ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ GERHARD REISCHL
της 20ής Ιουνίου 1978 ( 1 )
Κύριε Πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
Ως προς τα πραγματικά περιστατικά των υποθέσεων, επί των οποίων αναπτύσσω τις προτάσεις μου τώρα, δεδομένου ότι και εδώ πρόκειται περί νέου γλυκαντικού, παράγωγου του αμύλου, της ισογλυκόζης και της σχετικής κανονιστικής ρυθμίσεως, ιδίως της θεσπίσεως, με τον κανονισμό 1111/77 (EE ειδ. έκδ. 03/018, σ. 86 επ.) συνεισφοράς στην παραγωγή, ας μου επιτραπεί να παραπέμψω στις προκαταρκτικές παρατηρήσεις των προτάσεων που ανέπτυξα στις υποθέσεις 103/77, 125/77 και 145/77.
Από ορισμένου χρόνου, οι ενάγουσες άρχισαν την παραγωγή ισογλυκόζης ή, τουλάχιστον, πραγματοποίησαν σημαντικές επενδύσεις για την κατασκευή και επέκταση των παραγωγικών τους εγκαταστάσεων. Θεωρούν ότι η θέσπιση της συνεισφοράς στην παραγωγή ισογλυκόζης τους επιβάλλει υπερβολική επιβάρυνση και ότι αυτό καταλήγει στο να αναγκασθούν να σταματήσουν την παραγωγή ισογλυκόζης λόγω ελλείψεως αποδοτικότητας, ή να μη δυνηθούν να αρχίσουν την παραγωγή της. Δεδομένου ότι αυτή η κοινοτική κανονιστική ρύθμιση παραβιάζει, από διάφορες απόψεις και κατά τρόπο επαρκώς χαρακτηριστικό, τους υπέρτερους κανόνες δικαίου που διασφαλίζουν την προστασία των ιδιωτών και, συνεπώς, συντρέχει υπηρεσιακό πταίσμα των υπευθύνων κοινοτικών οργάνων, τα τελευταία έχουν, κατά την άποψη των εναγουσών, την υποχρέωση να αποκαταστήσουν τη ζημία που προέκυψε και εξακολουθεί να προκύπτει από αυτό.
Τα υποβληθέντα αιτήματα σε κάθε περίπτωση είναι τα εξής:
Στην υπόθεση 116/77, να υποχρεωθούν τα κοινοτικά όργανα, ως υπεύθυνα της θεσπίσεως των κανονισμών 1111/77 (EE ειδ. έκδ. 03/018, σ. 86 επ.) και 1468/77 (Abl. L 162 της 1.7.1977, σ. 7), να αποκαταστήσουν τη ζημία που προέκυψε από αυτή τη θέσπιση και που προσωρινά αποτιμάται σε 777000000 βελγικά φράγκα.
Στην υπόθεση 124/77, η ενάγουσα ζητεί να υποχρεωθεί το Συμβούλιο και η Επιτροπή να αποκαταστήσουν τη ζημία που υπέστη λόγω της κανονιστικής ρυθμίσεως περί επιβολής συνεισφοράς στην παραγωγή και που περιλαμβάνει ιδίως τα έξοδα αποσβέσεως και μετατροπής των βιομηχανικών εγκαταστάσεων που έχουν προβλεφθεί για την παραγωγή ισογλυκόζης, καθώς και τις ζημίες που αφορούν την παραγωγή ισογλυκόζης για το οικονομικό έτος 1977/1978.
Τέλος, η υπόθεση 143/77 έχει ως αντικείμενο, εκτός από αίτημα αναγνωρίσεως ανάλογο με το αίτημα της υποθέσεως 116/77, να υποχρεωθεί η Κοινότητα να αποκαταστήσει τη ζημία που προκάλεσε η κανονιστική ρύθμιση και που αποτιμάται, σύμφωνα με προσωρινό υπολογισμό, σε 154268000 φιορίνια.
Τα εναγόμενα κοινοτικά όργανα αποκρούουν αυτά τα αιτήματα και ζητούν την απόρριψή τους, στις υποθέσεις 116 και 124/77, ως απαράδεκτα ή, επικουρικώς, αβάσιμα και, στην υπόθεση 143/77, ως αβάσιμα.
Επιθυμώ επίσης να αναφέρω εδώ ότι, σε άλλη υπόθεση (στην υπόθεση 153/77), η ενάγουσα Koninklijke Scholten ζητεί επίσης την αποκατάσταση ζημίας, σχετικής με την κατάργηση της επιστροφής λόγω παραγωγής ισογλυκόζης, αναφερόμενη, επομένως, στους κανονισμούς 1862/76 (Abl. L 206 της 31.7.1976, σ. 3) και 2158/76 (Abl. L 241 της 2.9.1976, σ. 21). Αυτή η υπόθεση δεν ενώθηκε προς συνεκδίκαση με τις υποθέσεις που εξετάζω τώρα· συνεπώς, δεν θα ασχοληθώ εδώ με τα προβλήματα που την αφορούν ενδεχομένως, θα πρέπει να εξεταστούν με χωριστές προτάσεις.
I —
Για να συμμορφωθώ με τα επιχειρήματα που ανέπτυξαν τα εναγόμενα, πρέπει να εξετάσω πρώτον το ζήτημα του παραδεκτού των αγωγών. Σχετικώς μπορώ, είναι αληθές, να είμαι σχετικά σύντομος για λόγους που προκύπτουν προδήλως από τις παρατηρήσεις που ανέπτυξα στις υποθέσεις 103, 125 και 145/77.
1.
Καταρχάς, το παραδεκτό αμφισβητείται σε σχέση με τις απαιτήσεις του άρθρου 38 του κανονισμού διαδικασίας. Στις αντιρρήσεις που προέβαλαν επ' αυτού του σημείου, το Συμβούλιο και η Επιτροπή θεωρούν — και αυτό αναφέρεται στην άμεση ζημία — ότι δεν αποδείχθηκε επαρκώς ότι η συνεισφορά στην παραγωγή είναι ακριβώς εκείνη που προκαλεί το κλείσιμο των επιχειρήσεων και ότι ορισμένοι άλλοι παράγοντες είναι άσχετοι προς αυτό.
Όμως, το άρθρο 38 του κανονισμού διαδικασίας περιορίζεται στο να απαιτεί συνοπτική έκθεση των ισχυρισμών, των οποίων γίνεται επίκληση, δηλαδή συνοπτική έκθεση των ισχυρισμών οι οποίοι, κατά τη διάρκεια της δίκης, θα μπορούσαν να αναπτυχθούν και να εξετασθούν σε βάθος. Κατά τη γνώμη μου και χωρίς να επιθυμώ σ' αυτό το στάδιο της διαδικασίας να το αποδείξω λεπτομερώς, στην προκειμένη περίπτωση η εν λόγω απαίτηση έχει ικανοποιηθεί. Εν πάση περιπτώσει, δεν διαπιστώνω σοβαρές παραλείψεις που να δικαιολογήσουν — εκ μόνου του γεγονότος ότι τα εναγόμενα δεν βρέθηκαν σε θέση να προβάλουν κατάλληλη άμυνα — την υποχρέωση απορρίψεως των αγωγών ως απαραδέκτων.
2.
Οι αντιρρήσεις των εναγομένων αφορούν επίσης το γεγονός ότι οι ενάγουσες προβάλλουν τη ζημία που υπέστη ολόκληρη κατηγορία επιχειρήσεων και, συνεπώς, δεν προβάλλουν την ύπαρξη ειδικής ζημίας.
Αρκεί, κατά τη γνώμη μου, να επισημανθεί ότι μία τέτοια προϋπόθεση απαιτείται έστω σε περίπτωση ευθύνης άνευ πταίσματος, όχι όμως όταν πρόκειται περί αγωγών αποζημιώσεως λόγω υπηρεσιακού πταίσματος. Επομένως, ορθώς οι ενάγουσες υπέμνησαν σειρά προηγουμένων δικών, στις οποίες δεν επρόκειτο ούτε εκεί περί ζημίας προκληθείσας σε καθορισμένη επιχείρηση και στις οποίες οι αγωγές αποζημιώσεως δεν χαρακτηρίστηκαν, ωστόσο, ως απαράδεκτες.
3.
Στο μέτρο που η αγωγή στηρίζεται στη δήλωση ότι η συνεισφορά στην παραγωγή επιβάλλει στους παραγωγούς ισογλυκόζης επιβάρυνση τόσο βαρεία ώστε η παραγωγή δεν είναι πλέον αποδοτική και ότι πρέπει, συνεπώς, να σταματήσει, μια άλλη αντίρρηση προβλήθηκε, ήτοι ότι δεν μπορεί να συναχθεί από τα επιχειρήματα ορισμένων εναγουσών (των εναγουσών στις υποθέσεις 124/77 και 143/77), καθώς και από την αγωγή στην υπόθεση 153/77, ότι η παραγωγή ισογλυκόζης δεν δικαιολογείτο πλέον, από οικονομική άποψη, μόλις καταργήθηκε η επιστροφή στην παραγωγή. Όμως, αν αυτό συμβαίνει, πρέπει να γίνει δεκτό ότι η συνεισφορά στην παραγωγή δεν μπορεί να θεωρείται ότι είναι αυτή που προκάλεσε τη διακοπή της παραγωγής.
Ούτε αυτόν τον ισχυρισμό μπορώ να δεχθώ. Στο πλαίσιο της εξετάσεως του παραδεκτού, δεν είναι δυνατό, κατά τη γνώμη μου, να τίθεται ζήτημα λεπτομερούς μελέτης του προβλήματος αιτίου και αιτιατού — πράγμα που αφορά την ουσία της υποθέσεως· αυτό που έχει, αντιθέτως, σημασία είναι αποκλειστικώς το βάσιμο των αναπτυχθέντων επιχειρημάτων. Και αυτό δεν μπορεί να αμφισβητηθεί. Έτσι, η έλλειψη αποδοτικότητας της παραγωγής, που εμφανίστηκε μετά την κατάργηση της επιστροφής στην παραγωγή, δεν επιβάλλει με κανένα τρόπο να συναχθεί η ανάγκη κλεισίματος των εργοστασίων. Εν πάση περιπτώσει, αυτό το ζήτημα περί αποδοτικότητας μπορεί να τεθεί διαφορετικά αν τροποποιηθούν οι οικονομικές σχέσεις. Γι' αυτό το λόγο νομίζω ότι a priori δεν μπορεί να θεωρηθεί ως ανυποστήρικτη η διαπίστωση — πράγμα που αρκεί στην προκειμένη περίπτωση — ότι η συνεισφορά στην παραγωγή ισογλυκόζης έδωσε απλώς, ας το πω έτσι, το χαριστικό πλήγμα.
4.
Περαιτέρω, τα κοινοτικά όργανα αμφισβητούν, ως προς το ουσιώδες, το γεγονός ότι, στις υπό κρίση αγωγές, απαιτείται αποκατάσταση ζημίας που δεν είχε ακόμα προκληθεί κατά την ημερομηνία καταθέσεως των αγωγών και που δεν διευκρινίζεται επαρκώς. Κατά τους προβαλλόμενους προς στήριξη των αγωγών ισχυρισμούς, η συνεισφορά στην παραγωγή συνεπάγεται την υποχρέωση διακοπής της παραγωγής στο μέλλον, πράγμα που συνεπάγεται τότε την υποχρέωση απολύσεως του προσωπικού έναντι καταβολής αποζημιώσεων, αποσβέσεως ορισμένων επενδύσεων και μετατροπής των βιομηχανικών εγκαταστάσεων ή ακόμα μεταβολής προσανατολισμού του συνόλου του ομίλου· πρέπει επίσης να αναμένει κανείς τη διαπίστωση διαφυγόντων κερδών.
Επ' αυτού του σημείου θα επιθυμούσα καταρχάς να παρατηρήσω ότι, είναι πρόδηλο, από την αρχή μέχρι το τέλος των αγωγών, ότι δεν τίθεται αποκλειστικά θέμα μελλοντικών ζημιών. Έτσι, στην υπόθεση 143/77, η ενάγουσα επικαλείται επίσης την άμεση διακοπή των κατασκευαστικών εργασιών στο Tilbury και απαιτεί αποζημίωση για τα ποσά που δαπανήθηκαν για την ανάπτυξη της ισογλυκόζης και που πρέπει να θεωρούνται ως απολεσθέντα.
Επιθυμώ, επιπλέον, να τονίσω ότι η διάκριση στην οποία προβαίνει η Επιτροπή μεταξύ της ζημίας (Schädigung) που πρέπει να έχει ήδη προκληθεί κατά την κατάθεση της αγωγής και της ζημίας (Schadensfolgen) που μπορεί να προκύψει στη συνέχεια ουδόλως στηρίζεται στη νομολογία του Δικαστηρίου. Αντιθέτως, κατά τη νομολογία (βλ. τις υποθέσεις 56 έως 60/74, Kurt Kampffmeyer Mühlenvereinigung KG και λοιποί κατά Επιτροπής και Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, απόφαση της 2.6.1976, Slg. 1976, σ. 711, και 44/76, Milch- Fett- und Eier-Kontor GmbH κατά Συμβουλίου και Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, απόφαση της 2.3.1977, Slg. 1977, σ. 393), αγωγές αποζημιώσεως λόγω ζημίας που θα συγκεκριμενοποιηθεί στο μέλλον είναι απολύτως παραδεκτές και αυτό ιδίως λαμβανομένου υπόψη του ότι η ζημία μπορεί μ' αυτόν τον τρόπο να διατηρηθεί σε στενά όρια. Η μόνη προϋπόθεση συνίσταται στο να είναι βεβαία η αιτία της ζημίας και να είναι επικείμενη ζημία, δηλαδή να μπορεί να προβλεφθεί με επαρκή βεβαιότητα.
Όσον αφορά αυτές τις προϋποθέσεις, δεν υφίσταται καμία αμφιβολία ως προς την ύπαρξη της πρώτης προϋποθέσεως· πράγματι, η αιτία της ζημίας είναι η θέσπιση υποχρεώσεως καταβολής συνεισφοράς, καθώς και της συνεισφοράς 5 λογιστικών μονάδων ανά 100 χιλιόγραμμα, που προβλεπόταν, στην αρχή, για ένα μόνο έτος, η οποία, όμως, εφεξής είναι υποχρεωτική μέχρι το 1980. Εν τούτοις, δεν μπορεί να αποκλεισθεί εντελώς η συνδρομή της άλλης προϋποθέσεως, υπό τον όρο να μην απαιτείται απόλυτη βεβαιότητα, επιτρέπουσα ιδίως την αποτίμηση της ζημίας, αλλά απλώς επαρκής βεβαιότητα. Προς το σκοπό αυτό, το παραδεκτό θα έπρεπε να εξαρτηθεί αποκλειστικά από την ύπαρξη επαρκώς πειστικών επεξηγήσεων και όχι από οποιαδήποτε απόδειξη. Όμως, αυτές οι επεξηγήσεις — που περιλαμβάνουν δεδομένα σε αριθμούς ως προς το κόστος της παραγωγής της ισογλυκόζης και ως προς τις επιβαρύνσεις που αυτό το προϊόν είναι ικανό να υποστεί — δεν ελλείπουν στην πραγματικότητα και μπορούν ασφαλώς να δώσουν την εντύπωση ότι η συνεισφορά στην παραγωγή μπορεί να επιφέρει, αργά ή γρήγορα, τη διακοπή της παραγωγής ισογλυκόζης. Αυτό, κατά τη γνώμη μου, είναι αρκετό στην προκειμένη περίπτωση. Μπορεί, αντιθέτως, να αφεθεί εκκρεμές το ζήτημα αν αυτό ισχύει για όλες τις επικαλούμενες ζημίες, για παράδειγμα για μελλοντικά διαφυγόντα κέρδη.
5.
Τέλος, αμφισβητήθηκε και το γεγονός ότι πρέπει να θεωρηθεί η συνεισφορά στην παραγωγή ως η άμεση αιτία της επικαλούμενης ζημίας. Στην προκειμένη περίπτωση, όλα τείνουν στο να γίνει πιστευτό, αντιθέτως, ότι οι ενάγουσες, προβαίνοντας στις επενδύσεις τους, επέδειξαν έλλειψη προνοητικότητας στο μέτρο που, ενώπιον μιας τέτοιας εξελίξεως της οικονομικής καταστάσεως, θα έπρεπε απολύτως να υπολογίσουν την κανονιστική ρύθμιση περί των συνεισφορών.
Σχετικώς, αρκεί, κατά τη γνώμη μου, να παρατηρηθεί ότι η αντίρρηση αφορά προφανώς το ποιος θέσπισε τα μέτρα τα οποία, κατά τρόπο καθοριστικό, προκάλεσαν τις επιζήμιες συνέπειες, για τις οποίες ζητείται αποζημίωση, ή, με άλλα λόγια, το ζήτημα ενδεχόμενης συνυπευθυνότητας. Τέτοιες, όμως, σκέψεις δεν εμπίπτουν ασφαλώς στο πλαίσιο της εξετάσεως του παραδεκτού· προδήλως αφορούν την ουσία της υποθέσεως.
II —
Δεδομένου ότι οι προεκτεθείσες σκέψεις δεν συνηγορούν υπέρ οποιασδήποτε αποφασιστικής αντιρρήσεως ως προς το παραδεκτό των αγωγών, πρέπει, να διατυπώσω, επίσης συνοπτικά, τις ακόλουθες παρατηρήσεις επί του βασίμου των αγωγών.
Η πρώτη προϋπόθεση αγωγής, ερειδόμενης στην ευθύνη λόγω υπηρεσιακού πταίσματος, βασιζόμενης επί κυριαρχικής πράξεως, είναι η τελευταία να χαρακτηρισθεί ως παράνομη. Όταν πρόκειται περί κανονιστικών πράξεων που έχουν οικονομική επίπτωση — και αυτή αναμφισβήτητα είναι η περίπτωση όσον αφορά τη θέσπιση της συνεισφοράς στην παραγωγή ισογλυκόζης — απαιτείται επιπλέον παραβίαση επαρκώς χαρακτηριστική υπέρτερου κανόνα δικαίου που προστατεύει τους ιδιώτες (υπόθεση 5/71, Aktien-Zuckerfabrik Schöppenstedt κατά Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, απόφαση της 2.12.1971, Slg. 1971, σ. 975).
Σχετικώς, οι ενάγουσες προέβαλαν επιχειρήματα που καλύπτουν ευρέως τα επιχειρήματα που έχουν αναπτυχθεί στις υποθέσεις 103 και 145/77 και αφορούν το κύρος του κανονισμού 1111/77. Στο μέτρο που, στις υποθέσεις που αφορούν την ευθύνη λόγω υπηρεσιακού πταίσματος, προέβαλαν άλλες όψεις, τις ανέφερα ήδη επίσης στο πλαίσιο αυτών των διαδικασιών. Μπορώ, επομένως, να παραιτηθώ εδώ από τη νέα εξέταση όλων αυτών των επιχειρημάτων και περιορίζομαι στο να διαπιστώσω συνοπτικά ότι καμιά από τις εξετασθείσες απόψεις — παραβίαση των σκοπών του άρθρου 39 της Συνθήκης ΕΟΚ, παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας, παραβίαση της απαγορεύσεως των διακρίσεων, παραβίαση του δικαιώματος εκμεταλλεύσεως βιομηχανικής ή εμπορικής επιχειρήσεως, μη λήψη υπόψη της αρχής της ασφαλείας του δικαίου και της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης και κατάχρηση εξουσίας — δεν επέτρεψε να αμφισβητηθεί το κύρος και η νομιμότητα της κανονιστικής ρυθμίσεως περί των ισχυουσών συνεισφορών για την ισογλυκόζη.
Αυτές οι σκέψεις αρκούν στη συγκεκριμένη περίπτωση. Ειδικότερα, δεν παρίσταται ανάγκη να ασχοληθώ περισσότερο με το πρόβλημα που ήγειραν τα εναγόμενα, το οποίο αφορά το αν όλοι οι αναφερθέντες νομικοί κανόνες — ιδίως οι σκοποί του άρθρου 39 και η αρχή της αναλογικότητας — πρέπει να θεωρούνται ως υπέρτεροι προστατευτικοί κανόνες κατά την έννοια της νομολογίας της οποίας έγινε επίκληση.
Κατόπιν των προεκτεθέντων δεν είναι δυνατό, κατά τη γνώμη μου, παρά να απορριφθούν ως αβάσιμες οι ασκηθείσες αγωγές στο σύνολό τους.
III —
Συνοπτικά, προτείνω, επομένως, την απόρριψη των αγωγών αποζημιώσεως λόγω υπηρεσιακού πταίσματος που ασκήθηκαν από τις επιχειρήσεις Amylum, Tunnel Refineries και Koninklijke Scholten και να καταδικαστούν οι ενάγουσες στα δικαστικά έξοδα, σύμφωνα με το άρθρο 69 του κανονισμού διαδικασίας.
( 1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γερμανική.
Full & Egal Universal Law Academy