ΑΠΌΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ
της 28ης Ιουνίου 1977 ( *1 )
Στην υπόθεση 11/77,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση του Tribunal administratif de Paris προς το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογή του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, με την οποία ζητείται στο πλαίσιο της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του παραπέμποντος δικαστηρίου μεταξύ
Richard Hugh Patrick
και
Ministre des Affaires Culturelles,
η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς την ερμηνεία των άρθρων 52 μέχρι 54 της Συνθήκης ΕΟΚ,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ,
συγκείμενο από τους Η. Kutscher, πρόεδρο, Α. Μ. Donner και P. Pescatore, προέδρους τμήματος, J. Mertens de Wilmars, Μ. Sørensen, Α. J. Mackenzie Stuart, A. O'Keeffe, G. Bosco και A. Touffait, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: Η. Mayras
γραμματέας: Α. Van Houtte
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
(το μέρος που περιέχει τα περιστατικά παραλείπεται)
Σκεπτικό
1
Με Διάταξη της 3ης Ιανουαρίου 1977, που πρωτοκολλήθηκε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 25 Ιανουαρίου 1977, το Tribunal Administratif του Παρισιού υπέβαλε στο Δικαστήριο ένα ερώτημα ως προς την ερμηνεία των άρθρων 52 μέχρι 54 της Συνθήκης ΕΟΚ περί του δικαιώματος εγκαταστάσεως.
2
Το ερώτημα αυτό υποβλήθηκε στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ του Γάλλου Υπουργού Πολιτισμού και ενός Βρετανού υπηκόου κατόχου διπλώματος αρχιτέκτονος που χορηγήθηκε στο Ηνωμένο Βασίλειο από την Architectural Association, ο οποίος ζήτησε στις αρχές του έτους 1973 την άδεια να ασκήσει το επάγγελμα του αρχιτέκτονα στη Γαλλία.
3
Δυνάμει του άρθρου 2, παράγραφος 2, εδάφιο 1 του γαλλικού νόμου της 31ης Δεκεμβρίου 1940 με το οποίο ιδρύθηκε ο σύλλογος αρχιτεκτόνων και ρυθμίστηκε ο τίτλος και το επάγγελμα του αρχιτέκτονα: «Στους αλλοδαπούς υπηκόους θα παρασχεθεί η άδεια ασκήσεως του επαγγέλματος του αρχιτέκτονα στη Γαλλία υπό τις προϋποθέσεις της αμοιβαιότητας που καθορίζονται από διπλωματικές συμφωνίες και κατόπιν προσκομίσεως ισοδυνάμων τίτλων προς το δίπλωμα που απαιτείται για τους Γάλλους αρχιτέκτονες.»
4
Κατά το εδάφιο 3 της ίδιας παραγράφου: «Οι αλλοδαποί που δεν υπάγονται σε διατάξεις συμβάσεων μπορούν, κατ' εξαίρεση, να επιτύχουν την παραπάνω άδεια.»
5
Μία υπουργική απόφαση της 22ας Ιουνίου 1964 εις εκτέλεση της Διατάξεως αυτής θεώρησε ότι πληρούν τις προϋποθέσεις ισοτιμίας των τίτλων που καθορίζονται στην παράγραφο 2 του παραπάνω άρθρου 2, οι κάτοχοι διπλωμάτων που χορηγούνται από την παραπάνω Architectural Association.
6
Με απόφαση της 9ης Αυγούστου 1973, η άδεια που ζήτησε ο ενδιαφερόμενος δεν του χορηγήθηκε, με την αιτιολογία ότι κατά το νόμο της 31ης Δεκεμβρίου 1940, η άδεια αυτή έχει πάντοτε χαρακτήρα εξαιρέσεως, όταν δεν υπάρχει σύμβαση αμοιβαιότητας μεταξύ της Γαλλίας και της χώρας από την οποία κατάγεται ο υποψήφιος, και ότι εφόσον δεν υπάρχει ειδική σύμβαση που να έχει το αντικείμενο αυτό μεταξύ των κρατών μελών της Κοινότητας και ιδίως μεταξύ της Γαλλίας και του Ηνωμένου Βασιλείου, η Συνθήκη περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας δεν μπορεί να υποκατασταθεί σ' αυτή, δεδομένου ότι τα άρθρα 52 μέχρι 58 που αφορούν την ελευθερία εγκατάστασης παραπέμπουν, για την πραγματοποίηση της ελευθερίας αυτής, σε οδηγίες του Συμβουλίου που δεν έχουν ακόμα θεσπιστεί.
7
Το Tribunal Administratif του Παρισιού, ενώπιον του οποίου ασκήθηκε προσφυγή ακυρώσεως της αποφάσεως αυτής, ζητεί από το Δικαστήριο, αν «στο παρόν στάδιο του κοινοτικού δικαίου, κατά την ημερομηνία της 9ης Αυγούστου 1973, ένας Βρετανός υπήκοος βασίμως μπορεί να επικαλεστεί, προς όφελός του, το δικαίωμα εγκατάστασης για να ασκεί σε ένα κράτος μέλος της Κοινότητας το επάγγελμα του αρχιτέκτονα».
8
Κατά το άρθρο 52 της Συνθήκης η ελευθερία εγκατάστασης περιλαμβάνει την πρόσβαση στις μη μισθωτές δραστηριότητες και την άσκησή τους «σύμφωνα με τις προϋποθέσεις που ορίζονται από τη νομοθεσία της χώρας εγκαταστάσεως για τους δικούς της υπηκόους».
9
Όπως έγινε δεκτό από το Δικαστήριο, με την απόφασή του της 21ης Ιουνίου 1974 (Reyners, υπόθεση 2/74, Recueil, σ. 631) ο κανόνας της εθνικής μεταχείρισης συνιστά μία από τις θεμελιώδεις διατάξεις του δικαίου της Κοινότητας και, ως παραπομπή σε ένα σύνολο νομοθετικών διατάξεων που εφαρμόζονται πράγματι από τη χώρα εγκατάστασης στους δικούς της υπηκόους, μπορεί, κατ' ουσία να προβληθεί απευθείας από τους υπηκόους όλων των άλλων κρατών μελών.
10
Ορίζοντας, ως προς τα παλαιά κράτη μέλη και τους υπηκόους τους, στο τέλος της μεταβατικής περιόδου την πραγματοποίηση της ελευθερίας εγκατάστασης, το άρθρο 52 ορίζει κατά τον τρόπο αυτό συγκεκριμένη υποχρέωση επιτεύξεως αποτελέσματος, η εκτέλεση της οποίας πρέπει να διευκολύνεται, αλλά να μην εξαρτάται, από την εφαρμογή προγράμματος προοδευτικών μέτρων.
11
Το γεγονός ότι το προοδευτικό αυτό πρόγραμμα δεν τηρήθηκε αφήνει ακέραιη αυτή την ίδια την υποχρέωση μετά τη λήξη της προθεσμίας που προβλέπεται για την εκπλήρωσή της.
12
Δεν μπορεί να προβληθεί κατά του απευθείας αποτελέσματος του κανόνα της εθνικής μεταχείρισης που προβλέπεται στο άρθρο 52, το γεγονός ότι το Συμβούλιο παρέλειψε να θεσπίσει τις οδηγίες που προβλέπονται από τα άρθρα 54 ή 57 ή ακόμη το γεγονός ότι ορισμένες από τις οδηγίες που πράγματι έχουν θεσπιστεί δεν πραγματοποίησαν πλήρως το στόχο της απαγόρευσης των διακρίσεων που αναφέρεται στο άρθρο 52.
13
Πράγματι μετά τη λήξη της μεταβατικής περιόδου, οι οδηγίες που προβλέπονται στο κεφάλαιο περί δικαιώματος εγκαταστάσεως κατέστησαν περιττές όσον αφορά την εφαρμογή του κανόνα της εθνικής μεταχειρίσεως, δεδομένου ότι ο κανονισμός αυτός ισχύει για το μέλλον, με απευθείας αποτέλεσμα, δυνάμει της ίδιας της Συνθήκης.
14
Όσον αφορά τα νέα κράτη μέλη και τους υπηκόους τους, εφόσον δεν υπάρχουν μεταβατικές διατάξεις, στην Πράξη Προσχωρήσεως της 22ας Ιανουαρίου 1972, περί δικαιώματος εγκατάστασης, η αρχή που προβλέπεται στο άρθρο 52 αναπτύσσει όλα της τα αποτελέσματα από την έναρξη ισχύος της εν λόγω Πράξης, ήτοι από την 1η Ιανουαρίου 1973.
15
Κατά τον τρόπο αυτό η άσκηση του δικαιώματος ελεύθερης εγκατάστασης δεν μπορεί μετά την 1η Ιανουαρίου 1973 να εξαρτάται σε ένα κράτος μέλος ως προς υπήκοο νέου κράτους μέλους, από κατ' εξαίρεση άδεια, κατά το μέτρο που ο υπήκοος πληροί τις προϋποθέσεις που ορίζει η νομοθεσία της χώρας εγκατάστασης για τους δικούς της υπηκόους.
16
Η απαίτηση του νόμου στα διάφορα κράτη μέλη ως προς την κατοχή διπλωμάτων για την πρόσβαση σε ορισμένα επαγγέλματα συνιστά εμπόδιο στην πραγματική άσκηση της ελευθερίας εγκατάστασης, του οποίου η κατάργηση πρέπει κατά το άρθρο 57 παράγραφος 1 να διευκολύνεται με οδηγίες του Συμβουλίου περί αμοιβαίας αναγνωρίσεως διπλωμάτων, πιστοποιητικών και άλλων τίτλων.
17
Κατά συνέπεια, στο ερώτημα που υποβλήθηκε, πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι από την 1η Ιανουαρίου 1973 ο υπήκοος ενός κράτους μέλους, που αποδεικνύει ότι κατέχει τίτλο αναγνωριζόμενο από τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους εγκαταστάσεως, ως ισοδύναμο με δίπλωμα που χορηγείται και απαιτείται σ' αυτό το κράτος μέλος, απολαύει του δικαιώματος προσβάσεως στο επάγγελμα του αρχιτέκτονα και ασκήσεώς του υπό τις ίδιες προϋποθέσεις, όπως και οι υπήκοοι του κράτους μέλους εγκατάστασης, χωρίς να μπορεί να του αντιταχθεί η απαίτηση συμπληρωματικών προϋποθέσεων.
(παραλείπεται)
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ,
κρίνοντας επί του ερωτήματος που του υπέβαλε το Tribunal Administratif de Paris με Διάταξη της 3ης Ιανουαρίου 1977, αποφασίζει:
Από την 1η Ιανουαρίου 1973 ο υπήκοος ενός κράτους μέλους, που αποδεικνύει ότι κατέχει τίτλο αναγνωριζόμενο από τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους εγκαταστάσεως, ως ισοδύναμο με δίπλωμα που χορηγείται και απαιτείται σ' αυτό το κράτος μέλος, απολαύει του δικαιώματος προσβάσεως στο επάγγελμα του αρχιτέκτονα και ασκήσεώς του υπό τις ίδιες προϋποθέσεις όπως και οι υπήκοοι του κράτους μέλους εγκατάστασης χωρίς να μπορεί να του αντιταχθεί η απαίτηση συμπληρωματικών προϋποθέσεων.
Kutscher
Donner
Pescatore
Mertens de Wilmars
Sørensen
Mackenzie Stuart
O'Keeffe
Bosco
Touffait
Κρίθηκε από το Δικαστήριο στο Λουξεμβούργο στις 28 Ιουνίου 1977.
Δημοσιεύτηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 28 Ιουνίου 1977.
Kutscher
Donner
Pescatore
Mertens de Wilmars
Sørensen
Mackenzie Stuart
O'Keeffe
Bosco
Touffait
Ο γραμματέας
Α. Van Houtte
Ο Πρόεδρος
Η. Kutscher
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η γαλλική.
Full & Egal Universal Law Academy