ΑΠΌΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ
της 30ής Νοεμβρίου 1977 ( *1 )
Αντικείμενο της υποθέσεως:
Ερμηνεία του άρθρου 1, του παραρτήματος I, της συμφωνίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας και της Ισπανίας [κανονισμός (ΕΟΚ) 1524/70 του Συμβουλίου, της 20ής Ιουλίου 1970, EE ειδ. έκδ. 11/001, σ. 120], καθώς και των άρθρων 30 και 115 της Συνθήκης ΕΟΚ.
Διατακτικό της αποφάσεως:
1)
Όσον αφορά τα έτη 1970 και 1971, η ύπαρξη της εμπορικής συμφωνίας μεταξύ της Κοινότητας και της Ισπανίας δεν αποτελούσε εμπόδιο για την εφαρμογή του άρθρου 115 της Συνθήκης στο θέμα της εισαγωγής επιτραπεζίων σταφυλών.
2)
Τα κράτη μέλη επιτρεπόταν — εν όψει του άρθρου 1 του κανονισμού 2513/69 σε συνδυασμό με τα άρθρα 1 και 11 του παραρτήματος I της συμφωνίας ΕΟΚ-Ισπανίας — να εξακολουθούν να εφαρμόζουν για την επιτραπέζια σταφυλή καταγωγής Ισπανίας τους ποιοτικούς περιορισμούς που ίσχυαν προ της εκδόσεως του κανονισμού 2513/69 κατά την περίοδο του έτους μεταξύ 1ης Ιουλίου και 31ης Δεκεμβρίου.
3)
Κάθε διοικητικό ή κατασταλτικό μέτρο που υπερβαίνει τα όρια του απολύτως αναγκαίου για την εξασφάλιση εκ μέρους του κράτους μέλους εισαγωγής ικανοποιητικά πλήρους και ακριβούς ενημερώσεως ως προς την κυκλοφορία εμπορευμάτων, η οποία διέπεται από ειδικά μέτρα εμπορικής πολιτικής πρέπει να θεωρείται ως μέτρο ισοδυνάμου αποτελέσματος προς ποσοτικό περιορισμό που απαγορεύεται από τη Συνθήκη. Δεν συμβιβάζεται προς τις διατάξεις της Συνθήκης το να απαιτείται άδεια εισαγωγής προκειμένου να εισαχθούν σε κράτος μέλος εμπορεύματα που έχουν τεθεί σε ελεύθερη κυκλοφορία εντός άλλου κράτους μέλους, εκτός εάν ως προς τα εν λόγω εμπορεύματα έχει νομότυπα επιτραπεί παρέκκλιση από την Επιτροπή δυνάμει του άρθρου 115, πρώτη παράγραφος, δεύτερη περίοδος.
4)
Η ύπαρξη διατάξεων σχετικών με τον ποιοτικό έλεγχο των προϊόντων δεν δικαιολογεί από μόνη της την επιβολή υποχρεώσεως επιδείξεως εγγράφων ως προς την καταγωγή των προϊόντων, χωρίς βέβαια αυτό να σημαίνει ότι κατά τη διεξαγωγή κάποιου ελέγχου ο ελεγκτής δεν μπορεί να ζητήσει αποδείξεις περί του ότι τα υποχρεωτικά δηλούμενα στοιχεία ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα.
5)
Το άρθρο 8 του κανονισμού 158/66 αποσκοπεί στην επιβολή κυρώσεων για κάθε παράβαση, χωρίς διακρίσεις με βάση την προέλευση του προϊόντος. Εθνικά μέτρα που εισάγουν τέτοιες διακρίσεις είναι δυνατόν, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, να θεωρηθεί, λόγω των διακρίσεων αυτών, ότι δεν συμβιβάζονται προς τη Συνθήκη και ιδίως το άρθρο 30.
Πρόταση του γενικού εισαγγελέα:
Πρότεινε να δοθεί η απάντηση ότι:
1)
Εφόσον μία εμπορική συμφωνία συναφθείσα μεταξύ της ΕΟΚ και μιας τρίτης χώρας δεν απαγορεύει σε ορισμένο κράτος μέλος να επιβάλλει, σχετικά με την εισαγωγή ορισμένου είδους εμπορευμάτων προερχομένων από την τρίτη αυτή χώρα, μέτρα εμπορικής πολιτικής διάφορα εκείνων που ισχύουν σε άλλα κράτη μέλη, είναι δυνατόν, εάν συντρέχουν οι σχετικές προϋποθέσεις, να γίνεται από το εν λόγω κράτος μέλος επίκληση του άρθρου 115 της Συνθήκης ΕΟΚ ως προς τα προϊόντα αυτά, εφόσον έχουν τεθεί σε ελεύθερη κυκλοφορία σε άλλα κράτη μέλη.
2)
Το άρθρο 1 του παραρτήματος I της Συμφωνίας ΕΟΚ-Ισπανίας στην οποία αναφέρεται ο κανονισμός 1524/70 δεν αποτελεί εμπόδιο για την επιβολή εκ μέρους κράτους μέλους ποσοτικών περιορισμών επί των εισαγωγών νωπών σταφυλών προελεύσεως Ισπανίας κατά την περίοδο μεταξύ 1ης Απριλίου και 31ης Δεκεμβρίου εκάστου έτους.
3 και 4)
Όταν η φύση των μέτρων εμπορικής πολιτικής, τα οποία έχει θεσπίσει κάποιο κράτος μέλος σύμφωνα με τη Συνθήκη ως προς ορισμένο είδος εμπορευμάτων, επιτρέπει στο κράτος αυτό να επικαλείται σχετικά το άρθρο 115, το ίδιο αυτό κράτος μπορεί να επιβάλλει στον εισαγωγέα των εν λόγω εμπορευμάτων που προέρχονται από άλλο κράτος μέλος την υποχρέωση να γνωστοποιεί την καταγωγή τους εφόσον τη γνωρίζει ή μπορεί εύλογα να αναμένεται ότι τη γνωρίζει, ακόμη και αν τα εν λόγω εμπορεύματα έχουν τεθεί σε ελεύθερη κυκλοφορία εντός του άλλου κράτους μέλους και δεν έχει ακόμη χορηγηθεί ειδική άδεια κατά το άρθρο 115.
5)
Ο κανονισμός (ΕΟΚ) 2638/69 επέβαλλε στα εμπορεύματα, ως προς τα οποία ίσχυαν οι ποιοτικοί κανόνες που τίθενται από το παράρτημα I, (7), του κανονισμού 58, όταν είχαν επιθεωρηθεί προ της αποστολής τους, να συνοδεύονται από ένα πιστοποιητικό που προέβλεπε ο εν λόγω κανονισμός. Κατά την εισαγωγή τους από ένα κράτος μέλος σε άλλο, τα εν λόγω εμπορεύματα ήταν δυνατόν να επιθεωρούνται από ή για λογαριασμό οιασδήποτε αρχής ορισμένης για το σκοπό αυτό από το κράτος μέλος εισαγωγής κατ' εφαρμογή του άρθρου 5 του κανονισμού 158/66/ΕΟΚ, προκειμένου να ελέγχεται αν ανταποκρίνονταν στους ποιοτικούς κανόνες, μεταξύ των οποίων και η επί των προϊόντων αναγραφή της ζώνης παραγωγής τους ή του ονόματος του κράτους, της περιφερείας ή του τόπου παραγωγής τους ή της εθνικής, περιφερειακής ή τοπικής τους ονομασίας. Αν έκρινε ότι τα εμπορεύματα δεν ήταν σύμφωνα με τους κανόνες ποιότητας, ο ελεγκτής μπορούσε να απαιτήσει τη συμμόρφωση προς αυτούς ή την αποστολή των εμπορευμάτων σε κράτος όπου δεν ίσχυαν οι εν λόγω κανόνες ποιότητας.
6)
Σε περίπτωση παραβάσεως των κανόνων ποιότητας, το κράτος μέλος είχε δικαίωμα και υποχρέωση να επιβάλει κάθε ενδεδειγμένη ποινική κύρωση εντός του πλαισίου των μέτρων στα οποία αναφέρεται το άρθρο 8 του κανονισμού 158/66/ΕΟΚ και τούτο χωρίς να κάνει διακρίσεις μεταξύ των περιπτώσεων που αφορούσαν εισαγόμενα από άλλα κράτη μέλη προϊόντα και περιπτώσεων που αφορούσαν εγχώρια προϊόντα.
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η ιταλική.
Full & Egal Universal Law Academy