ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
HENRI MAYRAS
της 12ης Απριλίου 1978 ( *1 )
Κύριε Πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
Εφόσον η κανονιστική ρύθμιση και τα πραγματικά περιστατικά που αναφέρονται στην παρούσα υπόθεση αναπτύχθηκαν εμπεριστατωμένα και με σαφήνεια στην έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση, θα προχωρήσω ευθύς στην εξέταση των ισχυρισμών της προσφυγής· είμαι, ωστόσο, υποχρεωμένος να παραθέσω ορισμένα αριθμητικά στοιχεία, με κίνδυνο να διαψεύσω το ψευδο-ρητό που αποδίδεται στους νομομαθείς του μεσαίωνα: JUDEX ΝΟΝ CALCULAT, αλλά δεν υπάρχει τίποτα το πιο φυσικό στον τομέα των νομισματικών εξισωτικών ποσών.
I —
Σ' ό, τι αφορά το παραδεκτό της προσφυγής, οι σκέψεις μου μπορεί να είναι συνοπτικές· εξάλλου, η Επιτροπή δεν αμφισβητεί το παραδεκτό, τουλάχιστον σ' ό, τι αφορά τα αιτήματα ακυρώσεως. Σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου (τελευταία η απόφαση SES της 31ης Μαρτίου 1977, Rec. σ. 709), είναι παραδεκτή η προσφυγή φυσικού ή νομικού προσώπου κατά διατάξεως, έστω και υπό μορφή κανονισμού, που το αφορά λόγω πραγματικής καταστάσεως, η οποία το διακρίνει σε σχέση με κάθε άλλο πρόσωπο και το εξατομικεύει κατά τρόπο ανάλογο προς τον αποδέκτη ατομικής πράξεως.
Δεδομένου ότι ο κανονισμός 1583/77 της Επιτροπής εφαρμόζεται μόνο σε περιορισμένο αριθμό προσώπων, γνωστών κατά το χρόνο της θεσπίσεώς του, το αίτημα ακυρώσεως του εν λόγω κανονισμού είναι παραδεκτό.
Ωστόσο, αν το αίτημα αυτό γίνει δεκτό, αυτό δεν σημαίνει ότι θα μπορούσαν να ακυρωθούν οι προκαθορισμοί των επιστροφών που έλαβε η προσφεύγουσα: πράγματι, ο κανονισμός 937/77 της Επιτροπής είχε ήδη ορίσει ότι το δικαίωμα να ζητηθεί η ακύρωση αυτή αντικαθίσταται από τη χορήγηση αντισταθμιστικού ποσού.
Καλέσατε τους διαδίκους να αναπτύξουν, κατά την προφορική διαδικασία, τα επιχειρήματά τους ως προς τη νομιμότητα του εν λόγω κανονισμού. Βεβαίως, η Επιτροπή δεν επικαλείται την παρανομία του δικού της κανονισμού. Ως προς την προσφεύγουσα, αντί να προβάλλει την ενδεχόμενη παρανομία του κανονισμού αυτού, ζητεί, αντιθέτως, τη διατήρηση του οφέλους που προκύπτει από την εφαρμογή του. θα μπορούσε όμως να θέσει παρεμπιπτόντως θέμα νομιμότητας του εν λόγω κανονισμού επ' ευκαιρία της παρούσας διαφοράς; Η απάντηση είναι αμφίβολη. Πράγματι, καίτοι ο εν λόγω κανονισμός έχει, έναντι αυτής, το χαρακτήρα πράξεως προσβλητής, όπως και ο κανονισμός 1583/77, η προσφεύγουσα παρέλειψε να τον προσβάλει εμπροθέσμως.
Νομίζω, πάντως, ότι δεν χρειάζεται να εμβαθύνω στο σημείο αυτό, δεδομένου ότι η προσφεύγουσα δεν παραιτήθηκε από την εξαγωγή και οι ποσότητες ζάχαρης για τις οποίες αντιστοιχούν οι προκαθορισθείσες επιστροφές εγκατέλειψαν το έδαφος της Κοινότητας. Η προσφεύγουσα δεν ζητεί την ακύρωση του προκαθορισμού της επιστροφής ούτε του πιστοποιητικού ή του βεβαιωτικού εγγράφου· επικρίνει μόνο τον τρόπο υπολογισμού του ποσού το οποίο δικαιούται προς αντιστάθμιση της ζημίας που υπέστη λόγω της τροποποιήσεως της αντιπροσωπευτικής τιμής μετατροπής του γερμανικού νομίσματος.
Κατά το μέτρο αυτό, το αίτημα ακυρώσεως συγχέεται με το αίτημα αποζημιώσεως και δεν μπορεί η προσφεύγουσα να ζητεί, ταυτόχρονα, την αποκατάσταση του ποσού που είχε καθορίσει ο κανονισμός 937/77 και να επικρίνει την αντικατάσταση του δικαιώματος ακυρώσεως από το δικαίωμα αιτήσεως αντισταθμιστικών μέτρων, που προβλέπει ο εν λόγω κανονισμός.
II —
Ως προς τους γενικούς και αόριστους λόγους που επικαλείται η προσφεύγουσα κατά της νομιμότητας του κανονισμού 1583/77 παρατηρώ τα εξής:
1)
Βεβαίως, η κατάργηση του δικαιώματος επιλογής μεταξύ της ακυρώσεως και του αντισταθμιστικού ποσού προβλέπεται από τον κανονισμό 1583/77, ο τελευταίος, όμως, απλώς επιβεβαίωσε την κατάργηση που προέκυπτε ήδη από τον κανονισμό 937/77, ο οποίος ίσχυε από την 1η Μαΐου 1977 και ο οποίος δεν αποτελεί παρά την αναγκαία συνέπεια του άρθρου 4, παράγραφος 2, εδάφιο 2, τελευταία φράση, του κανονισμού 878/77. Η προσφεύγουσα, όμως, δεν προβάλλει παρανομία του εν λόγω κανονισμού του Συμβουλίου.
Ο κανονισμός αυτός ορίζει «ότι μπορεί να αποφασιστεί, πριν από την ημερομηνία εφαρμογής της νέας τιμής, να αντισταθμιστεί το μειονέκτημα από ένα κατάλληλο μέτρο». Διευκρινίζει «ημερομηνία εφαρμογής» και όχι «ημερομηνία καθορισμού». Δεν νομίζω, συνεπώς, ότι ο καθορισμός, στις14 Ιουλίου 1977, ποσού 1,87 γερμανικού μάρκου αντί του αρχικού ποσού των 2,33 γερμανικών μάρκων, παραβιάζει τη διάταξη αυτή. Καίτοι η νέα αντιπροσωπευτική τιμή του μάρκου καθορίστηκε στις 26 Απριλίου 1977, με τον κανονισμό 878/77, ο κανονισμός αυτός τέθηκε σε ισχύ μόλις την 1η Μαΐου 1977. Ήταν εφαρμοστέος για τη ζάχαρη από 1ης Ιουλίου 1977, ημερομηνία ενάρξεως της νέας παραγωγικής περιόδου, αλλά εφαρμόστηκε συγκεκριμένα κατά την πραγματοποίηση των τελωνειακών διατυπώσεων εξαγωγής, δηλαδή από15ης Ιουλίου 1977, ημερομηνίας δημοσιεύσεως του κανονισμού 1583/77 και ενάρξεως της ισχύος του. Η Επιτροπή μερίμνησε να διευκρινίσει στον κανονισμό της ότι ήταν εφαρμοστέος «για τις εξαγωγές για τις οποίες οι τελωνειακές διατυπώσεις εξαγωγής έχουν πραγματοποιηθεί από την έναρξη της ισχύος του κανονισμού». Μέχρι και την ημερομηνία αυτή, το αντισταθμιστικό ποσό που συνιστούσε το «κατάλληλο μέτρο» μπορούσε να καθοριστεί ή να τροποποιηθεί από την Επιτροπή.
Η δυνατότητα ασκήσεως αυτού του δικαιώματος αποτελεί το αντάλλαγμα για το παραδεκτό της προσφυγής και τον ατομικό χαρακτήρα του προσβαλλομένου μέτρου. Όπως παρατηρεί η Επιτροπή, αν είναι κρίσιμο για την εξέταση του παραδεκτού της προσφυγής το γεγονός ότι ο αριθμός των πιστοποιητικών που είχαν χορηγηθεί ήταν γνωστός κατά το χρόνο θεσπίσεως του κανονισμού 1583/77, δεν μπορεί να προβληθεί το γεγονός αυτό κατά την έρευνα του ζητήματος αν πρόκειται για προσβολή δικαιωμάτων ή, αντιθέτως, απλών προσδοκιών. Ως προς τον «κατάλληλο» χαρακτήρα αυτού του ποσού, παραπέμπω στα όσα θα εκθέσω πιο κάτω.
Στην πραγματικότητα, το ιστορικό των διαφόρων αυτών κειμένων νομίζω ότι εξηγείται ως εξής: Η διάταξη του άρθρου 4, παράγραφος 2, του κανονισμού 878/77, θεσπίστηκε από το Συμβούλιο στις 26 Απριλίου 1977, λαμβανομένων υπόψη των περιστατικών που οδήγησαν στη διαφορά στην οποία αναφέρεται η υπόθεση 88/76, SES και επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση της 31ης Μαρτίου 1977· σκοπός της ήταν να επιτρέψει στην Επιτροπή, εφόσον δεν είχε εφαρμοστεί η νέα τιμή μετατροπής, να αποκλείσει την ακύρωση των πιστοποιητικών προκαθορισμού των επιστροφών προκειμένου να την αντικαταστήσει με «κατάλληλο μέτρο».
Η Επιτροπή χρησιμοποίησε τη δυνατότητα αυτή με τον κανονισμό 937/77. Μετά, όμως, την έκδοση του κανονισμού αυτού, η Επιτροπή πληροφορήθηκε ότι οι μετέχοντες στους τμηματικούς διαγωνισμούς είχαν το δικαίωμα και την υποχρέωση να ζητήσουν πιστοποιητικό εξαγωγής εντός προθεσμίας 10 ημερών από της ημερομηνίας του διαγωνισμού. Δεδομένου ότι ο πλέον πρόσφατος τμηματικός διαγωνισμός βάσει του κανονισμού 2101/75 της Επιτροπής, που αφορούσε διαρκή διαγωνισμό για τον καθορισμό επιστροφής κατά την εξαγωγή λευκής ζάχαρης, πραγματοποιήθηκε στις 20 Απριλίου 1977, μπορούσαν ακόμα να ζητηθούν πιστοποιητικά — και έπρεπε υποχρεωτικώς να χορηγηθούν — μέχρι τις 30 Απριλίου 1977. Για το λόγο αυτό, με τον κανονισμό 1372/77 της Επιτροπής, της 24ης Ιουνίου 1977, μετατέθηκε στις 30 Απριλίου 1977 η προθεσμία εντός της οποίας έπρεπε να είχαν χορηγηθεί τα πιστοποιητικά εξαγωγής, ώστε η ακύρωσή τους να παρέχει δικαίωμα αποζημιώσεως.
Παράλληλα, ο κανονισμός αυτός επεξέτεινε την αξίωση επί του ποσού που καθόριζε ο κανονισμός 937/77 και σε όσους είχαν μετάσχει στο μερικό διαγωνισμό της 20ής Απριλίου 1977, που οργανώθηκε στο πλαίσιο του κανονισμού 2732/76 για την πώληση λευκής ζάχαρης που βρισκόταν στην κατοχή του γερμανικού οργανισμού παρεμβάσεως και προοριζόταν για εξαγωγή. Είναι γνωστό ότι η προσφεύγουσα περιλαμβανόταν μεταξύ αυτών.
Δεδομένου ότι ο κανονισμός 937/77 όρισε, πριν από την 1η Ιουλίου 1977, ημερομηνία εφαρμογής της νέας αντιπροσωπευτικής ισοτιμίας, ότι η ζημία που προκύπτει από την ανατίμηση της «πράσινης» τιμής του μάρκου θα καλυφθεί με τη χορήγηση αντισταθμιστικού ποσού, δεν ήταν, πλέον, δυνατό να αφεθεί στους επιχειρηματίες η ευχέρεια να επιλέξουν την ακύρωση του προκαθορισμού της επιστροφής.
Εξάλλου, η μαζική άσκηση του δικαιώματος ακυρώσεως των πιστοποιητικών εξαγωγής που είχαν χορηγηθεί στο πλαίσιο τμηματικών διαγωνισμών που είχαν οργανωθεί βάσει των κανονισμών 2101/75 και 2732/76 μπορούσε να παραβλάψει σοβαρά τη χρηστή κοινοτική διοίκηση του εν λόγω τομέα.
Τότε, όμως, κρίθηκε ότι το ποσό των 2,33 γερμανικών μάρκων ήταν πολύ «γενναιόδωρο» για όσους είχαν μετάσχει σε διαγωνισμούς προγενέστερους της 26ης Απριλίου και οι οποίοι προέβαιναν στις τελωνειακές διατυπώσεις εξαγωγής των ποσοτήτων ζάχαρης που τους είχαν κατακυρωθεί μετά την 1η Ιουλίου 1977, ημερομηνία ενάρξεως της νέας παραγωγικής περιόδου και της εφαρμογής των νέων αντιπροσωπευτικών ισοτιμιών.
Για τους λόγους που αναφέρει, η Επιτροπή προέβη στη «διόρθωση» του ποσού αυτού μόλις στις 14 Ιουλίου 1977. Τότε, όμως, όσοι από τους επιχειρηματίες είχαν ήδη πραγματοποιήσει τις τελωνειακές διατυπώσεις εξαγωγής είχαν κεκτημένο δικαίωμα προκαθορισμού του αντισταθμιστικού ποσού. Για το λόγο αυτό, το ποσό του 1,77 γερμανικού μάρκου εφαρμόστηκε στα πιστοποιητικά που εκκαθαρίστηκαν μετά τις 15 Ιουλίου 1977. Μένει να εξεταστεί αν η ενέργεια αυτή έθιξε τις απλές προσδοκίες των επιχειρηματιών, οι οποίοι πραγματοποίησαν την εξαγωγή μετά τις 15 Ιουλίου.
2)
Η προσφεύγουσα ισχυρίζεται περαιτέρω ότι ο νέος καθορισμός στον οποίο προέβη ο κανονισμός 1583/77 είναι παράνομος διότι οι κάτοχοι πιστοποιητικών εξαγωγής ζάχαρης εθίγησαν περισσότερο από τους κατόχους πιστοποιητικών εξαγωγής άλλων γεωργικών προϊόντων: Πράγματι, οι τελευταίοι είχαν τη δυνατότητα να αποφασίσουν, εντός προθεσμίας 30 ημερών, αν θα προβούν στην εκτέλεση της εμπορικής πράξεως που αφορούσαν τα πιστοποιητικά τους ή αν θα ζητήσουν ακύρωση, ενώ το δικαίωμα αυτό επιλογής αφαιρέθηκε από τους κατόχους πιστοποιητικών στον τομέα της ζάχαρης. Η κατάργηση, όμως, αυτή του δικαιώματος να ζητήσουν την ακύρωση προκύπτει από τον κανονισμό της Επιτροπής 937/77, ο οποίος αποτελεί άμεση συνέπεια του κανονισμού 878/77 (άρθρο 4, παράγραφος 2, εδάφιο 2) του Συμβουλίου.
III —
Ο λόγος περί «παραβιάσεως της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης» ή της «ασφαλείας δικαίου» μπορεί να φανεί αλυσιτελής στο πλαίσιο μιας προσφυγής ακυρώσεως· ο λόγος αυτός εντάσσεται, προφανώς, στο πλαίσιο προσφυγής βάσει του άρθρου 215 της Συνθήκης. Επειδή, όμως, η προσφεύγουσα στήριξε, επικουρικώς, την προσφυγή της στη διάταξη αυτή της Συνθήκης, πρέπει να τον εξετάσουμε.
α)
Είπα ήδη ότι υφίσταται διαφορά μεταξύ της αποδοχής ότι ο αριθμός των προσώπων που αφορά ο κανονισμός 1583/77 ήταν γνωστός κατά το χρόνο της θεσπίσεώς του και της αναγνωρίσεως ότι ο κανονισμός αυτός έχει πράγματι αναδρομική ισχύ. Η προσφεύγουσα δεν είχε κανένα κεκτημένο δικαίωμα κατά την ημερομηνία εκείνη: Το δικαίωμα αυτό ήταν μόνο υπό κτήση· κατέστη οριστικό μόνο όταν εκκαθαρίστηκε το πιστοποιητικό εξαγωγής, δηλαδή όταν πραγματοποιήθηκαν οι τελωνειακές διατυπώσεις εξαγωγής. Η Επιτροπή δεν είχε δικαίωμα να τροποποιήσει το αντισταθμιστικό ποσό παρά σ' ό, τι αφορά τις εμπορικές εκείνες πράξεις οι οποίες είχαν ανεκκλήτως και οριστικώς πραγματοποιηθεί πριν από τις 15 Ιουλίου 1977, ημερομηνία ενάρξεως της ισχύος και δημοσιεύσεως του εν λόγω κανονισμού.
Όπως συνθέτει ο γενικός εισαγγελέας REISCHL στις προτάσεις του επί της υποθέσεως 88/76 (RECUEIL 1977, σ. 735), «όπως και στην υπόθεση WESTZUCKER (απόφαση της 5ης Ιουλίου 1973, RECUEIL, σ. 728), δεν μπορεί να αποκλειστεί η δυνατότητα να επέλθουν νομικές τροποποιήσεις μέχρι την πλήρωση της αιρέσεως, δηλαδή μέχρι τη δημιουργία-πραγματικού δικαιώματος».
Η προσφεύγουσα, λοιπόν, δεν είχε παρά μια απλή προσδοκία. Μπορεί να θεωρηθεί ότι η δικαιολογημένη της εμπιστοσύνη προς την προσδοκία αυτή παραβιάστηκε κατά τέτοιο τρόπο ώστε να γεννά την ευθύνη της Κοινότητας;
β)
Επειδή ο ισχυρισμός αυτός έχει κατ' εξοχήν υποκειμενικό χαρακτήρα πρέπει, πρώτον, ν' αναζητηθεί η φύση της προβαλλομένης ζημίας. Πράγματι, η προστασία της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης των επιχειρηματιών για τη διατήρηση ορισμένης εννόμου καταστάσεως αποβλέπει στο να τους προστατεύσει από θετική ζημία την οποία υπέστησαν, ακριβώς, λόγω της εμπιστοσύνης τους αυτής και όχι να τους εγγυηθεί διαφυγόντα κέρδη.
Η ζημία που προβάλλει η προσφεύγουσα λόγω της τροποποιήσεως της «πράσινης» ισοτιμίας αντιστοιχεί στη διακύμανση του νομισματικού εξισωτικού ποσού σε σχέση με το ύψος του ποσού αυτού πριν από την τροποποίηση της εν λόγω ισοτιμίας.
Θεωρεί ότι η αντιστάθμιση της ζημίας πρέπει να περιλαμβάνει την αύξηση του νομισματικού εξισωτικού ποσού που προκύπτει από την αύξηση της τιμής της ζάχαρης από 1ης Ιουλίου 1977και την τροποποίηση της τιμής μετατροπής.
Δεν μπορώ να δεχθώ τον ισχυρισμό αυτό. Πράγματι, τόσο μετά όσο και πριν, η εταιρία TÖPFER συνέχισε τα εισπράττει πλήρως το ποσό της επιστροφής που είχε προκαθοριστεί στα πιστοποιητικά της.
Όπως εκθέτει η Επιτροπή, το ποσό αυτό δεν υφίσταται, τελικώς, καμία τροποποίηση λόγω της ταυτόχρονης προσαρμογής του συντελεστού που προβλέπει το άρθρο 4, παράγραφος 3, του κανονισμού της Επιτροπής 1380/75, ο οποίος εκφράζει τη σχέση μεταξύ της αντιπροσωπευτικής τιμής μετατροπής και της πραγματικής συναλλαγματικής ισοτιμίας του συγκεκριμένου νομίσματος. Η προσφεύγουσα διαμαρτύρεται μόνο για τη διαφορά μεταξύ των νομισματικών εξισωτικών ποσών, όπως υπολογίζονται στο τέλος μιας παραγωγικής περιόδου και όπως διαμορφώνονται μετά από τροποποίηση της αντιπροσωπευτικής τιμής μετατροπής, η οποία συμπίπτει με την έναρξη νέας παραγωγικής περιόδου. Οι διαφορές που επηρεάζουν τα θετικά εξισωτικά ποσά που συνοδεύουν τις εν λόγω επιστροφές αντιπροσωπεύουν πράγματι, συνολικώς, ποσό που δεν είναι καθόλου αμελητέο. Αυτό όμως αποτελεί «διαφυγόν κέρδος» σε σχέση με το αντισταθμιστικό ποσό στο οποίο ισχυρίζεται η προσφεύγουσα ότι «προκαθορίστηκε» με τον κανονισμό 937/77· είδαμε, όμως, ότι αυτή η παρουσίαση των πραγμάτων δεν είναι ακριβής: «ο προκαθορισμός» που έγινε κατά τον τρόπο αυτό τηρήθηκε για τις ποσότητες ζάχαρης για τις οποίες οι τελωνειακές διαδικασίες εξαγωγής είχαν πραγματοποιηθεί πριν από τις 15 Ιουλίου 1977.
Στην προσφεύγουσα εναπόκειτο να επιχειρήσει εκκαθάριση των πιστοποιητικών αυτών πριν από την εν λόγω ημερομηνία. Μετά τη δημοσίευση του κανονισμού του Συμβουλίου 878/77, μπορούσε να προβλεφθεί ότι η ακύρωση των νομισματικών εξισωτικών ποσών που αφορούσαν τα πιστοποιητικά που είχαν ζητηθεί και χορηγηθεί πριν από τις 26 Απριλίου 1977, ημερομηνία κατά την οποία θεσπίστηκε η αρχή του νέου καθορισμού της ισοτιμίας του «πράσινου» μάρκου, θα αποζημιωνόταν μόνο κατά το μέτρο που θα κρινόταν «κατάλληλο».
γ)
Μένει να εξεταστεί αν έτσι πράγματι εξελίχθηκαν τα πράγματα.
Ακόμα και αν είναι υποχρεωτική και αν αντικαθιστά το δικαίωμα ακυρώσεως, σκοπός της αποζημιώσεως είναι να προφυλάξει τον επιχειρηματία από τη μείωση του συνολικού ποσού στο οποίο θα μπορούσε να υπολογίζει και όχι να του προσπορίσει κέρδος πρόσθετο και ανέλπιστο ή έστω προεξοφλούμενο λόγω της εξελίξεως της αγοράς μετά τη νομισματική ρύθμιση.
Σύμφωνα με τις προτάσεις του γενικού εισαγγελέα REISCHL επί της προαναφερθείσης υποθέσεως SES (RECUEIL 1977, σ. 737), αποκλειστικός σκοπός της αποζημιώσεως είναι να καλύψει τη διαφορά μεταξύ των νομισματικών εξισωτικών ποσών που ίσχυαν πριν και μετά την 1η Ιουλίου 1977, γεγονός που θα μπορούσε να θεωρηθεί επαρκές από την άποψη του συμφέροντος των εξαγωγέων, καθόσον απέκλειαν τα μειονεκτήματα, για τα οποία και μόνο παρείχε ουσιαστικώς εγγύηση ο κανονισμός 878/77 του Συμβουλίου.
Στην πραγματικότητα, ελήφθη κατά τον τρόπο αυτό μέριμνα ώστε όσοι ενήργησαν σύμφωνα με το σύστημα, δηλαδή όσοι έλαβαν τις αποφάσεις τους μετά τις 15 Ιουλίου 1977, να μπορέσουν να πραγματοποιήσουν τις εξαγωγές χωρίς καμία ζημία, βάσει των πιστοποιητικών που είχαν αρχικώς χορηγηθεί.
Το ποσό των 2,33 γερμανικών μάρκων δεν προκύπτει από τη διαφορά μεταξύ, αφενός μεν, του νομισματικού εξισωτικού ποσού (11,20), υπολογιζόμενου βάσει της νέας ακαθάριστης τιμής παρεμβάσεως (34,60), λαμβανομένης υπόψη της παλαιάς αντιπροσωπευτικής ισοτιμίας (3,48084) και του παλαιού ποσοστού ανατιμήσεως του μάρκου σε σχέση με την τιμή παρεμβάσεως (0,093), και, αφετέρου, του αντισταθμιστικού ποσού (8,86), υπολογιζόμενου σύμφωνα με τη νέα ακαθάριστη τιμή παρεμβάσεως, λαμβανομένης υπόψη της νέας αντιπροσωπευτικής ισοτιμίας (3,41258) και του νέου ποσοστού (0,075), αλλά από τη διαφορά μεταξύ, αφενός μεν, του αντισταθμιστικού ποσού (10,73), υπολογιζόμενου σύμφωνα με την παλαιά ακαθάριστη τιμή παρεμβάσεως (33,14), λαμβανομένης υπόψη της παλαιάς αντιπροσωπευτικής ισοτιμίας και του παλαιού ποσοστού και, αφετέρου, του αντισταθμιστικού ποσού (8,40), υπολογιζόμενου σύμφωνα με τη νέα καθαρή τιμή παρεμβάσεως (32,83), λαμβανομένων υπόψη της νέας ισοτιμίας και του νέου ποσοστού.
Ο τρόπος αυτός υπολογισμού της τιμής παρεμβάσεως εκφράστηκε επισήμως μόλις την 1η Ιουλίου 1977 με τον κανονισμό 1466/77 της Επιτροπής, προκύπτει, όμως, σαφώς από τις εξηγήσεις που δόθηκαν ήδη από τις 5 Μαΐου 1977 από το συνδικαλιστικό όργανο της προσφεύγουσας, καθώς και από τον κανονισμό του Συμβουλίου 1358/77, της 20ής Ιουνίου 1977.
Όπως αναφέρει η Επιτροπή, ο νέος αυτός ορισμός, ο οποίος λαμβάνει υπόψη του το ποσό της εισφοράς που εισπράττεται επί της κοινοτικής ζάχαρης, στο πλαίσιο του συστήματος εξισορροπήσεως των εξόδων αποθηκεύσεως (άρθρο 1 του κανονισμού 1466/77) εκφράζει τη μέριμνα για καλύτερη διαπραγματευική βάση για την προτιμησιακή ζάχαρη των χωρών ΑΚΕ. Αποτελεί δε αντικείμενο επικρίσεως της προσφεύγουσας, ως προς την πολιτικοοικονομική σκοπιμότητα αυτό όμως δεν θέτει υπό αμφισβήτηση, από νομικής απόψεως, τις πράξεις με τις οποίες θεσπίστηκε.
Συνεπώς, τα μεγέθη αναφοράς που ελήφθησαν υπόψη στον κανονισμό 937/77 για τον υπολογισμό του αντισταθμιστικού ποσού δεν ήταν συγκρίσιμα άρα, η Επιτροπή ήταν απολύτως δικαιολογημένη να λάβει ως μέτρο συγκρίσεως την ακαθάριστη τιμή παρεμβάσεως για την παραγωγική περίοδο 1977-1978, βάσει της οποίας προέκυπτε διαφορά 1,87 η οποία, προστιθέμενη στο αντισταθμιστικό ποσό των 8,86 που είχε καθορίσει ο κανονισμός 1474/77, της 30ής Ιουνίου 1977, το κύρος του οποίου δεν αμφισβητεί η προσφεύγουσα, δίνει ακριβώς το αντισταθμιστικό ποσό των 10,73, το οποίο ίσχυσε κατά το χρόνο θεσπίσεως του κανονισμού 937/77.
δ)
Η προσφεύγουσα ισχυρίζεται ότι μπορούσε να διατηρεί δικαιολογημένες προσδοκίες λόγω της προγενέστερης πρακτικής που ακολουθούσε η Επιτροπή. Είναι αληθές, ότι η μέθοδος υπολογισμού που χρησιμοποίησε η Επιτροπή το 1976 (κανονισμός 557/76) είχε ως αποτέλεσμα να χορηγηθούν στους εξαγωγείς περισσότερα από την απλή κάλυψη των ζημιών που προκάλεσε η νέα αντιπροσωπευτική ισοτιμία επί των νομισματικών εξισωτικών ποσών που έπρεπε να χορηγηθούν.
Το γεγονός, όμως, ότι ήταν ιδιαίτερα «γενναιόδωρη» κατά το προηγούμενο έτος, καθώς επίσης και σ' ό, τι αφορά τα πιστοποιητικά που είχαν χορηγηθεί πριν από τις 26 Απριλίου 1977 και που εκκαθαρίστηκαν πριν από τις 14 Ιουλίου 1977 (εξήγησα, προηγουμένως, ότι η Επιτροπή ήταν υποχρεωμένη να ενεργήσει έτσι, λόγω των κεκτημένων δικαιωμάτων) δεν συνιστά προηγούμενο δεσμευτικό για την Επιτροπή.
θα ήταν εύλογο η Επιτροπή να είχε προβεί στη διόρθωση αυτή πριν από την 1η Ιουλίου 1977, παράλληλα με τη θέσπιση του κανονισμού 1474/77. Το γεγονός, όμως, ότι προέβη στη διόρθωση μόλις στις 14 Ιουλίου δεν επηρεάζει τη νομιμότητα του κανονισμού 1583/77 και δεν βλάπτει την προσφεύγουσα, καθόσον ο κανονισμός αυτός απήλλαξε ρητώς τις εξαγωγές για τις οποίες οι τελωνειακές διατυπώσεις είχαν πραγματοποιηθεί μέχρι την ημερομηνία εκείνη.
Λόγοι γενικού συμφέροντος μπορεί να επέβαλαν στην Επιτροπή να αποκλίνει από την πρακτική αυτή. Ως προς τις διεκδικήσεις της προσφεύγουσας, πρέπει να ληφθούν υπόψη οι σοβαρές οικονομικές συνέπειες ως προς τις υποχρεώσεις που βαρύνουν τον προϋπολογισμό του ΕΓΤΠΕ και συγκεκριμένα τα άρθρα «Νομισματικά Εξισωτικά Ποσά» και «Έξοδα αποθηκεύσεως».
Η προσφεύγουσα ισχυρίζεται ότι η Επιτροπή δεν λαμβάνει καθόλου υπόψη της ότι από 1ης Ιουλίου 1977 οφείλει να καταβάλλει η ίδια στους παραγωγούς ζάχαρης την προσηυξημένη τιμή παρεμβάσεως που λαμβάνεται ως βάση των συναλλαγών της με τους προμηθευτές της. Πράγματι, η προσφεύγουσα έλαβε τις αποφάσεις της βάσει της παλαιάς τιμής παρεμβάσεως. Διαφορετικά κερδοσκοπεί με την εξέλιξη των αντισταθμιστικών ποσών ή επιχειρεί να μετακυλίσει στην Κοινότητα τις επιπτώσεις από την αύξηση της τιμής παρεμβάσεως, συνέπειες που θα προέκυπταν από τις συμβατικές ρήτρες για τις οποίες αυτή και μόνο είναι υπεύθυνη έναντι των προμηθευτών της.
Ικανοποίηση των αξιώσεων αυτών θα σήμαινε προκαθορισμό του νομισματικού εξισωτικού ποσού που αφορά τις επιστροφές που προκαθορίστηκαν πριν από τις 26 Απριλίου 1977 για τις ποσότητες που εξήχθησαν μετά τις 15 Ιουλίου 1977.
Επαναλαμβάνω ότι ο προκαθορισμός του αντισταθμιστικού ποσού έγινε για τις εξαγωγές που πραγματοποιήθηκαν πριν από τις 14 Ιουλίου 1977 επειδή αυτό κατέστη απαραίτητο λόγω της εκπνοής της προθεσμίας εντός της οποίας έπρεπε να υποβληθούν αιτήσεις πιστοποιητικών εξαγωγής, μετατέθηκε στις 30 Απριλίου 1977, ο δε κανονισμός 1372/77, ο οποίος προβλέπει την παράταση αυτή, παρέμεινε σε ισχύ μέχρι και τις 14 Ιουλίου 1977. Ο καθορισμός, όμως, αυτός των αντισταθμιστικών ποσών είχε εντελώς εξαιρετικό χαρακτήρα και δεν είναι δυνατό να χορηγηθεί το ευεργέτημα αυτό πέραν της συγκεκριμένης αυτής περιπτώσεως, εκτός ίσως μετά από την πρόσφατη θέσπιση του κανονισμού 243/78 της 1ης Φεβρουαρίου 1978.
Υπό τις προϋποθέσεις αυτές προτείνω απόρριψη της προσφυγής.
( *1 ) Γλώσσα του πρωποπύπον: η γαλλική.
Full & Egal Universal Law Academy