ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ FRANCESCO CAPOTORTI
Της 31ης Μαΐου 1978 ( *1 )
Κύριε Πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
1.
Στην υπόθεση που μας απασχολεί σήμερα, το Δικαστήριο καλείται να ερμηνεύσει τους κανόνες της Σύμβασης των Βρυξελλών της 27ης Σεπτεμβρίου 1968 για τη διεθνή δικαιοδοσία και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις. Το ερώτημα που υποβάλλει το πολιτικό τμήμα του COUR DE CASSATION της Γαλλίας έχει ως εξής: «Η πώληση μηχανήματος από μια εταιρία σε άλλη, κατά την οποία συνομολογείται ότι το τίμημα θα εξοφληθεί με δύο ισόποσες συναλλαγματικές, λήξεως 60 και 90 ημερών, μπορεί να θεωρηθεί ως πώληση ενσωμάτων κινητών με τμηματική καταβολή του τιμήματος κατά την έννοια του άρθρου 13 της Σύμβασης των Βρυξελλών;» Τονίζω ότι το ερώτημα είναι συγκεκριμένο και σαφώς οριοθετημένο: για να δοθεί απάντηση, πρέπει να οριστεί η έννοια του όρου «πώληση ενσωμάτων κινητών με τμηματική καταβολή του τιμήματος», που υπάρχει στο εν λόγω άρθρο 13, αναφορικά με την περίπτωση πωλήσεως μηχανημάτων μεταξύ δύο εμπορικών εταιριών.
Θεωρώ σκόπιμο να εκθέσω, ως συνήθως, με συντομία τα πραγματικά περιστατικά. Τον Φεβρουάριο 1972, η εταιρία BERTRAND, που έχει την έδρα της στη Γαλλία, αγόρασε από την εταιρία PAUL OTT, η έδρα της οποίας βρίσκεται στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, μια εργαλειομηχανή, η παράδοση της οποίας στην αγοράστρια εταιρία και η εγκατάστασή της έγιναν κανονικά. Προς εξόφληση του τιμήματος, η αγοράστρια εταιρία εξέδωσε, όπως ανέφερα πιο πάνω, δύο ισόποσες συναλλαγματικές, λήξεως 60 και 90 ημερών. Η εταιρία BERTRAND εξόφλησε μερικώς μόνο τις συναλλαγματικές αυτές, για το λόγο δε αυτό, η πωλήτρια εταιρία αναγκάστηκε να εναγάγει την αγοράστρια ενώπιον του LANDGERICHT της Στουτγάρδης, το οποίο και καταδίκασε την εναγόμενη εταιρία με απόφαση της 10ης Μαΐου 1974. Μετά ένα έτος, η απόφαση περιεβλήθη, σύμφωνα με τους όρους του άρθρου 31 της Σύμβασης των Βρυξελλών, τον εκτελεστήριο τύπο από το TRIBUNAL DE GRANDE INSTANCE του MANS.
Στις 20 Μαΐου 1976, το COUR D'APPEL του ANGERS, απέρριψε την προσφυγή που άσκησε η εταιρία BERTRAND και επικύρωσε την περιαφή του εκτελεστήριου τύπου. Κατόπιν αυτού, η διαφορά ήχθη ενώπιον του COUR DE CASSATION, στο σημείο δε αυτό ακριβώς ανέκυψε το ερώτημα, το κείμενο του οποίου παρέθεσα.
2.
Στις γραπτές παρατηρήσεις τους, οι διάδικοι της κύριας δίκης αναφέρονται διά μακρών στο πρόβλημα των κριτηρίων που θα πρέπει να ληφθούν υπόψη κατά την ερμηνεία της Σύμβασης των Βρυξελλών και, ειδικότερα, του άρθρου 13 της Σύμβασης αυτής. Μεταξύ άλλων, αναφέρθηκε και η απόφαση που εξέδωσε το Δικαστήριο στις 6 Φεβρουαρίου 1976 στην υπόθεση 12/76, INDUSTRIE TESSILI κατά DUNLOP (RACC. 1976, σ. 1473)· πράγματι, η απόφαση αυτή, αφού παρατηρεί ότι η Σύμβαση χρησιμοποιεί συχνά νομικές εκφράσεις και έννοιες που προέρχονται από το αστικό, εμπορικό ή δικονομικό δίκαιο και οι οποίες είναι δυνατό να διαφέρουν εννοιολογικά από ένα κράτος μέλος σε άλλο, αφήνει ανοικτή τη δυνατότητα επιλογής μεταξύ δύο ερμηνειών: να θεωρηθεί, δηλαδή, είτε ότι οι εκφράσεις και οι έννοιες του είδους αυτού είναι αυτοτελείς και κοινές σε όλα τα κράτη μέλη, είτε ότι συνεπάγονται παραπομπή στο ουσιαστικό δίκαιο που έχει εφαρμογή κατά τους κανόνες ιδιωτικού διεθνούς δικαίου του πρώτου δικάσαντος δικαστηρίου. Θα ήθελα να παρατηρήσω σχετικά ότι όλη η μεταγενέστερη νομολογία του Δικαστηρίου, όσον αφορά την ερμηνεία της Σύμβασης των Βρυξελλών, τείνει καθαρά να ευνοήσει την πρώτη από τις δύο δυνατότητες επιλογής, καταβάλλοντας κάθε δυνατή προσπάθεια ώστε να αποδοθεί αυτοτελής σημασία στις έννοιες που χρησιμοποιεί η Σύμβαση, ακόμα και όταν, εκ πρώτης όψεως, εμφανίζονται να έχουν σε μεγάλο βαθμό σχέση με το νομικό σύστημα κάθε κράτους μέλους. Το Δικαστήριο καταβάλλει σταθερά προσπάθειες ώστε να εξευρεθεί ο κοινός πυρήνας των εννοιών που χρησιμοποιεί η Σύμβαση, ακόμα και όταν το έργο αυτό παρουσιάζει μεγάλες δυσχέρειες: αυτό αποδεικνύεται κυρίως από τις αποφάσεις της 14ης Οκτωβρίου 1976 στην υπόθεση 29/76, LTU κατά EUROCONTROL (RACC. 1976, σ. 1541) και της 22ας Οκτωβρίου 1977 στην υπόθεση 43/77, INDUSTRIAL DIAMOND SUPPLIES κατά RIVA (RACC. 1977, σ. 2175). Οι λόγοι του προσανατολισμού αυτού της νομολογίας είναι προφανείς: η ομοιόμορφη ερμηνεία των κανόνων της Σύμβασης εγγυάται την «ελεύθερη κυκλοφορία των αποφάσεων», η οποία θεωρήθηκε δικαίως ως ένας από τους κύριους αντικειμενικούς σκοπούς της ίδιας της Σύμβασης. Γι' αυτό ακριβώς, τελικά, η μέθοδος της παραπομπής στο εθνικό νομικό σύστημα που έχει εφαρμογή βάσει του ιδιωτικού διεθνούς δικαίου του δικάζοντος δικαστή μπορεί να χαρακτηριστεί ως μέθοδος επικουρική, δηλαδή μέθοδος στην οποία γίνεται προσφυγή μόνον όταν η αναζήτηση της αυτοτελούς σημασίας δεδομένης έννοιας, στο πλαίσιο της Σύμβασης, καταλήγει σε σαφώς αρνητικό αποτέλεσμα.
Βεβαίως, προκειμένου να καθοριστεί κατά τρόπο αυτοτελή η έννοια των εκφράσεων που χρησιμοποιεί η Σύμβαση των Βρυξελλών, είναι απαραίτητο να γίνει χρήση ορισμένων βασικών σημείων αναφοράς. Και αυτά τα σημεία τα έχει υποδείξει η νομολογία του Δικαστηρίου: πρόκειται για τους αντικειμενικούς σκοπούς και το σύστημα της Σύμβασης, καθώς και για τις γενικές αρχές που πηγάζουν από το σύνολο των εθνικών εννόμων τάξεων (βλ. την προαναφερθείσα απόφαση της 14ης Οκτωβρίου 1976 στην υπόθεση 29/76, LTU κατά EURO-CONTROL). Επομένως, με τη βοήθεια αυτών των κριτηρίων θα πρέπει να εξεταστεί η υπό κρίση υπόθεση.
3.
Θα αρχίσω εξετάζοντας τη θέση και τη λειτουργία των άρθρων 13-15 (δηλαδή του τμήματος 4 του τίτλου II, το οποίο απαρτίζεται ακριβώς από τα τρία αυτά άρθρα) στο σύστημα της Σύμβασης. Πρώτον, είναι σαφές ότι ο κανόνας διεθνούς δικαιοδοσίας που περιέχεται στο άρθρο 14, έχει το χαρακτήρα ειδικού κανόνα: αρκεί να ληφθεί υπόψη το περιεχόμενό του σε σχέση με άλλα άρθρα της Σύμβασης ευρύτερου πεδίου εφαρμογής. Η πρώτη παράγραφος της εν λόγω διατάξεως ορίζει ότι ο πωλητής σε σύμβαση πωλήσεως με τμηματική καταβολή του τιμήματος μπορεί να εναχθεί όχι μόνο στον τόπο της κατοικίας του, αλλά επίσης και ενώπιον των δικαστηρίων του τόπου κατοικίας του αγοραστή, κατά παρέκκλιση από το γενικό κανόνα του άρθρου 2. Αντιθέτως, όταν ο πωλητής ενάγει τον αγοραστή, διεθνή δικαιοδοσία, υπό την έννοια της δεύτερης παραγράφου του άρθρου 14, έχουν μόνο τα δικαστήρια του τόπου κατοικίας του εναγομένου: η διάταξη αυτή συμφωνεί με το κριτήριο που γίνεται δεκτό από το άρθρο 2, αλλά αποκλείει την εφαρμογή άλλων διατάξεων, όπως του άρθρου 5, σημείο 1, που αφορά τη διεθνή δικαιοδοσία σε διαφορές εκ συμβάσεως και του άρθρου 6, σημείο 1, που αφορά την περίπτωση πλειόνων εναγομένων. Ο ειδικός χαρακτήρας του άρθρου 14 επιβεβαιώνεται, εξάλλου, και από τους περιορισμούς που επιβάλλει το άρθρο 15 ως προς τις δυνατότητες παρεκτάσεως της διεθνούς δικαιοδοσίας με συμφωνία των μερών.
Η πρώτη αυτή διαπίστωση υπαγορεύει τη σύνεση κατά τον καθορισμό της έννοιας των άρθρων 13-15: είναι γνωστό ότι οι διατάξεις που θεσπίζουν παρέκκλιση πρέπει να ερμηνεύονται συσταλτικά. Η σύνεση αυτή θα πρέπει να συνίσταται στην επιλογή ερμηνείας η οποία να λαμβάνει κατά το μέγιστο δυνατό υπόψη τη RATIO του τμήματος 4 του τίτλου II και να αποδίδει στους κανόνες που περιέχονται στο τμήμα αυτό πεδίο εφαρμογής το οποίο να αντιστοιχεί επακριβώς με το λόγο ύπαρξης της διάταξης. Όσον αφορά όμως τη RATIO των άρθρων 13-15, δεν υπάρχει καμία αμφιβολία: οι κανόνες αυτοί αποβλέπουν στην προστασία του ασθενέστερου συμβαλλομένου, δηλαδή του αγοραστή στην περίπτωση πωλήσεως ενσωμάτων κινητών με τμηματική καταβολή του τιμήματος και του δανειολήπτη στην περίπτωση δανείου με σταδιακή εξόφληση, άμεσα συνδεδεμένου με τη χρηματοδότηση αγοράς των κινητών αυτών. Αυτό προκύπτει σαφώς από το γεγονός ότι η πρώτη παράγραφος του άρθρου 14 επιτρέπει στα πρόσωπα αυτά να επιλέξουν μεταξύ δύο δικαστηρίων προκειμένου να εναγάγουν τον πωλητή ή τον δανειοδότη, ενώ η δεύτερη παράγραφος, που αφορά την περίπτωση ασκήσεως αγωγής από τον πωλητή κατά του αγοραστή ή από τον δανειοδότη κατά του δανειολήπτη, επικυρώνει τον γενικό κανόνα του άρθρου 2 και ορίζει ότι ο κανόνας αυτός δεν επιδέχεται εξαίρεση. Πρέπει, εξάλλου, να σημειωθεί ότι η έκθεση για τη Σύμβαση — καλούμενη «έκθεση JENARD» — διακρίνει στη μέριμνα για την προστασία ορισμένων κατηγοριών προσώπων — αγοραστών και δανειοληπτών — τον κύριο λόγο της θέσπισης των κανόνων του τμήματος 4 (βλέπε επίσης και WESER, CONVENTION CUMMUNAUTAIRE SUR LA COMPÉTENCE JUDICIAIRE ET L'EXÉCUTION DES DÉCISIONS, Βρυξέλλες 1975, σ. 291).
Υπό τους όρους αυτούς, δεν μπορεί να δοθεί η ερμηνεία της έννοιας «πώληση με τμηματική καταβολή του τιμήματος» που περιέχεται στο άρθρο 13 της Σύμβασης, χωρίς να ληφθούν υπόψη τα δύο κριτήρια που συνάγονται από τις διαπιστώσεις αυτές: α) πρέπει να προκριθεί η συσταλτική και όχι η ευρεία ερμηνεία -β) η εν λόγω σύμβαση έχει ως κύριο χαρακτηριστικό το ουσιώδες στοιχείο της οικονομικής ανισότητας μεταξύ των δύο μερών: συνάπτεται μεταξύ ενός «ασθενούς», και ενός «ισχυρού» συμβαλλομένου.
Σύμφωνα με το κριτήριο α), πρέπει να αποκλειστεί η δυνατότητα η πώληση να χαρακτηρίζεται για την εφαρμογή της Σύμβασης, ως πώληση με τμηματική καταβολή του τιμήματος, μόνο βάσει του τρόπου καταβολής του τιμήματος, υπό την έννοια ότι οποιαδήποτε σύμβαση πωλήσεως στην οποία το τίμημα καταβάλλεται σε δύο ή περισσότερες δόσεις μπορεί να χαρακτηριστεί ως «πώληση με τμηματική καταβολή του τιμήματος» χωρίς να λαμβάνεται υπόψη οποιοδήποτε άλλο υποκειμενικό ή αντικειμενικό στοιχείο. Νομίζω, επομένως, ότι πρέπει να απορριφθεί η άποψη της εταιρίας BERTRAND, σύμφωνα με την οποία ο κοινοτικός ορισμός θα πρέπει να είναι τόσο ευρύς ώστε να περιλαμβάνει όλους τους ορισμούς που γίνονται δεκτοί στα εθνικά δίκαια και, κατά συνέπεια, ως «πώληση με τμηματική καταβολή του τιμήματος» θα πρέπει να νοείται κάθε πώληση με πίστωση στην οποία το τίμημα καταβάλλεται με διαδοχικές δόσεις. Από την άλλη πλευρά, κατ' εφαρμογή του κριτηρίου β), πρέπει να προσανατολιστούμε προς μία έννοια της πώλησης με τμηματική καταβολή του τιμήματος, η οποία να έχει ως τυπικό χαρακτηριστικό τη μειονεκτική από οικονομική πλευρά θέση του αγοραστή, έτσι ώστε να είναι δυνατό να λεχθεί ότι ο αγοραστής αυτός ωθήθηκε στην πραγματοποίηση της αγοράς από τον μηχανισμό της τμηματικής καταβολής του τιμήματος, δεδομένου ότι η εξόφληση του τιμήματος τοις μετρητοίς θα του είχε δημιουργήσει οικονομικές δυσχέρειες. Ως προς το θέμα αυτό, θεωρώ σωστή την παρατήρηση της Βρετανικής Κυβέρνησης στην υπόθεση αυτή, σύμφωνα με την οποία είναι παράλογο να θεωρείται ότι όλοι οι αγοραστές που συνομολογούν τη μεταγενέστερη εξόφληση του τιμήματος έχουν ανάγκη προστασίας, ενώ είναι λογικότερο να γίνεται λόγος για προστασία των καταναλωτών. Πράγματι, ο μόνος τρόπος για να προσδιορίσουμε μια κατηγορία αγοραστών για τους οποίους να μπορεί να λεχθεί ότι τυπικό χαρακτηριστικό της είναι ότι βρίσκονται σε μειονεκτική θέση από οικονομική άποψη, είναι να στρέψουμε την προσοχή μας προς την κατηγορία των καταναλωτών, για τους οποίους, όπως είναι γνωστό, τίθεται γενικώς θέμα προστασίας στο κοινοτικό δίκαιο καθώς και σε πολλά εσωτερικά δίκαια. Οι σκέψεις που διατυπώθηκαν όσον αφορά το ρόλο των άρθρων 13-15 στο σύστημα της Σύμβασης των Βρυξελλών, μας οδηγούν στο να θεωρήσουμε ότι με τον όρο πώληση με τμηματική καταβολή του τιμήματος νοείται η πώληση την οποία πραγματοποιεί εμπορική επιχείρηση (παραγωγής ή εμπορίας) προς καταναλωτή — κατά συνέπεια δε, η πώληση καταναλωτικών αγαθών — και στην οποία το τίμημα καταβάλλεται τμηματικώς σε ορισμένες διαδοχικές δόσεις.
4.
Ανέφερα προηγουμένως τη σημασία που έχει η προσφυγή στις γενικές αρχές που πηγάζουν από το σύνολο των δικαίων των κρατών μελών, προκειμένου να καθοριστεί αυτοτελώς η έννοια των εκφράσεων που χρησιμοποιεί η Σύμβαση. Πρέπει, επομένως, να εξετάσουμε αν, στο θέμα που μας απασχολεί, υπάρχουν παρόμοιες γενικές αρχές και, αν υπάρχουν, ποιο είναι το περιεχόμενό τους.
Οπωσδήποτε δεν μπορεί να λεχθεί ότι το φαινόμενο της πώλησης με τμηματική καταβολή του τιμήματος ρυθμίζεται στα κράτη μέλη κατά τρόπο ομοιόμορφο. Φαίνεται ότι οι εθνικοί νομοθέτες θεώρησαν το φαινόμενο αυτό από τρεις διαφορετικές οπτικές γωνίες: ορισμένες φορές στο πλαίσιο των συνήθων κανόνων περί συμβάσεων (όπως συμβαίνει στην Ιταλία και τις Κάτω Χώρες), άλλες φορές στο πλαίσιο ειδικών νόμων που θεσπίζονται για την προστασία των αγοραστών σε συμβάσεις πωλήσεως με τμηματική καταβολή του τιμήματος (παρόμοιοι νόμοι ισχύουν σήμερα σχεδόν σε όλα τα κράτη μέλη) και τέλος, σπανιότερα, στο πλαίσιο περιοριστικών νόμων, οι οποίοι αποβλέπουν στην εξάλειψη των πληθωριστικών συνεπειών που μπορεί να επιφέρει ο μηχανισμός της τμηματικής καταβολής του τιμήματος (όπως στη Γαλλία, το Βέλγιο, το Ηνωμένο Βασίλειο και, για ορισμένο χρονικό διάστημα, στην Ιταλία). Είναι προφανές ότι, όταν μεταβάλλεται η οπτική γωνία θεωρήσεως, μπορεί να μεταβληθεί επίσης και ο χαρακτηρισμός του φαινομένου -αυτός είναι ένας από τους λόγους για τους οποίους η πώληση με τμηματική καταβολή του τιμήματος δεν νοείται κατά τρόπο ομοιόμορφο στα δίκαια των κρατών μελών.
Ως πρώτη προσέγγιση, μπορεί να λεχθεί ότι η πολύ ευρεία αντίληψη, κατά την οποία το τίμημα για την αγορά πράγματος, του οποίου τη νομή αποκτά αμέσως ο αγοραστής, απαιτείται και αρκεί να καταβάλλεται σε δύο ή περισσότερες διαδοχικές δόσεις, αποτελεί ακραία αντίληψη στην αντίθετη ακραία αντίληψη κατατάσσονται πολλές περιοριστικές έννοιες, οι οποίες χρησιμοποιούν ως κριτήρια οριοθετήσεως στοιχεία υποκειμενικά (ιδιότητα των συμβαλλομένων), ή αντικειμενικά (είδος, αξία των αντικειμένων, χρήση για την οποία προορίζονται) ή συναφή προς το τίμημα (ελάχιστο ή μέγιστο αριθμό δόσεων, συνολικό τίμημα, μέγιστη προθεσμία εξοφλήσεως) ή, τέλος, στοιχεία που αφορούν τη μεταβίβαση της κυριότητας (ρήτρα παρακρατήσεως της κυριότητας μέχρις αποπληρωμής του τιμήματος). Βεβαίως, πέρα από τα όρια που καθορίζονται βάσει του ενός ή του άλλου από τα στοιχεία αυτά, υπάρχει η απλή και καθαρά πώληση με τμηματική καταβολή του τιμήματος σε δύο ή περισσότερες δόσεις, η οποία δεν υπόκειται σε ειδικούς κανόνες: το είδος αυτό εμπορικής συναλλαγής απαντάται συχνότατα, όπως σωστά παρατήρησε η επιχείρηση ΟΤΤ, στις διεθνείς εμπορικές σχέσεις, χωρίς να χαρακτηρίζεται «άνευ ετέρου» — στην πρακτική και στο δίκαιο — ως πώληση με τμηματική καταβολή του τιμήματος.
Ενόψει της πολύ διαφοροποιημένης αυτής καταστάσεως, θα μπορούσε να θεωρηθεί άσκοπη η αναζήτηση κοινών αρχών στα κράτη μέλη. Εντούτοις, είναι δυνατό να διακρίνουμε μια κοινή τάση, αν εξετάσουμε το ζήτημα από την άποψη των νόμων που έχουν θεσπιστεί για την προστασία των αγοραστών σε συμβάσεις πωλήσεως με τμηματική καταβολή του τιμήματος. Και τονίζω ότι είναι λογική και σωστή η προσέγγιση του ζητήματος από την πλευρά αυτή, δεδομένου ότι, όπως είδαμε προηγουμένως, και τα άρθρα 13-15 της Σύμβασης των Βρυξελλών αποτελούν επίσης κανόνες οι οποίοι τείνουν να ευνοήσουν τον αγοραστή στην πώληση με τμηματική καταβολή του τιμήματος. Η κοινή τάση για την οποία μιλώ συνίσταται στην εξαίρεση ορισμένων κατηγοριών αγοραστών από το προστατευτικό σύστημα της πώλησης με τμηματική καταβολή του τιμήματος: αυτό μπορεί να γίνει είτε ευθέως, όταν ορίζεται ότι το σύστημα αυτό δεν εφαρμόζεται στις αγορές που πραγματοποιούνται από εμπόρους, επιχειρηματίες, νομικά πρόσωπα, είτε εμμέσως, με αναφορά στην αγορά βιομηχανικού εξοπλισμού και στην αγορά που συνδέεται με την επαγγελματική δραστηριότητα του αγοραστή. Αυτή την κατεύθυνση ακολουθούν οι νομοθεσίες όλων σχεδόν των κρατών μελών, εκτός από τη Δανία και την Ιταλία.
Επανέρχομαι στο πρόβλημα που πρέπει να επιλύσουμε. Νομίζω ότι η τάση των εσωτερικών δικαίων που ανέφερα, έστω και αν δεν είναι δυνατό να συγχέεται με την ύπαρξη καθαυτό κοινών αρχών, επιβεβαιώνει σαφώς τα συμπεράσματα στα οποία κατέληξα προηγουμένως με τη συστηματική ερμηνεία της Σύμβασης.
Εν ολίγοις: εφόσον ο αγοραστής σε σύμβαση πωλήσεως με τμηματική καταβολή του τιμήματος είναι ιδιώτης καταναλωτής και το αντικείμενο της αγοράς καταναλωτικό αγαθό, δικαιολογείται η ύπαρξη ειδικών κανόνων για την πώληση με τμηματική καταβολή του τιμήματος, δεδομένου ότι στην περίπτωση αυτή ένας από τους συμβαλλομένους είναι σε ασθενέστερη θέση και δικαιούται ειδικής προστασίας· δεν υπάρχει λόγος να επεκταθούν πέρα από την περίπτωση αυτή οι «προστατευτικοί» κανόνες για την πώληση με τμηματική καταβολή του τιμήματος και, επομένως, το ίδιο το «ΝΟΜΕΝ JURIS» της «πώλησης με τμηματική καταβολή του τιμήματος», υπό την έννοια του άρθρου 13 της Σύμβασης, παύει να έχει εφαρμογή.
5.
Πρέπει ακόμα να αναφερθούν δύο περιστατικά που αποδεικνύουν ότι το γραπτό κοινοτικό δίκαιο αναπτύσσεται ακριβώς προς την κατεύθυνση που υπέδειξα. Το πρώτο και σημαντικότερο περιστατικό είναι το ακόλουθο: η AD HOC ομάδα εργασίας για τις προσαρμογές των Συμβάσεων που προβλέπονται από το άρθρο 220 της Συνθήκης ΕΟΚ, όταν συνέτασσε το σχέδιο τροποποιήσεως της Σύμβασης των Βρυξελλών, το οποίο έπρεπε να συνοδεύει την προσχώρηση του Ηνωμένου Βασιλείου, της Ιρλανδίας και της Δανίας στην Κοινότητα, πρότεινε την τροποποίηση των άρθρων 13-15 και εισηγήθηκε κυρίως να περιοριστεί το πεδίο εφαρμογής του άρθρου 13 στις «συμβάσεις που ο σκοπός τους μπορεί να θεωρηθεί ξένος προς την επαγγελματική δραστηριότητα αυτού που τις καταρτίζει, και που αποκαλείται στη συνέχεια καταναλωτής». Κατά συνέπεια, τα άρθρα 14 και 15 δεν θα αναφέρονταν πλέον στον αγοραστή ή το δανειολήπτη, αλλά στον «καταναλωτή» (έγγραφο εργασίας αρ. 5 αναθεωρημένο. άρθρο 9α της Συμβάσεως προσχωρήσεως).
Είναι προφανές ότι το σχέδιο αυτό δεν μπορεί να επηρεάσει την ερμηνεία που θα δοθεί σήμερα στο άρθρο 13· εντούτοις, θεωρώ ενδιαφέρον το ότι μπορεί να λεχθεί ότι η λύση που προτείνω στο θέμα αυτό συμπίπτει με την προβλεπόμενη κατεύθυνση εξελίξεως της Σύμβασης των Βρυξελλών. Υπενθυμίζω, δεύτερον, το σχέδιο προτάσεως οδηγίας περί καταναλωτικής πίστεως, που κατάρτισε η Επιτροπή, κατατάσσει τη σύμβαση πωλήσεως εμπορευμάτων με τμηματική καταβολή του τιμήματος στην κατηγορία των «συμβάσεων καταναλωτικής πίστεως» και ορίζει τον καταναλωτή ως «φυσικό πρόσωπο, το οποίο (…) δεν ενεργεί στο πλαίσιο εμπορικής ή επαγγελματικής δραστηριότητας». Αυτό σημαίνει ότι η κοινοτική δραστηριότητα για την προστασία του καταναλωτή θα έχει επιπτώσεις στις πωλήσεις με τμηματική καταβολή του τιμήματος κατά τρόπο σύμφωνο με την αντίληψη που γίνεται δεκτή για το φαινόμενο αυτό στη Σύμβαση των Βρυξελλών.
6.
Καταλήγοντας προτείνω να δοθεί η ακόλουθη απάντηση στο ερώτημα που υπέβαλε το πολιτικό τμήμα του COUR DE CASSATION της Γαλλίας στην υπόθεση BERTRAND κατά ΟΤΤ: «Η πώληση, μεταξύ δύο εταιριών, μηχανήματος, στην οποία συνομολογείται ότι το τίμημα θα καταβληθεί με δύο συναλλαγματικές μεταγενέστερης λήξεως, δεν μπορεί να θεωρηθεί ως πώληση ενσωμάτων κινητών με τμηματική καταβολή του τιμήματος κατά την έννοια του άρθρου 13 της Σύμβασης των Βρυξελλών.»
( *1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η ιταλική.
Full & Egal Universal Law Academy