση, ως προς τα δικαιώματα που απορρέουν από την κοινωνική ασφάλιση του πατέρα του, μόνο αν η εκπαίδευσή του σε σχολή δεν συμβιβάζεται με αμειβόμενη επαγγελματική δραστηριότητα. Η αναιρεσίβλητη όμως εργάστηκε ως au pair και έλαβε, επομένως, αμοιβή, έστω και υπό τη μορφή παροχών σε είδος (τροφή, στέγη).
Κατά την άποψη του Cour de cassation, αν, κατά την εξέταση της υποθέσεως, ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι η αναιρεσίβλητη υπήχθη στη Μεγάλη Βρετανία, στο σύστημα υγειονομικής ασφαλίσεως, τίθεται το ερώτημα αν έχει ή όχι ίδιο δικαίωμα βάσει του κανονισμού 1408/71 (EE ειδ. έκδ. 05/001, σ. 73) και συγκεκριμένα, βάσει του άρθρου 18 του κανονισμού, το οποίο ορίζει μεταξύ άλλων:
«Ο αρμόδιος φορέας κράτους μέλους, η νομοθεσία του οποίου εξαρτά την κτήση, τη διατήρηση ή την ανάκτηση του δικαιώματος παροχών από τη συμπλήρωση περιόδων ασφαλίσεως, λαμβάνει υπόψη κατά το μέτρο που απαιτείται, τις περιόδους ασφαλίσεως που επραγματοποιήθησαν υπό τη νομοθεσία παντός άλλου κράτους μέλους, ως να επρόκειτο για περιόδους που επραγματοποιήθησαν υπό τη νομοθεσία που εφαρμόζει ο φορέας αυτός.»
Κατά συνέπεια, το Cour de cassation, με απόφαση της 3ης Ιουνίου 1977, ανέστειλε τη διαδικασία και ζήτησε, κατ' εφαρμογή του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, από το Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων να αποφανθεί προδικαστικώς επί των εξής ερωτημάτων:
1)
Ο υπήκοος κράτους μέλους, ο οποίος, λόγω του ότι διαμένει στο έδαφος άλλου κράτους μέλους και εργάζεται στο κράτος αυτό ως au pair παρακολουθώντας συγχρόνως σπουδές με μειωμένες ώρες διδασκαλίας, δικαιούται, στο κράτος αυτό, παροχών κοινωνικής ασφαλίσεως σε είδος, είναι διακινούμενος εργαζόμενος υπό την έννοια του άρθρου 1 του κανονισμού 1408/71;
2)
Τα δικαιώματα που έχει αποκτήσει ο υπήκοος αυτός κατά την παραμονή του στο κράτος αυτό πρέπει να λαμβάνονται υπόψη από κάθε άλλο κράτος μέλος, σαν να επρόκειτο για περιόδους που απαιτούνται για τη γένεση του δικαιώματος κατά τη νομοθεσία που εφαρμόζει το κράτος αυτό;
Επί των ερωτημάτων αυτών παρατηρούνται τα ακόλουθα:
1.
Η αναιρεσίβλητη μπορεί να επικαλεσθεί δικαιώματα βάσει του κανονισμού αυτού μόνο αν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής ratione personae του κανονισμού 1408/71.
Σημαντικό στοιχείο στο θέμα αυτό είναι το γεγονός ότι κατά την παραμονή της στη Μεγάλη Βρετανία, η αναιρεσίβλητη ήταν ασφαλισμένη κατά του κινδύνου της ασθενείας και έλαβε πράγματι σχετικές παροχές·
Αλλο σημαντικό στοιχείο είναι ότι στη Μεγάλη Βρετανία — όπως συνάγεται από τις παρατηρήσεις του εκπροσώπου της Βρετανικής Κυβέρνησης και τα επιχειρήματα της Επιτροπής — η υγειονομική ασφάλιση είναι κατά τέτοιο τρόπο οργανωμένη, ώστε, αφενός, στο πλαίσιο της εθνικής υπηρεσίας υγείας που ιδρύθηκε με νόμο το 1946, η ασφάλιση αυτή καλύπτει όλα τα πρόσωπα που έχουν τη συνήθη διαμονή τους στη Μεγάλη Βρετανία, είτε εργάζονται επ' αμοιβή είτε όχι, και, αφετέρου, να μπορεί η ασφάλιση αυτή να επεκταθεί, κατά την κρίση των αρχών, και σε επισκέπτες από άλλες χώρες.
Στην περίπτωση αυτή, προκειμένου να καθορίσουμε το πεδίο εφαρμογής ratione personae του κανονισμού 1408/71, θα πρέπει να προσφύγουμε στον ορισμό της έννοιας «εργαζόμενος» που περιέχεται στο άρθρο 1, εδάφιο α, στοιχείο ιι, και σύμφωνα με τον οποίο, εργαζόμενος είναι κάθε πρόσωπο
«το οποίο είναι ασφαλισμένο υποχρεωτικά κατά ενός ή περισσοτέρων κινδύνων που αντιστοιχούν στους κλάδους, στους οποίους εφαρμόζεται ο παρών κανονισμός, στο πλαίσιο συστήματος κοινωνικής ασφαλίσεως που καλύπτει όλους τους κατοίκους ή το σύνολο του ενεργού πληθυσμού:
—
όταν οι τρόποι διαχειρίσεως ή χρηματοδοτήσεως του συστήματος αυτού επιτρέπουν το χαρακτηρισμό του ως μισθωτού ή
—
ελλείψει τέτοιων κριτηρίων, όταν το πρόσωπο είναι ασφαλισμένο δυνάμει υποχρεωτικής ή προαιρετικής συνεχίσεως ασφαλίσεως κατά άλλου κινδύνου καθοριζόμενου στο παράρτημα V, στο πλαίσιο συστήματος δημιουργηθέντος προς όφελος των μισθωτών».
Πρέπει να προσφύγουμε επίσης και στο παράρτημα V, στοιχείο I, όπως διατυπώθηκε, μετά την προσχώρηση του Ηνωμένου Βασιλείου στην Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα, από τις πράξεις περί των όρων προσχωρήσεως και των προσαρμογών των Συνθηκών, δεδομένου ότι στην υπόθεση 17/76 (Brack κατά Insurance Officer, απόφαση της 29ης Σεπτεμβρίου 1976, Slg. 1976, σ. 1451), το Δικαστήριο τόνισε ήδη ότι το παράρτημα αυτό έχει την έννοια ότι επεξηγεί τη σημασία του στοιχείου ιι του άρθρου 1, εδάφιο α, ενόψει των διατάξεων του βρετανικού νόμου. Το παράρτημα V αναφέρει σαφώς ότι
«ως εργαζόμενος, υπό την έννοια του άρθρου 1, εδάφιο α, στοιχείο ιι, του κανονισμού, θεωρείται το πρόσωπο που υποχρεούται να καταβάλλει εισφορές ως μισθωτός».
Οι νεαρές εργαζόμενες au pair εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής ratione personae του κανονισμού 1408/71 μόνο στην περίπτωση που οι ίδιες και η ασφάλισή τους κατ' ασθενείας πληρούν τους όρους αυτούς.
Κατά τη γνώμη μου, η πληροφορία της Βρετανικής Κυβέρνησης, σύμφωνα με την οποία η ιατρική προστασία των νεαρών εργαζομένων ως au pair είναι οργανωμένη γενικά κατά τρόπο ανάλογο με την προστασία των προσώπων που διαμένουν στη Μεγάλη Βρετανία ως επισκέπτες, δεν βοηθά ιδιαίτερα τη διερεύνηση του θέματος. Ούτε η αναφορά του αναιρεσείοντος Caisse primairex στη ευρωπαϊκή συμφωνία του 1969 περί νεαρών εργαζομένων ως au pair και τους ορισμούς που περιέχει η συμφωνία αυτή προωθεί την επίλυση του προβλήματος, δεδομένου ότι δεν γνωρίζουμε αν τα περιστατικά της υπόθεσης αυτής ανταποκρίνονται πράγματι στους όρους αυτούς.
Πρέπει μάλλον να εξεταστεί επακριβώς — και τούτο κατά τη διεξαγωγή της κύριας δίκης — αν στην προκειμένη περίπτωση, και λαμβανομένων υπόψη των προϋποθέσεων του παραρτήματος V του κανονισμού 1408/71, η αναιρεσίβλητη στην κύρια δίκη ήταν υποχρεωμένη να καταβάλλει εισφορές, στη Μεγάλη Βρετανία, ως μισθωτή. Όσον αφορά το ζήτημα αυτό, σύμφωνα με τον κανονισμό του 1975 περί εισφορών — όπως αναφέρει η Επιτροπή —, οι παροχές σε είδος (τροφή και στέγη), καθώς και οι παροχές σε χρήμα μέχρι του ποσού των 8 λιρών την εβδομάδα, δεν λαμβάνονται μάλλον υπόψη.
Ακριβώς από το αποτέλεσμα της εξέτασης αυτής εξαρτάται το αν η αναιρεσίβλητη, υπό την ιδιότητα της νεαρής εργαζόμενης ως au pair, πρέπει να θεωρηθεί ως μισθωτός κατά την έννοια του κανονισμού 1408/71, και το αν τα δικαιώματα που έχει αποκτήσει στη Μεγάλη Βρετανία — π.χ. στο πλαίσιο του προαναφερθέντος άρθρου 18 — μπορούν να ληφθούν υπόψη.
2.
Κατά τη διάρκεια της διαδικασίας, η αναιρεσίβλητη προσκόμισε βεβαίωση του διευθυντή του κέντρου επιμορφώσεως ενηλίκων, τα μαθήματα του οποίου παρακολούθησε στη Μεγάλη Βρετανία, σύμφωνα με την οποία, οι νεαρές εργαζόμενες ως au pair που συμμετέχουν στα μαθήματα αυτά, θεωρούνται ως σπουδάστριες και δεν υποχρεούνται να καταβάλλουν «ένσημα του εθνικού συστήματος ασφαλίσεως». Από αυτό έπεται ότι πρέπει μάλλον να γίνει δεκτό — ας μου επιτραπεί εδώ η αόριστη αυτή υπόδειξη — ότι η αναιρεσίβλητη δεν πρέπει να θεωρηθεί ως διακινούμενη εργαζόμενη υπό την έννοια του κανονισμού 1408/71.
Στην πραγματικότητα, το πιστοποιητικό αυτό δεν παρέχει πλήρη βεβαιότητα. Εξάλλου, τα συμπεράσματα αυτά εμπίπτουν στον τομέα της εφαρμογής του δικαίου, η οποία, στα πλαίσια της διαδικασίας του άρθρου 177, δεν ανήκει στην αρμοδιότητα του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, αλλά στην αρμοδιότητα των εθνικών δικαστηρίων. Για το λόγο αυτό ακριβώς, και για την περίπτωση που η αναιρεσίβλητη συγκεντρώνει τις προϋποθέσεις του κανονισμού 1408/71, θα ήθελα να προβώ στις εξής συμπληρωματικές παρατηρήσεις:
Η Επιτροπή ορθώς υπογραμμίζει ότι ουσιώδες στοιχείο για την εκτίμηση της νομικής θέσης της αναιρεσίβλητης αποτελεί το γεγονός ότι, μετά την επιστροφή της στη Γαλλία — πράγμα που ισχύει ιδίως για την περίοδο κατά την οποία υποβλήθηκε στη θεραπεία —, δεν εργαζόταν αλλά είχε εγγραφεί στο ταμείο ανεργίας. Επομένως, σε περίπτωση που θεωρηθεί ως διακινούμενη εργαζόμενη, θα ήταν σημαντικό να γνωρίζουμε με ποιο τρόπο αποζημιώθηκε ως άνεργος.
Μπορεί να υποτεθεί, πρώτον, ότι θα έπρεπε να εφαρμοσθεί ως προς την αναιρεσίβλητη το άρθρο 69, παράγραφος 1, του κανονισμού 1408/71, κατά το οποίο ο εργαζόμενος που βρίσκεται σε πλήρη ανεργία, ο οποίος πληροί τους όρους που απαιτούνται από τη νομοθεσία κράτους μέλους για να έχει δικαίωμα παροχών, και ο οποίος μεταβαίνει σε ένα ή περισσότερα κράτη μέλη για να αναζητήσει εργασία, διατηρεί το δικαίωμα των παροχών αυτών υπό ορισμένες προϋποθέσεις και με συγκεκριμένους περιορισμούς. Στην περίπτωση αυτή η αναιρεσίβλητη έχει δικαιώματα βάσει του άρθρου 25, παράγραφος 1, στοιχείο α, του κανονισμού 1408/71, το οποίο ορίζει ότι:
«Ο ευρισκόμενος σε ανεργία εργαζόμενος, για τον οποίο εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 69, παράγραφος 1, (…) και ο οποίος πληροί τις προϋποθέσεις που απαιτούνται από τη νομοθεσία του αρμοδίου κράτους, για να έχει δικαίωμα παροχών σε είδος και σε χρήμα, αφού ληφθούν υπόψη, εφόσον είναι αναγκαίο, οι διατάξεις του άρθρου 18, λαμβάνει κατά τη διάρκεια που προβλέπεται στο άρθρο 69, παράγραφος 1, περίπτωση γ τις εξής παροχές:
α)
παροχές εις είδος που χορηγούνται, για λογαριασμό του αρμοδίου φορέα, από το φορέα του κράτους μέλους στο οποίο αναζητεί απασχόληση, σύμφωνα με τη νομοθεσία που εφαρμόζεται από τον τελευταίο αυτό φορέα, σαν να ήταν ασφαλισμένος σε αυτόν
(…)»
Μπορεί να υποτεθεί, αφετέρου, ότι έπρεπε να εφαρμοστεί στην περίπτωση της αναιρεσίβλητης το άρθρο 71, παράγραφος 1, στοιχείο β, ιι, του κανονισμού 1408/71, το οποίο ορίζει ότι:
«Ο άνεργος που κατοικούσε κατά τη διάρκεια της τελευταίας απασχολήσεως του στο έδαφος κράτους μέλους άλλου από το αρμόδιο κράτος λαμβάνει παροχές κατά τις ακόλουθες διατάξεις:
(…)
β)
(…)
ιι)
ο εργαζόμενος, πλην του μεθοριακού εργαζομένου, ο οποίος ευρίσκεται σε πλήρη ανεργία και ο οποίος τίθεται στη διάθεση των υπηρεσιών απασχολήσεως στο έδαφος του κράτους μέλους που κατοικεί, ή επιστρέφει στο έδαφος αυτό, λαμβάνει παροχές σύμφωνα με τη νομοθεσία του κράτους αυτού σαν να είχε ασκήσει εκεί την τελευταία του απασχόληση· οι παροχές αυτές καταβάλλονται από το φορέα του τόπου κατοικίας και εις βάρος του(…)»
Στην περίπτωση αυτή, λαμβάνεται υπόψη, υπέρ της εναγομένης, το άρθρο 25, παράγραφος 2, το οποίο έχει ως εξής:
«Ο ευρισκόμενος σε πλήρη ανεργία εργαζόμενος, για τον οποίο εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 71, παράγραφος 1, περίπτωση α, ιι, ή περίπτωση β, ιι, πρώτη φράση, λαμβάνει παροχές σε είδος και σε χρήμα σύμφωνα με τη νομοθεσία του κράτους μέλους, στο έδαφος του οποίου κατοικεί, σαν να υπαγόταν στη νομοθεσία αυτή κατά τη διάρκεια της τελευταίας απασχολήσεώς του, αφού ληφθούν υπόψη, εφόσον είναι αναγκαίο, οι διατάξεις του άρθρου 18· οι παροχές αυτές χορηγούνται εις βάρος του φορέα της χώρας κατοικίας.»
Από τα γνωστά πραγματικά περιστατικά, κρινόμενα υπό το φως του κοινοτικού δικαίου, είναι δύσκολο να λεχθούν περισσότερα επί της υποθέσεως αυτής. Εναπόκειται στο δικαστήριο που εξέδωσε τη Διάταξη περί παραπομπής, ή στα άλλα εθνικά δικαστήρια να διερευνήσουν περαιτέρω την υπόθεση.
3.
Επομένως, στα ερωτήματα που υπέβαλε το Cour de cassation της Γαλλίας, θα πρέπει να δοθούν οι ακόλουθες απαντήσεις.
α)
Ο υπήκοος κράτους μέλους, ο οποίος, διαμένοντας στη Μεγάλη Βρετανία για να εργάζεται εκεί ως au pair και να παρακολουθεί σπουδές με μειωμένες ώρες μαθημάτων, λαμβάνει στη χώρα αυτή παροχές κοινωνικής ασφαλίσεως, το δικαίωμα δε αυτό το έχει στο πλαίσιο ασφαλίσεως που καλύπτει όλους τους διαμένοντες, δεν είναι εργαζόμενος υπό την έννοια του άρθρου 1 του κανονισμού 1408/71, παρά μόνο αν υποχρεούται να καταβάλλει εισφορές ως μισθωτός.
β)
Αν στον εργαζόμενο αυτόν αναγνωρισθεί η ιδιότητα του μισθωτού υπό την έννοια αυτή, τα δικαιώματα που έχει αποκτήσει στο Ηνωμένο Βασίλειο πρέπει να λαμβάνονται υπόψη σε άλλα κράτη.
( *1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γερμανική.
Full & Egal Universal Law Academy