ΑΠΌΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ
της 28ης Φεβρουαρίου 1978 ( *1 )
Στην υπόθεση 85/77,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση του Tribunale di Roma προς το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογή του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, με την οποία ζητείται, στο πλαίσιο της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του παραπέμποντος δικαστηρίου μετα-ξύ
Εταιρίας Azienda avicola Sant'Anna
και
Istituto nazionale della previdenza sociale (INPS) και Servizio contributi agricoli unificati (SCAU),
η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς την ερμηνεία του άρθρου 38, παράγραφοι 1, 3 και 4, της Συνθήκης ΕΟΚ, σε συνδυασμό με το παράρτημα II της Συνθήκης, καθώς και την έννοια της γεωργικής εκμετάλλευσης, όπως ορίζεται σε ορισμένες διατάξεις του κανονισμού 70/66/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1966, και του κανονισμού 91/66/ΕΟΚ της Επιτροπής, της 29ης Ιουνίου 1966,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ,
συγκείμενο από τους Η. Kutscher, πρόεδρο, Μ. Sørensen και G. Bosco, προέδρους τμήματος, Α. Μ. Donner, P. Pescatore, Α. J. Mackenzie Stuart και Α. Touffait, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: G. Reischl
γραμματέας: Α. Van Houtte
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
(Το μέρος που περιέχει τα περιστατικά παραλείπεται)
Σκεπτικό
1
Με Διάταξη της 19ης Μαΐου 1977, που περιήλθε στο Δικαστήριο στις 5 Ιουλίου 1977, το TRIBUNALE CIVILE της Ρώμης ζήτησε, κατ' εφαρμογή του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, την ερμηνεία του άρθρου 38, παράγραφοι 1, 3 και 4, της Συνθήκης ΕΟΚ, σε συνδυασμό με το παράρτημα II της Συνθήκης, καθώς και ορισμένων διατάξεων του κανονισμού 70/66/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1966 (EE ειδ. έκδ. 03/001, σ. 207) και του κανονισμού 91/66/ΕΟΚ της Επιτροπής, της 29ης Ιουνίου 1966 (EE ειδ. έκδ. 03/001, σ. 223) και υπέβαλε σειρά προδικαστικών ερωτημάτων ως προς την έννοια της γεωργικής εκμεταλλεύσεως στο κοινοτικό επίπεδο και τις ενδεχόμενες συνέπειές της στην έννομη τάξη των κρατών μελών.
2
Από τη Διάταξη περί παραπομπής προκύπτει ότι η ενάγουσα εταιρία στην κύρια δίκη, η οποία ασκεί στην Ιταλία δραστηριότητα εκτροφής πουλερικών και ωοτόκων ορνίθων, προσέφυγε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου κατά του ISTITUTO NAZIONALE DELLA PREVIDENZA SOCIALE (INPS) προκειμένου να αναγνωριστεί το δικαίωμά της να καταταγεί όσον αφορά την καταβολή των εισφορών κοινωνικής ασφαλίσεως για το εργατικό προσωπικό που απασχολεί, ως αγροτική και όχι ως βιομηχανική επιχείρηση και, επομένως, να καταβάλλει αποκλειστικά στο SERVIZIO DEI CONTRIBUTI AGRICOLI UNIFICATI (SCAU) τις προαναφερόμενες εισφορές με συντελεστές εφαρμοζόμενους στις γεωργικές επιχειρήσεις, οι οποίοι φαίνεται ότι είναι λιγότερο υψηλοί από τους συντελεστές που εφαρμόζονται στις βιομηχανικές επιχειρήσεις, και που το INPS απαιτεί από την ενάγουσα εταιρία.
3
Επιβάλλεται να εξεταστεί πρωταρχικά το ερώτημα 1β) που υπέβαλε το εθνικό δικαστήριο και με το οποίο ερωτά αν υπάρχει στο κοινοτικό δίκαιο κοινή έννοια της γεωργικής εκμεταλλεύσεως προκειμένου να εξακριβώνονται οι εκμεταλλεύσεις του τύπου αυτού και, σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως, αν τα κράτη μέλη υποχρεούνται, επομένως, να προστρέχουν στις έννοιες που προβλέπει η Συνθήκη και οι παρατιθέμενοι κανονισμοί για να εξακριβώσουν τις γεωργικές εκμεταλλεύσεις στις οποίες εφαρμόζονται εν συνεχεία οι αρχές που θέσπισε η Κοινότητα και οι αρχές που έγιναν δεκτές από τα αντίστοιχα εθνικά δίκαια, επίσης στον κοινωνικό τομέα.
4
Πράγματι, η αρνητική απάντηση στο πρώτο σκέλος του ερωτήματος αυτού θα καθιστούσε άνευ αντικειμένου τα άλλα υποβληθέντα ερωτήματα.
5
Η Συνθήκη ορίζει, με το άρθρο 38, παράγραφος 1, ότι «η κοινή αγορά περιλαμβάνει τη γεωργία και το εμπόριο των γεωργικών προϊόντων».
6
Εξάλλου, κατά το άρθρο αυτό «ως γεωργικά προϊόντα νοούνται τα προϊόντα του εδάφους, της κτηνοτροφίας και της αλιείας, καθώς και τα προϊόντα πρώτης μεταποιήσεως τα οποία έχουν σχέση με αυτά», που όλα απαριθμούνται στο παράρτημα II της Συνθήκης.
7
Το άρθρο 39, παράγραφος 2, της Συνθήκης, ορίζει ότι κατά την εκπόνηση της κοινής γεωργικής πολιτικής και των ειδικών μεθόδων που συνεπάγεται η εφαρμογή της, λαμβάνεται κυρίως υπόψη ο ιδιαίτερος κοινωνικός χαρακτήρας της γεωργικής δραστηριότητας και οι διαρθρωτικές και φυσικές ανισότητες των διαφόρων γεωργικών περιοχών.
8
Αντιθετα, εφόσον η Σ Συνοηκη δεν περίλαμβανει κανένα σαφή ορισμό της γεωργίας, και ακόμη λιγότερο της γεωργικής εκμεταλλεύσεως, εναπόκειται στα κοινοτικά όργανα να επεξεργαστούν, ενδεχομένως, για τους σκοπούς της κανονιστικής ρυθμίσεως που απορρέει από τη Συνθήκη, ένα τέτοιο ορισμό της γεωργικής εκμεταλλεύσεως.
9
Καίτοι η έκφραση «γεωργική εκμετάλλευση» χρησιμοποιείται πολλές φορές στην κοινοτική κανονιστική ρύθμιση, περιλαμβανομένων και των κανονισμών που παραθέτει η Διάταξη περί παραπομπής, που θέσπισε το Συμβούλιο ή ενδεχομένως η Επιτροπή στον τομέα της γεωργίας, ο ορισμός της έκφρασης αυτής δεν είναι ενιαίος στο σύνολο της κανονιστικής αυτής ρυθμίσεως, πολύ ετερογενούς εξάλλου, αλλά διαφέρει αναλόγως των ειδικών σκοπών που επιδιώκονται με τους οικείους κοινοτικούς κανόνες.
10
Ακόμη και στον περιορισμένο τομέα της στατιστικής, στον οποίο εμπίπτουν οι κανονισμοί που αναφέρονται στη Διάταξη περί παραπομπής, οι ορισμοί της γεωργικής εκμεταλλεύσεως οι οποίοι περιλαμβάνονται στις κοινοτικές πράξεις δεν είναι ταυτόσημοι.
11
Έτσι, για παράδειγμα, ο κανονισμός 70/66, περί οργανώσεως βασικής έρευνας στο πλαίσιο ενός προγράμματος ερευνών «περί της διαρθρώσεως των γεωργικών εκμεταλλεύσεων», ορίζει στο άρθρο 2 ότι «για την εφαρμογή του παρόντος κανονισμού, νοείται ως γεωργική εκμετάλλευση: μια τεχνικοοικονομική μονάδα τοπικά καθορισμένη, που έχει ενιαία διαχείριση και παράγει προϊόντα που απαριθμούνται στο παράρτημα I.
12
Ο κανονισμός 91/66, περί της επιλογής των λογιστικών εκμεταλλεύσεων με σκοπό τη διαπίστωση των εισοδημάτων στις γεωργικές εκμεταλλεύσεις, καίτοι επαναλαμβάνει, για την εφαρμογή του κανονισμού αυτού, τον προαναφερόμενο ορισμό, προσθέτει μια νέα κατηγορία γεωργικών εκμεταλλεύσεων στις κατηγορίες που αναφέρει ο κανονισμός 70/66, ήτοι «τις γεωργικές εκμεταλλεύσεις προσανατολισμένες στην πώληση».
13
Αντίθετα, το άρθρο 2 του κανονισμού (ΕΟΚ) 1035/76 του Συμβουλίου, της 30ής Απριλίου 1976, περί διεξαγωγής έρευνας επί των αποδοχών των μονίμως απασχολουμένων στη γεωργία εργατών (JO L 118, σ. 3), περιορίζει το πεδίο της έρευνας σε όλες τις εκμεταλλεύσεις που ασκούν δραστηριότητες οριζόμενες από την κλάση 01 της Γενικής ονοματολογίας των οικονομικών δραστηριοτήτων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, και, κατά συνέπεια, αποκλείει τις βιομηχανίες πρώτης μεταποιήσεως, οι οποίες για άλλους σκοπούς θεωρούνται ως γεωργικές δραστηριότητες.
14
Από τα προηγούμενα προκύπτει ότι από τις διατάξεις της Συνθήκης ή από τους κανόνες του παραγώγου κοινοτικού δικαίου δεν μπορεί να συναχθεί ενιαίος κοινοτικός ορισμός γενικού χαρακτήρα της «γεωργικής εκμεταλλεύσεως» που να έχει καθολική εφαρμογή σε όλο τον τομέα των νομοθετικών και κανονιστικών διατάξεων που διέπουν τη γεωργική παραγωγή.
15
Επομένως, εφόσον στο προαναφερόμενο ερώτημα, εν απουσία ενός τέτοιου ορ σμού, πρέπει να δοθεί αρνητική απάντηση, τα άλλα ερωτήματα που υπέβαλε τ εθνικό δικαστήριο κατέστησαν άνευ αντικειμένου.
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ,
κρίνοντας επί των ερωτημάτων που του υπέβαλε το Tribunale civile di Roma με Διάταξη της 5ης Ιουλίου 1977, αποφαίνεται:
Από τα προηγούμενα προκύπτει ότι από τις διατάςεις της Συνθήκης ή από τους κανόνες του παραγώγου κοινοτικού δικαίου δεν μπορεί να συναχθεί ενιαίος κοινοτικός ορισμός γενικού χαρακτήρα της «γεωργικής εκμεταλλεύσεως» που να έχει καθολική εφαρμογή σε όλο τον τομέα των νομοθετικών και κανονιστικών διατάξεων που διέπουν τη γεωργική παραγωγή.
Kutscher
Sørensen
Bosco
Dormer
Pescatore
Mackenzie Stuart
Touffait
Δημοσιεύτηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 28 Φεβρουαρίου 1978.
Ο γραμματέας
Α. Van Houtte
Ο Πρόεδρος
H. Kutscher
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η ιταλική.
Full & Egal Universal Law Academy